Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως

ΔΕΕ: Κατά τον γ.ε.,επιτηδευματίας που παρέχει δωρεάν Wi-Fi δεν ευθύνεται για προσβολή των δικαιωμάτων του δημιουργού εκ μέρους χρήστη (Προτάσεις C-484/14, Tobias Mc Fadden)

 

Υπηρεσία Τύπου και Πληροφόρησης

Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ ΤΥΠΟΥ αριθ. 28/16

Λουξεμβούργο, 16 Μαρτίου 2016

Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα στην υπόθεση C-484/14

Tobias Mc Fadden κατά Sony Music Entertainment Germany GmbH


Κατά τον γενικό εισαγγελέα M. Szpunar, ο εκμεταλλευόμενος κατάστημα, μπαρ ή ξενοδοχείο ο οποίος προσφέρει δωρεάν στο κοινό ένα δίκτυο Wi-Fi δεν ευθύνεται για τις προσβολές του δικαιώματος του δημιουργού εκ μέρους ενός χρήστη

Μολονότι διαταγή δικαστηρίου που σκοπεί στην παύση ή την πρόληψη της προσβολής αυτής μπορεί να απευθύνεται στον διατηρούντα σε λειτουργία το δίκτυο, αντιθέτως, δεν είναι δυνατό να απαιτείται η απενεργοποίηση της διαδικτυακής συνδέσεως, η προστασία της με κωδικό προσβάσεως ή ο γενικευμένος έλεγχος των επικοινωνιών

Στην υπόθεση αυτή το Δικαστήριο καλείται να διευκρινίσει αν και κατά πόσον ένας επιτηδευματίας, ο οποίος, στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων του, διατηρεί σε λειτουργία ένα δίκτυο Wi-Fi με ανοικτή και δωρεάν πρόσβαση στο κοινό, μπορεί να ευθύνεται για προσβολή των δικαιωμάτων του δημιουργού εκ μέρους χρήστη του δικτύου αυτού.

Ο Tobias Mc Fadden εκμεταλλεύεται ένα κατάστημα τεχνικού εξοπλισμού εικόνας και ήχου πλησίον του Μονάχου, εντός του οποίου προσφέρει ένα δίκτυο Wi-Fi ανοικτό στο κοινό. Το 2010 ένα μουσικό έργο, τα δικαιώματα του οποίου έχει η Sony, προσφέρθηκε παράνομα προς τηλεφόρτωση μέσω του δικτύου αυτού. Το Landgericht München I (1ο πρωτοδικείο Μονάχου, Γερμανία), επιληφθέν της διαφοράς μεταξύ της Sony και του T. Mc Fadden, εκτιμά ότι δεν προσέβαλε ο ίδιος τα σχετικά δικαιώματα του δημιουργού. Εξετάζει όμως τη δυνατότητα να θεωρηθεί ότι ο T. Mc Fadden ευθύνεται εμμέσως για την προσβολή αυτή, λόγω της ελλείψεως προστασίας του δικτύου του Wi-Fi. Διατηρώντας πάντως αμφιβολίες ως προς το αν η οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο[1] αντιτίθεται σε μια τέτοια έμμεση ευθύνη, το Landgericht υπέβαλε μια σειρά ερωτημάτων στο Δικαστήριο.

Συγκεκριμένα, η οδηγία περιορίζει την ευθύνη των ενδιάμεσων φορέων παροχής υπηρεσιών λόγω παράνομης δραστηριότητας εκ μέρους τρίτου, όταν η παροχή υπηρεσίας τους συνίσταται σε μια «απλή μετάδοση (mere conduit)» των πληροφοριών. Ο ως άνω περιορισμός ευθύνης ισχύει υπό την επιφύλαξη ότι πληρούνται τρεις σωρευτικές προϋποθέσεις, ήτοι ότι 1) ο φορέας παροχής υπηρεσιών δεν πρέπει να αποτελεί την αφετηρία της μεταδόσεως των πληροφοριών, 2) δεν πρέπει να επιλέγει τον αποδέκτη της μεταδόσεως και 3) δεν πρέπει να επιλέγει ούτε να τροποποιεί τις πληροφορίες που αποτελούν το αντικείμενο της μεταδόσεως. Το Landgericht München I φρονεί ότι αυτές οι εξαντλητικώς απαριθμούμενες προϋποθέσεις πληρούνται εν προκειμένω, διερωτάται όμως αν ο T. Mc Fadden είναι πράγματι φορέας παροχής υπηρεσιών κατά την έννοια της οδηγίας.

Με τις σημερινές προτάσεις του ο γενικός εισαγγελέας Maciej Szpunar εκτιμά ότι ο περιορισμός αυτός ευθύνης έχει επίσης εφαρμογή σε πρόσωπο όπως ο T. Mc Fadden, το οποίο διατηρεί σε λειτουργία, παρεπομένως σε σχέση με την κύρια οικονομική του δραστηριότητα, ένα ανοικτό δωρεάν στο κοινό δίκτυο Wi‑Fi[2]. Κατ’ αυτόν, δεν είναι αναγκαίο να εμφανίζεται το πρόσωπο αυτό έναντι του κοινού ως φορέας παροχής υπηρεσιών ή ακόμη να προβαίνει εμφανώς σε ενέργειες προωθήσεως της δραστηριότητάς του, απευθυνόμενος σε εν δυνάμει πελάτες.

Πάντοτε κατά τον γενικό εισαγγελέα, ο περιορισμός αυτός αντιτίθεται όχι μόνο στην επιβολή υποχρεώσεως αποζημιώσεως στον ενδιάμεσο φορέα παροχής υπηρεσιών, αλλά και στην καταδίκη του στα έξοδα οχλήσεως και στα δικαστικά έξοδα σε σχέση με την προσβολή των δικαιωμάτων του δημιουργού εκ μέρους τρίτου.

Ο γενικός εισαγγελέας διευκρινίζει πάντως ότι η οδηγία, ενώ περιορίζει κατ’ αυτόν τον τρόπο την ευθύνη του φορέα παροχής υπηρεσιών απλής μεταδόσεως, δεν τον προστατεύει από διαταγή δικαστηρίου, συνοδευόμενη με απειλή χρηματικής ποινής.

Το εθνικό δικαστήριο, όταν εκδίδει μια τέτοια διαταγή, οφείλει πάντως να βεβαιώνεται 1) ότι τα μέτρα είναι, μεταξύ άλλων, αποτελεσματικά, σύμφωνα προς την αρχή της αναλογικότητας και αποτρεπτικού χαρακτήρα, 2) ότι σκοπό έχουν την παύση συγκεκριμένης προσβολής δικαιώματος ή την πρόληψή της και δεν συνεπάγονται γενική υποχρέωση ελέγχου και 3) ότι τηρείται δίκαιη ισορροπία μεταξύ των εφαρμοστέων θεμελιωδών δικαιωμάτων, ήτοι, αφενός, της ελευθερίας της εκφράσεως και της πληροφορήσεως, καθώς και της επιχειρηματικής ελευθερίας, και, αφετέρου, του δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας.

Ο γενικός εισαγγελέας εκτιμά εξάλλου ότι η οδηγία δεν αντιτίθεται, κατ’ αρχήν, στην έκδοση διαταγής που αφήνει στον αποδέκτη της την επιλογή των συγκεκριμένων προς λήψη μέτρων. Εναπόκειται παρά ταύτα στον επιληφθέντα αιτήσεως εκδόσεως διαταγής εθνικό δικαστή να βεβαιωθεί για την ύπαρξη κατάλληλων μέτρων, σύμφωνα με τους περιορισμούς που απορρέουν από το ενωσιακό δίκαιο.

Αντιθέτως, ο γενικός εισαγγελέας διευκρινίζει ότι η οδηγία αντιτίθεται σε κάθε διαταγή η οποία απευθύνεται σε πρόσωπο που διατηρεί σε λειτουργία ένα ανοικτό στο κοινό δίκτυο Wi-Fi, παρεπομένως σε σχέση με την κύρια οικονομική του δραστηριότητα, όταν ο αποδέκτης της διαταγής για να συμμορφωθεί προς αυτή, πρέπει 1) να απενεργοποιήσει τη διαδικτυακή σύνδεση ή 2) να την προστατεύσει με κωδικό προσβάσεως ή 3) να ελέγχει κάθε επικοινωνία που διεξάγεται μέσω αυτής της συνδέσεως προκειμένου να εξακριβώνει αν το συγκεκριμένο έργο που προστατεύεται από το δικαίωμα του δημιουργού μεταδίδεται εκ νέου παρανόμως[3].

Ο γενικός εισαγγελέας εκτιμά συναφώς ότι η επιβολή υποχρεώσεως προστασίας με κωδικό της προσβάσεως στο δίκτυο Wi-Fi, ως μέθοδος προστασίας του δικαιώματος του δημιουργού εντός του διαδικτύου, δεν θα ήταν σύμφωνη προς την απαίτηση δίκαιης ισορροπίας μεταξύ, αφενός, της προστασίας του δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας, της οποίας απολαύουν οι κάτοχοι του δικαιώματος του δημιουργού, και, αφετέρου, της προστασίας της επιχειρηματικής ελευθερίας η οποία ισχύει για τους φορείς παροχής των σχετικών υπηρεσιών. Περιορισμός της προσβάσεως σε νόμιμες επικοινωνίες θα συνεπαγόταν επιπλέον περιορισμό της ελευθερίας εκφράσεως και πληροφορήσεως. Υπό γενικότερο πρίσμα, η ενδεχόμενη γενίκευση της υποχρεώσεως προστασίας των δικτύων Wi-Fi, ως μέθοδος προστασίας του δικαιώματος του δημιουργού εντός του Διαδικτύου, θα ήταν ικανή να έχει μειονεκτήματα για όλη την κοινωνία τα οποία ενδέχεται να υπερβούν το ενδεχόμενο όφελός της για τους κατόχους αυτών των δικαιωμάτων.


ΥΠΟΜΝΗΣΗ: Οι προτάσεις του γενικού εισαγγελέα δεν δεσμεύουν το Δικαστήριο. Έργο του γενικού εισαγγελέα είναι να προτείνει στο Δικαστήριο, με πλήρη ανεξαρτησία, νομική λύση για την υπόθεση που του έχει ανατεθεί. Η υπόθεση τελεί υπό διάσκεψη στο Δικαστήριο. Η απόφαση θα εκδοθεί αργότερα.

ΥΠΟΜΝΗΣΗ: Η προδικαστική παραπομπή παρέχει στα δικαστήρια των κρατών μελών τη δυνατότητα, στο πλαίσιο της ένδικης διαφοράς της οποίας έχουν επιληφθεί, να υποβάλουν στο Δικαστήριο ερώτημα σχετικό με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ή με το κύρος πράξεως οργάνου της Ένωσης. Το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να επιλύσει τη διαφορά σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου. Η απόφαση αυτή δεσμεύει, κατά τον ίδιο τρόπο, τα άλλα εθνικά δικαστήρια που επιλαμβάνονται παρόμοιου προβλήματος.


Ανεπίσημο έγγραφο προοριζόμενο για τα μέσα μαζικής ενημερώσεως, το οποίο δεν δεσμεύει το Δικαστήριο.

Το πλήρες κείμενο των προτάσεων δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα CURIA κατά την ημερομηνία αναπτύξεώς τους

Επικοινωνία: Estella Cigna-Αγγελίδη ( (+352) 4303 2582

Στιγμιότυπα από την ανάπτυξη των προτάσεων διατίθενται από το "Europe by Satellite" ( (+32) 2 2964106



[1] Οδηγία 2000/31/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 8ης Ιουνίου 2000 για ορισμένες νομικές πτυχές των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, ιδίως του ηλεκτρονικού εμπορίου, στην εσωτερική αγορά («οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο») (ΕΕ L 178, σ. 1).

[2] Ο γενικός εισαγγελέας διευκρινίζει συναφώς ότι δεν είναι αναγκαίο να εξετασθεί αν η οδηγία θα μπορούσε επίσης να έχει εφαρμογή στην περίπτωση διατηρήσεως σε λειτουργία ενός ανοικτού δικτύου Wi-Fi, όταν αυτή στερείται οποιουδήποτε άλλου οικονομικού πλαισίου.

[3] Ο γενικός εισαγγελέας αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 24ης Νοεμβρίου 2011, Scarlet Extended (υπόθεση C-70/10· βλ. ΑΤ αριθ. 126/11: το ενωσιακό δίκαιο αντιτίθεται σε διαταγή, εκδοθείσα από εθνικό δικαστήριο, που επιβάλλει σε φορέα παροχής υπηρεσιών προσβάσεως στο Διαδίκτυο την υποχρέωση εφαρμογής ενός συστήματος φίλτρου, προκειμένου να προλαμβάνονται οι παράνομες τηλεφορτώσεις αρχείων), της 16ης Φεβρουαρίου 2012, Sabam (υπόθεση C-360/10, βλ. ΑΤ αριθ. 11/12: ο πάροχος υπηρεσιών κοινωνικής δικτύωσης μέσω του διαδικτύου δεν μπορεί να εξαναγκασθεί να θέσει σε λειτουργία σύστημα γενικού φιλτραρίσματος, που αφορά όλους τους χρήστες, για την πρόληψη της παράνομης χρήσεως των μουσικών και οπτικοακουστικών έργων), και της 27ης Μαρτίου 2014, UPC Telekabel Wien (υπόθεση C-314/12, βλ. ΑΤ αριθ. 38/14: ο φορέας παροχής προσβάσεως στο διαδίκτυο μπορεί να διαταχθεί να εμποδίζει την πρόσβαση των πελατών του σε ιστοσελίδα η οποία προσβάλλει το δικαίωμα του δημιουργού).

Η εταιρία The Body Shop δεν μπορεί να καταχωρίσει το SPA WISDOM ως κοινοτικό σήμα. Ο όρος spa δεν αποτελεί γενικό όρο για τα καλλυντικά προϊόντα. (Απόφαση στην υπόθεση T-201/14, The Body Shop International plc κατά ΓΕΕΑ)

 

Υπηρεσία Τύπου και Πληροφόρησης

Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ ΤΥΠΟΥ αριθ. 29/16

Λουξεμβούργο, 16 Μαρτίου 2016

Απόφαση στην υπόθεση T‑201/14

The Body Shop International plc κατά ΓΕΕΑ


 

 

Η εταιρία The Body Shop δεν μπορεί να καταχωρίσει το SPA WISDOM ως κοινοτικό σήμα

Ο όρος spa δεν αποτελεί γενικό όρο για τα καλλυντικά προϊόντα

Το 2010, η εταιρία The Body Shop International, με έδρα το Littlehampton (Ηνωμένο Βασίλειο), υπέβαλε αίτηση καταχώρισης κοινοτικού σήματος στο Γραφείο Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ)[1]. Η αίτηση αφορούσε το λεκτικό σημείο SPA WISDOM. Η καταχώριση ζητήθηκε, μεταξύ άλλων, για καλλυντικά προϊόντα.

Η εταιρία Spa Monopole, compagnie fermière de Spa, με έδρα το Spa (Βέλγιο), άσκησε ανακοπή κατά της εν λόγω καταχώρισης. Η ανακοπή αυτή στηρίχθηκε σε διάφορα προγενέστερα σήματα καταχωρισμένα στη Μπενελούξ τα οποία χρησιμοποιούν τον όρο «spa», και μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται το λεκτικό σήμα SPA που αφορά μεταξύ άλλων μεταλλικά και αεριούχα νερά.

Τον Ιανουάριο του 2014, το ΓΕΕΑ δέχτηκε την ανακοπή και απέρριψε την αίτηση καταχώρισης του σήματος SPA WISDOM στο σύνολό της. Έκρινε ότι υπάρχει κίνδυνος η χρήση του σήματος αυτού να έχει ως συνέπεια την άντληση αθέμιτου οφέλους από τον διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του προγενέστερου σήματος Spa. Στις 26 Μαρτίου 2014, η εταιρία The Body Shop άσκησε προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ζητώντας την ακύρωση της απόφασης του ΓΕΕΑ.

Με τη σημερινή του απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο απορρίπτει την προσφυγή που άσκησε η εταιρία The Body Shop.

Συγκεκριμένα, το Γενικό Δικαστήριο επιβεβαιώνει την προγενέστερη νομολογία του[2], διαπιστώνοντας ότι ο όρος «spa» μπορεί ενδεχομένως να συνιστά γενικό και περιγραφικό όρο στην περίπτωση των χώρων υδροθεραπείας, όπως είναι τα χαμάμ ή οι σάουνες, όχι όμως σε αυτήν των καλλυντικών, για τον λόγο ότι η σχέση μεταξύ καλλυντικών και κέντρων υδροθεραπείας δεν είναι τέτοια ώστε να επεκταθεί στα εν λόγω προϊόντα ο γενικός και περιγραφικός χαρακτήρας της λέξης αυτής.

Το Γενικό Δικαστήριο διευκρινίζει ότι τα προϊόντα τα οποία αφορά το λεκτικό σήμα SPA, δηλαδή τα μεταλλικά νερά, μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως συστατικά των καλλυντικών προϊόντων. Ως εκ τούτου, μεταξύ αυτών των δύο ειδών προϊόντων υπάρχει ορισμένη εγγύτητα, η οποία ενισχύεται από το γεγονός ότι οι φορείς εκμετάλλευσης μεταλλικών νερών συχνά πωλούν καλλυντικά προϊόντα αποτελούμενα από μεταλλικά νερά.

Κατά συνέπεια, λαμβανομένων υπόψη του κοινού προς το οποίο απευθύνονται τα αντιπαρατιθέμενα σημεία, δηλαδή του ευρέος κοινού των χωρών της Μπενελούξ, καθώς και του μέσου βαθμού ομοιότητας μεταξύ των εν λόγω σημείων, της εγγύτητας των προσδιοριζόμενων από τα αντιπαρατιθέμενα σημεία προϊόντων αλλά και της μεγάλης φήμης του σήματος SPA, το ΓΕΕΑ δεν υπέπεσε σε πλάνη καθόσον διαπίστωσε ότι το ενδιαφερόμενο κοινό θα μπορούσε ενδεχομένως να συνδέσει τα αντιπαρατιθέμενα σημεία.

Εκτός αυτού, το Γενικό Δικαστήριο επισημαίνει ότι η εικόνα του σήματος SPA και το περιεχόμενο του μηνύματός του παραπέμπουν στην υγεία, τον καλλωπισμό, την καθαριότητα και την υψηλή περιεκτικότητα σε μεταλλικά στοιχεία. Τούτο ισχύει επίσης για τα καλλυντικά προϊόντα. Συγκεκριμένα, τα τελευταία αυτά προϊόντα αποβλέπουν στη διατήρηση, τη φροντίδα και τον καθαρισμό της επιδερμίδας, με σκοπό τον καλλωπισμό.

Συνεπώς, το Γενικό Δικαστήριο καταλήγει ότι ορθώς το ΓΕΕΑ έκρινε ότι υπάρχει κίνδυνος η χρήση του SPA WISDOM να έχει ως συνέπεια την άντληση αθέμιτου οφέλους από τη φήμη του προγενέστερου σήματος SPA ή από την εικόνα του, με αποτέλεσμα να καθίσταται ευχερέστερη η διάθεση στο εμπόριο των προσδιοριζόμενων από το ζητούμενο σήμα προϊόντων λόγω της συσχέτισής τους με το προγενέστερο σήμα.


ΥΠΟΜΝΗΣΗ: Το κοινοτικό σήμα ισχύει σε ολόκληρη την επικράτεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης και συνυπάρχει με τα εθνικά σήματα. Οι αιτήσεις καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος απευθύνονται στο ΓΕΕΑ. Κατά των αποφάσεων αυτών μπορεί να ασκηθεί προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.

 

ΥΠΟΜΝΗΣΗ: Κατά της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου μπορεί να ασκηθεί αναίρεση, περιοριζόμενη σε νομικά ζητήματα, ενώπιον του Δικαστηρίου, εντός δύο μηνών από της κοινοποιήσεώς της.

ΥΠΟΜΝΗΣΗ: Η προσφυγή ακυρώσεως αποσκοπεί στην ακύρωση πράξεων των οργάνων της Ένωσης που αντιβαίνουν στο δίκαιο της Ένωσης. Υπό ορισμένες προϋποθέσεις, τα κράτη μέλη, τα όργανα της Ένωσης και οι ιδιώτες μπορούν να ασκήσουν προσφυγή ακυρώσεως ενώπιον του Δικαστηρίου ή του Γενικού Δικαστηρίου. Αν η προσφυγή είναι βάσιμη, η πράξη ακυρώνεται. Το καθού όργανο της Ένωσης οφείλει να καλύψει το ενδεχόμενο κενό δικαίου που δημιουργεί η ακύρωση της πράξεως.


Ανεπίσημο έγγραφο προοριζόμενο για τα μέσα μαζικής ενημερώσεως, το οποίο δεν δεσμεύει το Γενικό Δικαστήριο

Το πλήρες κείμενο της αποφάσεως είναι διαθέσιμο στην ιστοσελίδα CURIA από την ημερομηνία δημοσιεύσεώς της

Επικοινωνία: Estella Cigna-Αγγελίδη ( (+352) 4303 2582



[1] Κανονισμός (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το κοινοτικό σήμα (EE L 78, σ. 1).

[2] Αποφάσεις της 25ης Μαρτίου 2009, L’Oréal κατά ΓΕΕΑ – Spa Monopole (SPALINE) (υπόθεση T-21/07), και L’Oréal κατά ΓΕΕΑ – Spa Monopole (SPA THERAPY) (υπόθεση T-109/07).

ΔΕΕ: ΚΑΡΤΕΛ ΣΤΗ ΑΓΟΡΑ ΤΣΙΜΕΝΤΟΥ-Οι αποφάσεις της Επιτροπής να της παράσχουν πληροφορίες διάφορες τσιμεντοβιομηχανίες ακυρώνονται (Αποφάσεις C-247/14P κ.λπ.)

 

ο Δικαστήριο ακυρώνει τις αποφάσεις με τις οποίες η Επιτροπή κάλεσε τις τσιμεντοβιομηχανίες να της παράσχουν πληροφορίες. Οι αποφάσεις της Επιτροπής δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένες.

 

(Απόφαση στις υποθέσεις C-247/14 P HeidelbergCement κατά Επιτροπής, C-248/14 P Schwenk Zement κατά Επιτροπής, C-267/14 P Buzzi Unicem κατά Επιτροπής και C-268/14 P Italmobiliare κατά Επιτροπής)

 

Βλ. συνημμένο Ανακοινωθέν Τύπου. Για το πλήρες κείμενο της αποφάσεως παρακαλούμε επισκεφθείτε την ιστοσελίδα CURIA.

 

 

Υπηρεσία Τύπου και Πληροφόρησης

Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ ΤΥΠΟΥ αριθ. 27/16

Λουξεμβούργο, 10 Μαρτίου 2016

Απόφαση στις υποθέσεις
C‑247/14 P HeidelbergCement κατά Επιτροπής,
C‑248/14 P Schwenk Zement κατά Επιτροπής,
C‑267/14 P Buzzi Unicem κατά Επιτροπής
και C‑268/14 P Italmobiliare κατά Επιτροπής


Το Δικαστήριο ακυρώνει τις αποφάσεις με τις οποίες η Επιτροπή κάλεσε τις τσιμεντοβιομηχανίες να της παράσχουν πληροφορίες

Οι αποφάσεις της Επιτροπής δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένες

Τον Νοέμβριο του 2008 και τον Σεπτέμβριο του 2009 η Επιτροπή διενήργησε ελέγχους στις εγκαταστάσεις πολλών επιχειρήσεων οι οποίες δραστηριοποιούνται στην αγορά του τσιμέντου.

Στις 6 Δεκεμβρίου 2010 η Επιτροπή κίνησε εις βάρος διαφόρων από τις επιχειρήσεις αυτές διαδικασία για εικαζόμενες παραβάσεις. Οι παραβάσεις συνίσταντο, κατά την Επιτροπή, σε «περιορισμούς των εμπορικών συναλλαγών εντός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ), συμπεριλαμβανομένου του περιορισμού των εισαγωγών προς τον ΕΟΧ από χώρες εκτός του ΕΟΧ, κατανομή αγορών, συντονισμό των τιμών και συναφείς πρακτικές αντίθετες στον ανταγωνισμό εντός της αγοράς τσιμέντου και εντός των αγορών συναφών προϊόντων». Με αποφάσεις της 30ής Μαρτίου 2011[1], η Επιτροπή κάλεσε τις επιχειρήσεις να απαντήσουν σε ερωτηματολόγιο το οποίο αφορούσε τις υπόνοιές της σχετικά με τις ως άνω εικαζόμενες παραβάσεις.

Πολλές εταιρίες, όπως οι γερμανικές HeidelbergCement και Schwenk Zement, καθώς και οι ιταλικές Buzzi Unicem και Italmobiliare, άσκησαν προσφυγή ακυρώσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ειδικότερα, προσήψαν στην Επιτροπή ότι δεν εξήγησε ποιες ακριβώς ήταν οι εικαζόμενες παραβάσεις και ότι τους επέβαλε δυσανάλογο φόρτο εργασίας, λαμβανομένων υπόψη, αφενός, του όγκου των ζητούμενων πληροφοριών και, αφετέρου, της εντελώς περιοριστικής μορφής υπό την οποία έπρεπε να δώσουν τις απαντήσεις τους. Με αποφάσεις της 14ης Μαρτίου 2014[2], το Γενικό Δικαστήριο επιβεβαίωσε, κατά βάση, τη νομιμότητα των αποφάσεων τις οποίες είχε απευθύνει η Επιτροπή στις τσιμεντοβιομηχανίες ζητώντας τους πληροφορίες.

Κατόπιν τούτου, οι εταιρίες ζήτησαν από το Δικαστήριο να αναιρέσει τις αποφάσεις του Γενικού Δικαστηρίου και να ακυρώσει τις αποφάσεις της Επιτροπής.

Με τις σημερινές αποφάσεις του, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι οι αποφάσεις της Επιτροπής ήταν επαρκώς αιτιολογημένες.

Κατά το δίκαιο της Ένωσης, η αιτιολογία των πράξεων των θεσμικών οργάνων πρέπει να είναι προσαρμοσμένη στη φύση της εκάστοτε πράξεως και να προκύπτει από αυτήν σαφώς και χωρίς περιθώριο αμφιβολίας η συλλογιστική του θεσμικού οργάνου που εξέδωσε την πράξη, ώστε να καθίσταται δυνατό στους μεν ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους για τους οποίους ελήφθη το σχετικό μέτρο, στο δε αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο να ασκεί τον έλεγχό του. Η υποχρέωση αιτιολογήσεως πρέπει να εκτιμάται λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων της προκειμένης περιπτώσεως και με γνώμονα όχι μόνον το γράμμα της πράξεως, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται, καθώς και το σύνολο των νομικών κανόνων που διέπουν τον αντίστοιχο τομέα.

Όσον αφορά, πιο συγκεκριμένα, την αιτιολογία αποφάσεως με την οποία ζητούνται πληροφορίες, η Επιτροπή οφείλει να αναφέρει τη νομική βάση και τον σκοπό της αιτήσεως. Πρέπει επίσης να προσδιορίζει τις ζητούμενες πληροφορίες και να τάσσει προθεσμία για την παροχή τους. Αυτή η υποχρέωση ειδικής αιτιολογήσεως συνιστά θεμελιώδη επιταγή, όχι μόνο για να καταδεικνύεται ότι δικαιολογημένα ζητούνται οι πληροφορίες, αλλά και για να δίνεται στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις η δυνατότητα να αντιληφθούν την έκταση του καθήκοντός τους για συνεργασία και να προασπίσουν παράλληλα τα δικαιώματά τους άμυνας.

Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι, εν προκειμένω, οι ερωτήσεις της Επιτροπής προς τις επιχειρήσεις είναι εξαιρετικά πολυάριθμες και αφορούν εντελώς διαφορετικά είδη πληροφοριών. Εντούτοις, από τις αποφάσεις της Επιτροπής δεν είναι δυνατό να συναχθεί, με σαφήνεια και χωρίς περιθώριο αμφιβολίας, ποιες υπόνοιες περί παραβάσεως δικαιολογούν την έκδοσή τους, ούτε να διαπιστωθεί αν οι ζητούμενες πληροφορίες είναι απαραίτητες για την έρευνα. Πράγματι, η αιτιολογία είναι υπερβολικά συνοπτική, αόριστη και γενικόλογη, ιδίως σε σύγκριση με το ευρύ πεδίο του ερωτηματολογίου.

Επιπλέον, κατά το Δικαστήριο, το πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται οι αποφάσεις δεν αρκεί για να αμβλυνθεί η ανεπάρκεια της αιτιολογίας.

Τέλος, το Δικαστήριο τονίζει ότι η απόφαση με την οποία ζητούνται πληροφορίες αποτελεί, όπως και η απόφαση για τη διενέργεια ελέγχου, μέτρο έρευνας το οποίο χρησιμοποιείται κατά κανόνα σε προκαταρκτικό στάδιο της υποθέσεως. Το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει, όσον αφορά τις αποφάσεις για τη διενέργεια ελέγχου, ότι δεν είναι απολύτως αναγκαίο να οριοθετεί η Επιτροπή με ακρίβεια τη σχετική αγορά ούτε να προβαίνει σε ακριβή νομικό χαρακτηρισμό των εικαζομένων παραβάσεων ούτε να διευκρινίζει σε ποια χρονική περίοδο πιθανολογείται ότι τελέστηκαν οι παραβάσεις αυτές, εφόσον οι έλεγχοι πραγματοποιούνται στην αρχή της έρευνας, οπότε η Επιτροπή δεν έχει ακόμη στη διάθεσή της συγκεκριμένες πληροφορίες.

Εντούτοις, δεν δικαιολογείται μια εντελώς συνοπτική, αόριστη και γενικόλογη αιτιολογία προς στήριξη αιτήματος παροχής πληροφοριών στο πλαίσιο αποφάσεων που εκδόθηκαν, όπως στις υπό κρίση υποθέσεις, πολλούς μήνες μετά την έναρξη της διαδικασίας και δύο και πλέον έτη μετά τους πρώτους ελέγχους, ενώ η Επιτροπή είχε εν τω μεταξύ αποστείλει πλείονες αιτήσεις παροχής πληροφοριών σε επιχειρήσεις για τις οποίες είχε υπόνοιες ότι μετείχαν στην επίμαχη παράβαση. Το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις εκδόθηκαν σε μια χρονική στιγμή κατά την οποία η Επιτροπή διέθετε ήδη πληροφορίες ικανές να της επιτρέψουν να εκθέσει με μεγαλύτερη ακρίβεια ποιες υπόνοιες περί παραβάσεως είχε εις βάρος των οικείων επιχειρήσεων.

Επομένως, το Δικαστήριο καταλήγει ότι οι αποφάσεις της Επιτροπής δεν είναι αιτιολογημένες επαρκώς κατά νόμον και αποφασίζει να αναιρέσει τις αποφάσεις του Γενικού Δικαστηρίου και να ακυρώσει τις αποφάσεις της Επιτροπής.


ΥΠΕΝΘΥΜΙΣΗ: Το Δικαστήριο μπορεί να επιληφθεί αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία περιορίζεται σε νομικά ζητήματα, κατά αποφάσεως ή διατάξεως του Γενικού Δικαστηρίου. Καταρχήν, η άσκηση αναιρέσεως δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα. Εάν είναι παραδεκτή και βάσιμη, το Δικαστήριο αναιρεί την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου. Στην περίπτωση που η υπόθεση είναι ώριμη προς εκδίκαση, το Δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί το ίδιο οριστικά επί της διαφοράς. Σε αντίθετη περίπτωση, αναπέμπει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο, το οποίο δεσμεύεται από την απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο στο πλαίσιο της αιτήσεως αναιρέσεως.


Ανεπίσημο έγγραφο προοριζόμενο για τα μέσα μαζικής ενημερώσεως, το οποίο δεν δεσμεύει το Δικαστήριο.

Το πλήρες κείμενο των αποφάσεων (C-247/14 P, C-248/14 P, C-267/14 P, C-268/14 P) είναι διαθέσιμο στην ιστοσελίδα CURIA από την ημερομηνία δημοσιεύσεώς της

Επικοινωνία: Estella Cigna-Αγγελίδη ( (+352) 4303 2582(+352) 4303 2582



[1] Αποφάσεις C(2011) 2356 τελικό, C(2011) 2361 τελικό, C(2011) 2364 τελικό και C(2011) 2367 τελικό της Επιτροπής, της 30ής Μαρτίου 2011, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 18, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου (υπόθεση COMP/39520 — Τσιμέντο και συναφή προϊόντα).

[2] Αποφάσεις του Γενικού Δικαστηρίου στις υποθέσεις Cemex κ.λπ. κατά Επιτροπής (T‑292/11), Holcim (Deutschland) et Holcim κατά Επιτροπής (T‑293/11), Cementos Portland Valderrivas κατά Επιτροπής (T‑296/11), Buzzi Unicem κατά Επιτροπής (T‑297/11), HeidelbergCement κατά Επιτροπής (T‑302/11), Italmobiliare κατά Επιτροπής (T‑305/11) και Schwenk Zement κατά Επιτροπής (T‑306/11). Βλ. επίσης Ανακοινωθέν Τύπου αριθ. 35/14.

ΔΕΕ: Επικυρώνεται η υποχρέωση ανάκτησης 425 εκατ. ευρώ από τους Έλληνες αγρότες (Απόφαση C-431/14P, Ελλάδα κατά Επιτροπής)

Το Δικαστήριο επιλήφθηκε αιτήσεως αναιρέσεως της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της 16ης Ιουλίου 2014, Ελλάδα κατά Επιτροπής (T-52/12) και σήμερα αποφάνθηκε οριστικά επί της διαφοράς:

Επικυρώνεται η υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να ανακτήσει από τους Έλληνες αγρότες την παράνομη κρατική ενίσχυση ύψους 425 εκατομμυρίων ευρώ η οποία είχε χορηγηθεί εξαιτίας των δυσμενών καιρικών συνθηκών.

(Απόφαση στην υπόθεση C-431/14 P, Ελλάδα κατά Επιτροπής)

Βλ. συνημμένο Ανακοινωθέν Τύπου. Για το πλήρες κείμενο της αποφάσεως παρακαλούμε επισκεφθείτε την ιστοσελίδα CURIA.

 

 

Υπηρεσία Τύπου και Πληροφόρησης

Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ ΤΥΠΟΥ αριθ. 26/16

Λουξεμβούργο, 8 Μαρτίου 2016

Απόφαση στην υπόθεση C-431/14 P

Ελλάδα κατά Επιτροπής


Το Δικαστήριο επικυρώνει την υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να ανακτήσει από τους Έλληνες αγρότες την παράνομη κρατική ενίσχυση ύψους 425 εκατομμυρίων ευρώ η οποία είχε χορηγηθεί εξαιτίας των δυσμενών καιρικών συνθηκών

Κατά το έτος 2009, ο Οργανισμός Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΕΛΓΑ) – φορέας του Δημοσίου ο οποίος έχει ως σκοπό την ασφάλιση των αγροτικών εκμεταλλεύσεων όσον αφορά ζημίες οφειλόμενες σε φυσικούς κινδύνους – κατέβαλε σε περίπου 800.000 Έλληνες αγρότες αντισταθμιστικές ενισχύσεις συνολικού ύψους 425 εκατομμυρίων ευρώ λόγω ζημιών που είχαν προκληθεί το 2008 εξαιτίας δυσμενών καιρικών συνθηκών.

Μέρος του ποσού αυτού προερχόταν, κατά την Ελλάδα, από εισφορές που είχαν καταβάλει οι Έλληνες αγρότες στο πλαίσιο του συστήματος υποχρεωτικής ασφαλίσεως του ΕΛΓΑ και οι οποίες ανέρχονταν σε τουλάχιστον 145 εκατομμύρια ευρώ όσον αφορά τα έτη 2008 και 2009. Δεδομένου ότι ο ελληνικός γεωργικός τομέας χαρακτηρίζεται από την πρωτίστως οικογενειακού χαρακτήρα γεωργία και τις μικρού μεγέθους εκμεταλλεύσεις, καθένας από τους αποζημιωθέντες αγρότες έλαβε, κατά μέσο όρο, ποσό σχεδόν 500 ευρώ.

Με απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2011[1], η Επιτροπή, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη τους κανόνες συμπεριφοράς που περιλαμβάνονται στο Προσωρινό κοινοτικό πλαίσιο για τη λήψη μέτρων κρατικής ενισχύσεως, με σκοπό να στηριχθεί η πρόσβαση στη χρηματοδότηση[2], χαρακτήρισε τα μέτρα αυτά ως παράνομες κρατικές ενισχύσεις μη συμβατές με την εσωτερική αγορά. Διέταξε, επομένως, τις ελληνικές αρχές να ανακτήσουν τις ενισχύσεις αυτές από τους δικαιούχους τους.

Η Ελλάδα ζήτησε από το Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης την ακύρωση της αποφάσεως αυτής και την αναστολή εκτελέσεώς της μέχρι την έκδοση της αποφάσεως επί της ουσίας.

Το 2012, ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου[3] ανέστειλε την εκτέλεση της αποφάσεως, καθόσον με την απόφαση αυτή υποχρεωνόταν η Ελλάδα να ανακτήσει τις μη συμβατές ενισχύσεις από τους δικαιούχους τους. Ωστόσο, το Γενικό Δικαστήριο, το 2014, απέρριψε την προσφυγή επί της ουσίας[4].

Κατόπιν τούτου, η Ελλάδα άσκησε αναίρεση ενώπιον του Δικαστηρίου, με αίτημα τόσο την αναίρεση της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου όσο και την αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως της Επιτροπής έως την έκδοση αποφάσεως επί της αιτήσεως αναιρέσεως. Το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αναστολής εκτελέσεως[5] για τον λόγο ότι η αίτηση αναιρέσεως δεν ήταν εκ πρώτης όψεως βάσιμη.

Με τη σημερινή απόφασή του, το Δικαστήριο επισημαίνει καταρχάς ότι η είσπραξη των εισφορών των αγροτών από το Δημόσιο και η εισαγωγή τους στον κρατικό προϋπολογισμό, πριν αυτές αποδοθούν από το Δημόσιο στον ΕΛΓΑ, αρκούν για να θεωρηθεί ότι οι παροχές που χορηγεί ο ΕΛΓΑ προέρχονται από κρατικούς πόρους. Δεδομένου, επίσης, ότι οι πληρωμές που κατέβαλε ο ΕΛΓΑ ήταν ανεξάρτητες των εισφορών που είχαν καταβάλει οι αγρότες, οι πληρωμές αυτές συνιστούσαν πλεονέκτημα το οποίο δεν θα είχαν οι δικαιούχοι υπό κανονικές συνθήκες αγοράς και, επομένως, είχαν επιπτώσεις στον ανταγωνισμό.

Εν συνεχεία, το Δικαστήριο απορρίπτει το επιχείρημα που προέβαλε η Ελλάδα, η οποία, λαμβανομένης υπόψη της σοβαρής κρίσεως που αντιμετώπιζε η ελληνική οικονομία το 2009, προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι επιβεβαίωσε την εκτίμηση της Επιτροπής περί του ότι η καταβολή των ενισχύσεων παρέσχε στους Έλληνες αγρότες πλεονέκτημα όσον αφορά τον ανταγωνισμό το οποίο επηρέαζε το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, μολονότι στην Ελλάδα τότε δεν επικρατούσαν κανονικές συνθήκες αγοράς. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο κρίνει ότι το επιχείρημα αυτό έχει τον χαρακτήρα νέου επιχειρήματος και πρέπει, επομένως, να απορριφθεί.

Τέλος, το Δικαστήριο απορρίπτει επίσης το επιχείρημα της Ελλάδας ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο αποφαινόμενο ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε να παραβλέψει, αλλά ήταν υποχρεωμένη να εφαρμόσει τους κανόνες συμπεριφοράς που περιλαμβάνονται στο Προσωρινό κοινοτικό πλαίσιο. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η Επιτροπή, θεσπίζοντας τέτοιους κανόνες, αυτοπεριορίσθηκε όσον αφορά την άσκηση της ευρείας εξουσίας της εκτιμήσεως σχετικά με το αν είναι συμβατές με την εσωτερική αγορά οι ενισχύσεις με σκοπό την άρση σοβαρής διαταράξεως της οικονομίας κράτους μέλους[6] και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί, καταρχήν, να αποκλίνει από τους κανόνες αυτούς.

Βεβαίως, το Δικαστήριο διευκρινίζει επίσης ότι η Επιτροπή μπορεί να υποχρεούται να αποκλίνει από τέτοιους κανόνες συμπεριφοράς και να εκτιμήσει αν οι οικείες ενισχύσεις είναι συμβατές εφαρμόζοντας απευθείας τη σχετική διάταξη της Συνθήκης[7], ιδίως οσάκις κράτος μέλος επικαλείται την ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων που χαρακτηρίζουν συγκεκριμένο τομέα της οικονομίας κράτους μέλους και διαφοροποιούνται εκείνων τις οποίες λαμβάνουν υπόψη τα πλαίσια αυτά.

Ωστόσο, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι, εν προκειμένω, η Ελλάδα δεν προέβαλε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου το επιχείρημα ότι συνέτρεχαν τέτοιες εξαιρετικές ειδικές περιστάσεις στον ελληνικό γεωργικό τομέα, οι οποίες διαφοροποιούνταν από εκείνες που χαρακτήριζαν τον ίδιο τομέα σε άλλα, ομοίως πληττόμενα από την οικονομική κρίση, κράτη μέλη και οι οποίες, επομένως, θα μπορούσαν να επιβάλουν στην Επιτροπή απόκλιση από το προσωρινό κοινοτικό πλαίσιο.

Το Δικαστήριο απορρίπτει επομένως την εκ μέρους της Ελλάδας αίτηση αναιρέσεως, οπότε επικυρώνεται η απόφαση της Επιτροπής και το Ελληνικό Δημόσιο υποχρεούται να ανακτήσει τις ενισχύσεις.


ΥΠΟΜΝΗΣΗ: Το Δικαστήριο μπορεί να επιληφθεί αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία περιορίζεται σε νομικά ζητήματα, κατά αποφάσεως ή διατάξεως του Γενικού Δικαστηρίου. Καταρχήν, η άσκηση αναιρέσεως δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα. Εάν είναι παραδεκτή και βάσιμη, το Δικαστήριο αναιρεί την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου. Στην περίπτωση που η υπόθεση είναι ώριμη προς εκδίκαση, το Δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί το ίδιο οριστικά επί της διαφοράς. Σε αντίθετη περίπτωση, αναπέμπει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο, το οποίο δεσμεύεται από την απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο στο πλαίσιο της αιτήσεως αναιρέσεως.


Ανεπίσημο έγγραφο προοριζόμενο για τα μέσα μαζικής ενημερώσεως, το οποίο δεν δεσμεύει το Δικαστήριο.

Το πλήρες κείμενο της αποφάσεως είναι διαθέσιμο στην ιστοσελίδα CURIA από την ημερομηνία δημοσιεύσεώς της

Επικοινωνία: Estella Cigna-Αγγελίδη ( (+352) 4303 2582



[1] Απόφαση 2012/157/ΕΕ της Επιτροπής, της 7ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις αντισταθμιστικές ενισχύσεις που καταβλήθηκαν από τον Οργανισμό Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΕΛΓΑ) κατά τα έτη 2008 και 2009 [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό C (2011) 7260] (ΕΕ L 78, σ. 21).

[2] Προσωρινό κοινοτικό πλαίσιο για τη λήψη μέτρων κρατικής ενίσχυσης, με σκοπό να στηριχθεί η πρόσβαση στη χρηματοδότηση κατά τη διάρκεια της τρέχουσας χρηματοπιστωτικής και οικονομικής κρίσης, όπως προκύπτει από την ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της 17ης Δεκεμβρίου 2008 (ΕΕ 2009, C 16, σ. 1) και όπως τροποποιήθηκε με την ανακοίνωση της Επιτροπής που δημοσιεύθηκε την 31η Οκτωβρίου 2009 (ΕΕ 2009, C 261, σ. 2).

[3] Διάταξη του Προέδρου του Γενικού Δικαστηρίου, της 19ης Σεπτεμβρίου 2012, Ελλάδα κατά Επιτροπής (T-52/12 R, βλ. Ανακοινωθέν Τύπου αριθ. 118/12).

[4] Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 16ης Ιουλίου 2014, Ελλάδα κατά Επιτροπής (T-52/12).

[5] Διάταξη του αντιπροέδρου του Δικαστηρίου της 3ης Δεκεμβρίου 2014, Ελλάδα κατά Επιτροπής (C-431/14 P R).

[6] Βάσει του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο β΄, ΣΛΕΕ.

[7] Δηλαδή το άρθρο107, παράγραφος 3, στοιχείο β΄, ΣΛΕΕ.

 

 

ΔΕΕ: ΙΝΤΕΡΝΕΤ-Η Daimler δεν μπορεί να υποχρεώσει πρώην εξουσιοδοτημένο συνεργείο της να απαλείψει δημοσίευση καταχωρίσεως με το σήμα "Mercedes-Benz" (Aπόφαση C-179/15)

Τα πρώην εξουσιοδιοτημένα συνεργεία Daimler δεν είναι υπεύθυνα για τις καταχωρίσεις οι οποίες, παρά την προσπάθεια που αυτά κατέβαλαν για τη διαγραφή τους, εξακολουθούν να συνδέουν την επωνυμία τους με το σήμα «Mercedes-Benz» στο Διαδίκτυο. Επιπροσθέτως η Daimler δεν μπορεί να απαιτήσει από τα εν λόγω συνεργεία να αναλάβουν ενέργειες με σκοπό την απάλειψη από το Διαδίκτυο τέτοιων καταχωρίσεων οσάκις αυτές δεν είχαν παραγγελθεί.

(Απόφαση στην υπόθεση C-179/15, Daimler AG κατά Együd Garage Gépjárműjavító és Értékesítő Kft.)

Βλ. συνημμένο Ανακοινωθέν Τύπου. Για το πλήρες κείμενο της αποφάσεως παρακαλούμε επισκεφθείτε την ιστοσελίδα CURIA.

 

 

Υπηρεσία Τύπου και Πληροφόρησης

Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ ΤΥΠΟΥ αριθ. 23/16

Λουξεμβούργο, 3 Μαρτίου 2016

Απόφαση στην υπόθεση C-179/15

Daimler AG κατά Együd Garage Gépjárműjavító és Értékesítő Kft.



Τα πρώην εξουσιοδιοτημένα συνεργεία Daimler δεν είναι υπεύθυνα για τις καταχωρίσεις οι οποίες, παρά την προσπάθεια που αυτά κατέβαλαν για τη διαγραφή τους, εξακολουθούν να συνδέουν την επωνυμία τους με το σήμα «Mercedes-Benz» στο Διαδίκτυο

Επιπροσθέτως η Daimler δεν μπορεί να απαιτήσει από τα εν λόγω συνεργεία να αναλάβουν ενέργειες με σκοπό την απάλειψη από το Διαδίκτυο τέτοιων καταχωρίσεων οσάκις αυτές δεν είχαν παραγγελθεί

Η Együd Garage είναι εταιρία ουγγρικού δικαίου η οποία εξειδικεύεται στην πώληση και την επισκευή αυτοκινήτων Mercedes. Για περισσότερο από πέντε έτη συνδεόταν με σύμβαση για την εξυπηρέτηση μετά την πώληση με την Daimler, γερμανική εταιρία κατασκευής αυτοκινήτων Mercedes και δικαιούχο του διεθνούς σήματος «Mercedes-Benz» του οποίου η προστασία εκτείνεται και στην Ουγγαρία. Βάσει της εν λόγω συμβάσεως, η Együd Garage είχε το δικαίωμα να χρησιμοποιεί το σήμα αυτό και να εμφανίζεται στις καταχωρίσεις που την αφορούσαν ως «εξουσιοδοτημένο συνεργείο Mercedes-Benz».

Μετά τη λήξη της εν λόγω συμβάσεως, η Együd Garage επιχείρησε να διασφαλίσει τη διαγραφή κάθε καταχωρίσεως η οποία θα μπορούσε να δημιουργήσει στο κοινό την εντύπωση ότι μεταξύ αυτής και της Daimler εξακολουθούσε να υφίσταται συμβατική σχέση. Παρά τις ενέργειες που ανέλαβε, καταχωρίσεις οι οποίες αποτύπωναν μια τέτοια σχέση εξακολούθησαν να εμφανίζονται στο Διαδίκτυο και να εντοπίζονται από τις μηχανές αναζήτησης.

Στο πλαίσιο αυτό, η Daimler ζήτησε από το Fővárosi Törvényszék (δικαστήριο της Βουδαπέστης, Ουγγαρία) να υποχρεώσει την Együd Garage να προβεί σε ενέργειες για τη διαγραφή των επίμαχων καταχωρίσεων και να απόσχει από οποιαδήποτε νέα προσβολή των δικαιωμάτων που συνδέονται με το σήμα της. Το εν λόγω δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινιστεί εάν η οδηγία περί σημάτων [1] παρέχει στην Daimler τη δυνατότητα να απαιτήσει από τον αντισυμβαλλόμενο να αναλάβει περαιτέρω ενέργειες προς αποφυγή βλάβης του σήματός της.

Με την απόφασή του που δημοσιεύθηκε σήμερα, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η δημοσίευση σε δικτυακό τόπο διαφημιστικής καταχωρίσεως η οποία περιέχει αναφορά σε σήμα συνιστά χρήση του εν λόγω σήματος εκ μέρους του διαφημιζόμενου εάν αυτός παρήγγειλε την καταχώριση. Αντιθέτως, η εμφάνιση του σήματος στον οικείο ιστότοπο δεν συνιστά πλέον τέτοια χρήση εκ μέρους τους διαφημιζόμενου, οσάκις αυτός ρητώς απαίτησε από τον διαχειριστή του ιστότοπου στον οποίο είχε παραγγείλει την καταχώριση να τη διαγράψει και ο διαχειριστής δεν δίνει συνέχεια στο εν λόγω αίτημα. Συγκεκριμένα, οι παραλείψεις του διαχειριστή δεν είναι δυνατόν να καταλογιστούν σε διαφημιζόμενο που επιδιώκει ακριβώς να αποτρέψει χρήση του οικείου σήματος χωρίς σχετική άδεια.

Στο ίδιο πνεύμα, ο διαφημιζόμενος δεν μπορεί να θεωρείται υπεύθυνος για τις πράξεις και τις παραλείψεις των διαχειριστών άλλων δικτυακών τόπων οι οποίοι, χωρίς τη συγκατάθεσή του, αναπαράγουν την καταχώριση για να την εμφανίσουν στον δικό τους ιστότοπο.

Στο μέτρο που αμφότερες οι ανωτέρω διαπιστώσεις ισχύουν ως προς την Együd Garage, η Daimler δεν μπορεί να την υποχρεώσει δικαστικώς να θέσει τέλος στη δημοσίευση στο Διαδίκτυο της επίδικης καταχωρίσεως.

Εντούτοις, το Δικαστήριο διευκρινίζει ότι ο δικαιούχος του σήματος μπορεί, αφενός, να αξιώσει από τον διαφημιζόμενο την απόδοση οποιουδήποτε οικονομικού πλεονεκτήματος το οποίο ενδέχεται να του αποφέρουν οι καταχωρίσεις που εξακολουθούν να εμφανίζονται στο διαδίκτυο και, αφετέρου, να στραφεί κατά των διαχειριστών των δικτυακών τόπων οι οποίοι προσβάλλουν τα δικαιώματα που συνδέονται με το σήμα του.


ΥΠΟΜΝΗΣΗ: Η διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως παρέχει στα δικαστήρια των κρατών μελών τη δυνατότητα να υποβάλουν στο Δικαστήριο, στο πλαίσιο της ένδικης διαφοράς της οποίας έχουν επιληφθεί, ερώτημα σχετικό με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ή με το κύρος πράξεως οργάνου της Ένωσης. Το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να επιλύσει τη διαφορά αυτή, λαμβάνοντας υπόψη την απόφαση του Δικαστηρίου. Η απόφαση αυτή δεσμεύει, ομοίως, άλλα εθνικά δικαστήρια ενώπιον των οποίων ανακύπτει παρόμοιο ζήτημα.


Ανεπίσημο έγγραφο προοριζόμενο για τα μέσα μαζικής ενημερώσεως, το οποίο δεν δεσμεύει το Δικαστήριο.

Το πλήρες κείμενο της αποφάσεως είναι διαθέσιμο στην ιστοσελίδα CURIA από την ημερομηνία δημοσιεύσεώς της

Επικοινωνία: Estella Cigna-Αγγελίδη ( (+352) 4303 2582



[1] Οδηγία 2008/95/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2008, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων (EE L 299, σ. 25, και διορθωτικό ΕΕ 2009, L 11, σ. 86).

Οι εργαζόμενοι σε υπό πτώχευση εταιρία που έχει πραγματική έδρα σε κράτος μέλος προστατεύονται από το δίκαιο της ΕΕ (Απόφαση C-292/14, Στρουμπούλης κ.λπ.)

Οι Έλληνες ναυτικοί που κατοικούν στην Ελλάδα και ναυτολογούνται από εταιρία με καταστατική έδρα σε τρίτη χώρα αλλά πραγματική έδρα σε κράτος μέλος προστατεύονται από το δίκαιο της Ένωσης σε περίπτωση αφερεγγυότητας της εταιρίας αυτής. Ο Έλληνας νομοθέτης όφειλε να θεσπίσει κανόνες οι οποίοι να παρέχουν στους εργαζομένους την προστασία που προβλέπει το δίκαιο της Ένωσης.

(Απόφαση στην υπόθεση C-292/14, Ελληνικό Δημόσιο κατά Στρουμπούλη κ.λπ.)

Βλ. συνημμένο Ανακοινωθέν Τύπου. Για το πλήρες κείμενο της αποφάσεως παρακαλούμε επισκεφθείτε την ιστοσελίδα CURIA.

 

Υπηρεσία Τύπου και Πληροφόρησης Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ ΤΥΠΟΥ αριθ. 19/16

Λουξεμβούργο, 25 Φεβρουαρίου 2016

Απόφαση στην υπόθεση C-292/14

Ελληνικό Δημόσιο κατά Στρουμπούλη κ.λπ.

________________________________________

Οι Έλληνες ναυτικοί που κατοικούν στην Ελλάδα και ναυτολογούνται από εταιρία με καταστατική έδρα σε τρίτη χώρα αλλά πραγματική έδρα σε κράτος μέλος προστατεύονται από το δίκαιο της Ένωσης σε περίπτωση αφερεγγυότητας της εταιρίας αυτής

Ο Έλληνας νομοθέτης όφειλε να θεσπίσει κανόνες οι οποίοι να παρέχουν στους εργαζομένους την προστασία που προβλέπει το δίκαιο της Ένωσης

Κατά τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το δίκαιο της θάλασσας, η οποία υπογράφηκε στο Montego Bay το 1982 , τα πλοία έχουν την ιθαγένεια του κράτους τη σημαία του οποίου δικαιούνται να φέρουν. Η ευρωπαϊκή οδηγία για την προστασία των εργαζομένων σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη προβλέπει κάλυψη των ανεξόφλητων μισθολογικών απαιτήσεων όταν η πτώχευση του εργοδότη έχει κηρυχθεί από δικαστήριο κράτους μέλους και παραπέμπει στο εθνικό δίκαιο για τον ορισμό των εννοιών «μισθωτός» και «εργοδότης».

Τον Ιούλιο του 1994 ο Στέφανος Στρουμπούλης και έξι ακόμη Έλληνες ναυτικοί, κάτοικοι Ελλάδας, ναυτολογήθηκαν στην ίδια χώρα από εταιρία με καταστατική έδρα στη Μάλτα για να εργαστούν σε κρουαζιερόπλοιο υπό σημαία Μάλτας και πλοιοκτησίας της ίδιας εταιρίας. Κατά τον χρόνο εκείνο, η Μάλτα δεν είχε ακόμη προσχωρήσει στην Ένωση και ήταν, ως εκ τούτου, τρίτη χώρα. Οι ναυτικοί θα αποτελούσαν το πλήρωμα του πλοίου ενόψει της ναυλώσεώς του κατά τη θερινή περίοδο του 1994. Οι συμβάσεις εργασίας όριζαν ως εφαρμοστέο δίκαιο το δίκαιο της Μάλτας. Η ναύλωση του πλοίου τελικά ματαιώθηκε, στους δε ναυτικούς δεν καταβλήθηκαν οι αποδοχές τους και αυτοί κατήγγειλαν τις συμβάσεις τους τον Δεκέμβριο του 1994. Λόγω της επιβολής διαφόρων κατασχέσεων, το πλοίο παρέμεινε ακινητοποιημένο στο λιμάνι του Πειραιά έως τον εκπλειστηριασμό του. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, δεχόμενο αγωγή των ναυτικών, υποχρέωσε τον εργοδότη τους να τους καταβάλει τις οφειλόμενες αποδοχές. Εντούτοις, οι απαιτήσεις τους δεν ικανοποιήθηκαν στο πλαίσιο της πτωχευτικής διαδικασίας κατά του εργοδότη τους (ο οποίος είχε στο μεταξύ κηρυχθεί σε πτώχευση από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς), ελλείψει της αναγκαίας περιουσίας.

Κατόπιν τούτων, οι ναυτικοί απευθύνθηκαν στον Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού και ζήτησαν να τύχουν της προστασίας που παρέχεται στους εργαζομένους σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη, κατά τα προβλεπόμενα στην οδηγία. Ο εν λόγω Οργανισμός τους αρνήθηκε τη χορήγηση της ως άνω προστασίας, για τον λόγο ότι αυτοί αποκλείονταν από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Οι ναυτικοί άσκησαν ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών αγωγή αποζημιώσεως κατά του Ελληνικού Δημοσίου, επειδή δεν είχε διασφαλίσει σε αυτούς την προστασία που προέβλεπε η οδηγία 80/987, και κατόπιν απορρίψεως της αγωγής τους έφεση ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών έκρινε ότι η πραγματική έδρα της εταιρίας βρισκόταν στην Ελλάδα, ότι το πλοίο έφερε σημαία ευκαιρίας και ότι, κατά συνέπεια, η οδηγία είχε εφαρμογή. Κατά το ίδιο δικαστήριο, ο Έλληνας νομοθέτης κατά τη μεταφορά της οδηγίας 80/987 στο εθνικό δίκαιο όφειλε να θεσπίσει κανόνες δικαίου οι οποίοι να παρέχουν στα πληρώματα των πλοίων την προστασία που προβλέπει η οδηγία και υποχρέωσε το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στους ναυτικούς ποσό που αντιστοιχούσε στις ανεξόφλητες μισθολογικές απαιτήσεις τους. Η Ελληνική Κυβέρνηση άσκησε αναίρεση ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Το Συμβούλιο της Επικρατείας ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν η οδηγία έχει την έννοια ότι ναυτικοί που κατοικούν σε κράτος μέλος και ναυτολογούνται στο κράτος αυτό από εταιρία με καταστατική έδρα σε τρίτη χώρα για να παράσχουν ναυτική εργασία σε πλοίο με σημαία της τρίτης αυτής χώρας υπάγονται στις προστατευτικές διατάξεις της οδηγίας για τις ανεξόφλητες μισθολογικές απαιτήσεις τους κατά της εταιρίας αυτής.

Με τη σημερινή του απόφαση το Δικαστήριο κρίνει ότι ναυτικοί, όπως ο Σ. Στρουμπούλης και οι λοιποί έξι ναυτικοί, δεν εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας και ότι η εγγύηση των μισθολογικών απαιτήσεων εφαρμόζεται ανεξαρτήτως των θαλασσίων υδάτων στα οποία θα έπλεε το πλοίο.

Ειδικότερα, η οδηγία έχει εφαρμογή και οι προστατευτικές διατάξεις της ισχύουν στην περίπτωση ναυτικών που διαμένουν σε ορισμένο κράτος μέλος και ναυτολογούνται από εταιρία με πραγματική έδρα στο ίδιο κράτος μέλος, όταν η εν λόγω εταιρία έχει κηρυχθεί σε πτώχευση από δικαστήριο του κράτους μέλους αυτού κατά το δίκαιο του, παρά το γεγονός ότι η καταστατική έδρα της εταιρίας βρίσκεται σε τρίτη χώρα και οι ναυτικοί παρείχαν την εργασία τους δυνάμει συμβάσεως εργασίας διεπόμενης από το δίκαιο της τρίτης αυτής χώρας σε κρουαζιερόπλοιο υπό σημαία της ίδιας τρίτης χώρας και πλοιοκτησίας της ως άνω εταιρίας.

________________________________________

ΥΠΟΜΝΗΣΗ: Η διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως παρέχει στα δικαστήρια των κρατών μελών τη δυνατότητα να υποβάλουν στο Δικαστήριο, στο πλαίσιο της ένδικης διαφοράς της οποίας έχουν επιληφθεί, ερώτημα σχετικό με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ή με το κύρος πράξεως οργάνου της Ένωσης. Το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να επιλύσει τη διαφορά αυτή, λαμβάνοντας υπόψη την απόφαση του Δικαστηρίου. Η απόφαση αυτή δεσμεύει, ομοίως, άλλα εθνικά δικαστήρια ενώπιον των οποίων ανακύπτει παρόμοιο ζήτημα.

________________________________________

Ανεπίσημο έγγραφο προοριζόμενο για τα μέσα μαζικής ενημερώσεως, το οποίο δεν δεσμεύει το Δικαστήριο.

Το πλήρες κείμενο της αποφάσεως είναι διαθέσιμο στην ιστοσελίδα CURIA από την ημερομηνία δημοσιεύσεώς της

Επικοινωνία: Estella Cigna-Αγγελίδη  (+352) 4303 2582

Subscribe to this RSS feed