Αποφάσεις Συντονιστικής-Ολομέλειας

Δελτίο Τύπου Ολομέλειας (7 - 9 /4/2012)

 

ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ ΠΡΟΕΔΡΩΝ
ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΩΝ ΣΥΛΛΟΓΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ

Αθήνα, 10.4.2012

Το τριήμερο 7-9 Απριλίου συνήλθε στα Ιωάννινα η Ολομέλεια των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος με θέμα την υπό επεξεργασία διαδικασία αναμόρφωσης του Κώδικα περί Δικηγόρων. Τις εργασίες της Ολομέλειας τίμησαν - μεταξύ άλλων - με την παρουσία τους, απευθύνοντας και χαιρετισμό, ο Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας κ. Παναγιώτης Πικραμμένος, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κ. Ιωάννης Τέντες και ο Πρόεδρος της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, Αρεοπαγίτης κ. Χαράλαμπος Αθανασίου.

Στις εισηγήσεις που αναπτύχθηκαν εξετάστηκαν όλες οι επιμέρους θεματικές ενότητες του Κώδικα που χρήζουν αναμόρφωσης και εκσυγχρονισμού και κατατέθηκαν συγκεκριμένες προτάσεις, οι οποίες αναμένεται να αποτελέσουν μέρος της ήδη διεξαγόμενης δημόσιας διαβούλευσης. Παράλληλα, τονίστηκε από το σύνολο των ομιλητών η αναγκαιότητα να κινηθεί η νομοθετική πρωτοβουλία πάνω στον ήδη κατοχυρωμένο και αναγνωρισμένο δημόσιο χαρακτήρα του δικηγορικού λειτουργήματος, αναδεικνύοντάς τον και συμβάλλοντας - με τον τρόπο της - στην αναβάθμιση του κύρους του επαγγέλματος και στην αποκήρυξη κάθε ασύμβατης προς τη φύση του σύνδεσης με τη συνήθη εμπορική δραστηριότητα. Υπήρξε επίσης σύγκλιση απόψεων αναφορικά με την παρατηρούμενη προώθηση της εν λόγω διαδικασίας εκ μέρους της εκτελεστικής εξουσίας με ακατανόητη σπουδή, που συνοδεύεται από ασφυκτικά χρονικά πλαίσια για την ολοκλήρωσή της, τα οποία ουδόλως δικαιολογούνται από τις περιστάσεις και δημιουργούν κινδύνους απερίσκεπτων επιλογών και, εντέλει, αποτυχίας της νομοθετικής πρωτοβουλίας.

Οι Δικηγόροι της χώρας διακηρύσσουν την πρόθεσή τους να συμβάλλουν στο διεξαγόμενο δημόσιο διάλογο καταθέτοντας συγκεκριμένες προτάσεις σε αρμόδιο θεσμικό επίπεδο, με απόλυτο σεβασμό της ιδιότητάς τους ως συλλειτουργών της Δικαιοσύνης και του εν γένει προβλεπόμενου θεσμικού τους ρόλου. Ευελπιστούν, τέλος, η προσπάθεια που έχει ξεκινήσει να μην υπονομευθεί από τη δράση εξωθεσμικών παραγόντων και από τη διάθεση μονομερούς επιβολής της βούλησης των κυβερνώντων.

Από το Γραφείο τύπου

Απόφαση Ολομέλειας Προέδρων Δικηγορικών Συλλόγων 17/3/2012

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑΣ

Η Ολομέλεια των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος κατά τη σημερινή συνεδρίασή της στην Αθήνα αποφάσισε τη συνέχιση των κινητοποιήσεων των Δικηγόρων της χώρας και, πιο συγκεκριμένα, την αποχή από τα καθήκοντά τους την Τρίτη 20 και Τετάρτη 21 Μαρτίου, την Δευτέρα 26 και Τρίτη 27 Μαρτίου και την Πέμπτη 5 και Παρασκευή 6 Απριλίου 2012.

Η δικηγορική κοινότητα της χώρας επισημαίνει εκ νέου τα αδιέξοδα με τα οποία μας φέρνουν διαρκώς αντιμέτωπους ως κράτος οι μνημονιακές πολιτικές εξωθεσμικής σύλληψης, οι οποίες - ερχόμενες σε αντίθεση με βασικές παραδοχές του Συντάγματος, του εν γένει δικαιικού μας αλλά και του ευρωπαϊκού πολιτισμού - ισοδυναμούν με καταστρατήγηση κάθε έννοιας κοινωνικού κράτους και κράτους δικαίου. Περαιτέρω, εκφράζει τον έντονο προβληματισμό της για την επιχειρούμενη αποδόμηση του δικηγορικού λειτουργήματος στην οποία οδηγεί η ψήφιση του δευτέρου μνημονίου και η εξ αυτού υπαγορευόμενη μεταρρύθμιση του Κώδικα περί Δικηγόρων. Οι μνημονιακές αυτές ρυθμίσεις είναι βέβαιο πως έχουν ως στόχο την ποδηγέτηση της Δικαιοσύνης υπό τις οδηγίες και το πνεύμα της τρόικας, η οποία επιχειρεί δίχως καμία δημοκρατική νομιμοποίηση να υποκαταστήσει τις προβλεπόμενες θεσμικές λειτουργίες.

Δελτίο Τύπου Ολομέλειας (3.3.2012) - Αποχή Δικηγόρων

Δελτίο Τύπου Ολομέλειας (03.03.2012)

ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ ΠΡΟΕΔΡΩΝ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΩΝ ΣΥΛΛΟΓΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ

Θεσσαλονίκη, 3-3-2012

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Η Ολομέλεια των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος κατά τη σημερινή συνεδρίασή της στη Θεσσαλονίκη αποφάσισε: α) την αποχή των Δικηγόρων της χώρας από τα καθήκοντά τους τη Δευτέρα 5, την Τρίτη 6 Μαρτίου 2012, την Πέμπτη 15 και την Παρασκευή 16 Μαρτίου 2012, β) τη διενέργεια συμβολικού αποκλεισμού του Πρωτοδικείου Αθηνών την Παρασκευή 16 Μαρτίου, γ) τη διοργάνωση επιστημονικής ενημερωτικής ημερίδας στην Αθήνα με τη συμμετοχή ακαδημαϊκών Καθηγητών και λοιπών νομικών, με θέμα «Το "παρασύνταγμα" της τρόικας » και δ) την επανασύγκληση της Ολομέλειας των Προέδρων στην Αθήνα το Σάββατο 17 Μαρτίου.

Κατά την ως άνω συνεδρίασή της υιοθέτησε το από 16-2-2012 Ψήφισμα της Γενικής Συνέλευσης του Δικηγορικού Συλλόγου Λάρισας. Στο πλαίσιο αυτό, η Δικηγορική κοινότητας της χώρας διατρανώνει την έντονη και νομικά τεκμηριωμένη αντίθεσή της στο υπό ψήφιση νομοσχέδιο του Υπουργείου Δικαιοσύνης "για τη δίκαιη δίκη", επισημαίνοντας εκ νέου την ασυμβατότητα σειράς ρυθμίσεων με βασικές συνταγματικές παραδοχές και εν γένει κατακτήσεις του δικαιικού μας πολιτισμού. Καταδικάζει τη διαρκώς επιχειρούμενη κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα πλήρη κατάλυση κάθε έννοιας κοινωνικού κράτους και κράτους δικαίου, που προωθείται με την υιοθέτηση μέτρων "μνημονιακής" λογικής, πληττόντας βάναυσα - κατά τρόπο κοινωνικά άδικο και ανάλγητο - το μέσο πολίτη. Διατυπώνει επίσης τον έντονο νομικό προβληματισμό και τη θεσμική της ανησυχία για την παρατηρούμενη πλήρη αναντιστοιχία της λαϊκής ετυμηγορίας προς την τρέχουσα πολιτική κατάσταση και τον ισχύοντα κυβερνητικό σχηματισμό, εξέλιξη που θέτει υπό αμφισβήτηση τη δημοκρατική νομιμοποίηση της Κυβέρνησης να λαμβάνει σημαντικότατες για το μέλλον των πολιτών και της χώρας αποφάσεις υπό την καθοδήγηση εξωθεσμικών παραγόντων, αποφεύγοντας συστηματικά - και υπό το κράτος αθέμιτων πιέσεων όπως εσχάτως αποδεικνύεται - την προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ

ΓΙΑΝΝΗΣ Δ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ

Δελτίο Τύπου της Ολομέλειας Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων - Αποχή έως και Τρίτη 17/1/2012

Δελτίο Τύπου της Ολομέλειας Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων

ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ ΠΡΟΕΔΡΩΝ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΩΝ ΣΥΛΛΟΓΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ Αθήνα, 11-1-2012

ΔΕΛΤΙΟΥ ΤΥΠΟΥ

• Η Ολομέλεια των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος διατυπώνει καταρχάς την έντονη αντίθεσή της στο σχέδιο νόμου που κατατέθηκε στη Βουλή και επιγράφεται «σ/ν για τη δίκαιη δίκη και την αντιμετώπιση φαινομένων αρνησιδικίας». Τούτο διότι επιχειρεί δήθεν να λύσει ένα υπαρκτό μεν πρόβλημα, αυτό της βραδύτητας στη διαδικασία απονομής της Δικαιοσύνης, παραγνωρίζοντας ωστόσο ότι αυτό αποτελεί πρωτίστως πρόβλημα έλλειψης προσωπικού και υλικοτεχνικών υποδομών. Κινούμενο στη βάση της γνωστής μνημονιακής λογικής, καταλήγει να αντιμετωπίζει το ζήτημα της καθυστέρησης στη διαδικασία απονομής της Δικαιοσύνης με τρόπο «λογιστικό», περικόπτοντας - καταργώντας δίκες, παραγράφοντας αδικήματα και υποθέσεις και αυξάνοντας τα όρια άσκησης ένδικων μέσων, κατά τρόπο που ουσιαστικά τα καταργεί. Θεσπίζει επίσης πρωτοφανείς οικονομικές επιβαρύνσεις (όπως είναι η καθιέρωση τόκων επιδικίας) - προβληματικές και ασύμβατες με το δικαιικό μας σύστημα και το μέχρι σήμερα υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο - εισάγει νέα αυξημένα παράβολα υπέρ του Δημοσίου σε όλες τις εκφάνσεις της διαδικασίας (πολιτικής, ποινικής και διοικητικής), αποτρέποντας στην πραγματικότητα τον πολίτη από την άσκηση του δικαιώματος πρόσβασης στη Δικαιοσύνη, που αποτελεί τον πυρήνα της δίκαιης δίκης, όπως αυτό ειδικότερα θεμελιώνεται στο Σύνταγμα, στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, στο Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε, στο Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά δικαιώματα και στη νομολογία του Ευρωπαικού Δικαστηρίου για τα δικαιώματα του Ανθρώπου. Παράλληλα, η μετάθεση αρμοδιοτήτων από τα Πρωτοδικεία στα Ειρηνοδικεία, αναμένεται όχι να επιλύσει αποτελεσματικά το πρόβλημα αλλά απλώς και μόνο να οδηγήσει σε χωροταξική ανακατανομή του. Από την άλλη πλευρά, δεν πρέπει να μας διαφεύγει πως οι πολυμελείς συνθέσεις των Δικαστηρίων σε επίπεδο Εφετείου, που φαίνεται πλέον σχεδόν να απαξιώνονται, αποτελούν εγγύηση δίκαιης δίκης, τεκμηριωμένης δικανικής κρίσης, προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας των Δικαστικών λειτουργών και, κατά συνέπεια, κάθε παραμερισμός τους αυξάνει τους κινδύνους αθέμιτων πιέσεων σε βάρος και των πολιτών και της ποιότητας της απονεμόμενης Δικαιοσύνης. Επιπρόσθετα, η «πταισματοποίηση» συγκεκριμένων πλημμελημάτων καταλήγει να αποτελεί υποβάθμιση του επιπέδου της παρεχόμενης προστασίας στον πολίτη, αυξάνοντας τα ενδεχόμενα ραγδαίας διάπραξης τέτοιων αδικημάτων.

• Περαιτέρω, με θλίψη διαπιστώνουμε πως για ακόμα μία φορά ο Δικηγορικός κλάδος στοχοποιείται αναίτια ως δήθεν προνομιούχος και προωθούνται ρυθμίσεις «έξωθεν» επιβαλλόμενες και πλήρως ασύμβατες με τη φύση του Δικηγορικού λειτουργήματος. Η πρόσφατη απόπειρα του αρμόδιου Υπουργείου να εντάξει τη σχετική με το καθεστώς ίδρυσης και λειτουργίας δικηγορικών εταιριών ρύθμιση σε πράξη νομοθετικού περιεχομένου - ως δήθεν περίπτωση εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης -, η οποία εντέλει εγκαταλείφθηκε υπό το κράτος έντονων αντιδράσεων σημαντικής μερίδας κυβερνητικών παραγόντων που εξέφρασαν ενώπιον του Υπουργικού Συμβουλίου τη σχετική επιχειρηματολογία τους, επανέρχεται εκ νέου στο προσκήνιο αυτή τη φορά υπό το μανδύα διάταξης νόμου, η οποία αποτελεί τμήμα μιας σειράς διατάξεων που φέρουν τον άκρως παραπλανητικό τίτλο «Ρυθμίσεις επειγόντων θεμάτων Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων». Τα μόνα επείγοντα που μπορούν να χαρακτηρίζουν την εν λόγω νομοθετική πρωτοβουλία είναι η προσπάθεια υπέρβασης των εύλογων και νομικά τεκμηριωμένων αντιδράσεων της Δικηγορικής κοινότητας και η ύπαρξη εξωθεσμικών πιέσεων εκ μέρους των δανειστών μας, οι οποίοι έχουν πλέον - de facto και υπό την ανοχή δυστυχώς της πολιτικής ηγεσίας του τόπου - υποκαταστήσει σχεδόν πλήρως και κατά τρόπο συνταγματικά ανεπίτρεπτο τη νομοθετική και εκτελεστική εξουσία, έχοντας πια αποφασιστικό ρόλο σε κάθε κρατική πρωτοβουλία την οποία υπαγορεύουν όλως ανερυθρίαστα και δίχως προσχήματα. Επί της ουσίας της προωθούμενης - και πάλι εν κρυπτώ και παραβύστω - ρύθμισης, ο Δικηγορικός κλάδος εκφράζει και πάλι την από καιρό κατατεθείσα διαφωνία του, διατυπώνοντας εκ νέου τη νομικά τεκμηριωμένη άποψή του περί απόλυτης συμβατότητας του σχετικού με τις Δικηγορικές εταιρίες μέχρι σήμερα υφιστάμενου νομοθετικού πλαισίου προς τη Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία έχει ήδη γίνει μάλιστα αποδεκτή και από το καθ’ ύλην και θεσμικά αρμόδιο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Παράλληλα, εκφράζουμε τον έντονο προβληματισμό μας για την πρακτική χρησιμότητα και τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα της εν λόγω νομοθετικής μεταρρύθμισης, η οποία - κατά πλήρη βεβαιότητα - αναμένεται να συντελέσει όχι στην πολυδιαφημισμένη προσπάθεια «απελευθέρωσης» του Δικηγορικού επαγγέλματος (νοούμενης, πάντως και όπως έχουμε επανειλημμένα τονίσει, κατά τρόπο στρεβλό και πλήρως αναντίστοιχο με την ελληνική πραγματικότητα), αλλά στην ενθάρρυνση της διαμόρφωσης ανισοτήτων αποκλειστικά και μόνο υπέρ των ολίγων και οικονομικά ισχυρών Δικηγορικών γραφείων, σε βάρος συναδέλφων - κυρίως νεοεισερχόμενων στο χώρο - κατά τρόπο που θα ισοδυναμεί με πλήρη και απαράδεκτη υπαλληλοποίησή τους, ενεργώντας εντέλει προς την κατεύθυνση της αποτροπής της απελευθέρωσης και του περιορισμού του ελεύθερου ανταγωνισμού, προς όφελος συμφερόντων πολυεθνικών εταιριών. Σε κάθε περίπτωση, επισημαίνουμε για ακόμη μία φορά προς κάθε αρμόδιο θεσμικό παράγοντα πως πρωτοβουλίες, όπως είναι η προαναφερθείσα, τυγχάνουν πλήρως ασύμβατες με τη φύση του Δικηγορικού λειτουργήματος και ισοδυναμούν με μία απαράδεκτη και συνταγματικά ανεπίτρεπτη εξίσωσή του με τη συνήθη εμπορική δραστηριότητα, κατά τρόπο που παραγνωρίζει την ιδιότητα του Δικηγόρου όχι ως ενός απλού ελεύθερου επαγγελματία, αλλά ως συλλειτουργού στην απονομή της Δικαιοσύνης.

 • Πέραν αυτών, η Δικηγορική κοινότητα της χώρας εκφράζει την έντονη θεσμική ανησυχία της για την αιφνιδιαστική και εν κρυπτώ προώθηση της ψήφισης νέων φορολογικών διατάξεων (προφανώς εξωθεσμικής σύλληψης), υπό τη διαδικασία μάλιστα του κατεπείγοντος - δίχως ωστόσο να πληρούνται στην πραγματικότητα οι προϋποθέσεις της εν λόγω διαδικασίας - και χωρίς να έχει προηγηθεί ουσιαστική διαβούλευση με κάθε αρμόδιο θεσμικό παράγοντα, πολλώ δε μάλλον με τις επαγγελματικές ομάδες που - κατά πληροφορίες - θίγονται από τις ως άνω διατάξεις. Επισημαίνουμε για ακόμα μία φορά πως η αναγκαία αναμόρφωση του φορολογικού συστήματος της χώρας δεν είναι δυνατό να επιτευχθεί μέσω νομοθετημάτων αποσπασματικού χαρακτήρα και αμφίβολης αποτελεσματικότητας, τα οποία μάλιστα στερούνται συγκεκριμένης στόχευσης και - κατά γενική ομολογία - κινούνται εκτός των ορίων όχι μόνο της κοινωνικής δικαιοσύνης αλλά και της συνταγματικής νομιμότητας.

 • Επισημαίνουμε, τέλος - εκ νέου και κατά τρόπο κατηγορηματικό - την εντονότατη αντίθεσή μας προς τις ήδη επελθούσες αυξήσεις των καταβλητέων ασφαλιστικών εισφορών, κατά τρόπο που πλήττει σημαντικά τους συναδέλφους (κυρίως τους νέους, οι οποίοι χρήζουν ειδικής και προσεκτικής μεταχείρισης από το νομοθέτη και, πιο συγκεκριμένα, εξαίρεσης από τις εν λόγω αυξήσεις), ειδικά σε μια περίοδο ραγδαίας συρρίκνωσης της δικηγορικής ύλης και, κατά συνέπεια των εισοδημάτων τους.

Κατόπιν αυτών, καλούμε το αρμόδιο Υπουργείο να μελετήσει προσεκτικά την επιχειρηματολογία μας επί των ανωτέρω ζητημάτων και να αποσύρει - έστω και την ύστατη στιγμή - τις εν λόγω ρυθμίσεις, ως ελάχιστη έμπρακτη ένδειξη σεβασμού όχι μόνο προς το Δικηγορικό κλάδο, αλλά κυρίως προς τους θεσμούς και τη συνταγματική νομιμότητα, οι οποίοι υπονομεύονται από την απαξίωση κάθε έννοιας διαλόγου σε θεσμικό επίπεδο και την παράλληλη ύπαρξη προειλημμένων αποφάσεων και πρόθεσης επιβολής ρυθμίσεων αποκλειστικά και μόνο εξωθεσμικής σύλληψης και προέλευσης. Επί του προαναφερθέντος πλαισίου, η Ολομέλεια των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της χώρας - κατά τη συνεδρίασή της στην Αθήνα την 11-1-2012 - αποφάσισε ομόφωνα τη συνέχιση της αποχής μέχρι και την Τρίτη 17 Ιανουαρίου, ημερομηνία κατά την οποία θα συγκληθεί εκ νέου η Συντονιστική Επιτροπή των Προέδρων για επανεκτίμηση της κατάστασης.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ

ΓΙΑΝΝΗΣ Δ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ  

Subscribe to this RSS feed