Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως

ΓΔΕΕ: Η απεριόριστη εγγύηση στο Institut français du pétrole από το γαλλικό δημόσιο δεν συνιστά κρατική ενίσχυση (Απόφαση στις υποθέσεις Τ-479/11 Τ-157/12,

 

Υπηρεσία Τύπου και Πληροφόρησης

Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ ΤΥΠΟΥ αριθ. 53/16

Λουξεμβούργο, 26 Μαΐου 2016

 

Απόφαση στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις T479/11 και T157/12

France και IFP Énergies nouvelles κατά Επιτροπής




Το Γενικό Δικαστήριο ακυρώνει την απόφαση τηςΕπιτροπής με την οποία χαρακτηρίζεται ως κρατικήενίσχυση η έμμεση απεριόριστη εγγύηση πουχορήγησε το γαλλικό δημόσιο στο Institut français dupétrole

Η Επιτροπή δεν παρέθεσε επαρκείς διευκρινίσεις και στοιχείαπου να αποδεικνύουν ότι η εγγύηση αυτή είχε ως αποτέλεσμα να παρασχεθεί στο Institut français du pétrole πραγματικό οικονομικό πλεονέκτημα

Το Institut Français du Pétrole (το οποίο σήμερα έχει τηνεπωνυμία IFP Énergies nouvelles) είναι γαλλικός δημόσιοςοργανισμός επιφορτισμένος με αρμοδιότητες έρευναςανάπτυξηςεκπαίδευσηςκαθώς και ενημέρωσης και τεκμηρίωσης. Έως το 2006, το IFP είχε τη μορφή νομικούπροσώπου ιδιωτικού δικαίουυπό τον οικονομικό και δημοσιονομικό έλεγχο της γαλλικής κυβέρνησηςΤο 2006, τοIFP μετατράπηκε σε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίουσυγκεκριμένα σε δημόσιο οργανισμό βιομηχανικού και εμπορικού χαρακτήρα (EPIC).

Το 2011η Επιτροπή διατύπωσε τη θέση ότι συνέπεια τηςμετατροπής αυτής ήταν η παροχή στο IFP απεριόριστηςδημόσιας εγγύησης για το σύνολο των δραστηριοτήτων τουΕκτίμησε ότι η κάλυψημε την εγγύηση αυτήόλων τωνδραστηριοτήτων του IFP (περιλαμβανομένων τωνδραστηριοτήτων σχετικά με τη μεταφορά τεχνολογίας και τη διενέργεια έρευνας επί συμβάσει) συνιστά ως επί το πλείστον κρατική ενίσχυση. Συγκεκριμέναη Επιτροπή εκτίμησε ότι τοIFP αποκόμισεχάρη στην έμμεση απεριόριστη κρατικήεγγύησηπραγματικό οικονομικό πλεονέκτημα στο πλαίσιο τωνσχέσεών του με τους προμηθευτές και τους πελάτες και ότι τοπλεονέκτημα αυτό ήταν επιλεκτικό, κατά το μέτρο που οι ανταγωνιστές του IFPγια τους οποίους ίσχυαν οι κοινές διαδικασίες αφερεγγυότητας, δεν καλύπτονταν από ανάλογη κρατική εγγύησηΩστόσοη Επιτροπή θεώρησε ότι η κατά ταανωτέρω χορηγηθείσα κρατική ενίσχυση μπορούσε, υπόορισμένες προϋποθέσειςνα χαρακτηριστεί συμβατή με την εσωτερική αγορά.

Η Γαλλία και το IFP ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης να ακυρώσει την απόφαση της ΕπιτροπήςΥποστηρίζουνμεταξύ άλλωνότι το IFP δενκαλύπτεται από έμμεση απεριόριστη εγγύηση και ότι, ακόμη και αν τούτο συνέβαινε, η εγγύηση αυτή δεν θα συνιστούσε κρατική ενίσχυση.

Με τη σημερινή απόφασή τουτο Γενικό Δικαστήριουπενθυμίζεικαταρχάςότι η έμμεση απεριόριστη κρατικήεγγύηση υπέρ των EPIC αποτελεί εγγενές χαρακτηριστικό του καθεστώτος που διέπει τους συγκεκριμένους οργανισμούς και απορρέει, ιδίως, από το γεγονός ότι αυτοί δεν υπόκεινται στις κοινές διαδικασίες αφερεγγυότητας.

Όσον αφοράπεραιτέρωτο οικονομικό πλεονέκτημα που τοIFP φέρεται να έχει αποκομίσει από την εγγύηση στο πλαίσιο των σχέσεών του με τους προμηθευτές του, το ΓενικόΔικαστήριο κρίνει ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι υπήρξε τέτοιο πλεονέκτημα. Συγκεκριμέναη Επιτροπή δεν απέδειξε ότι οιπρομηθευτές του IFP θα του επιφύλασσαν, λόγω της εγγυήσεως, ευνοϊκότερη μεταχείριση, μειώνοντας τις τιμές των προϊόντων ή των υπηρεσιών τους, ως έκφραση της ευνοϊκότερης εκτιμήσεώς τους για τον κίνδυνο πτωχεύσεως του IFP (δεδομένης της προστασίας του IFP από τον κίνδυνο τηςδικαστικής εκκαθαρίσεως).

Ομοίωςόσον αφορά τις σχέσεις του IFP με τους πελάτες τουτο Γενικό Δικαστήριο κρίνει ότι η Επιτροπή δεν διευκρίνισε μεσαφήνεια –ούτε παρέσχε συναφώς επαρκή αποδεικτικάστοιχεία– γιατί οι πελάτες των ερευνητικών ινστιτούτων θααντιμετώπιζαν τον κίνδυνο αφερεγγυότητάς του αντισυμβαλλομένου τους ζητώντας εγγυήσεις καλής εκτελέσεως ή εγγυήσεις βέλτιστης προσπάθειας και γιατί δεν θα ήταν πιθανό οι πελάτες ενός EPIC να ζητήσουν τέτοιες εγγυήσεις.

Το Γενικό Δικαστήριο απορρίπτει επίσης το επιχείρημα τηςΕπιτροπής ότι δεν ήταν υποχρεωμένη να αποδείξει τις πραγματικές συνέπειες της εγγυήσεωςΗ Επιτροπήυποστήριζεσυγκεκριμέναότικατά τη νομολογία τουΔικαστηρίουη ύπαρξη πλεονεκτήματος τεκμαίρεται όσον αφορά τους EPIC και, ως εκ τούτου, αποδεικνύεται από το γεγονός και μόνον ότι υφίσταται κρατική εγγύηση. Το Γενικό Δικαστήριο κρίνειωστόσοότι η δυνατότητα χρήσεως ενόςτεκμηρίου ως αποδεικτικού μέσου εξαρτάται από το αν είναι εύλογες οι παραδοχές στις οποίες αυτό στηρίζεται. Ενπροκειμένωτο Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει ότι δεν είναιεύλογες οι παραδοχές στις οποίες στήριξε η Επιτροπή το συμπέρασμά της περί πλεονεκτήματος στις σχέσεις του IFP με τους προμηθευτές και τους πελάτες του. Όσον αφοράειδικότερατις σχέσεις του IFP με τους προμηθευτές τουτοΓενικό Δικαστήριο επισημαίνει ότι η τυχόν μείωση των τιμών εκμέρους των προμηθευτών δεν είναι οπωσδήποτε απόρροια τηςπαρεχόμενης υπέρ των EPIC εγγυήσεως, αλλά εξαρτάται από πληθώρα παραμέτρων, όπως είναι ο αριθμός και το μέγεθος των παραγγελιών του πελάτη, οι προθεσμίες πληρωμής που παρέχει ο προμηθευτής ή παλαιότητα των συμβατικών σχέσεων.

Το Γενικό Δικαστήριο ακυρώνεισυνεπώςτην απόφαση τηςΕπιτροπής κατά το μέτρο που με αυτή χαρακτηρίζεται ωςκρατική ενίσχυση η εγγύηση που απορρέει από το γεγονός ότι το IFP λειτουργεί ως EPIC.

ΥΠΟΜΝΗΣΗ: Κατά της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου μπορεί να ασκηθεί αναίρεση, περιοριζόμενη σε νομικά ζητήματα, ενώπιον του Δικαστηρίου, εντός δύο μηνών από της κοινοποιήσεώς της.

 

ΥΠΟΜΝΗΣΗ: Η προσφυγή ακυρώσεως αποσκοπεί στην ακύρωση πράξεων των οργάνων της Ένωσης που αντιβαίνουν στο δίκαιο της Ένωσης. Υπό ορισμένες προϋποθέσεις, τα κράτη μέλη, τα όργανα της Ένωσης και οι ιδιώτες μπορούν να ασκήσουν προσφυγή ακυρώσεως ενώπιον του Δικαστηρίου ή του Γενικού Δικαστηρίου. Αν η προσφυγή είναι βάσιμη, η πράξη ακυρώνεται. Το καθού όργανο της Ένωσης οφείλει να καλύψει το ενδεχόμενο κενό δικαίου που δημιουργεί η ακύρωση της πράξεως.

Ανεπίσημο έγγραφο προοριζόμενο για τα μέσα μαζικής ενημερώσεως, το οποίο δεν δεσμεύει το Γενικό Δικαστήριο

Το πλήρες κείμενο της αποφάσεως είναι διαθέσιμοστην ιστοσελίδα CURIA από την ημερομηνία δημοσιεύσεώς της 

ΕπικοινωνίαEstella Cigna-Αγγελίδη ( (+352) 4303 258

www.curia.europa.eu

ΔΕΕ: ΣΗΜΑ-Άκυρο κατά τον γενικό εισαγγελέα το σήμα του κύβου του Ρούμπικ (Προτάσεις C-30/15P, Simba Toys)

Υπηρεσία Τύπου και Πληροφόρησης Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ ΤΥΠΟΥ αριθ. 52/16

Λουξεμβούργο, 25 Μαΐου 2016

Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα στην υπόθεση C-30/15 P

Simba Toys GmbH & Co. KG κατά Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO)

________________________________________

Κατά τη γνώμη του γενικού εισαγγελέα Maciej Szpunar, πρέπει να κηρυχθεί άκυρο το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης που συνίσταται στο σχήμα του κύβου του Ρούμπικ

Τα ουσιώδη χαρακτηριστικά γνωρίσματα του επίμαχου σημείου –το σχήμα κύβου και η δομή πλέγματος– είναι αναγκαία για την επιτέλεση της τεχνικής λειτουργίας που είναι εγγενής στο οικείο προϊόν

Κατόπιν αίτησης της Seven Towns, βρετανικής εταιρίας η οποία διαχειρίζεται ιδίως τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας τα σχετικά με τον «κύβο του Ρούμπικ», καταχωρίστηκε το 1999 στο Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO) το σχήμα του εν λόγω κύβου ως τρισδιάστατο κοινοτικό σήμα για «τρισδιάστατα παζλ».

Το 2006 η Simba Toys, γερμανική εταιρία κατασκευής παιχνιδιών, υπέβαλε αίτηση στο EUIPO ζητώντας να κηρυχθεί άκυρο το εν λόγω τρισδιάστατο εμπορικό σήμα για τον λόγο, ειδικότερα, ότι ενσωματώνει τεχνική λύση, συνιστάμενη στη δυνατότητα περιστροφής, η οποία όμως μπορεί να προστατευθεί αποκλειστικά και μόνο με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, και όχι ως σήμα. Δεδομένου ότι το EUIPO απέρριψε την αίτηση αυτή, η εταιρία Simba Toys άσκησε προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ζητώντας την ακύρωση της απόφασης του EUIPO.

Με απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 2014 , το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή της Simba Toys. Έκρινε ειδικότερα ότι η γραφική αναπαράσταση του σχήματος του κύβου δεν συνιστά τεχνική λύση συνεπαγόμενη την απαγόρευση προστασίας του εν λόγω σχήματος ως σήματος, με αποτέλεσμα να είναι δυνατόν να καταχωρισθεί ως σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η εταιρία Simba Toys άσκησε αίτηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής ενώπιον του Δικαστηρίου.

Με τις σημερινές του προτάσεις, ο γενικός εισαγγελέας Maciej Szpunar προτείνει στο Δικαστήριο να αναιρέσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου και να ακυρώσει την απόφαση του EUIPO.

Ο γενικός εισαγγελέας τονίζει καταρχάς ότι, κατά τον κανονισμό για το σήμα της Ένωσης , δεν μπορούν να καταχωριστούν σχήματα των οποίων τα ουσιώδη χαρακτηριστικά είναι συμφυή με τη λειτουργία ή τις λειτουργίες γένους του οικείου προϊόντος. Η διάθεση των χαρακτηριστικών αυτών προς αποκλειστική χρήση ενός και μόνον οικονομικού φορέα εμποδίζει τις ανταγωνίστριες επιχειρήσεις να προσδίδουν στα προϊόντα τους σχήμα το οποίο είναι κατάλληλο για τη χρήση των προϊόντων αυτών.

Εν συνεχεία, ο γενικός εισαγγελέας εξετάζει τον λόγο που στηρίζεται στην προμνησθείσα διάταξη του κανονισμού και βάσει του οποίου δεν επιτρέπεται η καταχώριση σημείων αποτελούμενων «αποκλειστικά» από το σχήμα του προϊόντος που είναι «απαραίτητο» για την επίτευξη ενός τεχνικού αποτελέσματος. Υπενθυμίζει δε ότι ένα σημείο αποτελούμενο από το σχήμα ενός προϊόντος που απλώς εκφράζει, χωρίς την προσθήκη σημαντικών μη λειτουργικών στοιχείων, μια τεχνική λειτουργία, δεν μπορεί να καταχωριστεί ως σήμα, δεδομένου ότι η καταχώριση αυτή θα μείωνε σημαντικά τις δυνατότητες των κατασκευαστών να διαθέσουν στην αγορά σχήματα που ενσωματώνουν την ίδια τεχνική λύση.

Ο γενικός εισαγγελέας επισημαίνει ότι, κατά την ανάλυση των λειτουργικών χαρακτηριστικών ορισμένου σχήματος, το αρμόδιο όργανο δεν υποχρεούται να αρκεστεί στις πληροφορίες που συνάγονται από τη γραφική παράσταση, αλλά πρέπει, εφόσον κριθεί αναγκαίο, να λάβει επίσης υπόψη λοιπές ουσιώδεις πληροφορίες.

Κατά τη γνώμη του γενικού εισαγγελέα, το Γενικό Δικαστήριο προσδιόρισε μεν τα ουσιώδη χαρακτηριστικά γνωρίσματα του σημείου, αλλά δεν προέβη στην εκτίμησή τους υπό το πρίσμα της τεχνικής λειτουργίας που είναι εγγενής στο οικείο προϊόν. Αν και με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι πρέπει να εξετασθεί αν τα προμνησθέντα χαρακτηριστικά του σχήματος «ανταποκρίνονται σε τεχνική λειτουργία των οικείων προϊόντων», εντούτοις καμία από τις διαπιστώσεις του σκεπτικού της εν λόγω απόφασης δεν περιγράφει την τεχνική λειτουργία που επιτελεί το οικείο προϊόν ούτε αναλύει τη σχέση μεταξύ της εν λόγω λειτουργίας και των χαρακτηριστικών του απεικονιζόμενου σχήματος. Το γεγονός αυτό οδηγεί στο παράδοξο αποτέλεσμα να μη καθίσταται σαφές από τις γραφικές παραστάσεις του επίμαχου σήματος αν το εν λόγω σχήμα έχει κάποια τεχνική λειτουργία ούτε, ενδεχομένως, ποια είναι αυτή.

Ο γενικός εισαγγελέας εκφράζει την άποψη ότι, προκειμένου να πραγματοποιήσει ορθή ανάλυση των λειτουργικών χαρακτηριστικών του σχήματος, το Γενικό Δικαστήριο έπρεπε καταρχάς να συνεκτιμήσει τη λειτουργία του οικείου προϊόντος, δηλαδή του τρισδιάστατου παζλ, με άλλα λόγια ενός γρίφου συνιστάμενου στην εξεύρεση της λογικής διάταξης κινούμενων στοιχείων. Επιπλέον, το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως δέχτηκε ότι η ανάλυση του οικείου σχήματος υπό το πρίσμα των λειτουργικών του στοιχείων πρέπει να στηρίζεται αποκλειστικώς στην εξέταση της γραφικής αναπαράστασης του σήματος όπως έχει κατατεθεί προς καταχώριση.

Ο γενικός εισαγγελέας υποστηρίζει ότι η συλλογιστική βάσει της οποίας το πεδίο της προστασίας την οποία συνεπάγεται η καταχώριση καλύπτει κάθε είδος παζλ παρόμοιου σχήματος ανεξαρτήτως των κανόνων λειτουργίας του, και ως εκ τούτου, όσον αφορά το επίμαχο σχήμα, καλύπτει εν δυνάμει κάθε τρισδιάστατο παζλ τα στοιχεία του οποίου συνίστανται σε σχήμα κύβου «3x3x3», δεν συνάδει με το γενικό συμφέρον. Συγκεκριμένα, αν γίνει δεκτή η συλλογιστική αυτή, παρέχεται στον δικαιούχο η δυνατότητα επέκτασης του μονοπωλίου στα χαρακτηριστικά γνωρίσματα προϊόντων τα οποία επιτελούν όχι μόνο τη λειτουργία του επίμαχου σχήματος, αλλά και λοιπές παρόμοιες λειτουργίες.

________________________________________

ΥΠΟΜΝΗΣΗ: Το Δικαστήριο μπορεί να επιληφθεί αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία περιορίζεται σε νομικά ζητήματα, κατά αποφάσεως ή διατάξεως του Γενικού Δικαστηρίου. Καταρχήν, η άσκηση αναιρέσεως δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα. Εάν είναι παραδεκτή και βάσιμη, το Δικαστήριο αναιρεί την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου. Στην περίπτωση που η υπόθεση είναι ώριμη προς εκδίκαση, το Δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί το ίδιο οριστικά επί της διαφοράς. Σε αντίθετη περίπτωση, αναπέμπει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο, το οποίο δεσμεύεται από την απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο στο πλαίσιο της αιτήσεως αναιρέσεως

ΥΠΟΜΝΗΣΗ: Οι προτάσεις του γενικού εισαγγελέα δεν δεσμεύουν το Δικαστήριο. Έργο του γενικού εισαγγελέα είναι να προτείνει στο Δικαστήριο, με πλήρη ανεξαρτησία, νομική λύση για την υπόθεση που του έχει ανατεθεί. Η υπόθεση τελεί υπό διάσκεψη στο Δικαστήριο. Η απόφαση θα εκδοθεί αργότερα.

ΥΠΟΜΝΗΣΗ: Το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ισχύει σε ολόκληρη την επικράτεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης και συνυπάρχει με τα εθνικά σήματα. Οι αιτήσεις καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος απευθύνονται στο EUIPO. Κατά των αποφάσεων αυτών μπορεί να ασκηθεί προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.

________________________________________

Ανεπίσημο έγγραφο προοριζόμενο για τα μέσα μαζικής ενημερώσεως, το οποίο δεν δεσμεύει το Δικαστήριο.

Το πλήρες κείμενο των προτάσεων δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα CURIA κατά την ημερομηνία αναπτύξεώς τους

Επικοινωνία: Estella Cigna-Αγγελίδη  (+352) 4303 2582

ΓΔΕΕ: Επιβεβαίωνεται η άρνηση της Επιτροπής να καταχωρίσει πρόταση πρωτοβουλίας πολιτών σχετικά με τις περιφέρειες με εθνικές μειονότητες (Απόφαση Τ-529/13)

 

Υπηρεσία Τύπου και Πληροφόρησης

Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ ΤΥΠΟΥ αριθ. 50/04

Λουξεμβούργο, 10 Μαΐου 2016

Απόφαση στην υπόθεση T-529/13

Balázs-Árpád Izsák και Attila Dabis κατά Επιτροπής


 

 

 

Το Γενικό Δικαστήριο επιβεβαιώνει ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτή προς καταχώριση η πρόταση πρωτοβουλίας Ευρωπαίων πολιτών η οποία αποσκοπεί στην προώθηση της ανάπτυξης σε γεωγραφικές ζώνες με εθνικές μειονότητες

Με την πρόταση αυτή επιδιώκεται ο καθορισμός περιφερειών που μπορούν να ενταχθούν στην πολιτική συνοχής της Ένωσης, χωρίς όμως να γίνονται σεβαστά τα εσωτερικά διοικητικά σύνορα των κρατών μελών

Κατά τη Συνθήκη ΕΕ, πολίτες της Ένωσης, εφόσον συγκεντρωθεί αριθμός τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου πολιτών προερχόμενων από τουλάχιστον το ένα τέταρτο των κρατών μελών, μπορούν να λαμβάνουν την πρωτοβουλία να καλούν την Επιτροπή, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της, να υποβάλλει στον νομοθέτη της Ένωσης νομικές πράξεις για την εφαρμογή των Συνθηκών («πρωτοβουλία Ευρωπαίων πολιτών»). Προτού αρχίσουν να συλλέγουν τον απαιτούμενο αριθμό υπογραφών, οι διοργανωτές της πρωτοβουλίας οφείλουν να ζητήσουν την καταχώρισή της από την Επιτροπή, η οποία εξετάζει ιδίως το αντικείμενο και τους σκοπούς της. Η Επιτροπή μπορεί να αρνηθεί την καταχώριση της πρωτοβουλίας εφόσον το αντικείμενό της καταφανώς δεν εμπίπτει στις αρμοδιότητες της Επιτροπής βάσει των οποίων μπορεί να προτείνει στον νομοθέτη της Ένωσης την έκδοση νομικής πράξης.

Σύμφωνα με τους κανόνες αυτούς, οι Balázs-Árpád Izsák και Attila Dabis, από κοινού με πέντε ακόμη πρόσωπα, υπέβαλαν στις 18 Ιουνίου 2013 στην Επιτροπή μια πρόταση πρωτοβουλίας πολιτών, με τον τίτλο «Πολιτική συνοχής για την ισότητα των περιφερειών και τη διατήρηση των ιδιαίτερων πολιτιστικών χαρακτηριστικών τους»[1]. Με την πρωτοβουλία αυτή επιδιώκεται να αποδώσει η ενωσιακή πολιτική συνοχής ιδιαίτερη προσοχή στις περιφέρειες των οποίων τα εθνοτικά, πολιτιστικά, θρησκευτικά ή γλωσσικά χαρακτηριστικά διαφέρουν από εκείνα των γειτνιαζουσών περιφερειών («περιφέρειες με εθνικές μειονότητες»). Κατά την πρωτοβουλία, οι περιφέρειες με εθνικές μειονότητες δεν συνιστούν κατ’ ανάγκη διοικητική μονάδα που μπορεί να έχει πρόσβαση στα ταμεία, στους πόρους και στα προγράμματα της ενωσιακής πολιτικής συνοχής.

Επομένως, βασικός σκοπός της πρωτοβουλίας είναι να αποκτήσουν οι περιφέρειες με εθνικές μειονότητες πρόσβαση στα πλεονεκτήματα αυτά, προκειμένου να μη μειονεκτούν από οικονομικής άποψης σε σχέση με τις γειτνιάζουσες περιφέρειες.

Με απόφαση της 25ης Ιουλίου 2013[2], η Επιτροπή αρνήθηκε να καταχωρίσει την πρόταση πρωτοβουλίας, εκτιμώντας ότι βρίσκεται καταφανώς εκτός του πλαισίου των αρμοδιοτήτων της βάσει των οποίων μπορεί να προτείνει στον νομοθέτη της Ένωσης την έκδοση νομικής πράξης. Οι Balázs-Árpád Izsák και Attila Dabis προσέφυγαν στο Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ζητώντας την ακύρωση της απόφασης της Επιτροπής.

Με τη σημερινή του απόφαση το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει ότι, στο πλαίσιο της ενωσιακής πολιτικής συνοχής, η έννοια της «περιφέρειας» πρέπει να ορίζεται κατά τέτοιον τρόπο ώστε να γίνεται σεβαστή η πολιτική, διοικητική και θεσμική πραγματικότητα που επικρατεί στα κράτη μέλη. Κατά συνέπεια, η Ένωση δεν μπορεί να εκδώσει πράξη η οποία, όπως η προταθείσα με την πρωτοβουλία πράξη, θα όριζε περιφέρειες με εθνικές μειονότητες χωρίς να λαμβάνει υπόψη την πραγματικότητα αυτή.

Το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει επίσης ότι η διατήρηση των ιδιαίτερων εθνοτικών, πολιτιστικών, θρησκευτικών ή γλωσσικών χαρακτηριστικών ορισμένων περιφερειών δεν συνιστά σκοπό δυνάμενο να δικαιολογήσει την έκδοση νομικής πράξεως της Ένωσης επί τη βάσει της ενωσιακής πολιτικής συνοχής. Πράγματι, η πολιτική αυτή αποσκοπεί στην προαγωγή της αρμονικής ανάπτυξης του συνόλου της Ένωσης και, μεταξύ άλλων, στον περιορισμό των σοβαρών και μόνιμων δημογραφικών μειονεκτημάτων που αντιμετωπίζουν ορισμένες από τις περιφέρειες αυτές.

Κατά το Γενικό Δικαστήριο, οι Balázs-Árpád Izsák και Attila Dabis δεν απέδειξαν γενικώς ότι τα ιδιαίτερα εθνοτικά, πολιτιστικά, θρησκευτικά ή γλωσσικά χαρακτηριστικά των περιφερειών με εθνικές μειονότητες θα μπορούσαν να εκληφθούν ως τέτοιο μειονέκτημα, το οποίο περιάγει τις περιφέρειες αυτές σε δυσμενέστερη θέση σε σχέση με τις γειτνιάζουσες περιφέρειες.

Τέλος, το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η προταθείσα με την πρωτοβουλία πράξη δεν ενδείκνυται για την προστασία της πολιτιστικής πολυμορφίας την οποία αντιπροσωπεύουν οι εθνικές μειονότητες και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να εκδοθεί στο πλαίσιο της πολιτιστικής πολιτικής της Ένωσης.


ΥΠΟΜΝΗΣΗ: Κατά της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου μπορεί να ασκηθεί αναίρεση, περιοριζόμενη σε νομικά ζητήματα, ενώπιον του Δικαστηρίου, εντός δύο μηνών από της κοινοποιήσεώς της.

ΥΠΟΜΝΗΣΗ: Η προσφυγή ακυρώσεως αποσκοπεί στην ακύρωση πράξεων των οργάνων της Ένωσης που αντιβαίνουν στο δίκαιο της Ένωσης. Υπό ορισμένες προϋποθέσεις, τα κράτη μέλη, τα όργανα της Ένωσης και οι ιδιώτες μπορούν να ασκήσουν προσφυγή ακυρώσεως ενώπιον του Δικαστηρίου ή του Γενικού Δικαστηρίου. Αν η προσφυγή είναι βάσιμη, η πράξη ακυρώνεται. Το καθού όργανο της Ένωσης οφείλει να καλύψει το ενδεχόμενο κενό δικαίου που δημιουργεί η ακύρωση της πράξεως.


Ανεπίσημο έγγραφο προοριζόμενο για τα μέσα μαζικής ενημερώσεως, το οποίο δεν δεσμεύει το Γενικό Δικαστήριο

Το πλήρες κείμενο της αποφάσεως είναι διαθέσιμο στην ιστοσελίδα CURIA από την ημερομηνία δημοσιεύσεώς της

Επικοινωνία: Estella Cigna-Αγγελίδη ( (+352) 4303 2582



[1] Ο πρωτότυπος τίτλος της πρωτοβουλίας στα αγγλικά είναι: « Cohesion policy for the equality of the regions and sustainability of the regional cultures ».

[2] Απόφαση C (2013) 4975 τελικό της Επιτροπής, της 25ης Ιουλίου 2013, περί απορρίψεως της αιτήσεως καταχωρίσεως της πρωτοβουλίας πολιτών «Πολιτική συνοχής για την ισότητα των περιφερειών και τη διατήρηση των ιδιαίτερων πολιτιστικών χαρακτηριστικών τους».

ΔΕΕ: Έγκυρη η οδηγία για τα ηλεκτρονικά τσιγάρα και τα τσιγάρα μινθόλης (Αποφάσεις C-358/14 κ.ά.)

 

Υπηρεσία Τύπου και Πληροφόρησης

Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ ΤΥΠΟΥ αριθ. 48/16

Λουξεμβούργο, 4 Μαΐου 2016

Αποφάσεις στις υποθέσεις C‑358/14 Πολωνία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C‑477/14 Pillbox 38(UK) Limited κατά Secretary of State for Health και C‑547/14 Philip Morris Brands SARL κ.λπ. κατά Secretary of State for Health


 

 

Η νέα οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα προϊόντα καπνού είναι έγκυρη

Τόσο η εκτεταμένη τυποποίηση των συσκευασιών όσο και η μελλοντική απαγόρευση των τσιγάρων με μινθόλη στην Ένωση κρίνονται νόμιμες, όπως και η ειδική ρύθμιση για τα ηλεκτρονικά τσιγάρα

Σκοπός της νέας οδηγίας του 2014 για τα προϊόντα καπνού [1] είναι, αφενός, να διευκολυνθεί η ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς όσον αφορά τον καπνό και τα συναφή προϊόντα, με σημείο αφετηρίας ένα υψηλό επίπεδο προστασίας της ανθρώπινης υγείας και, αφετέρου, να τηρηθούν οι υποχρεώσεις τις οποίες υπέχει η Ένωση από τη σύμβαση-πλαίσιο του ΠΟΥ για τον έλεγχο του καπνού [2].

Η οδηγία αυτή προβλέπει, μεταξύ άλλων, την απαγόρευση, από τις 20 Μαΐου 2020 [3], της διάθεσης στην αγορά προϊόντων καπνού με χαρακτηριστικό άρωμα/γεύση, καθώς και την τυποποίηση της επισήμανσης και της συσκευασίας των προϊόντων καπνού. Επίσης, θεσπίζει ειδικό καθεστώς για τα ηλεκτρονικά τσιγάρα.

Η Πολωνία, υποστηριζόμενη από τη Ρουμανία, βάλλει ενώπιον του Δικαστηρίου κατά της απαγόρευσης των τσιγάρων με μινθόλη (υπόθεση C-358/14). Σε δύο άλλες υποθέσεις (C-477/14 και C-547/14), το High Court of Justice (England & Wales), Queen’s Bench Division (Administrative Court) [Ανώτερο δικαστήριο (Αγγλία και Ουαλία), τμήμα αστικού, εμπορικού και διοικητικού δικαίου (διοικητικές διαφορές)] ζητεί από το Δικαστήριο να λάβει θέση επί του κύρους ορισμένων διατάξεων της οδηγίας για τα προϊόντα καπνού.

Με τις σημερινές του αποφάσεις, το Δικαστήριο απορρίπτει την προσφυγή της Πολωνίας και επιβεβαιώνει το κύρος των διατάξεων της οδηγίας τις οποίες εξέτασε.

Όσον αφορά κατ’ αρχάς την απαγόρευση των τσιγάρων με μινθόλη, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι τα προϊόντα καπνού με χαρακτηριστικό άρωμα/γεύση (είτε μινθόλη είτε άλλο) έχουν, αφενός, παρεμφερή αντικειμενικά γνωρίσματα και, αφετέρου, παρόμοια αποτελέσματα ως προς τη μύηση στο κάπνισμα και τη συντήρηση της συνήθειας του καπνίσματος. Υπενθυμίζει δε ότι η μινθόλη, λόγω του ευχάριστου αρώματος/γεύσης της, έχει ως σκοπό να καταστήσει πιο δελεαστικά για τους καταναλωτές τα προϊόντα καπνού, ενώ η μείωση της ελκυστικότητας των προϊόντων αυτών μπορεί να συμβάλει στον περιορισμό του καπνίσματος και της εξάρτησης τόσο στους νέους όσο και στους συνήθεις χρήστες.

Εν συνεχεία, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι υπήρχαν, κατά τον χρόνο έκδοσης της οδηγίας, σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ των ρυθμίσεων των κρατών μελών, δεδομένου ότι ορισμένα εξ αυτών είχαν καταρτίσει διαφορετικούς καταλόγους επιτρεπόμενων ή απαγορευμένων αρωμάτων/γεύσεων, ενώ άλλα δεν είχαν καν θεσπίσει ειδική ρύθμιση ως προς αυτό το ζήτημα. Επιπλέον, το Δικαστήριο εκτιμά ότι η οδηγία, απαγορεύοντας την κυκλοφορία προϊόντων καπνού με χαρακτηριστικό άρωμα/γεύση, προλαμβάνει ακριβώς την ανομοιογενή εξέλιξη των ρυθμίσεων των κρατών μελών. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο κρίνει ότι η εν λόγω απαγόρευση διευκολύνει την ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς όσον αφορά τον καπνό και τα συναφή προϊόντα και, ταυτόχρονα, είναι κατάλληλη να εξασφαλίσει υψηλό επίπεδο προστασίας της υγείας, ιδίως των νέων.

Εξάλλου, το Δικαστήριο αποφαίνεται ότι ο νομοθέτης της Ένωσης μπορούσε νομίμως, στο πλαίσιο της άσκησης της ευρείας διακριτικής του ευχέρειας, να επιβάλει τέτοια απαγόρευση, εφόσον τα λιγότερο επαχθή μέτρα τα οποία προτείνει η Πολωνία δεν είναι, κατά τα φαινόμενα, εξίσου πρόσφορα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού. Πράγματι, κατά το Δικαστήριο, ούτε η αύξηση, μόνον ως προς τα προϊόντα καπνού με χαρακτηριστικό άρωμα/γεύση, των ηλικιακών ορίων άνω των οποίων θα επιτρέπεται η κατανάλωσή τους, ούτε η απαγόρευση της διασυνοριακής εξ αποστάσεως πώλησης προϊόντων καπνού, ούτε η αναγραφή επί της συσκευασίας προειδοποιητικού μηνύματος για την υγεία, όπου θα διευκρινίζεται ότι τα προϊόντα καπνού με χαρακτηριστικό άρωμα/γεύση είναι το ίδιο βλαβερά για την υγεία όπως και τα λοιπά προϊόντα καπνού, θα μπορούσαν, ως εναλλακτικά μέτρα, να μειώσουν την ελκυστικότητα των προϊόντων αυτών και, ως εκ τούτου, να αποτρέψουν τη μύηση των ατόμων που θα έχουν συμπληρώσει το σχετικό όριο ηλικίας στο κάπνισμα. Τέλος, το Δικαστήριο καταλήγει ότι η επίμαχη απαγόρευση δεν αντιβαίνει ούτε στην αρχή της επικουρικότητας.  

Όσον αφορά την τυποποίηση της επισήμανσης και της συσκευασίας των προϊόντων καπνού, το Δικαστήριο διευκρινίζει εκ προοιμίου ότι τα κράτη μέλη επιτρέπεται να διατηρήσουν σε ισχύ ή να προβλέψουν νέες απαιτήσεις μόνον ως προς τις πτυχές της συσκευασίας οι οποίες δεν εναρμονίζονται με την οδηγία.

Ως προς την απαγόρευση προσθήκης είτε στην επισήμανση των μονάδων συσκευασίας είτε στην εξωτερική συσκευασία είτε πάνω στο ίδιο το προϊόν καπνού οποιουδήποτε στοιχείου η χαρακτηριστικού το οποίο θα μπορούσε να συμβάλει στην προώθηση των προϊόντων καπνού ή να ενθαρρύνει την κατανάλωσή τους, ακόμη και αν πρόκειται για στοιχεία ή χαρακτηριστικά που ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, το Δικαστήριο κρίνει ότι η συγκεκριμένη απαγόρευση, αφενός, μπορεί όντως να προστατεύσει τους καταναλωτές από τους κινδύνους του καπνίσματος, αφετέρου, δεν υπερβαίνει τα όρια αυτού που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού. Επιπλέον, κατά το Δικαστήριο, είναι σύμφωνοι με την αρχή της αναλογικότητας οι κανόνες οι οποίοι αφορούν, κατ’ ουσίαν, την απαίτηση να διατηρούνται ακέραιες οι προειδοποιήσεις για την υγεία μετά το άνοιγμα του πακέτου, τη θέση και τις ελάχιστες διαστάσεις της γενικής προειδοποίησης για την υγεία, τις ελάχιστες διαστάσεις των συνδυασμένων προειδοποιήσεων για την υγεία, το σχήμα των μονάδων συσκευασίας των τσιγάρων και τον ελάχιστο αριθμό τσιγάρων ανά μονάδα συσκευασίας.

Το Δικαστήριο διαπιστώνει ακόμη ότι ο νομοθέτης της Ένωσης δεν υπερέβη τα όρια αυτού που είναι πρόσφορο και αναγκαίο προβλέποντας ότι κάθε μονάδα συσκευασίας ή εξωτερική συσκευασία πρέπει να φέρει προειδοποίηση για την υγεία η οποία θα αποτελείται από μήνυμα και έγχρωμη φωτογραφία και θα καλύπτει το 65 % τόσο της εμπρόσθιας όσο και της οπίσθιας εξωτερικής πλευράς της μονάδας συσκευασίας.

Όσον αφορά το ειδικό καθεστώς για τα ηλεκτρονικά τσιγάρα, το οποίο προβλέπει, μεταξύ άλλων, υποχρέωση των κατασκευαστών και των εισαγωγέων να υποβάλλουν στις αρμόδιες εθνικές αρχές κοινοποίηση για κάθε προϊόν που προτίθενται να διαθέσουν στην αγορά (με παράλληλη υποχρέωση standstill για έξι μήνες), αναγραφή συγκεκριμένων προειδοποιήσεων, μέγιστη περιεκτικότητα 20 mg/ml σε νικοτίνη, χωριστό ενημερωτικό φυλλάδιο εντός της συσκευασίας, ειδική απαγόρευση διαφημιστικής προώθησης και χορηγιών, καθώς και κατάρτιση και διαβίβαση ετήσιας έκθεσης, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι τα τσιγάρα αυτά έχουν διαφορετικά αντικειμενικά χαρακτηριστικά από εκείνα των προϊόντων καπνού. Συνεπώς, ο νομοθέτης της Ένωσης δεν παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχείρισης προβλέποντας για αυτά διαφορετικό νομικό καθεστώς, το οποίο είναι μάλιστα λιγότερο αυστηρό από το ισχύον για τα προϊόντα καπνού.

Το Δικαστήριο παρατηρεί επίσης ότι, λαμβανομένης υπόψη της επέκτασης της αγοράς των ηλεκτρονικών τσιγάρων και των περιεκτών επαναπλήρωσης, οι εθνικοί κανόνες σχετικά με τις προδιαγραφές που πρέπει να πληρούν τα συγκεκριμένα προϊόντα ενδέχεται ως εκ της φύσης τους, ελλείψει εναρμόνισης σε επίπεδο Ένωσης, να συνιστούν εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Το Δικαστήριο διαπιστώνει, εξάλλου, ότι η οδηγία, επιτρέποντας στα κράτη μέλη να απαγορεύσουν τη διασυνοριακή εξ αποστάσεως πώληση ηλεκτρονικών τσιγάρων και περιεκτών επαναπλήρωσης και επιβάλλοντας ορισμένους κοινούς κανόνες σε όσα κράτη μέλη δεν την απαγορεύσουν, παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να αποτρέψουν την καταστρατήγηση των ως άνω προδιαγραφών.

Το Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι οι αποδεδειγμένοι και οι δυνητικοί κίνδυνοι οι οποίοι συνδέονται με τη χρήση ηλεκτρονικών τσιγάρων οδήγησαν τον νομοθέτη της Ένωσης να ενεργήσει κατά τρόπο σύμφωνο με τις επιταγές που απορρέουν από την αρχή της προφύλαξης. Στο πλαίσιο αυτό, η επιβολή υποχρέωσης κοινοποίησης ως προς τα ηλεκτρονικά τσιγάρα δεν είναι προδήλως απρόσφορη ούτε βαίνει προδήλως πέραν αυτού που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού τον οποίο επιδιώκει ο νομοθέτης της Ένωσης. Το Δικαστήριο απορρίπτει δε και το επιχείρημα ότι αντιβαίνει στις αρχές της αναλογικότητας και της ασφάλειας δικαίου η προβλεπόμενη υποχρέωση των κατασκευαστών και των εισαγωγέων ηλεκτρονικών τσιγάρων και περιεκτών επαναπλήρωσης να διαβιβάζουν ετησίως στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών ορισμένα στοιχεία, ώστε να μπορούν οι τελευταίες να εποπτεύουν την εξέλιξη της αγοράς. Ομοίως, ορίζοντας ότι τα 20 mg ανά ml αποτελούν τη μέγιστη ποσότητα νικοτίνης η οποία επιτρέπεται να περιέχεται στο υγρό των ηλεκτρονικών τσιγάρων, ο νομοθέτης δεν ενήργησε αυθαίρετα ούτε υπερέβη προδήλως τα όρια αυτού που είναι πρόσφορο και αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού της οδηγίας.

Το Δικαστήριο καθιστά επίσης σαφές ότι δεν προσκρούει στην αρχή της αναλογικότητας η απαίτηση να περιέχουν όλες οι συσκευασίες ηλεκτρονικών τσιγάρων και περιεκτών επαναπλήρωσης χωριστό ενημερωτικό φυλλάδιο, όπως άλλωστε δεν είναι αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας και η απαγόρευση, ουσιαστικά, κάθε εμπορικής επικοινωνίας και χορηγίας σε σχέση με τα συγκεκριμένα προϊόντα. Σημειωτέον ακόμη ότι, κατά το Δικαστήριο, η απαγόρευση στους οικείους οικονομικούς φορείς να προωθούν αυτά τα προϊόντα τους δεν θίγει το βασικό περιεχόμενο της επιχειρηματικής ελευθερίας ούτε του δικαιώματος ιδιοκτησίας, όπως κατοχυρώνονται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.  

Τέλος, το Δικαστήριο καταλήγει ότι το ειδικό καθεστώς για τα ηλεκτρονικά τσιγάρα δεν παραβιάζει ούτε την αρχή της επικουρικότητας.


ΥΠΟΜΝΗΣΗ: Η προσφυγή ακυρώσεως αποσκοπεί στην ακύρωση πράξεων των οργάνων της Ένωσης που αντιβαίνουν στο δίκαιο της Ένωσης. Υπό ορισμένες προϋποθέσεις, τα κράτη μέλη, τα όργανα της Ένωσης και οι ιδιώτες μπορούν να ασκήσουν προσφυγή ακυρώσεως ενώπιον του Δικαστηρίου ή του Γενικού Δικαστηρίου. Αν η προσφυγή είναι βάσιμη, η πράξη ακυρώνεται. Το καθού όργανο της Ένωσης οφείλει να καλύψει το ενδεχόμενο κενό δικαίου που δημιουργεί η ακύρωση της πράξεως.

ΥΠΟΜΝΗΣΗ: Η διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως παρέχει στα δικαστήρια των κρατών μελών τη δυνατότητα να υποβάλουν στο Δικαστήριο, στο πλαίσιο της ένδικης διαφοράς της οποίας έχουν επιληφθεί, ερώτημα σχετικό με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ή με το κύρος πράξεως οργάνου της Ένωσης. Το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να επιλύσει τη διαφορά αυτή, λαμβάνοντας υπόψη την απόφαση του Δικαστηρίου. Η απόφαση αυτή δεσμεύει, ομοίως, άλλα εθνικά δικαστήρια ενώπιον των οποίων ανακύπτει παρόμοιο ζήτημα.


Ανεπίσημο έγγραφο προοριζόμενο για τα μέσα μαζικής ενημερώσεως, το οποίο δεν δεσμεύει το Δικαστήριο.

Το πλήρες κείμενο των αποφάσεων (C-358/14, C-477/14 και C-547/14) είναι διαθέσιμο στην ιστοσελίδα CURIA από την ημερομηνία δημοσιεύσεως

Επικοινωνία: Estella Cigna-Αγγελίδη ( (+352) 4303 2582

Στιγμιότυπα από τη δημοσίευση των αποφάσεων διατίθενται από το «Europe by Satellite» ( (+32) 2 2964106



[1] Οδηγία 2014/40/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 3ης Απριλίου 2014, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την κατασκευή, την παρουσίαση και την πώληση προϊόντων καπνού και συναφών προϊόντων και την κατάργηση της οδηγίας 2001/37/ΕΚ (ΕΕ L 127, σ. 1).

[2] Σύμβαση-πλαίσιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας για τον έλεγχο του καπνού, η οποία υπογράφηκε στη Γενεύη στις 21 Μαΐου 2003.

[3] Η απαγόρευση αυτή θα ισχύσει για τα προϊόντα καπνού με χαρακτηριστικό άρωμα/γεύση, των οποίων οι πωλήσεις σε επίπεδο Ένωσης αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον το 3 % ως προς μια συγκεκριμένη κατηγορία προϊόντων.

ΔΕΕ: ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥ-Κατά τον γ.ε. η εισαγωγή υπερσυνδέσμου σε ιστότοπο δεν συνιστά «πράξη παρουσιάσεως» στο κοινό (Προτάσεις GS Media, C-160/15)

 

Υπηρεσία Τύπου και Πληροφόρησης

Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ ΤΥΠΟΥ αριθ. 37/16

Λουξεμβούργο, 7 Απριλίου 2016

Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα στην υπόθεση C-160/15

GS Media BV κατά Sanoma Media Netherlands BV, Playboy Enterprises International Inc., Britt Geertruida Dekker


Κατά τον γενικό εισαγγελέα Melchior Wathelet, η εισαγωγή σε ιστότοπο υπερσυνδέσμου παραπέμποντος σε άλλον ιστότοπο στον οποίο έχουν δημοσιευθεί φωτογραφίες άνευ αδείας δεν στοιχειοθετεί, αυτή καθ’ εαυτήν, προσβολή του δικαιώματος του δημιουργού

Τα κίνητρα του προσώπου που εισάγει τον υπερσύνδεσμο και το γεγονός ότι αυτό γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι για την αρχική παρουσίαση των φωτογραφιών σε άλλους ιστοτόπους δεν είχε δοθεί άδεια δεν ασκούν επιρροή

Δυνάμει οδηγίας της Ένωσης, για οιαδήποτε πράξη παρουσιάσεως έργου στο κοινό απαιτείται η άδεια του κατόχου του δικαιώματος του δημιουργού[1].

Η Sanoma, εκδότρια του μηνιαίου περιοδικού Playboy, παρήγγειλε σε φωτογράφο φωτογραφικό αφιέρωμα στην B. G. Dekker, η οποία εμφανίζεται τακτικά σε τηλεοπτικά προγράμματα στις Κάτω Χώρες. Η GS Media, η οποία διαχειρίζεται τον ιστότοπο GeenStijl, δημοσίευσε ανακοινώσεις και ανήρτησε υπερσύνδεσμο ο οποίος οδηγούσε τους αναγνώστες σε αυστραλιανό ιστότοπο, στον οποίο οι επίμαχες φωτογραφίες διετίθεντο άνευ της συναινέσεως της Sanoma. Παρά τις οχλήσεις της Sanoma, η GS Media αρνήθηκε να καταργήσει τον εν λόγω υπερσύνδεσμο. Όταν, κατ’ απαίτηση της Sanoma, ο αυστραλιανός ιστότοπος απέσυρε τις φωτογραφίες, ο GeenStijl προέβη σε νέα δημοσίευση η οποία συνοδευόταν ομοίως από υπερσύνδεσμο προς άλλον ιστότοπο, στον οποίο ο επισκέπτης μπορούσε να έχει πρόσβαση στις επίμαχες φωτογραφίες. Κατ’ απαίτηση της Sanoma, ο τελευταίος αυτός ιστότοπος απέσυρε ομοίως τις φωτογραφίες. Τα μέλη του forum του ιστοτόπου GeenStijl εισήγαγαν εν συνεχεία στον εν λόγω ιστότοπο νέους συνδέσμους οι οποίοι οδηγούσαν σε άλλους ιστοτόπους, στους οποίους ήταν διαθέσιμες οι φωτογραφίες.

Κατά την άποψη της Sanoma, η GS Media προσέβαλε το δικαίωμα του δημιουργού. Επιληφθέν της υποθέσεως κατ’ αναίρεση, το Hoge Raad der Nederlanden (Ακυρωτικό Δικαστήριο, Κάτω Χώρες) υποβάλλει στο Δικαστήριο συναφή με την υπόθεση ερωτήματα. Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει μεταξύ άλλων ότι, προ της εισαγωγής, εκ μέρους της GS Media, του επίμαχου υπερσυνδέσμου, ο εντοπισμός των φωτογραφιών δεν ήταν αδύνατος, ήταν όμως δυσχερής και, ως εκ τούτου, ο υπερσύνδεσμος λειτούργησε άκρως απλουστευτικώς.

Με τις προτάσεις που ανέπτυξε σήμερα, ο γενικός εισαγγελέας Melchior Wathelet διευκρινίζει κατ’ αρχάς ότι η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά αποκλειστικώς τους υπερσυνδέσμους του ιστοτόπου GeenStijl. Το ζήτημα των προσβολών του δικαιώματος του δημιουργού εκ της διαθέσεως των φωτογραφιών σε άλλους ιστοτόπους δεν θίγεται με την εν λόγω αίτηση προδικαστικής αποφάσεως.

Ο γενικός εισαγγελέας αναγνωρίζει ότι οι υπερσύνδεσμοι που εισάγονται σε ιστότοπο διευκολύνουν σημαντικά την ανακάλυψη άλλων ιστοτόπων καθώς και προστατευομένων έργων διαθέσιμων στους ιστοτόπους αυτούς, προσφέροντας, συνεπώς, στους επισκέπτες του πρώτου ιστοτόπου τη δυνατότητα ταχύτερης και πιο άμεσης προσβάσεως στα εν λόγω έργα. Μολοντούτο, οι υπερσύνδεσμοι που οδηγούν, ακόμη και απευθείας, σε προστατευόμενα έργα δεν τα «καθιστούν προσιτά» σε κοινό στην περίπτωση κατά την οποία τα έργα αυτά είναι ήδη ελευθέρως προσβάσιμα σε άλλον ιστότοπο, αλλά διευκολύνουν απλώς τον εντοπισμό τους. Η πράξη που συνιστά την πραγματική «διάθεση στο κοινό» είναι αυτή του προσώπου που προέβη στην αρχική παρουσίαση.

Συνεπώς, οι υπερσύνδεσμοι που εισάγονται σε ιστότοπο και παραπέμπουν σε προστατευόμενα έργα ελευθέρως προσβάσιμα σε άλλον ιστότοπο δεν δύνανται να χαρακτηρισθούν «πράξη παρουσιάσεως» κατά την έννοια της οδηγίας. Συγκεκριμένα, η παρέμβαση του διαχειριστή του ιστοτόπου στον οποίο εισάγεται ο υπερσύνδεσμος, εν προκειμένω της GS Media, δεν είναι αναγκαία για τη θέση των επίμαχων φωτογραφιών στη διάθεση των χρηστών του Διαδικτύου, συμπεριλαμβανομένων των επισκεπτών του ιστοτόπου GeenStijl.

Στο πλαίσιο αυτό, τα κίνητρα της GS Media και το γεγονός ότι αυτή γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι η αρχική παρουσίαση των φωτογραφιών στους άλλους ιστοτόπους είχε χωρήσει άνευ της αδείας της Sanoma ή ότι οι εν λόγω φωτογραφίες δεν είχαν κατά το παρελθόν τεθεί στη διάθεση του κοινού με τη συναίνεση της Sanoma δεν ασκούν επιρροή.

Ο γενικός εισαγγελέας διευκρινίζει εντούτοις ότι τα συμπεράσματα αυτά ερείδονται στην προκείμενη ότι οι φωτογραφίες ήταν «ελευθέρως προσβάσιμες» στους ιστοτόπους τρίτων από το σύνολο των χρηστών του Διαδικτύου. Αρμόδιο να αποφανθεί επί του πραγματικού ζητήματος κατά πόσον η παρέμβαση της GS Media ήταν αναγκαία για τη θέση των φωτογραφιών στη διάθεση των επισκεπτών του ιστοτόπου GeenStijl είναι το Hoge Raad.

Κατά τον γενικό εισαγγελέα, οιαδήποτε άλλη ερμηνεία της έννοιας «παρουσίαση στο κοινό» θα παρεκώλυε σοβαρά τη λειτουργία του Διαδικτύου και θα υπονόμευε έναν εκ των κύριων σκοπών της οδηγίας 2001/29, ήτοι την ανάπτυξη της κοινωνίας της πληροφορίας στην Ευρώπη.

Συγκεκριμένα, μολονότι οι περιστάσεις της συγκεκριμένης υποθέσεως είναι ιδιαιτέρως σαφείς, ο γενικός εισαγγελέας εκτιμά ότι, κατά κανόνα, οι χρήστες του Διαδικτύου δεν γνωρίζουν και δεν διαθέτουν τα μέσα για να εξακριβώνουν εάν η αρχική παρουσίαση στο κοινό προστατευόμενου έργου ελευθέρως προσβάσιμου στο Διαδίκτυο πραγματοποιήθηκε με ή χωρίς τη συναίνεση του κατόχου του δικαιώματος του δημιουργού. Εάν, οσάκις εισήγαν υπερσύνδεσμο προς έργα ελευθέρως προσβάσιμα σε άλλον ιστότοπο, οι χρήστες του Διαδικτύου κινδύνευαν να εναχθούν για προσβολή των δικαιωμάτων του δημιουργού, αυτοί θα ήταν πολύ πιο επιφυλακτικοί στην εισαγωγή τέτοιων υπερσυνδέσμων, τούτο δε εις βάρος της εύρυθμης λειτουργίας και της ίδιας της δομής του Διαδικτύου, καθώς και εις βάρος της αναπτύξεως της κοινωνίας της πληροφορίας.


ΥΠΟΜΝΗΣΗ: Οι προτάσεις του γενικού εισαγγελέα δεν δεσμεύουν το Δικαστήριο. Έργο του γενικού εισαγγελέα είναι να προτείνει στο Δικαστήριο, με πλήρη ανεξαρτησία, νομική λύση για την υπόθεση που του έχει ανατεθεί. Η υπόθεση τελεί υπό διάσκεψη στο Δικαστήριο. Η απόφαση θα εκδοθεί αργότερα.

ΥΠΟΜΝΗΣΗ: Η διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως παρέχει στα δικαστήρια των κρατών μελών τη δυνατότητα να υποβάλουν στο Δικαστήριο, στο πλαίσιο της ένδικης διαφοράς της οποίας έχουν επιληφθεί, ερώτημα σχετικό με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ή με το κύρος πράξεως οργάνου της Ένωσης. Το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να επιλύσει τη διαφορά αυτή, λαμβάνοντας υπόψη την απόφαση του Δικαστηρίου. Η απόφαση αυτή δεσμεύει, ομοίως, άλλα εθνικά δικαστήρια ενώπιον των οποίων ανακύπτει παρόμοιο ζήτημα.


Ανεπίσημο έγγραφο προοριζόμενο για τα μέσα μαζικής ενημερώσεως, το οποίο δεν δεσμεύει το Δικαστήριο.

Το πλήρες κείμενο των προτάσεων δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα CURIA κατά την ημερομηνία αναπτύξεώς τους

Επικοινωνία: Estella Cigna-Αγγελίδη ( (+352) 4303 2582



[1] Οδηγία 2001/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2001, για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας (EE L 167, σ. 10).

ΓΔΕΕ: ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΕΣ-Στα τρόφιμα, καμμία ενθαρρυντική διατύπωση για την κατανάλωση γλυκόζης (Απόφαση Τ-100/15, Dextro Energy)

 



Υπηρεσία Τύπου και Πληροφόρησης

Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ ΤΥΠΟΥ αριθ. 30/16

Λουξεμβούργο, 16 Μαρτίου 2016

Απόφαση στην υπόθεση T-100/15

Dextro Energy GmbH & Co. KG κατά Επιτροπής


Το Γενικό Δικαστήριο επιβεβαιώνει ότι διάφοροι ισχυρισμοί υγείας σχετικά με τη γλυκόζη δεν επιτρέπεται να εγκριθούν

Η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πλάνη καθόσον διαπίστωσε ότι οι ισχυρισμοί αυτοί ενθάρρυναν την κατανάλωση σακχάρων, ενώ μια τέτοια ενθάρρυνση δεν συμβιβάζεται με τις γενικώς αποδεκτές αρχές της διατροφής και της υγείας

Η γερμανική εταιρία Dextro Energy παράγει προϊόντα διαφόρων μορφών, αποτελούμενα σχεδόν εξ ολοκλήρου από το σάκχαρο γλυκόζη, τα οποία προορίζονται για τη γερμανική και την ευρωπαϊκή αγορά. Ο κλασικός κύβος αποτελείται από οκτώ πλακίδια γλυκόζης των 6 γραμμαρίων.

Το 2011, η Dextro Energy ζήτησε έγκριση [1] για τη χρήση των ακόλουθων ισχυρισμών υγείας: «η γλυκόζη μεταβολίζεται από τον κανονικό μεταβολισμό ενέργειας του οργανισμού», «η γλυκόζη συμβάλλει στη φυσιολογική λειτουργία των μεταβολικών διεργασιών που αποσκοπούν στην παραγωγή ενέργειας», «η γλυκόζη στηρίζει τη σωματική δραστηριότητα», «η γλυκόζη συμβάλλει στη φυσιολογική λειτουργία των μεταβολικών διεργασιών που αποσκοπούν στην παραγωγή ενέργειας κατά την άσκηση» και «η γλυκόζη συμβάλλει στη φυσιολογική λειτουργία των μυών κατά την άσκηση»[2].

Παρά τη θετική γνώμη της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA) η οποία θεωρούσε ότι αποδεικνυόταν σχέση αιτίου και αιτιατού μεταξύ της κατανάλωσης γλυκόζης και της φυσιολογικής λειτουργίας του μεταβολισμού παραγωγής ενέργειας, η Επιτροπή, τον Ιανουάριο του 2015, αρνήθηκε [3] να εγκρίνει τους ως άνω ισχυρισμούς υγείας. Ειδικότερα, η Επιτροπή εκτιμούσε ότι οι επίδικοι ισχυρισμοί υγείας εξέπεμπαν αντικρουόμενα και συγκεχυμένα μηνύματα προς τους καταναλωτές, διότι ενθάρρυναν την κατανάλωση σακχάρων, ενώ οι εθνικές και οι διεθνείς αρχές συνιστούν τη μείωσή τους σύμφωνα με τις γενικώς αποδεκτές επιστημονικές συμβουλές. Ακόμη και αν οι ως άνω ισχυρισμοί υγείας επιτρέπονταν μόνο υπό ειδικούς όρους χρήσης και/ή συνοδεύονταν από πρόσθετες δηλώσεις ή προειδοποιήσεις, η Επιτροπή θεωρούσε ότι αυτό δεν αρκούσε για να ελαττώσει τη σύγχυση των καταναλωτών, οπότε οι επίδικοι ισχυρισμοί δεν έπρεπε να εγκριθούν.

Με τη σημερινή του απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης απορρίπτει την προσφυγή της Dextro Energy και επιβεβαιώνει συνεπώς την απόφαση της Επιτροπής.

Το Γενικό Δικαστήριο υπογραμμίζει ιδίως ότι, μολονότι δεν έχει αμφισβητήσει τη γνώμη της EFSA (δεδομένου ότι το έργο της αρχής αυτής περιορίζεται στο να ελέγξει αν οι ισχυρισμοί υγείας αποδεικνύονται από επιστημονικά στοιχεία και αν η διατύπωσή τους είναι σύμφωνη με ορισμένα κριτήρια), η Επιτροπή οφείλει, στο πλαίσιο της διαχειρίσεως του κινδύνου, να λάβει υπόψη τη συναφή νομοθεσία της Ένωσης καθώς και άλλους σχετικούς θεμιτούς παράγοντες. Εφόσον ο μέσος καταναλωτής οφείλει, σύμφωνα με τις γενικώς αποδεκτές αρχές της διατροφής και της υγείας, να μειώσει την κατανάλωση σακχάρων, η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πλάνη καθόσον διαπίστωσε ότι οι επίδικοι ισχυρισμοί υγείας, οι οποίοι προβάλλουν μόνο τα ευεργετικά αποτελέσματα της γλυκόζης για τον μεταβολισμό ενέργειας χωρίς να κάνουν λόγο για τους εγγενείς κινδύνους της αυξημένης κατανάλωσης σακχάρων, είναι διφορούμενοι και παραπλανητικοί και δεν μπορούν κατά συνέπεια να εγκριθούν.


ΥΠΟΜΝΗΣΗ: Κατά της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου μπορεί να ασκηθεί αναίρεση, περιοριζόμενη σε νομικά ζητήματα, ενώπιον του Δικαστηρίου, εντός δύο μηνών από της κοινοποιήσεώς της.

ΥΠΟΜΝΗΣΗ: Η προσφυγή ακυρώσεως αποσκοπεί στην ακύρωση πράξεων των οργάνων της Ένωσης που αντιβαίνουν στο δίκαιο της Ένωσης. Υπό ορισμένες προϋποθέσεις, τα κράτη μέλη, τα όργανα της Ένωσης και οι ιδιώτες μπορούν να ασκήσουν προσφυγή ακυρώσεως ενώπιον του Δικαστηρίου ή του Γενικού Δικαστηρίου. Αν η προσφυγή είναι βάσιμη, η πράξη ακυρώνεται. Το καθού όργανο της Ένωσης οφείλει να καλύψει το ενδεχόμενο κενό δικαίου που δημιουργεί η ακύρωση της πράξεως.


Ανεπίσημο έγγραφο προοριζόμενο για τα μέσα μαζικής ενημερώσεως, το οποίο δεν δεσμεύει το Γενικό Δικαστήριο

Το πλήρες κείμενο της αποφάσεως είναι διαθέσιμο στην ιστοσελίδα CURIA από την ημερομηνία δημοσιεύσεώς της

Επικοινωνία: Estella Cigna-Αγγελίδη ( (+352) 4303 2582(+352) 4303 2582



[1] Κατά τον κανονισμό (ΕΚ) 1924/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με τους ισχυρισμούς επί θεμάτων διατροφής και υγείας που διατυπώνονται για τα τρόφιμα (ΕΕ L 404, σ. 9), οι ισχυρισμοί επί θεμάτων υγείας που αναγράφονται στις επισημάνσεις, στην παρουσίαση ή στη διαφήμιση των προϊόντων απαγορεύονται, εκτός αν συνάδουν προς τον κανονισμό, έχουν εγκριθεί σύμφωνα με αυτόν και περιλαμβάνονται στους καταλόγους εγκεκριμένων ισχυρισμών. Οι κατ’ αυτόν τον τρόπο εγκριθέντες ισχυρισμοί υγείας μπορούν να χρησιμοποιούνται από οποιονδήποτε υπεύθυνο επιχειρήσεως τροφίμων.

[2] Για τους δύο πρώτους ισχυρισμούς, ο πληθυσμός–στόχος ήταν ο γενικός πληθυσμός, ενώ οι τρεις άλλοι ισχυρισμοί απευθύνονταν σε υγιείς, δραστήριους και προπονημένους στην άθληση αντοχής άνδρες και γυναίκες.

[3] Κανονισμός (ΕΕ) 2015/8 σχετικά με την άρνηση έγκρισης ορισμένων ισχυρισμών υγείας που διατυπώνονται για τα τρόφιμα, εξαιρουμένων όσων αφορούν τη μείωση του κινδύνου εκδήλωσης ασθένειας και την ανάπτυξη και υγεία των παιδιών (ΕΕ L 3, σ. 6). Σημειώνεται ότι ως προς την άρνηση αυτή υπήρξε ομοφωνία μεταξύ των αντιπροσώπων των κρατών μελών στη μόνιμη επιτροπή φυτών, ζώων, τροφίμων και ζωοτροφών. Ακόμη, ο κανονισμός 2015/8 επέτρεπε στην Dextro Energy να εξακολουθήσει να χρησιμοποιεί τους ισχυρισμούς αυτούς για διάστημα έξι μηνών μετά την έναρξη ισχύος του.

Subscribe to this RSS feed