Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως

ΑΤΖΕΝΤΑ 9.9.2016

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

 

Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου

ΓΔΕΕ: Globo Comunicação e Participações κατά Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της ΕΕ (Σήμα)

ΔΕΕ: Προτάσεις Front Polisario (FR-Συμφωνία ΕΕ-Μαρόκου για προϊόντα προερχόμενα από τη Δυτική Σαχάρα)

ΔΕΕ: Αποφάσεις Marìn και CS (ES-EN, Δικαίωμα διαμονής υπηκόου τρίτης χώρας με ποινικό ιστορικό)

Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου

ΔΕΕ: Απόφαση Pérez López (ES- Διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου)

Πέμπτη 15 Σεπτεμβρίου

ΓΔΕΕ: Απόφασεις Yanukovych (FR-Ουκρανία-Περιοριστικά μέτρα για κατάχρηση κρατικών κεφαλαίων)

ΔΕΕ: Προτάσεις του Γενικού εισαγγελέα Schmitt (DE-Ευθεία ευθύνη εγκεκριμένου οργανισμού για ποιοτικούς ελέγχους)

ΔΕΕ: Απόφαση Mc Fadden (DE-Eυθύνη ιδιοκτήτη καταστήματος που προσφέρει δωρεάν Wi-Fi για την εκ μέρους χρήστη προσβολή του δικαιώματος δημιουργού)

ΓΔΕΕ: Απόφαση Morningstar [EN- Δεσπόζουσα θέση-Κωδικοί χρηματοπιστωτικών μέσων reuters (κωδικοί RIC)]

ΓΔΕΕ: Ακροατήριο Ελλάδα κατά Επιτροπής (ΕΓΤΠΕ- Καθεστώς στρεμματικών ενισχύσεων)

 

 

Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου

 

 

ΓΔΕΕ: Globo Comunicação e Participações κατά Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της ΕΕ (Σήμα)

T-408/15

 

Το 2014, η βραζιλιάνικη εταιρεία Globo Comunicação e Participações ζήτησε από το Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της ΕΕ (EUIPO) την καταχώριση του παρακάτω ηχητικού σήματος «PLIM PLIM», για συσκευές μετάδοσης, εγγραφής ή αναπαραγωγής ήχου ή εικόνων (εφαρμογή για υπολογιστές, tablet και smartphone):

 

plim

 

Το ηχητικό σήμα σχεδιάστηκε για να χρησιμοποιηθεί ως ringtone. Το EUIPO αρνήθηκε την καταχώριση του σήματος λόγω έλλειψης διακριτικού χαρακτήρα και η Globo Comunicação e Participações προσέφυγε στο ΓΔΕΕ με αίτημα την ακύρωση της αποφάσεως του EUIPO.

 

 

ΔΕΕ: Προτάσεις Front Polisario (FR-Συμφωνία ΕΕ-Μαρόκου για προϊόντα προερχόμενα από τη Δυτική Σαχάρα)

C-104/16P, Συμβούλιο κατά Front Polisario

 

Η Δυτική Σαχάρα (βορειοδυτική Αφρική), αποικίστηκε από την Ισπανία το 1884 και, από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, αποτελούσε ισπανική επαρχία. Κατόπιν της ανακηρύξεως της ανεξαρτησίας του το 1956, το Μαρόκο  διεκδίκησε την «απελευθέρωση» της Δυτικής Σαχάρας, φρονώντας ότι η περιοχή του ανήκε. Σήμερα, το μεγαλύτερο τμήμα του εδάφους της Δυτικής Σαχάρας ελέγχεται από το Μαρόκο, ενώ το Front Polisario (εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα του λαού των Σαχράουι κατά των διαφόρων μορφών ξένης κατοχής) ελέγχει ένα μικρότερο και πιο αραιοκατοικημένο τμήμα του εδάφους, στα ανατολικά της περιοχής.  Το 2012 συνήφθη η  συμφωνία μεταξύ της ΕΕ και του Μαρόκου σχετικά με τα αμοιβαία μέτρα ελευθέρωσης για τα γεωργικά προϊόντα, τα μεταποιημένα γεωργικά προϊόντα, τα ψάρια και τα αλιευτικά προϊόντα (απόφαση του Συμβουλίου 2012/497/ΕΕ).  Κατόπιν προσφυγής που άσκησε το Front Polisario, το ΓΔΕΕ αναγνώρισε την ικανότητά  του να ενάγει και να ενάγεται ως νομικό πρόσωπο, κήρυξε παραδεκτή την αίτησή του και ακύρωσε  την απόφαση του Συμβουλίου στον βαθμό που ενέκρινε την εφαρμογή της συμφωνίας επί της Δυτικής Σαχάρας (υπόθεση Τ-512/12).

 

Στην παρούσα υπόθεση το Συμβούλιο ζητεί από το ΔΕΕ την αναίρεση της αποφάσεως του ΓΔΕΕ προβάλλοντας πλάνη περί το δίκαιο.

 

 

ΔΕΕ: Αποφάσεις Marìn και CS (ES-EN, Δικαίωμα διαμονής υπηκόου τρίτης χώρας με ποινικό ιστορικό)

C-165/14, Alfredo Rendón Marín κατά Administración del Estado (ΕS)

και C-304/14 Secretary of State for the Home Department κατά CS (EN)

 

Οι υποθέσεις αυτές αφορούν υπηκόους τρίτης χώρας στους οποίους κοινοποιήθηκαν, αντιστοίχως, απορριπτική απόφαση επί αιτήσεως χορηγήσεως άδειας διαμονής και απόφαση απελάσεως από το κράτος μέλος κατοικίας και ιθαγένειας των ανήλικων τέκνων τους, πολιτών της Ένωσης, τα οποία συντηρούνται από τους ίδιους. Οι εθνικές διοικητικές αποφάσεις που εκδόθηκαν εξαιτίας του ποινικού ιστορικού των γονέων ενέχουν τον κίνδυνο στερήσεως από τα τέκνα της δυνατότητας πραγματικής απολαύσεως των δικαιωμάτων που πηγάζουν από την ιδιότητά τους του πολίτη της Ένωσης.

 

Το Δικαστήριο καλείται α) να διερευνήσει κατά πόσον οι επίμαχες καταστάσεις εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, β) να αποφανθεί επί των ενδεχόμενων συνεπειών του ποινικού ιστορικού επί της αναγνωρίσεως δευτερογενούς δικαιώματος διαμονής (οδηγία 2004/38/EΚ), και γ) να αποφανθεί επί της δυνατότητας εισαγωγής περιορισμών σε δικαίωμα διαμονής (άρθρο 20 ΣΛΕΕ) και επί της έννοιας «δημόσια τάξη» ή «δημόσια ασφάλεια».

 

 

Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου

 

ΔΕΕ: Απόφαση Pérez López (ES- Διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου)

C-16/15María Elena Pérez López κατά Servicio Madrileño de Salud (Comunidad de Madrid) [Υπηρεσία Δημόσιας Υγείας της Μαδρίτης (Αυτόνομη Κοινότητα της Μαδρίτης)]

 

Η Maria Elena Perez Lopez διορίστηκε ως υγειονομικό προσωπικό περιστασιακής απασχολήσεως, από 5/2 έως 31/7/2009, βάσει του ισπανικού νόμου για το προσωπικό των Υπηρεσιών Υγείας με σκοπό την κάλυψη προσωρινών αναγκών του Γενικού Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου «Gregorio Marañón». Η σύμβαση ορισμένου χρόνου της κας Perez Lopez ανανεώθηκε επτά φορές μετά τις 31/7/2009. Τον Μάρτιο του 2013, λίγο πριν τη λήξη της συμβάσεώς της, η κα Perez Lopez ενημερώθηκε για τη μη ανανέωση του διορισμού της και άσκησε, στη συνέχεια, προσφυγή προβάλλοντας ότι ο ισπανικός νόμος ευνοεί τις καταχρήσεις που απορρέουν από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών ανανεώσεων των συμβάσεων ορισμένου χρόνου.

 

Το διοικητικό δικαστήριο της Μαδρίτης ζητεί από το ΔΕΕ να διευκρινίσει αν ο ισπανικός νόμος είναι αντίθετος με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου, βάσει της οποίας τα κράτη μέλη υποχρεούνται να λαμβάνουν μέτρα πρόληψης κατά της κατάχρησης των διαδοχικών ανανεώσεων των συμβάσεων ορισμένου χρόνου.

 

 

Πέμπτη 15 Σεπτεμβρίου

 

ΓΔΕΕ: Απόφασεις Yanukovych (FR-Ουκρανία-Περιοριστικά μέτρα για κατάχρηση κρατικών κεφαλαίων)

T-346/14T-348/14 και Τ-340/14, Viktor Fedorovych Yanukovych (Κίεβο, Ουκρανία) κατά Συμβουλίου της ΕΕ

 

Μετά την κρίση του 2013 στην Ουκρανία, το Συμβούλιο επέβαλε τον Μάρτιο του 2014 (απόφαση 2014/119/ΚΕΠΠΑ), περιοριστικά μέτρα σε βάρος των Viktor Fedorovych Yanukovych και Andriy Klyuyev (πρώην Προέδρων της Ουκρανίας) και του Oleksandr Viktorovych Yanukovych (γιου του πρώτου και διευθυντή του γραφείου του Προέδρου), για κατάχρηση ουκρανικών κρατικών κεφαλαίων και τη μεταφορά τους εκτός Ουκρανίας.  Η ισχύς των μέτρων παρατάθηκε (μέχρι τον Μάρτιο 2016) λόγω εκκρεμούς ποινικής διαδικασίας ενώπιον των ουκρανικών δικαστηρίων.

 

Οι προσφεύγοντες ζητούν από το ΓΔΕΕ την ακύρωση της αποφάσεως του Συμβουλίου.

 

 

ΔΕΕ: Προτάσεις του Γενικού εισαγγελέα Schmitt (DE-Ευθεία ευθύνη εγκεκριμένου οργανισμού για ποιοτικούς ελέγχους)

C-219/15, Elisabeth Schmitt κατά TÜV Rheinland LGA Products GmbH

 

H κα Schmitt υποβλήθηκε to 2008 στη Γερμανία σε επέμβαση τοποθετήσεως εμφυτευμάτων στήθους σιλικόνης, τα οποία είχαν κατασκευαστεί από γαλλική επιχείρηση, η οποία στο μεταξύ πτώχευσε. Το 2010 η αρμόδια γαλλική αρχή διαπίστωσε ότι για την κατασκευή των εμφυτευμάτων στήθους χρησιμοποιήθηκε κακής ποιότητας βιομηχανική σιλικόνη που δεν πληρούσε τις προδιαγραφές ποιότητας. Στη συνέχεια, κατόπιν ιατρικής γνωματεύσεως, η κα Schmitt αφαίρεσε τα εμφυτεύματά της. Η κατασκευάστρια εταιρία ανέθεσε στον TÜV Rheinland (εγκεκριμένο γερμανικό οργανισμό) τη διεξαγωγή ποιοτικών ελέγχων, ο οποίος όμως δεν προέβη στην εξέταση των επιχειρησιακών εγγράφων και δεν διέταξε τη διενέργεια ελέγχων στα προϊόντα. Η κα Schmitt ζήτησε να υποχρεωθεί ο TÜV Rheinland να της καταβάλει χρηματική ικανοποίηση ύψους 40 000 € λόγω ηθικής βλάβης καθώς και να αναγνωριστεί η υποχρέωση σε αποζημίωση τυχόν μελλοντικών υλικών ζημιών.  Στους προηγούμενους βαθμούς δικαιοδοσίας η αγωγή της κας Schmitt δεν ευδοκίμησε.

 

To Bundesgerichtshof (Γερμανία) ρωτά το ΔΕΕ αν ένας εγκεκριμένος οργανισμός, επιφορτισμένος με τον έλεγχο του συστήματος ποιότητας, την εξέταση του σχεδιασμού του προϊόντος και την επιτήρηση, ενεργεί με σκοπό την προστασία όλων των εν δυνάμει ασθενών και, ως εκ τούτου, ευθύνεται ευθέως και απεριορίστως έναντι των συγκεκριμένων ασθενών σε περίπτωση υπαίτιας παραβάσεως υποχρεώσεως.

 

 

ΔΕΕ: Απόφαση Mc Fadden (DE-Eυθύνη ιδιοκτήτη καταστήματος που προσφέρει δωρεάν Wi-Fi για την εκ μέρους χρήστη προσβολή του δικαιώματος δημιουργού)

C-484/14, Tobias Mc Fadden κατά Sony Music Entertainment Germany GmbH

 

Στην υπόθεση αυτή το Δικαστήριο καλείται να διευκρινίσει αν και κατά πόσον ένας επιτηδευματίας, ο οποίος διατηρεί σε λειτουργία ένα δίκτυο Wi-Fi με ανοικτή και δωρεάν πρόσβαση στο κοινό, μπορεί να ευθύνεται για προσβολή των δικαιωμάτων του δημιουργού εκ μέρους χρήστη του δικτύου αυτού.

 

Ο Tobias Mc Fadden εκμεταλλεύεται ένα κατάστημα τεχνικού εξοπλισμού εικόνας και ήχου κοντά στο Μόναχο, εντός του οποίου προσφέρει δωρεάν δίκτυο Wi-Fi. Το 2010 ένα μουσικό έργο, τα δικαιώματα του οποίου έχει η Sony, προσφέρθηκε παράνομα προς τηλεφόρτωση μέσω του δικτύου αυτού. Το Landgericht München I (Γερμανία), διατηρώντας αμφιβολίες ως προς το αν η οδηγία 2000/31/ΕΚ για το ηλεκτρονικό εμπόριο αντιτίθεται σε μια έμμεση ευθύνη, υπέβαλε μια σειρά ερωτημάτων στο Δικαστήριο.

 

Κατά τον γενικό εισαγγελέα MSzpunar (βλ. Ανακοινωθέν Τύπου), ο εκμεταλλευόμενος κατάστημα, μπαρ ή ξενοδοχείο ο οποίος προσφέρει δωρεάν στο κοινό ένα δίκτυο Wi-Fi δεν ευθύνεται για τις προσβολές του δικαιώματος του δημιουργού εκ μέρους ενός χρήστη.

 

 

ΓΔΕΕ: Απόφαση Morningstar [EN- Δεσπόζουσα θέση-Κωδικοί χρηματοπιστωτικών μέσων reuters (κωδικοί RIC)]

T-76/14Morningstar κατά Επιτροπής

 

Το 2009, η Επιτροπή αποφάσισε να κινήσει διαδικασία κατά της Thomson Reuters Corporation και εταιρειών υπό τον έλεγχό της, συμπεριλαμβανομένης της Reuters Limited (Thomson Reuters) για κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης στην παγκόσμια αγορά για ενοποιημένα συστήματα διαβίβασης πληροφοριών σε πραγματικό χρόνο.

 

Η Thomson Reuters (TR) είναι παγκόσμιας κλίμακας προμηθευτής χρηματοοικονομικών πληροφοριών για επαγγελματίες στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών. Κατόπιν διαδικασίας που κίνηση η Επιτροπή το 2009, διαπίστωσε ότι η TR έχει καταχραστεί τη δεσπόζουσα θέση της μέσω της επιβολής ορισμένων περιορισμών όσον αφορά τη χρήση των κωδικών χρηματοπιστωτικών μέσων Reuters (RIC). Τα RIC είναι σύντομοι αλφαριθμικοί κωδικοί εκπονημένοι από την TR, που ταυτοποιούν χρεόγραφα και τις τοποθεσίες εμπορίας τους. Συγκεκριμένα, η TR απαγορεύει στους πελάτες της να χρησιμοποιούν τους κωδικούς RIC για ανάκτηση δεδομένων από ενοποιημένα συστήματα διαβίβασης πληροφοριών σε πραγματικό χρόνο ή από άλλους παρόχους και δεν επιτρέπει σε τρίτα μέρη να δημιουργούν και να διατηρούν πίνακες αντιστοίχισης με κωδικούς RIC, οι οποίοι θα επέτρεπαν στα συστήματα των πελατών της TR να λειτουργούν σε συνδυασμό με ενοποιημένα συστήματα διαβίβασης πληροφοριών σε πραγματικό χρόνο άλλων παρόχων.

 

Η Morningstar (Σικάγο-ΗΠΑ), ανταγωνίστρια της TR, ζητεί από το ΓΔΕΕ την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής προβάλλοντας, μεταξύ άλλων, ότι οι υποχρεωτικές δεσμεύσεις που επέβαλε η Επιτροπή στην TR δεν επαρκούν για την αντιμετώπιση των προβλημάτων ανταγωνισμού.

 

ΓΔΕΕ: Ακροατήριο Ελλάδα κατά Επιτροπής (ΕΓΤΠΕ- Καθεστώς στρεμματικών ενισχύσεων)

Τ-112/15

 

Το 2014, η Επιτροπή διαπίστωσε ελλείψεις στη λειτουργία του Συστήματος Αναγνώρισης Αγροτεμαχίων και του Συστήματος Γεωγραφικών Πληροφοριών (ΣΑΑ-ΣΓΠ) όσον αφορά τους διασταυρωτικούς και τους διοικητικούς ελέγχους, ελλείψεις στους επιτόπιους ελέγχους και εσφαλμένους υπολογισμούς των πληρωμών και των κυρώσεων. Με την απόφαση 2014/950/ΕΕ, η Επιτροπή επέβαλε στην Ελλάδα διορθώσεις κατ’ αποκοπή στους τομείς των στρεμματικών ενισχύσεων, μεταξύ των οποίων οι ενισχύσεις για τους βοσκοτόπους και οι συμπληρωματικές συνδεδεμένες στρεμματικές ενισχύσεις, και της αγροτικής αναπτύξεως στο πλαίσιο του έτους 2008. Η Ελλάδα ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής.

 

 

 

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Estella Cigna Αγγελίδη Τηλ.: (00352) 4303 2582     Μαρία Ζώη Τηλ.: (00352) 4303 2180

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.">Maria.zoi@curia.europa.eu

 

 

 

 

ΓΔΕΕ: ΟΥΚΡΑΝΙΑ-Επικυρώνονται τα μέτρα κατά του πρώην Προέδρου και δύο άλλων Ουκρανών για κατάχρηση δημόσιου χρήματος (Αποφάσεις Τ-340/14 κ.ά.)

 

 

Υπηρεσία Τύπου και Πληροφόρησης

Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ ΤΥΠΟΥ αριθ. 97/16

Λουξεμβούργο, 15 Σεπτεμβρίου 2016

Αποφάσεις στις υποθέσεις T-340/14 Andriy Klyuyev κατά Συμβουλίου,

T-346/14 Viktor Fedorovych Yanukovych κατά Συμβουλίου και T-348/14 Oleksandr Viktorovych Yanukovych κατά Συμβουλίου

 


Το Γενικό Δικαστήριο της ΕΕ επικυρώνει τα μέτρα δέσμευσης κεφαλαίων τα οποία επιβλήθηκαν σε τρεις Ουκρανούς, περιλαμβανομένου του Viktor Yanukovych, πρώην Προέδρου της Ουκρανίας, για την περίοδο από τις 6 Μαρτίου 2015 έως τις 6 Μαρτίου 2016

Ωστόσο, ακυρώνει τη δέσμευση κεφαλαίων για την περίοδο από τις 6 Μαρτίου 2014 έως τις 5 Μαρτίου 2015 λόγω μη τήρησης των κριτηρίων εγγραφής

Για την αντιμετώπιση της ουκρανικής κρίσης που άρχισε στα τέλη του 2013, το Συμβούλιο αποφάσισε, στις 5 Μαρτίου 2014, να δεσμεύσει τα κεφάλαια και τους οικονομικούς πόρους προσώπων που έχουν ταυτοποιηθεί ως υπεύθυνα για την υπεξαίρεση ουκρανικών κρατικών κεφαλαίων.

Ο Viktor Fedorovych Yanukovych και ο Andriy Klyuyev, οι οποίοι διατέλεσαν αντίστοιχα Πρόεδρος της Ουκρανίας και επικεφαλής του γραφείου του Προέδρου της Ουκρανίας, καθώς και ένας από τους γιους του Viktor Yanukovych (ο Oleksandr Viktorovych Yanukovych) περιελήφθησαν, για την περίοδο από τις 6 Μαρτίου 2014 έως τις 5 Μαρτίου 2015, στον κατάλογο των προσώπων που θίγονται από την εν λόγω δέσμευση κεφαλαίων, για τον λόγο ότι ως προς αυτούς είχε κινηθεί προκαταρκτική έρευνα για εγκλήματα σε σχέση με την υπεξαίρεση ουκρανικών κρατικών κεφαλαίων και την παράνομη μεταφορά τους εκτός Ουκρανίας.

Από τις 6 Μαρτίου 2015, η δέσμευση κεφαλαίων που είχε επιβληθεί στα ανωτέρω πρόσωπα παρατάθηκε για ακόμη ένα έτος, αλλά με διαφορετική αιτιολογία. Τη δέσμευση δικαιολογούσε πλέον το γεγονός ότι οι τρεις ενδιαφερόμενοι Ουκρανοί αποτελούσαν πρόσωπα για τα οποία έχει κινηθεί ποινική διαδικασία από τις αρχές της Ουκρανίας για υπεξαίρεση κρατικών κεφαλαίων ή περιουσιακών στοιχείων.

Οι Viktor και Oleksandr Yanukovych (πατέρας και γιος) καθώς και ο Andriy Klyuyev προσέφυγαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης αμφισβητώντας τη δέσμευση των κεφαλαίων τους για την περίοδο από τις 6 Μαρτίου 2014 έως τις 5 Μαρτίου 2015. Εν συνεχεία, προσάρμοσαν τα αιτήματα των προσφυγών τους ώστε να επιτύχουν επίσης την ακύρωση της δέσμευσης για την περίοδο από τις 6 Μαρτίου 2015 έως τις 6 Μαρτίου 2016[1].

Με τις σημερινές του αποφάσεις, το Γενικό Δικαστήριο δέχεται εν μέρει την προσφυγή των τριών Ουκρανών ακυρώνοντας τη δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων που τους επιβλήθηκε για την περίοδο από τις 6 Μαρτίου 2014 έως τις 5 Μαρτίου 2015. Αντιθέτως, το Γενικό Δικαστήριο επικυρώνει τη δέσμευση κεφαλαίων που επιβλήθηκε για την περίοδο από τις 6 Μαρτίου 2015 έως τις 6 Μαρτίου 2016.

Όσον αφορά την πρώτη περίοδο, το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει ότι, ακριβώς όπως –μεταξύ άλλων– στις υποθέσεις Portnov[2] και Azarov[3], το Συμβούλιο ταυτοποίησε τους τρεις Ουκρανούς ως υπεύθυνους για υπεξαίρεση ουκρανικών κρατικών κεφαλαίων αποκλειστικά και μόνο βάσει ενός εγγράφου του Γενικού Εισαγγελέα της Ουκρανίας, με ημερομηνία 3 Μαρτίου 2014, σύμφωνα με το οποίο από τις κινηθείσες κατά των ενδιαφερομένων έρευνες «κατέστη δυνατό να αποδειχθεί η υπεξαίρεση σημαντικών ποσών από κρατικά κεφάλαια και η παράνομη στη συνέχεια μεταφορά τους εκτός Ουκρανίας». Το Γενικό Δικαστήριο κρίνει ότι το έγγραφο αυτό δεν παρέχει καμία διευκρίνιση ως προς τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προσάπτονται ειδικώς στους τρεις Ουκρανούς ούτε ως προς την ευθύνη των τελευταίων.

Από τα ανωτέρω το Γενικό Δικαστήριο συνάγει ότι η δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων των τριών Ουκρανών δεν πληροί τα κριτήρια εγγραφής στον κατάλογο και, κατά συνέπεια, ακυρώνει το μέτρο αυτό για την περίοδο από τις 6 Μαρτίου 2014 έως τις 5 Μαρτίου 2015.

Όσον αφορά τη δεύτερη περίοδο, από τις 6 Μαρτίου 2015 έως τις 6 Μαρτίου 2016, το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει καταρχάς ότι πρέπει να εξακριβωθεί αν το κριτήριο εγγραφής το οποίο αφορά τα πρόσωπα που έχουν ταυτοποιηθεί ως υπεύθυνα για την υπεξαίρεση ουκρανικών κρατικών κεφαλαίων ανταποκρίνεται στον σκοπό παγίωσης και υποστήριξης του κράτους δικαίου στην Ουκρανία. Όμως, μολονότι δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι ορισμένες συμπεριφορές σχετικές με πράξεις υπεξαίρεσης κρατικών κεφαλαίων ενδέχεται να υπονομεύσουν το κράτος δικαίου, εντούτοις δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι κάθε πράξη υπεξαίρεσης κρατικών κεφαλαίων δικαιολογεί παρέμβαση της Ένωσης.

Στο πλαίσιο αυτό, το κριτήριο εγγραφής δύναται να θεωρηθεί ότι συνάδει με την έννομη τάξη της Ένωσης μόνο στο μέτρο που μπορεί να προσλάβει έννοια σύμφωνη με τις επιταγές των ιεραρχικά ανώτερων κανόνων την τήρηση των οποίων επιβάλλει η εν λόγω έννομη τάξη, και πιο συγκεκριμένα με τον σκοπό της παγίωσης και υποστήριξης του κράτους δικαίου στην Ουκρανία.

Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο εκτιμά ότι το εν λόγω κριτήριο πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν αφορά κατά τρόπο αφηρημένο κάθε πράξη υπεξαίρεσης κρατικών κεφαλαίων, αλλά κυρίως πράξεις υπεξαίρεσης κεφαλαίων ή περιουσιακών στοιχείων οι οποίες, λαμβανομένου υπόψη του ποσού ή του είδους των υπεξαιρεθέντων κεφαλαίων ή περιουσιακών στοιχείων ή ακόμα του πλαισίου εντός του οποίου διεπράχθησαν τα αδικήματα αυτά, είναι τουλάχιστον ικανές να υπονομεύσουν τα θεσμικά και δικαιικά θεμέλια της Ουκρανίας (ειδικότερα δε τις αρχές της νομιμότητας, της απαγόρευσης της αυθαιρεσίας της εκτελεστικής εξουσίας, του αποτελεσματικού δικαστικού ελέγχου και της ισότητας ενώπιον του νόμου), και, σε τελική ανάλυση, να υπονομεύσουν το κράτος δικαίου στη χώρα αυτή. Υπό την έννοια αυτή, το κριτήριο εγγραφής είναι σύμφωνο και ανάλογο με τους σχετικούς σκοπούς της Συνθήκης ΕΕ

Εν συνεχεία, το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει ότι το Συμβούλιο, προκειμένου να στηρίξει τη λήψη των περιοριστικών μέτρων εις βάρος των τριών Ουκρανών, βασίστηκε σε διάφορα έγγραφα των ουκρανικών αρχών, με ημερομηνία 10 Οκτωβρίου 2014 και 30 Δεκεμβρίου 2014. Τα έγγραφα αυτά περιγράφουν τις εξελίξεις των διαφόρων ερευνών σχετικά με τους τρεις Ουκρανούς και παρέχουν επαρκή απόδειξη του γεγονότος ότι, κατά την ημερομηνία παράτασης της δέσμευσης των κεφαλαίων τον Μάρτιο του 2015, τα πρόσωπα αυτά διώκονταν ποινικά λόγω υπεξαίρεσης κρατικών κεφαλαίων ή περιουσιακών στοιχείων. Επιπλέον, το Γενικό Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι, λαμβανομένου υπόψη ότι τα μέτρα εντάσσονται σε πλαίσιο υπονοιών ότι ένα μη αμελητέο τμήμα της παλαιάς άρχουσας τάξης της Ουκρανίας έχει διαπράξει σοβαρά αδικήματα κατά τη διαχείριση των δημόσιων πόρων και δεδομένων των λειτουργιών που ασκούσαν οι τρεις Ουκρανοί στους κόλπους της παλαιάς άρχουσας τάξης της Ουκρανίας, η δέσμευση κεφαλαίων των εν λόγω προσώπων συμβάλλει αποτελεσματικά στη διευκόλυνση της δίωξης των εγκλημάτων υπεξαίρεσης κρατικών κεφαλαίων που διεπράχθησαν εις βάρος των ουκρανικών θεσμών και καθιστούν ευχερέστερη την ανάκτηση του προϊόντος των εν λόγω υπεξαιρέσεων.

Τέλος, το Γενικό Δικαστήριο καταλήγει ότι η παράταση της δέσμευσης κεφαλαίων των τριών Ουκρανών, βάσει των στοιχείων που παρασχέθηκαν με τα έγγραφα της 10ης Οκτωβρίου 2014 και της 30ής Δεκεμβρίου 2014, είναι σύμφωνη με το κριτήριο εγγραφής, όπως αυτό ερμηνεύθηκε υπό το πρίσμα του σκοπού παγίωσης και υποστήριξης του κράτους δικαίου στην Ουκρανία.


ΥΠΟΜΝΗΣΗ: Κατά της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου μπορεί να ασκηθεί αναίρεση, περιοριζόμενη σε νομικά ζητήματα, ενώπιον του Δικαστηρίου, εντός δύο μηνών από της κοινοποιήσεώς της.

ΥΠΟΜΝΗΣΗ: Η προσφυγή ακυρώσεως αποσκοπεί στην ακύρωση πράξεων των οργάνων της Ένωσης που αντιβαίνουν στο δίκαιο της Ένωσης. Υπό ορισμένες προϋποθέσεις, τα κράτη μέλη, τα όργανα της Ένωσης και οι ιδιώτες μπορούν να ασκήσουν προσφυγή ακυρώσεως ενώπιον του Δικαστηρίου ή του Γενικού Δικαστηρίου. Αν η προσφυγή είναι βάσιμη, η πράξη ακυρώνεται. Το καθού όργανο της Ένωσης οφείλει να καλύψει το ενδεχόμενο κενό δικαίου που δημιουργεί η ακύρωση της πράξεως.


Ανεπίσημο έγγραφο προοριζόμενο για τα μέσα μαζικής ενημερώσεως, το οποίο δεν δεσμεύει το Γενικό Δικαστήριο

Το πλήρες κείμενο των αποφάσεων (T-340/14T-346/14 και T-348/14) είναι διαθέσιμο στην ιστοσελίδα CURIA από την ημερομηνία δημοσιεύσεώς τους

Επικοινωνία: Estella Cigna-Αγγελίδη ( (+352) 4303 2582

Στιγμιότυπα από τη δημοσίευση των αποφάσεων διατίθενται από το «Europe by Satellite»

( (+32) 2 2964106



[1] Η δέσμευση που τους επιβλήθηκε παρατάθηκε εν συνεχεία για ένα επιπλέον έτος, μέχρι τις 6 Μαρτίου 2017. Κατά της νέας αυτής παράτασης ασκήθηκε προσφυγή από τον Viktor Fedorovych Yanukovych (υπόθεση T-244/16), τον Andriy Klyuyev (υπόθεση T‑240/16) και τον Oleksandr Viktorovych Yanukovych (υπόθεση T‑245/16).

[2] Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 26ης Οκτωβρίου 2015, Andriy Portnov κατά Συμβουλίου (T‑290/14, βλ. επίσης ΑΤ αριθ. 129/15).

[3] Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 28ης Ιανουαρίου 2016, Mykola Yanovych Azarov κατά Συμβουλίου (T‑331/14, βλ. επίσης ΑΤ αριθ. 7/16).

ΔΕΕ: Ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως και προστασία αλλοδαπού υπηκόου (Απόφαση C-182/15)

 

 

Υπηρεσία Τύπου και Πληροφόρησης

Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ ΤΥΠΟΥ αριθ. 84/16

Λουξεμβούργο, 6 Σεπτεμβρίου 2016

Απόφαση στην υπόθεση C-182/15

Aleksei Petruhhin

 

 

 

 


 

Ένα κράτος μέλος δεν υποχρεούται να παρέχει σε όλους ανεξαιρέτως τους πολίτες της Ένωσης που έχουν κυκλοφορήσει στο έδαφός του την ίδια προστασία έναντι της εκδόσεως με εκείνη που παρέχει στους ημεδαπούς

Πάντως, πριν εκδώσει τον αλλοδαπό πολίτη, το κράτος μέλος πρέπει να δώσει προτεραιότητα στην ανταλλαγή πληροφοριών με το κράτος μέλος καταγωγής του, παρέχοντας στο κράτος αυτό τη δυνατότητα να ζητήσει την παράδοσή του προς τον σκοπό ασκήσεως ποινικής διώξεως σε βάρος του

Στον ιστότοπο της Ιντερπόλ δημοσιεύθηκε ανακοίνωση έρευνας για τον Εσθονό υπήκοο Aleksei Petruhhin. Ο εν λόγω συνελήφθη στις 30 Σεπτεμβρίου 2014 στην πόλη Bauska (Λεττονία) και, εν συνεχεία, τέθηκε σε προσωρινή κράτηση. Στις 21 Οκτωβρίου 2014, οι λεττονικές αρχές παρέλαβαν αίτηση εκδόσεως εκ μέρους της Ρωσίας. Στην αίτηση αυτή επισημαινόταν ότι κατά του A. Petruhhin είχε ασκηθεί ποινική δίωξη και ότι αυτός έπρεπε να τεθεί υπό κράτηση για απόπειρα εμπορίας, στο πλαίσιο συμμορίας, μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών. Κατά τη ρωσική νομοθεσία, το ποινικό αδίκημα αυτό επισύρει ποινή καθείρξεως 8 έως 20 ετών.

Η γενική εισαγγελία της Λεττονίας ενέκρινε την έκδοση του A. Petruhhin στη Ρωσία. Ωστόσο, ο A. Petruhhin ζήτησε την ακύρωση της αποφάσεως αυτής για τον λόγο ότι, δυνάμει της συμφωνίας περί δικαστικής συνδρομής και συνεργασίας η οποία έχει συναφθεί μεταξύ των βαλτικών χωρών, ο ίδιος απήλαυε στη Λεττονία των ιδίων δικαιωμάτων με τους ημεδαπούς και ότι, λαμβανομένου υπόψη ότι, βάσει του λεττονικού δικαίου, απαγορεύεται καταρχήν η έκδοση ημεδαπών και ότι αυτό το κράτος μέλος, βάσει συμφωνίας που έχει συνάψει με τη Ρωσία, δεν εκδίδει υπηκόους του προς τη χώρα αυτή, η Λεττονία ήταν υποχρεωμένη να τον προστατεύσει έναντι αβάσιμης αιτήσεως εκδόσεως.

Το Augstākā tiesa (Ανώτατο Δικαστήριο της Λεττονίας) τονίζει ότι ούτε το λεττονικό δίκαιο ούτε κάποια διεθνής συμφωνία συναφθείσα μεταξύ της Λεττονίας και, ιδίως της Ρωσικής Ομοσπονδίας ή των λοιπών βαλτικών χωρών προβλέπουν περιορισμούς στην έκδοση Εσθονού υπηκόου προς τη Ρωσία. Κατά τις διεθνείς αυτές συμφωνίες, η προστασία έναντι τέτοιας εκδόσεως προβλέπεται αποκλειστικά για τους Λεττονούς υπηκόους. Πάντως, το γεγονός ότι δεν υφίσταται προστασία των πολιτών της Ένωσης έναντι του ενδεχομένου εκδόσεως, σε περίπτωση κατά την οποία μεταβαίνουν σε κράτος μέλος διαφορετικό εκείνου του οποίου έχουν την ιθαγένεια, αντιβαίνει πιθανώς στο δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης να τυγχάνουν προστασίας ισοδύναμης εκείνης της οποίας απολαύουν οι ημεδαποί.

Υπό τις συνθήκες αυτές, το Ανώτατο Δικαστήριο της Λεττονίας ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινισθεί αν, όσον αφορά τη συμφωνία περί εκδόσεως η οποία έχει συναφθεί μεταξύ κράτους μέλους και τρίτου κράτους, οι υπήκοοι άλλου κράτους μέλους πρέπει να μπορούν να τύχουν, λαμβανομένης υπόψη της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας και της ελευθερίας κυκλοφορίας και διαμονής των πολιτών της Ένωσης, της προστασίας που παρέχει ο κανόνας βάσει του οποίου απαγορεύεται η έκδοση των ημεδαπών. Το Ανώτατο Δικαστήριο της Λεττονίας ζητεί επίσης να διευκρινισθεί αν το προς ο η αίτηση κράτος μέλος (δηλαδή το κράτος μέλος από το οποίο τρίτο κράτος ζητεί την έκδοση υπηκόου άλλου κράτους μέλους, εν προκειμένω η Λεττονία) πρέπει να διακριβώσει ότι η έκδοση δεν θα έχει ως αποτέλεσμα την προσβολή των δικαιωμάτων που προστατεύονται βάσει του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ (και, ενδεχομένως, ποια κριτήρια πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τον έλεγχο αυτό).

Στη σημερινή απόφασή του, το Δικαστήριο υπενθυμίζει καταρχάς ότι, μεταβαίνοντας στη Λεττονία, ο Εσθονός υπήκοος A. Petruhhin, άσκησε, ως πολίτης της Ένωσης, το δικαίωμά του ελεύθερης κυκλοφορίας εντός της Ένωσης, οπότε η περίπτωσή του εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των Συνθηκών και, επομένως, της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας.

Εντούτοις, οι επίμαχοι εθνικοί κανόνες περί εκδόσεως εισάγουν διαφορά ως προς τη μεταχείριση αναλόγως αν ο ενδιαφερόμενος είναι ημεδαπός ή υπήκοος άλλου κράτους μέλους. Πράγματι, οι κανόνες αυτοί καθόσον έχουν ως αποτέλεσμα να μην παρέχεται στους υπηκόους άλλων κρατών μελών, όπως είναι ο A. Petruhhin, η προστασία έναντι της εκδόσεως της οποίας τυγχάνουν οι ημεδαποί. Ως εκ τούτου, οι κανόνες αυτοί ενδέχεται να θίγουν την ελεύθερη κυκλοφορία πολιτών όπως ο A. Petruhhin εντός της Ένωσης και συνιστούν, επομένως, περιορισμό της ελευθερίας κυκλοφορίας.

Ένας τέτοιος περιορισμός μπορεί να δικαιολογηθεί μόνον εφόσον στηρίζεται σε αντικειμενικούς λόγους και τελεί σε σχέση αναλογικότητας προς τον θεμιτώς επιδιωκόμενο από το εθνικό δίκαιο σκοπό.

Πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο σκοπός της αποτροπής του κινδύνου της ατιμωρησίας προσώπων που έχουν διαπράξει ποινικό αδίκημα αποτελεί θεμιτό σκοπό κατά το δίκαιο της Ένωσης.

Η έκδοση αποτελεί διαδικασία η οποία έχει ως στόχο την καταπολέμηση της ατιμωρησίας προσώπου το οποίο βρίσκεται σε επικράτεια διαφορετική από εκείνη στην οποία φέρεται να διέπραξε αξιόποινη πράξη. Πράγματι, μολονότι η μη έκδοση των ημεδαπών αντισταθμίζεται εν γένει από τη δυνατότητα του κράτους μέλους από το οποίο ζητείται η έκδοση να ασκήσει ποινική δίωξη κατά των υπηκόων του για αξιόποινες πράξεις που τέλεσαν εκτός της επικράτειάς του, αυτό το κράτος μέλος δεν διαθέτει, κατά κανόνα, δικαιοδοσία για την εκδίκαση τέτοιων περιστατικών οσάκις ούτε ο αυτουργός ούτε το θύμα της προβαλλομένης αξιόποινης πράξεως έχει την ιθαγένεια του κράτους αυτού. Η έκδοση καθιστά, επομένως, δυνατή την αποτροπή του ενδεχομένου ατιμωρησίας αξιόποινων πράξεων τις οποίες τέλεσαν στο έδαφος ενός κράτους πρόσωπα τα οποία διέφυγαν εν συνεχεία από το κράτος αυτό.

Στο πλαίσιο αυτό, εθνικοί κανόνες βάσει των οποίων επιτρέπεται να ικανοποιηθεί αίτηση εκδόσεως με σκοπό την άσκηση ποινικής διώξεως και τη δίκη σε τρίτο κράτος εντός του οποίου υποστηρίζεται ότι τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη είναι κατάλληλοι για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού.

Ελλείψει κανόνων του δικαίου της Ένωσης που διέπουν την έκδοση μεταξύ, αφενός, των κρατών μελών και, αφετέρου, ενός τρίτου κράτους, πρέπει πάντως, προκειμένου να καταπολεμηθεί ο κίνδυνος ατιμωρησίας και, ταυτοχρόνως, να προστατευθούν οι πολίτες της Ένωσης από μέτρα δυνάμενα να τους στερήσουν το δικαίωμά τους ελεύθερης κυκλοφορίας, να τεθούν σε εφαρμογή όλοι οι υφιστάμενοι επί ποινικών υποθέσεων, βάσει του δικαίου της Ένωσης, μηχανισμοί συνεργασίας και αμοιβαίας συνδρομής.

Επομένως, πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στην ανταλλαγή πληροφοριών με το κράτος μέλος του οποίου την ιθαγένεια έχει ο ενδιαφερόμενος προκειμένου να παρασχεθεί στις αρχές αυτού του κράτους μέλους, εφόσον έχουν, βάσει του εθνικού δικαίου τους, δικαιοδοσία να ασκήσουν δίωξη κατά του προσώπου αυτού για πράξεις που τελέσθηκαν στην αλλοδαπή, η δυνατότητα εκδόσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως στο πλαίσιο διώξεως. Το κράτος μέλος υποδοχής, συνεργαζόμενο κατά τον ανωτέρω τρόπο με το κράτος μέλος του οποίου την ιθαγένεια έχει ο ενδιαφερόμενος και δίδοντας προτεραιότητα σε αυτό το ενδεχόμενο ένταλμα συλλήψεως, αντί της αιτήσεως εκδόσεως, ενεργεί με τρόπο που θίγει λιγότερο την άσκηση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας, αποτρέποντας εκ παραλλήλου, στο μέτρο του δυνατού, τον κίνδυνο ατιμωρησίας.

Επιπλέον, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι, κατά τον Χάρτη, κανείς δεν μπορεί να απομακρυνθεί, να απελαθεί ή να εκδοθεί προς κράτος όπου διατρέχει σοβαρό κίνδυνο να του επιβληθεί η ποινή του θανάτου ή να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική ποινή ή μεταχείριση. Επομένως, κατά το μέτρο που η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους από το οποίο ζητείται η έκδοση έχει στη διάθεσή της στοιχεία που μαρτυρούν πραγματικό κίνδυνο απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχειρίσεως των κρατουμένων στο τρίτο κράτος το οποίο ζήτησε την έκδοση, οφείλει να εκτιμά την ύπαρξη του κινδύνου αυτού οσάκις καλείται να αποφανθεί επί της εκδόσεως προσώπου.

Προς τούτο, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους από το οποίο ζητείται η έκδοση οφείλει να στηριχθεί σε αντικειμενικά, αξιόπιστα, ακριβή και δεόντως ενημερωμένα στοιχεία. Τα στοιχεία αυτά δύνανται να προκύπτουν, μεταξύ άλλων, από διεθνείς δικαστικές αποφάσεις όπως οι αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, από δικαστικές αποφάσεις του τρίτου κράτους το οποίο ζητεί την έκδοση, καθώς και από αποφάσεις, εκθέσεις και λοιπά έγγραφα καταρτιζόμενα από όργανα του Συμβουλίου της Ευρώπης ή όργανα εντός του συστήματος των Ηνωμένων Εθνών.


ΥΠΟΜΝΗΣΗ: Η προδικαστική παραπομπή παρέχει στα δικαστήρια των κρατών μελών τη δυνατότητα, στο πλαίσιο της ένδικης διαφοράς της οποίας έχουν επιληφθεί, να υποβάλουν στο Δικαστήριο ερώτημα σχετικό με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ή με το κύρος πράξεως οργάνου της Ένωσης. Το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να επιλύσει τη διαφορά σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου. Η απόφαση αυτή δεσμεύει, κατά τον ίδιο τρόπο, τα άλλα εθνικά δικαστήρια που επιλαμβάνονται παρόμοιου προβλήματος.


Ανεπίσημο έγγραφο προοριζόμενο για τα μέσα μαζικής ενημερώσεως, το οποίο δεν δεσμεύει το Δικαστήριο.

Το πλήρες κείμενο της αποφάσεως είναι διαθέσιμο στην ιστοσελίδα CURIA από την ημερομηνία δημοσιεύσεώς της

Επικοινωνία: Estella Cigna-Αγγελίδη ( (+352) 4303 2582

ΔΕΕ: ΙΤΑΛΙΑ-Έκνομη η αυτοδίκαιη παράταση παραχωρήσεων παραθαλάσσιων και παραλίμνιων τουριστικών εκτάσεων (Απόφαση στις υποθέσεις Τ-45814, C-67/15)

Υπηρεσία Τύπου και Πληροφόρησης Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ ΤΥΠΟΥ αριθ. 77/16

Λουξεμβούργο, 14 Ιουλίου 2016

Απόφαση στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-458/14

Promoimpresa S.r.l. κατά Consorzio dei comuni della Sponda Bresciana del Lago di Garda e del Lago di Idro κ.λπ. και C 67/15 Mario Melis κ.λπ. κατά Comune di Loiri Porto San Paolo κ.λπ.

________________________________________

Το δίκαιο της Ένωσης αντιτίθεται στην αυτοδίκαιη παράταση των παραχωρήσεων παραθαλάσσιων και παραλίμνιων κοινόχρηστων εκτάσεων για τουριστικές-ψυχαγωγικές δραστηριότητες, χωρίς οποιαδήποτε διαδικασία επιλογής μεταξύ των δυνητικών υποψηφίων

Η παράταση αυτή, η οποία προβλέπεται από τον ιταλικό νόμο, εμποδίζει τη διοργάνωση αμερόληπτης και διαφανούς διαδικασίας επιλογής μεταξύ των υποψηφίων

Η οδηγία για τις υπηρεσίες εξειδικεύει την ελευθερία εγκαταστάσεως καθώς και τις αρχές της απαγόρευσης των διακρίσεων και της προστασίας του ανταγωνισμού. Το άρθρο 12 της οδηγίας αυτής αφορά την ειδική περίπτωση όπου ο αριθμός των διαθέσιμων αδειών για συγκεκριμένη δραστηριότητα είναι περιορισμένος, λόγω της σπανιότητας των διαθέσιμων φυσικών πόρων ή τεχνικών δυνατοτήτων. Στο πλαίσιο αυτό, η οδηγία ορίζει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να εξαρτούν την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας από σύστημα χορήγησης άδειας.

Στην Ιταλία, εθνική νομοθετική ρύθμιση προβλέπει αυτοδίκαιη και γενικής εφαρμογής παράταση της ημερομηνίας λήξης των υφιστάμενων παραχωρήσεων, χωρίς προηγούμενη διαδικασία επιλογής, για την τουριστική εκμετάλλευση παραθαλάσσιας και παραλίμνιας κοινόχρηστης περιουσίας (ιδίως παραλίες). Για την τρέχουσα χρονική περίοδο, η λήξη των παραχωρήσεων έχει μετατεθεί έως την 31η Δεκεμβρίου 2020.

Παρά την ως άνω νομοθετική ρύθμιση, οι ιταλικές αρχές αρνήθηκαν να παρατείνουν τις παραχωρήσεις ορισμένων επιχειρηματιών του τουριστικού κλάδου. Ως εκ τούτου, οι επιχειρηματίες αυτοί προσέφυγαν κατά των σχετικών αποφάσεων. Τα ιταλικά δικαστήρια που επιλήφθηκαν των προσφυγών αυτών υπέβαλαν ερωτήματα στο Δικαστήριο σχετικά με τη συμβατότητα της ιταλικής νομοθετικής ρύθμισης με το δίκαιο της Ένωσης.

Με τη σημερινή του απόφαση, το Δικαστήριο επισημαίνει κατ' αρχάς ότι, όσον αφορά την εφαρμογή της οδηγίας, στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εξακριβώσει αν για τις εν λόγω παραχωρήσεις στην Ιταλία προβλέπεται περιορισμένος αριθμός αδειών λόγω της σπανιότητας των φυσικών πόρων.

Για την περίπτωση όπου η οδηγία έχει όντως εφαρμογή, το Δικαστήριο κρίνει ότι για τις παραχωρήσεις που αφορούν την οικονομική εκμετάλλευση παραθαλάσσιας και παραλίμνιας κοινόχρηστης περιουσίας πρέπει να εφαρμόζεται διαδικασία επιλογής μεταξύ των δυνητικών υποψηφίων η οποία πρέπει να πληροί όλες τις εγγυήσεις διαφάνειας και αμεροληψίας (ιδίως δε τις εγγυήσεις επαρκούς δημοσιότητας). Η αυτοδίκαιη παράταση της διάρκειας των αδειών όμως δεν καθιστά δυνατή τη διοργάνωση τέτοιας διαδικασίας επιλογής.

Το άρθρο 12 της οδηγίας επιτρέπει, βεβαίως, στα κράτη μέλη να συνεκτιμούν, κατά τη θέσπιση των κανόνων για τη διαδικασία επιλογής, επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, όπως μεταξύ άλλων η προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των παραχωρησιούχων, προκειμένου να έχουν τη δυνατότητα αποσβέσεως των επενδύσεών τους. Εντούτοις, οι λόγοι αυτοί δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την αυτόματη παράταση των αδειών, στην περίπτωση που δεν έχει διεξαχθεί διαδικασία επιλογής για την αρχική χορήγησή τους. Το άρθρο 12 της οδηγίας αντιτίθεται σε εθνικό μέτρο βάσει του οποίου προβλέπεται αυτοδίκαιη παράταση της διάρκειας ισχυουσών αδειών για παραθαλάσσια και παραλίμνια κοινόχρηστη περιουσία με σκοπό την άσκηση τουριστικών-ψυχαγωγικών δραστηριοτήτων, χωρίς οποιαδήποτε διαδικασία επιλογής μεταξύ των δυνητικών υποψηφίων.

Το Δικαστήριο διευκρινίζει τέλος, για την περίπτωση όπου η οδηγία δεν έχει εφαρμογή, ότι, εφόσον τέτοια παραχώρηση παρουσιάζει βέβαιο διασυνοριακό ενδιαφέρον, η αυτοδίκαιη παράταση παραχωρήσεως προς επιχείρηση με έδρα σε ορισμένο κράτος μέλος εισάγει εις βάρος των ενδεχομένως ενδιαφερόμενων για την παραχώρηση αυτή επιχειρήσεων με έδρα σε άλλο κράτος μέλος διαφορετική μεταχείριση, η οποία αντιβαίνει, κατ' αρχήν, στην ελευθερία εγκαταστάσεως.

Δεν είναι δυνατή η επίκληση της αρχής της ασφάλειας δικαίου, η οποία σκοπό έχει να παρασχεθεί η δυνατότητα στους παραχωρησιούχους να αποσβέσουν τις επενδύσεις τους, για να δικαιολογηθεί η ως άνω διαφορετική μεταχείριση, δεδομένου ότι οι επίμαχες συμβάσεις παραχωρήσεως συνάφθηκαν σε χρονικό σημείο κατά το οποίο είχε ήδη κριθεί ότι τέτοιες συμβάσεις (με βέβαιο διασυνοριακό ενδιαφέρον) πρέπει να ανταποκρίνονται σε επιταγές διαφάνειας.

________________________________________

ΥΠΟΜΝΗΣΗ: Η προδικαστική παραπομπή παρέχει στα δικαστήρια των κρατών μελών τη δυνατότητα, στο πλαίσιο της ένδικης διαφοράς της οποίας έχουν επιληφθεί, να υποβάλουν στο Δικαστήριο ερώτημα σχετικό με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ή με το κύρος πράξεως οργάνου της Ένωσης. Το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να επιλύσει τη διαφορά σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου. Η απόφαση αυτή δεσμεύει, κατά τον ίδιο τρόπο, τα άλλα εθνικά δικαστήρια που επιλαμβάνονται παρόμοιου προβλήματος.

________________________________________

Ανεπίσημο έγγραφο προοριζόμενο για τα μέσα μαζικής ενημερώσεως, το οποίο δεν δεσμεύει το Δικαστήριο.

Το πλήρες κείμενο της αποφάσεως είναι διαθέσιμο στην ιστοσελίδα CURIA από την ημερομηνία δημοσιεύσεώς της

Επικοινωνία: Estella Cigna-Αγγελίδη  (+352) 4303 2582

Στιγμιότυπα από τη δημοσίευση της αποφάσεως διατίθενται από το «Europe by Satellite»  (+32) 2 2964106

ΔΕΕ: ΙΣΠΑΝΙΑ-Κατά τον γ.ε. άκυρες οι καταχρηστικές ρήτρες «κατώτατου ορίου επιτοκίου» ενυπόθηκου δανείου, όχι όμως αναδρομικά (Προτάσεις C-154/15 κ.ά, Gutiérrez κ.λπ.)

 

Υπηρεσία Τύπου και Πληροφόρησης

Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ ΤΥΠΟΥ αριθ. 75/16

Λουξεμβούργο, 13 Ιουλίου 2016

Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C‑154/15, Francisco Gutiérrez Naranjo κατά Cajasur Banco S.A.U.,
C‑307/15, Ana María Palacios Martínez κατά Banco Bilbao Vizcaya Argentaria SA και C‑308/15, Banco Popular Español SA κατά Emilio Irles López και Teresa Torres Andreu

 


Κατά τον γενικό εισαγγελέα P. Mengozzi, ο περιορισμός των διαχρονικών αποτελεσμάτων της ακυρότητας των ρητρών «κατώτατου ορίου επιτοκίου», που προστίθενται σε συμβάσεις ενυπόθηκου δανείου στην Ισπανία, είναι συμβατός προς το ενωσιακό δίκαιο

Τα μακροοικονομικά διακυβεύματα που συνδέονται με το εύρος της χρησιμοποιήσεως αυτών των ρητρών δικαιολογούν τον περιορισμό

Στην Ισπανία, πολυάριθμοι ιδιώτες έχουν κινήσει δικαστικές διαδικασίες κατά πιστωτικών ιδρυμάτων, προκειμένου να αναγνωρισθεί ότι οι ρήτρες «κατώτατου ορίου επιτοκίου» που προστίθενται σε συμβάσεις ενυπόθηκου δανείου συναπτόμενες με καταναλωτές έχουν καταχρηστικό χαρακτήρα και δεν δεσμεύουν επομένως τους καταναλωτές. Οι εν λόγω ρήτρες προβλέπουν ότι, ακόμη και αν το ισχύον επιτόκιο κατέλθει κάτω από κάποιο επίπεδο (ή «κατώτατο όριο») που ορίζεται στη σύμβαση, ο καταναλωτής πρέπει να συνεχίζει να πληρώνει κατώτατους τόκους που αντιστοιχούν σε αυτό το επίπεδο, χωρίς να μπορεί να τύχει επιτοκίου χαμηλότερου από αυτό.

Με απόφαση της 9ης Μαΐου 2013, το Tribunal Supremo (ανώτατο δικαστήριο, Ισπανία) χαρακτήρισε τις ρήτρες «κατώτατου ορίου επιτοκίου» καταχρηστικές, δεδομένου ότι οι καταναλωτές δεν είχαν πληροφορηθεί καταλλήλως για το οικονομικό και νομικό βάρος που συνεπάγονταν γι’ αυτούς οι εν λόγω ρήτρες. Παρά ταύτα, το Tribunal Supremo αποφάσισε να περιορίσει τα διαχρονικά αποτελέσματα της κηρύξεως της ακυρότητας αυτών των ρητρών, οπότε η ακυρότητα αναπτύσσει αποτελέσματα μόνο για το μέλλον, από της ημερομηνίας εκδόσεως της ως άνω αποφάσεως.

Καταναλωτές θιγόμενοι από την εφαρμογή αυτών των ρητρών απαιτούν τα ποσά που ισχυρίζονται ότι κατέβαλαν αχρεωστήτως στα πιστωτικά ιδρύματα από της ημερομηνίας συνάψεως των πιστωτικών τους συμβάσεων. Επιληφθέντα αυτών των αξιώσεων, το Juzgado de lo Mercantil no 1 Granada (εμποροδικείο 1 Γρανάδας) και το Audiencia Provincial de Alicante (περιφερειακό δικαστήριο Αλικάντε) ερωτούν το Δικαστήριο αν ο περιορισμός των αποτελεσμάτων της κηρύξεως ακυρότητας στην ημερομηνία δημοσιεύσεως της αποφάσεως του Tribunal Supremo είναι συμβατή προς την οδηγία για τις καταχρηστικές ρήτρες[1], δεδομένου ότι, κατά την οδηγία αυτή, τέτοιου είδους ρήτρες δεν δεσμεύουν τους καταναλωτές.

Με τις σημερινές προτάσεις του, ο γενικός εισαγγελέας Paolo Mengozzi διαπιστώνει ότι η οδηγία δεν αποσκοπεί στην εναρμόνιση των εφαρμοστέων κυρώσεων σε περίπτωση αναγνωρίσεως του καταχρηστικού χαρακτήρα μιας συμβατικής ρήτρας και, επομένως, δεν απαιτεί από τα κράτη μέλη να προβλέπουν την αναδρομική ακυρότητα μιας τέτοιας ρήτρας.

Ομοίως, ο γενικός εισαγγελέας τονίζει ότι η οδηγία δεν καθορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ένα εθνικό δικαστήριο μπορεί να περιορίζει τα αποτελέσματα των αποφάσεων που διαπιστώνουν τον καταχρηστικό χαρακτήρα μιας συμβατικής ρήτρας. Κατά συνέπεια, εναπόκειται στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών μελών να προβλέπει αυτές τις προϋποθέσεις, με την επιφύλαξη της τηρήσεως των αρχών της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας του ενωσιακού δικαίου.

Όσον αφορά την αρχή της ισοδυναμίας[2], ο γενικός εισαγγελέας υπογραμμίζει ότι το Tribunal Supremo δεν περιορίζει τα διαχρονικά αποτελέσματα των αποφάσεών του μόνο σε ένδικες διαφορές που έχουν σχέση με το ενωσιακό δίκαιο. Όλως αντιθέτως, είναι βέβαιο ότι το δικαστήριο αυτό έχει κάνει χρήση μιας τέτοιας δυνατότητας σε αμιγώς εσωτερικές αντιδικίες.

Όσον αφορά την αρχή της αποτελεσματικότητας[3], ο γενικός εισαγγελέας έχει τη γνώμη ότι, εφόσον συνιστούν κύρωση που έχει αποτρεπτικό αποτέλεσμα έναντι των επαγγελματιών, η απαγόρευση χρησιμοποιήσεως των ρητρών «κατώτατου ορίου επιτοκίου» από της 9ης Μαΐου 2013 και η υποχρέωση επιστροφής των αχρεωστήτως εισπραχθέντων ποσών από αυτής της ημερομηνίας συμβάλλουν στην πραγματοποίηση των σκοπών που επιδιώκει η οδηγία.

Επιπλέον, ο γενικός εισαγγελέας αναγνωρίζει ότι ένα ανώτατο εθνικό δικαστήριο, κατά το χρονικό σημείο κατά το οποίο αποφασίζει για τα διαχρονικά αποτελέσματα της αποφάσεώς του, μπορεί να σταθμίσει την προστασία των καταναλωτών με τα μακροοικονομικά διακυβεύματα που συνδέονται με το εύρος της χρησιμοποιήσεως των ρητρών «κατώτατου ορίου επιτοκίου». Στο πλαίσιο αυτό, ο γενικός εισαγγελέας εκτιμά ότι, κατ’ εξαίρεση, τα εν λόγω διακυβεύματα μπορούν να δικαιολογούν τον περιορισμό των διαχρονικών αποτελεσμάτων της ακυρότητας μιας καταχρηστικής ρήτρας, χωρίς να διαταράσσεται η ισορροπία στη σχέση μεταξύ του καταναλωτή και του επαγγελματία.

Υπ’ αυτές τις συνθήκες, ο γενικός εισαγγελέας προτείνει στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι ο περιορισμός των διαχρονικών αποτελεσμάτων της ακυρότητας των ρητρών «κατώτατου ορίου επιτοκίου», που προστίθενται στις συμβάσεις ενυπόθηκου δανείου στην Ισπανία, είναι συμβατός προς την οδηγία.


ΥΠΟΜΝΗΣΗ: Οι προτάσεις του γενικού εισαγγελέα δεν δεσμεύουν το Δικαστήριο. Έργο του γενικού εισαγγελέα είναι να προτείνει στο Δικαστήριο, με πλήρη ανεξαρτησία, νομική λύση για την υπόθεση που του έχει ανατεθεί. Η υπόθεση τελεί υπό διάσκεψη στο Δικαστήριο. Η απόφαση θα εκδοθεί αργότερα.

ΥΠΟΜΝΗΣΗ: Η προδικαστική παραπομπή παρέχει στα δικαστήρια των κρατών μελών τη δυνατότητα, στο πλαίσιο της ένδικης διαφοράς της οποίας έχουν επιληφθεί, να υποβάλουν στο Δικαστήριο ερώτημα σχετικό με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ή με το κύρος πράξεως οργάνου της Ένωσης. Το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να επιλύσει τη διαφορά σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου. Η απόφαση αυτή δεσμεύει, κατά τον ίδιο τρόπο, τα άλλα εθνικά δικαστήρια που επιλαμβάνονται παρόμοιου προβλήματος.


 

Ανεπίσημο έγγραφο προοριζόμενο για τα μέσα μαζικής ενημερώσεως, το οποίο δεν δεσμεύει το Δικαστήριο.

Το πλήρες κείμενο των προτάσεων δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα CURIA κατά την ημερομηνία αναπτύξεώς τους

Επικοινωνία: Estella Cigna-Αγγελίδη ( (+352) 4303 2582

Στιγμιότυπα από την ανάπτυξη των προτάσεων διατίθενται από το «Europe by Satellite» ( (+32) 2 2964106



[1] Οδηγία 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές (ΕΕ L 95, σ. 2).

[2] Η αρχή της ισοδυναμίας επιβάλλει να εφαρμόζεται ο εθνικός δικονομικός κανόνας αδιακρίτως τόσο στις ένδικες προσφυγές που στηρίζονται σε παραβίαση του δικαίου της Ένωσης όσο και σ’ εκείνες που στηρίζονται σε μη τήρηση του εσωτερικού δικαίου, εφόσον έχουν παρόμοιο αντικείμενο και παρόμοια αιτία.

[3] Η αρχή της αποτελεσματικότητας απαιτεί ένας εθνικός δικονομικός κανόνας να μη καθιστά αδύνατη ή εξόχως δυσχερή την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης.

ΔΕΕ: ΙΣΠΑΝΙΑ-Κατά τον γ.ε. άκυρες οι καταχρηστικές ρήτρες «κατώτατου ορίου επιτοκίου» ενυπόθηκου δανείου, όχι όμως αναδρομικά (Προτάσεις C-154/15 κ.ά, Gutiérrez κ.λπ.)

 

Υπηρεσία Τύπου και Πληροφόρησης

Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ ΤΥΠΟΥ αριθ. 75/16

Λουξεμβούργο, 13 Ιουλίου 2016

Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C‑154/15, Francisco Gutiérrez Naranjo κατά Cajasur Banco S.A.U.,
C‑307/15, Ana María Palacios Martínez κατά Banco Bilbao Vizcaya Argentaria SA και C‑308/15, Banco Popular Español SA κατά Emilio Irles López και Teresa Torres Andreu

 


Κατά τον γενικό εισαγγελέα P. Mengozzi, ο περιορισμός των διαχρονικών αποτελεσμάτων της ακυρότητας των ρητρών «κατώτατου ορίου επιτοκίου», που προστίθενται σε συμβάσεις ενυπόθηκου δανείου στην Ισπανία, είναι συμβατός προς το ενωσιακό δίκαιο

Τα μακροοικονομικά διακυβεύματα που συνδέονται με το εύρος της χρησιμοποιήσεως αυτών των ρητρών δικαιολογούν τον περιορισμό

Στην Ισπανία, πολυάριθμοι ιδιώτες έχουν κινήσει δικαστικές διαδικασίες κατά πιστωτικών ιδρυμάτων, προκειμένου να αναγνωρισθεί ότι οι ρήτρες «κατώτατου ορίου επιτοκίου» που προστίθενται σε συμβάσεις ενυπόθηκου δανείου συναπτόμενες με καταναλωτές έχουν καταχρηστικό χαρακτήρα και δεν δεσμεύουν επομένως τους καταναλωτές. Οι εν λόγω ρήτρες προβλέπουν ότι, ακόμη και αν το ισχύον επιτόκιο κατέλθει κάτω από κάποιο επίπεδο (ή «κατώτατο όριο») που ορίζεται στη σύμβαση, ο καταναλωτής πρέπει να συνεχίζει να πληρώνει κατώτατους τόκους που αντιστοιχούν σε αυτό το επίπεδο, χωρίς να μπορεί να τύχει επιτοκίου χαμηλότερου από αυτό.

Με απόφαση της 9ης Μαΐου 2013, το Tribunal Supremo (ανώτατο δικαστήριο, Ισπανία) χαρακτήρισε τις ρήτρες «κατώτατου ορίου επιτοκίου» καταχρηστικές, δεδομένου ότι οι καταναλωτές δεν είχαν πληροφορηθεί καταλλήλως για το οικονομικό και νομικό βάρος που συνεπάγονταν γι’ αυτούς οι εν λόγω ρήτρες. Παρά ταύτα, το Tribunal Supremo αποφάσισε να περιορίσει τα διαχρονικά αποτελέσματα της κηρύξεως της ακυρότητας αυτών των ρητρών, οπότε η ακυρότητα αναπτύσσει αποτελέσματα μόνο για το μέλλον, από της ημερομηνίας εκδόσεως της ως άνω αποφάσεως.

Καταναλωτές θιγόμενοι από την εφαρμογή αυτών των ρητρών απαιτούν τα ποσά που ισχυρίζονται ότι κατέβαλαν αχρεωστήτως στα πιστωτικά ιδρύματα από της ημερομηνίας συνάψεως των πιστωτικών τους συμβάσεων. Επιληφθέντα αυτών των αξιώσεων, το Juzgado de lo Mercantil no 1 Granada (εμποροδικείο 1 Γρανάδας) και το Audiencia Provincial de Alicante (περιφερειακό δικαστήριο Αλικάντε) ερωτούν το Δικαστήριο αν ο περιορισμός των αποτελεσμάτων της κηρύξεως ακυρότητας στην ημερομηνία δημοσιεύσεως της αποφάσεως του Tribunal Supremo είναι συμβατή προς την οδηγία για τις καταχρηστικές ρήτρες[1], δεδομένου ότι, κατά την οδηγία αυτή, τέτοιου είδους ρήτρες δεν δεσμεύουν τους καταναλωτές.

Με τις σημερινές προτάσεις του, ο γενικός εισαγγελέας Paolo Mengozzi διαπιστώνει ότι η οδηγία δεν αποσκοπεί στην εναρμόνιση των εφαρμοστέων κυρώσεων σε περίπτωση αναγνωρίσεως του καταχρηστικού χαρακτήρα μιας συμβατικής ρήτρας και, επομένως, δεν απαιτεί από τα κράτη μέλη να προβλέπουν την αναδρομική ακυρότητα μιας τέτοιας ρήτρας.

Ομοίως, ο γενικός εισαγγελέας τονίζει ότι η οδηγία δεν καθορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ένα εθνικό δικαστήριο μπορεί να περιορίζει τα αποτελέσματα των αποφάσεων που διαπιστώνουν τον καταχρηστικό χαρακτήρα μιας συμβατικής ρήτρας. Κατά συνέπεια, εναπόκειται στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών μελών να προβλέπει αυτές τις προϋποθέσεις, με την επιφύλαξη της τηρήσεως των αρχών της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας του ενωσιακού δικαίου.

Όσον αφορά την αρχή της ισοδυναμίας[2], ο γενικός εισαγγελέας υπογραμμίζει ότι το Tribunal Supremo δεν περιορίζει τα διαχρονικά αποτελέσματα των αποφάσεών του μόνο σε ένδικες διαφορές που έχουν σχέση με το ενωσιακό δίκαιο. Όλως αντιθέτως, είναι βέβαιο ότι το δικαστήριο αυτό έχει κάνει χρήση μιας τέτοιας δυνατότητας σε αμιγώς εσωτερικές αντιδικίες.

Όσον αφορά την αρχή της αποτελεσματικότητας[3], ο γενικός εισαγγελέας έχει τη γνώμη ότι, εφόσον συνιστούν κύρωση που έχει αποτρεπτικό αποτέλεσμα έναντι των επαγγελματιών, η απαγόρευση χρησιμοποιήσεως των ρητρών «κατώτατου ορίου επιτοκίου» από της 9ης Μαΐου 2013 και η υποχρέωση επιστροφής των αχρεωστήτως εισπραχθέντων ποσών από αυτής της ημερομηνίας συμβάλλουν στην πραγματοποίηση των σκοπών που επιδιώκει η οδηγία.

Επιπλέον, ο γενικός εισαγγελέας αναγνωρίζει ότι ένα ανώτατο εθνικό δικαστήριο, κατά το χρονικό σημείο κατά το οποίο αποφασίζει για τα διαχρονικά αποτελέσματα της αποφάσεώς του, μπορεί να σταθμίσει την προστασία των καταναλωτών με τα μακροοικονομικά διακυβεύματα που συνδέονται με το εύρος της χρησιμοποιήσεως των ρητρών «κατώτατου ορίου επιτοκίου». Στο πλαίσιο αυτό, ο γενικός εισαγγελέας εκτιμά ότι, κατ’ εξαίρεση, τα εν λόγω διακυβεύματα μπορούν να δικαιολογούν τον περιορισμό των διαχρονικών αποτελεσμάτων της ακυρότητας μιας καταχρηστικής ρήτρας, χωρίς να διαταράσσεται η ισορροπία στη σχέση μεταξύ του καταναλωτή και του επαγγελματία.

Υπ’ αυτές τις συνθήκες, ο γενικός εισαγγελέας προτείνει στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι ο περιορισμός των διαχρονικών αποτελεσμάτων της ακυρότητας των ρητρών «κατώτατου ορίου επιτοκίου», που προστίθενται στις συμβάσεις ενυπόθηκου δανείου στην Ισπανία, είναι συμβατός προς την οδηγία.


ΥΠΟΜΝΗΣΗ: Οι προτάσεις του γενικού εισαγγελέα δεν δεσμεύουν το Δικαστήριο. Έργο του γενικού εισαγγελέα είναι να προτείνει στο Δικαστήριο, με πλήρη ανεξαρτησία, νομική λύση για την υπόθεση που του έχει ανατεθεί. Η υπόθεση τελεί υπό διάσκεψη στο Δικαστήριο. Η απόφαση θα εκδοθεί αργότερα.

ΥΠΟΜΝΗΣΗ: Η προδικαστική παραπομπή παρέχει στα δικαστήρια των κρατών μελών τη δυνατότητα, στο πλαίσιο της ένδικης διαφοράς της οποίας έχουν επιληφθεί, να υποβάλουν στο Δικαστήριο ερώτημα σχετικό με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ή με το κύρος πράξεως οργάνου της Ένωσης. Το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να επιλύσει τη διαφορά σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου. Η απόφαση αυτή δεσμεύει, κατά τον ίδιο τρόπο, τα άλλα εθνικά δικαστήρια που επιλαμβάνονται παρόμοιου προβλήματος.


 

Ανεπίσημο έγγραφο προοριζόμενο για τα μέσα μαζικής ενημερώσεως, το οποίο δεν δεσμεύει το Δικαστήριο.

Το πλήρες κείμενο των προτάσεων δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα CURIA κατά την ημερομηνία αναπτύξεώς τους

Επικοινωνία: Estella Cigna-Αγγελίδη ( (+352) 4303 2582

Στιγμιότυπα από την ανάπτυξη των προτάσεων διατίθενται από το «Europe by Satellite» ( (+32) 2 2964106



[1] Οδηγία 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές (ΕΕ L 95, σ. 2).

[2] Η αρχή της ισοδυναμίας επιβάλλει να εφαρμόζεται ο εθνικός δικονομικός κανόνας αδιακρίτως τόσο στις ένδικες προσφυγές που στηρίζονται σε παραβίαση του δικαίου της Ένωσης όσο και σ’ εκείνες που στηρίζονται σε μη τήρηση του εσωτερικού δικαίου, εφόσον έχουν παρόμοιο αντικείμενο και παρόμοια αιτία.

[3] Η αρχή της αποτελεσματικότητας απαιτεί ένας εθνικός δικονομικός κανόνας να μη καθιστά αδύνατη ή εξόχως δυσχερή την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης.

Subscribe to this RSS feed