Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως

Κατά τον γ.ε., υπήκοος τρίτης χώρας που έχει την επιμέλεια ανήλικου πολίτη της ΕΕ δεν μπορεί να απελαθεί από κράτος μέλος

 

Υπηρεσία Τύπου και Πληροφόρησης

Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ ΤΥΠΟΥ αριθ. 12/2016

Λουξεμβούργο, 4 Φεβρουαρίου 2016

Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα στις υποθέσεις C‑165/14, Alfredo Rendón Marín κατά

Administración del Estado, και C‑304/14, Secretary of State for the Home Department κατά CS


Κατά τον γενικό εισαγγελέα Μ. Szpunar, υπήκοος τρίτης χώρας ο οποίος έχει την αποκλειστική επιμέλεια ανήλικου πολίτη της ΕE δεν δύναται να απελαθεί από κράτος μέλος ή να στερηθεί της δυνατότητας αποκτήσεως άδειας διαμονής αποκλειστικώς λόγω του ποινικού ιστορικού του

Έκδοση μέτρου απελάσεως χωρεί μόνον εφόσον το μέτρο αυτό είναι σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας και θεμελιώνεται επί επιτακτικών λόγων δημοσίας ασφαλείας, καθώς και επί της προσωπικής συμπεριφοράς του υπηκόου τρίτης χώρας, η οποία πρέπει να συνιστά πραγματική, ενεστώσα και αρκούντως σοβαρή απειλή

Η Συνθήκη ΛΕΕ ορίζει ότι κάθε πρόσωπο που έχει την υπηκοότητα κράτους μέλους είναι πολίτης της Ένωσης και έχει το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής στο έδαφος των κρατών μελών.

Λόγω του ποινικού ιστορικού τους, δύο υπήκοοι τρίτης χώρας (ένας Κολομβιανός και μια Μαροκινή) υπήρξαν αποδέκτες, αντιστοίχως, απορριπτικής αποφάσεως επί αιτήσεως χορηγήσεως άδειας διαμονής και αποφάσεως απελάσεως εκ μέρους των αρχών του κράτους μέλους κατοικίας και ιθαγένειας των ανήλικων τέκνων τους, πολιτών της Ένωσης, τα οποία συντηρούνται από τους ίδιους. Ο A. Rendón Marín είναι πατέρας δύο τέκνων των οποίων έχει την αποκλειστική επιμέλεια, ήτοι ενός άρρενος ισπανικής ιθαγένειας και ενός θήλεος πολωνικής ιθαγένειας. Τόπος κατοικίας των δύο ανήλικων τέκνων υπήρξε ανέκαθεν η Ισπανία (υπόθεση C-165/14). Η CS είναι μητέρα ενός άρρενος τέκνου βρετανικής ιθαγένειας που κατοικεί με την ίδια στο Ηνωμένο Βασίλειο και του οποίου αυτή έχει την αποκλειστική επιμέλεια (υπόθεση C-304/14).

Το Tribunal Supremo (Ανώτατο Δικαστήριο Ισπανίας) και το Upper Tribunal (Immigration and Asylum Chamber) London (Τμήμα Μεταναστεύσεως και Ασύλου του Ανωτέρου Δικαστηρίου του Λονδίνου, Ηνωμένο Βασίλειο) υπέβαλαν στο Δικαστήριο ερώτημα περί των ενδεχόμενων συνεπειών του ποινικού παρελθόντος επί της αναγνωρίσεως δικαιώματος διαμονής δυνάμει του δικαίου της Ένωσης.

Με τις προτάσεις του ο γενικός εισαγγελέας Maciej Szpunar τονίζει κατ’ αρχάς ότι η οδηγία περί ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους[1] τυγχάνει εφαρμογής επί της καταστάσεως του Α. Rendón Marín και της πολωνικής ιθαγένειας κόρης του, δεν τυγχάνει όμως εφαρμογής επί της καταστάσεως του Α. Rendón Marín και του ισπανικής ιθαγένειας υιού του ούτε επί της καταστάσεως της CS και του βρετανικής ιθαγένειας τέκνου της. Συγκεκριμένα, η οδηγία εφαρμόζεται επί των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους που μεταβαίνουν ή διαμένουν σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο του οποίου είναι υπήκοοι. Ούτε όμως τα τέκνα του A. Rendón Marín, ισπανικής και πολωνικής ιθαγένειας, αντιστοίχως, ούτε το τέκνο της CS, Βρετανός υπήκοος, διέσχισαν σύνορο. Κατά τον γενικό εισαγγελέα, η οδηγία τυγχάνει εφαρμογής αποκλειστικώς υπό την έννοια ότι επιτρέπει στον Α. Rendón Marín να διαμένει στην Ισπανία (κράτος μέλος υποδοχής) με την πολωνικής ιθαγένειας κόρη του (νεαρής ηλικίας ανήλικη υπήκοο άλλου κράτους μέλους) της οποίας ο ίδιος έχει εν τοις πράγμασι την επιμέλεια.

Ο γενικός εισαγγελέας εκτιμά ότι το δικαίωμα διαμονής που ο A. Rendón Marín αντλεί από την οδηγία χάρις στην κόρη του δεν δύναται να περιορισθεί διά εθνικής διατάξεως η οποία εξαρτά κατά τρόπο αυτόματο τη χορήγηση άδειας διαμονής από την απουσία ποινικού ιστορικού στην Ισπανία ή στις χώρες προηγούμενης διαμονής του. Συγκεκριμένα, η εν λόγω αυτοδίκαιη απόρριψη της αιτήσεως χορηγήσεως άδειας διαμονής δεν είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας ούτε καθιστά δυνατό να αξιολογηθεί κατά πόσον η προσωπική συμπεριφορά του ενδιαφερομένου συνιστά ενδεχομένως ενεστώτα κίνδυνο για τη δημόσια τάξη ή τη δημόσια ασφάλεια. Συνεπώς, το δίκαιο της Ένωσης αποκλείει εθνική κανονιστική ρύθμιση προβλέπουσα την αυτοδίκαιη απόρριψη αιτήσεως χορηγήσεως άδειας διαμονής υπηκόου τρίτης χώρας, γονέα ανήλικου τέκνου πολίτη της Ένωσης το οποίο συντηρείται από τον ίδιο και συνοικεί με αυτόν στο κράτος μέλος υποδοχής, εκ μόνου του λόγου ότι ο αιτών έχει ποινικό ιστορικό.

Λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας του Δικαστηρίου[2], ο γενικός εισαγγελέας εκτιμά ότι, ως υπήκοοι κράτους μέλους, τα τέκνα του Α. Rendón Marín και το τέκνο της CS απολαύουν του καθεστώτος του πολίτη της Ένωσης, το οποίο τους παρέχει το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής εντός της Ένωσης. Οιοσδήποτε περιορισμός του εν λόγω δικαιώματος εμπίπτει, επομένως, στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, το οποίο αποκλείει μέτρα που έχουν ως αποτέλεσμα να στερούν από τους πολίτες της Ένωσης τη δυνατότητα πραγματικής απολαύσεως, κατά το ουσιώδες μέρος τους, των δικαιωμάτων που τους απονέμει η Συνθήκη. Στις υπό εξέταση περιπτώσεις, τα τέκνα ενδέχεται να υποχρεωθούν εκ των πραγμάτων να συνοδεύσουν τον γονέα τους σε περίπτωση απελάσεώς του, δεδομένου ότι αυτός έχει την αποκλειστική επιμέλειά τους. Σε μια τέτοια περίπτωση, τα τέκνα θα υποχρεώνονταν να εγκαταλείψουν το έδαφος της Ένωσης, ενδεχόμενο που θα τους στερούσε τη δυνατότητα πραγματικής απολαύσεως, κατά το ουσιώδες μέρος τους, των δικαιωμάτων που πηγάζουν από την ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης. Προς διασφάλιση του συμφέροντος των εν λόγω τέκνων έχει αναγνωρισθεί στους γονείς οι οποίοι τελούν σε αυτήν την κατάσταση δευτερογενές δικαίωμα διαμονής. Το δικαίωμα αυτό πηγάζει απευθείας από τη Συνθήκη ΛΕΕ. Ο γενικός εισαγγελέας προβαίνει εν προκειμένω σε αναλογική εφαρμογή της νομολογίας περί των μέτρων απομακρύνσεως εις βάρος υπηκόων κράτους μέλους που βαρύνονται με ποινικές καταδίκες, δεδομένου ότι ο Α. Rendón Marín και η CS δεν είναι οι ίδιοι πολίτες της Ένωσης, αλλά υπήκοοι τρίτης χώρας μέλη της οικογένειας πολίτη της Ένωσης. Κατά την εν λόγω νομολογία, οι έννοιες της δημοσίας τάξεως και της δημοσίας ασφαλείας πρέπει να τυγχάνουν στενής ερμηνείας στο πλαίσιο των περιορισμών του δικαιώματος διαμονής. Ο γενικός εισαγγελέας θεωρεί ανεπίτρεπτη τη διαφοροποίηση των περιορισμών ενός τέτοιου δικαιώματος για λόγους δημοσίας τάξεως ή δημοσίας ασφαλείας αναλόγως της πηγής, Συνθήκης ή οδηγίας, του εν λόγω δικαιώματος.

Ο γενικός εισαγγελέας καταλήγει στο συμπέρασμα ότι εθνική κανονιστική ρύθμιση προβλέπουσα την αυτοδίκαιη απόρριψη αιτήσεως χορηγήσεως άδειας διαμονής υπηκόου τρίτης χώρας, πατέρα ανήλικων τέκνων πολιτών της Ένωσης των οποίων ο ίδιος έχει την αποκλειστική επιμέλεια, λόγω του ποινικού ιστορικού του, προσκρούει στη Συνθήκη ΛΕΕ, στην περίπτωση κατά την οποία η εν λόγω απόρριψη έχει ως συνέπεια να υποχρεωθούν τα τέκνα να εγκαταλείψουν το έδαφος της Ένωσης.

Ο γενικός εισαγγελέας εξετάζει, τέλος, την εξαίρεση για λόγους δημοσίας τάξεως ή δημοσίας ασφαλείας την οποία επικαλείται η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου προς δικαιολόγηση της αποφάσεως απελάσεως της CS. Κατά την εν λόγω απόφαση απελάσεως, το βαρύ ποινικό ιστορικό της CS συνιστά σαφή απειλή για τη συνοχή και τις αξίες της κοινωνίας του εν λόγω κράτους μέλους, η διαφύλαξη των οποίων αποτελεί θεμιτό συμφέρον. Ο γενικός εισαγγελέας εκτιμά ότι το δίκαιο της Ένωσης αποκλείει, κατ’ αρχήν, την απέλαση, μέτρο το οποίο, εντούτοις, σε εξαιρετικές περιστάσεις, δύναται να επιτραπεί, υπό τον όρον τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας και της θεμελιώσεώς του επί της προσωπικής συμπεριφοράς του συγκεκριμένου ατόμου (συμπεριφοράς η οποία πρέπει να συνιστά πραγματική, ενεστώσα και αρκούντως σοβαρή απειλή για θεμελιώδες συμφέρον της κοινωνίας), καθώς και επί επιτακτικών λόγων δημοσίας ασφαλείας.


ΥΠΟΜΝΗΣΗ: Οι προτάσεις του γενικού εισαγγελέα δεν δεσμεύουν το Δικαστήριο. Έργο του γενικού εισαγγελέα είναι να προτείνει στο Δικαστήριο, με πλήρη ανεξαρτησία, νομική λύση για την υπόθεση που του έχει ανατεθεί. Η υπόθεση τελεί υπό διάσκεψη στο Δικαστήριο. Η απόφαση θα εκδοθεί αργότερα.

ΥΠΟΜΝΗΣΗ: Η προδικαστική παραπομπή παρέχει στα δικαστήρια των κρατών μελών τη δυνατότητα, στο πλαίσιο της ένδικης διαφοράς της οποίας έχουν επιληφθεί, να υποβάλουν στο Δικαστήριο ερώτημα σχετικό με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ή με το κύρος πράξεως οργάνου της Ένωσης. Το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να επιλύσει τη διαφορά σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου. Η απόφαση αυτή δεσμεύει, κατά τον ίδιο τρόπο, τα άλλα εθνικά δικαστήρια που επιλαμβάνονται παρόμοιου προβλήματος.


Ανεπίσημο έγγραφο προοριζόμενο για τα μέσα μαζικής ενημερώσεως, το οποίο δεν δεσμεύει το Δικαστήριο.

Το πλήρες κείμενο των προτάσεων (C-165/14, C-304/14) δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα CURIA κατά την ημερομηνία αναπτύξεώς τους

Επικοινωνία: Estella Cigna-Αγγελίδη ( (+352) 4303 2582



[1] Οδηγία 2004/38/EK του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 και την κατάργηση των οδηγιών 64/221/ΕΟΚ, 68/360/ΕΟΚ, 72/194/ΕΟΚ, 73/148/ΕΟΚ, 75/34/ΕΟΚ, 75/35/ΕΟΚ, 90/364/ΕΟΚ, 90/365/ΕΟΚ και 93/96/ΕΟΚ (ΕΕ L 158, σ. 77).

[2] Ιδίως των αποφάσεων του Δικαστηρίου της 19ης Οκτωβρίου 2004, Zhu και Chen (C‑200/02, βλ., επίσης, ΑΤ αριθ. 84/04 στα αγγλικά), της 2ας Μαρτίου 2010, Rottmann (C‑135/08 βλ., επίσης, ΑΤ αριθ. 15/10) και της 8ης Μαρτίου 2011, Ruiz Zambrano (C‑34/09, βλ., επίσης, ΑΤ αριθ. 16/11).

ΑΝΤΙΝΤΑΜΠΙΝΓΚ-Ανίσχυρος εν μέρει ο κανονισμός για την επιβολή δασμών επί των εισαγωγών υποδημάτων από Κίνα και Βιετνάμ στην ΕΕ

 

Υπηρεσία Τύπου και Πληροφόρησης

Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ ΤΥΠΟΥ αριθ. 11/16

Λουξεμβούργο, 4 Φεβρουαρίου 2016

Απόφαση στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-659/13 C & J Clark International Ltd κατά Commissioners for Her Majesty’s Revenue and Customs και C-34/14 Puma SE κατά Hauptzollamt Nürnberg


Ο κανονισμός για την επιβολή δασμού αντιντάμπινγκ επί των εισαγωγών στην Ευρωπαϊκή Ένωση ορισμένων υποδημάτων από δέρμα, καταγωγής Κίνας και Βιετνάμ είναι εν μέρει ανίσχυρος

Το Συμβούλιο και η Επιτροπή παρέβησαν ορισμένους διαδικαστικούς κανόνες κατά την έκδοση του κανονισμού

Στις 5 Οκτωβρίου 2006, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξέδωσε έναν κανονισμό[1] για την επιβολή δασμού αντιντάμπινγκ σε ορισμένα υποδήματα από δέρμα που εισάγονται από την Κίνα και το Βιετνάμ στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο συντελεστής του δασμού αντιντάμπινγκ καθορίστηκε σε 16,5 % για τα υποδήματα που παράγονται από τις εταιρείες που είναι εγκατεστημένες στην Κίνα (εκτός από την εταιρεία Golden Step, για την οποία ο δασμός αντιντάμπινγκ καθορίστηκε σε 9,7 %) και σε 10 % για τα υποδήματα που παράγονται από τις εταιρείες που είναι εγκατεστημένες στο Βιετνάμ.

Το 2010 και το 2012, η Clark, βρετανική εταιρεία κατασκευής και λιανικής πωλήσεως υποδημάτων, ζήτησε από τις φορολογικές και τελωνειακές αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου την επιστροφή του δασμού αντιντάμπινγκ που είχε καταβάλει λόγω της εισαγωγής υποδημάτων στην Ένωση κατά τη διάρκεια της περιόδου μεταξύ 1ης Ιουλίου 2007 και 31ης Αυγούστου 2010. Το οικείο ποσό ανερχόταν περίπου σε 60 εκατομμύρια ευρώ. Η εταιρεία αιτιολόγησε το αίτημά της, προβάλλοντας ότι ο κανονισμός για την επιβολή του δασμού αντιντάμπινγκ ήταν ανίσχυρος. Κατόπιν της απορρίψεως του αιτήματός της, η Clark άσκησε προσφυγή ενώπιον του First-tier Tribunal (Tax Chamber) (πρωτοβάθμιο δικαστήριο, φορολογικό τμήμα).

Το 2011 και το 2012, η Puma, γερμανική επιχείρηση αθλητικών ειδών, ζήτησε από το Κεντρικό Τελωνείο της Νυρεμβέργης (Γερμανία) την επιστροφή του δασμού αντιντάμπινγκ για την εισαγωγή των ίδιων προϊόντων, επικαλούμενη και αυτή ότι ο κανονισμός είναι ανίσχυρος. Το οικείο ποσό ανερχόταν περίπου σε 5,1 εκατομμύρια ευρώ. Κατόπιν της απορρίψεως του αιτήματός της, η εταιρεία άσκησε προσφυγή ενώπιον του Finanzgericht München (φορολογικό δικαστήριο Μονάχου).

Τα δύο αυτά δικαστήρια έχουν αμφιβολίες ως προς το κύρος του κανονισμού και, συνεπώς, αποφάσισαν να απευθυνθούν στο Δικαστήριο.

Με την απόφαση που εξέδωσε σήμερα, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο κανονισμός για την επιβολή δασμού αντιντάμπινγκ επί των εισαγωγών ορισμένων υποδημάτων καταγωγής Κίνας και Βιετνάμ είναι εν μέρει ανίσχυρος.

Το Δικαστήριο υπενθυμίζει κατ’ αρχάς ότι, σε περίπτωση που ο αριθμός των επιχειρηματιών τους οποίους αφορά έρευνα αντιντάμπινγκ είναι μεγάλος, η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει να περιορίσει την εν λόγω έρευνα σε εύλογο αριθμό ενδιαφερομένων μερών, κάνοντας χρήση δειγμάτων που περιλαμβάνουν παραγωγούς – εξαγωγείς, με δειγματοληψίες ανταποκρινόμενες στις αρχές της στατιστικής.

Ακολούθως, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι το δίκαιο της Ένωσης προβλέπει βασικό κανόνα σύμφωνα με τον οποίο ο καθορισμός της κανονικής αξίας προϊόντος, ο οποίος αποτελεί ένα από τα ουσιώδη βήματα για να αποδειχθεί η ύπαρξη ντάμπινγκ, πρέπει να βασίζεται κατ’ αρχήν στις πληρωτέες τιμές, κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις, από ανεξάρτητους πελάτες στις χώρες εξαγωγής.

Στην περίπτωση εισαγωγών που προέρχονται, μεταξύ άλλων, από την Κίνα, το Βιετνάμ καθώς και από χώρες χωρίς οικονομία της αγοράς που είναι μέλη του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ) κατά την ημερομηνία έναρξης έρευνας αντιντάμπινγκ, η κανονική αξία καθορίζεται σύμφωνα με τον βασικό κανόνα, εάν αποδεικνύεται, με βάση δεόντως αιτιολογημένους ισχυρισμούς που θα υποβάλουν ένας ή περισσότεροι παραγωγοί που είναι εγκατεστημένοι στις εν λόγω χώρες και υπόκεινται στην έρευνα, ότι ισχύουν, ως προς αυτόν ή αυτούς τους παραγωγούς, συνθήκες οικονομίας της αγοράς. Ο κανόνας αυτός παρέχει στους παραγωγούς που υπόκεινται σε συνθήκες οικονομίας της αγοράς, οι οποίοι αναδύθηκαν στις οικείες χώρες, τη δυνατότητα να επωφεληθούν ενός καθεστώτος που ανταποκρίνεται στην ατομική τους κατάσταση και όχι στη συνολική κατάσταση της χώρας στην οποία είναι εγκατεστημένοι.

Τέλος, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι το Συμβούλιο και η Επιτροπή έχουν την υποχρέωση να αποφαίνονται επί κάθε αιτήσεως υπαγωγής στο καθεστώς εταιρείας που λειτουργεί υπό συνθήκες οικονομίας της αγοράς που υποβάλλεται από παραγωγό, ακόμη και όταν χρησιμοποιείται η τεχνική της δειγματοληψίας.

Εν προκειμένω, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι το Συμβούλιο και η Επιτροπή δεν αποφάνθηκαν επί των αιτήσεων υπαγωγής στο καθεστώς εταιρείας που λειτουργεί υπό συνθήκες οικονομίας της αγοράς που υπέβαλαν Κινέζοι και Βιετναμέζοι παραγωγοί – εξαγωγείς οι οποίοι δεν περιελήφθησαν στο δείγμα και κατά συνέπεια κηρύσσει τον κανονισμό ανίσχυρο ως προς το σημείο αυτό.

Το Δικαστήριο υπενθυμίζει επίσης ότι το Συμβούλιο και η Επιτροπή έχουν, κατ’ αρχήν, την υποχρέωση να διευκρινίζουν με τον κανονισμό για την επιβολή δασμών αντιντάμπινγκ το ποσό του δασμού που επιβάλλεται σε κάθε ενδιαφερόμενο παραγωγό – εξαγωγέα, εκτός αν αυτή η εξατομικευμένη μεταχείριση είναι ανέφικτη. Εντούτοις, για τις χώρες που δεν έχουν οικονομία αγοράς, ένας τέτοιος κανονισμός περιορίζεται να καθορίζει το ύψος του επιβαλλόμενου δασμού που ισχύει σε όλη την οικεία προμηθεύτρια χώρα. Τα όργανα οφείλουν όμως να υπολογίζουν ατομικό δασμό αντιντάμπινγκ για τους παραγωγούς – εξαγωγείς που είναι εγκατεστημένοι σε χώρα χωρίς οικονομία της αγοράς οι οποίοι αποδεικνύουν, με βάση δεόντως αιτιολογημένους ισχυρισμούς, ότι πληρούν τα κριτήρια που δικαιολογούν εξατομικευμένη μεταχείριση.

Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο κρίνει ότι το Συμβούλιο και η Επιτροπή υποχρεούνται, κατ' αρχήν, να εξετάζουν τις αιτήσεις εξατομικευμένης μεταχειρίσεως που τους υποβάλλονται και να αποφαίνονται επί των εν λόγω αιτήσεων, ακόμη και όταν χρησιμοποιείται η τεχνική της δειγματοληψίας.

Εν προκειμένω, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι το Συμβούλιο και η Επιτροπή δεν αποφάνθηκαν επί των αιτήσεων εξατομικευμένης μεταχειρίσεως που υπέβαλαν οι Κινέζοι και Βιετναμέζοι παραγωγοί – εξαγωγείς οι οποίοι δεν περιελήφθησαν στο δείγμα και κατά συνέπεια κηρύσσει τον κανονισμό ανίσχυρο και ως προς το σημείο αυτό.


ΥΠΟΜΝΗΣΗ: Η διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως παρέχει στα δικαστήρια των κρατών μελών τη δυνατότητα να υποβάλουν στο Δικαστήριο, στο πλαίσιο της ένδικης διαφοράς της οποίας έχουν επιληφθεί, ερώτημα σχετικό με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ή με το κύρος πράξεως οργάνου της Ένωσης. Το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να επιλύσει τη διαφορά αυτή, λαμβάνοντας υπόψη την απόφαση του Δικαστηρίου. Η απόφαση αυτή δεσμεύει, ομοίως, άλλα εθνικά δικαστήρια ενώπιον των οποίων ανακύπτει παρόμοιο ζήτημα.


Ανεπίσημο έγγραφο προοριζόμενο για τα μέσα μαζικής ενημερώσεως, το οποίο δεν δεσμεύει το Δικαστήριο.

Το πλήρες κείμενο της αποφάσεως είναι διαθέσιμο στην ιστοσελίδα CURIA από την ημερομηνία δημοσιεύσεώς της

Επικοινωνία: Estella Cigna-Αγγελίδη ( (+352) 4303 2582



[1] Κανονισμός (ΕΚ) 1472/2006 του Συμβουλίου της 5ης Οκτωβρίου 2006 για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ και για την οριστική είσπραξη του προσωρινού δασμού που επιβλήθηκε στις εισαγωγές ορισμένων υποδημάτων που έχουν το πάνω μέρος από δέρμα, καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας και Βιετνάμ (ΕΕ L 275, σ. 1)

Αντίθετη με το δίκαιο της ΕΕ η επιβολή κυρώσεων για την άνευ αδείας στη Γερμανία διασυνοριακή πρακτορεία αθλητικών στοιχημάτων

 

Υπηρεσία Τύπου και Πληροφόρησης

Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ ΤΥΠΟΥ αριθ. 10/16

Λουξεμβούργο, 4 Φεβρουαρίου 2016

Απόφαση στην υπόθεση C-336/14

Sebat Ince


Το δίκαιο της Ένωσης αντιτίθεται, υπό προϋποθέσεις, στην επιβολή κυρώσεων για την άνευ αδείας στη Γερμανία διασυνοριακή πρακτορεία αθλητικών στοιχημάτων

Τούτο ισχύει ιδίως στο μέτρο που το προϋφιστάμενο κρατικό μονοπώλιο, το οποίο κρίθηκε από τα γερμανικά δικαστήρια αντίθετο προς το δίκαιο της Ένωσης, στην πράξη διατηρήθηκε

Ενώπιον του Amtsgericht Sonthofen (ειρηνοδικείου του Sonthofen, Γερμανία), η γερμανική εισαγγελική αρχή κατηγορεί την S. Ince ότι προέβη, χωρίς να διαθέτει την απαιτούμενη διοικητική άδεια, σε πρακτορεία αθλητικών στοιχημάτων μέσω μηχανήματος παιγνίων που είχε εγκαταστήσει σε αθλητικού χαρακτήρα μπαρ στη Βαυαρία. Η αυστριακή εταιρία για λογαριασμό της οποίας συγκέντρωνε τα εν λόγω στοιχήματα διέθετε άδεια διοργανώσεως αθλητικών στοιχημάτων μόνο στην Αυστρία και όχι στη Γερμανία.

Οι κατηγορίες σε βάρος της S. Ince αφορούν καταρχάς το πρώτο εξάμηνο του 2012, διάστημα κατά το οποίο οι διατάξεις της κρατικής συμφωνίας περί τυχηρών παιγνίων του 2008 [1] καθιέρωναν κρατικό μονοπώλιο όσον αφορά τη διοργάνωση και την πρακτορεία αθλητικών στοιχημάτων στη Γερμανία. Οι διατάξεις αυτές απαγόρευαν την άνευ αδείας διοργάνωση και πρακτορεία αθλητικών στοιχημάτων και απέκλειαν τη χορήγηση τέτοιων αδειών σε ιδιωτικούς φορείς. Μετά την έκδοση των αποφάσεων του Δικαστηρίου Stoß κ.λπ. και Carmen Media Group [2], όλα τα γερμανικά δικαστήρια τα οποία εκλήθησαν να αποφανθούν εάν το μονοπώλιο αυτό ήταν σύμφωνο με το δίκαιο της Ένωσης κατέληξαν, σύμφωνα με το Amtsgericht Sonthofen, στο συμπέρασμα ότι τούτο δεν συνέβαινε. Εντούτοις, τα εν λόγω δικαστήρια διαφωνούν ως προς τις συνέπειες που πρέπει να συναχθούν από τον παράνομο χαρακτήρα του εν λόγω μονοπωλίου. Ειδικότερα, ορισμένα εξ αυτών διερωτώνται αν στους ιδιωτικούς φορείς θα πρέπει να εφαρμόζεται μια πλασματική διαδικασία αδειοδοτήσεως, εξετάζοντας, κατά περίπτωση, εάν οι εν λόγω φορείς πληρούν τις προϋποθέσεις οι οποίες προβλέπονται για τους φορείς του κρατικού μονοπωλίου. Κατά το Amtsgericht Sonthofen, κανένας ιδιωτικός φορέας δεν έλαβε άδεια κατά το πέρας της εν λόγω πλασματικής διαδικασίας αδειοδοτήσεως.

Οι κατηγορίες σε βάρος της S. Ince αφορούν επίσης το δεύτερο εξάμηνο του 2012, διάστημα κατά το οποίο η διοργάνωση και η πρακτορεία αθλητικών στοιχημάτων διέπονταν από την τροποποιητική συμφωνία περί τυχηρών παιγνίων του 2012 [3].Η συμφωνία αυτή περιέχει ρήτρα περί διοργανώσεως αθλητικών στοιχημάτων για δοκιμαστική περίοδο, κατά την οποία οι ιδιωτικοί φορείς μπορούν να λάβουν, για περίοδο επτά ετών από την έναρξη ισχύος της εν λόγω συμφωνίας, άδεια διοργανώσεως αθλητικών στοιχημάτων. Από τη στιγμή χορηγήσεως της σχετικής άδειας, οι πράκτορες του διοργανωτή μπορούν να λάβουν άδεια συγκεντρώσεως των στοιχημάτων για λογαριασμό του. Η υποχρέωση λήψεως άδειας έχει εφαρμογή στους ήδη δραστηριοποιούμενους δημόσιους διοργανωτές και στους πράκτορές τους μόνο μετά την πάροδο ενός έτους από τη χορήγηση της πρώτης άδειας. Εντούτοις, κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών (και μέχρι την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, της 10ης Ιουνίου 2015, ενώπιον του Δικαστηρίου), καμία από τις 20 προς διάθεση άδειες δεν είχε χορηγηθεί, με συνέπεια ότι κανένας ιδιωτικός φορέας δεν είχε λάβει άδεια διοργανώσεως ή συγκεντρώσεως αθλητικών στοιχημάτων στη Γερμανία. Βάσει των ανωτέρω το Amtsgericht Sonthofen κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το προϋφιστάμενο κρατικό μονοπώλιο, το οποίο κρίθηκε από τα γερμανικά δικαστήρια αντίθετο προς το δίκαιο της Ένωσης, εξακολούθησε να υφίσταται στην πράξη.

Στο πλαίσιο αυτό, το Amtsgericht ερωτά το Δικαστήριο ως προς τις συνέπειες τις οποίες οι διοικητικές και δικαστικές αρχές οφείλουν να αντλήσουν, αφενός, από την έλλειψη συμβατότητας με το δίκαιο της Ένωσης του προϋφιστάμενου κρατικού μονοπωλίου κατά το διάστημα προετοιμασίας της μεταρρυθμίσεως και, αφετέρου, από τη διατήρηση, στην πράξη, του εν λόγω μονοπωλίου μετά τη μεταρρύθμιση του 2012.

Όσον αφορά το διάστημα κατά το οποίο ίσχυαν οι διατάξεις της κρατικής συμφωνίας περί τυχηρών παιγνίων του 2008, το Δικαστήριο, με τη σημερινή απόφασή του, κρίνει ότι, οσάκις η υποχρέωση κατοχής άδειας διοργανώσεως ή πρακτορείας αθλητικών στοιχημάτων εντάσσεται στο πλαίσιο ενός καθεστώτος κρατικού μονοπωλίου το οποίο κρίθηκε από τα εθνικά δικαστήρια αντίθετο προς το δίκαιο της Ένωσης, η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών απαγορεύει στις διωκτικές αρχές κράτους μέλους να επιβάλλουν κυρώσεις για την άνευ αδείας πρακτορεία αθλητικών στοιχημάτων από έναν ιδιωτικό φορέα για λογαριασμό άλλου ιδιωτικού φορέα ο οποίος δεν διαθέτει άδεια διοργανώσεως αθλητικών στοιχημάτων στο κράτος μέλος αυτό, πλην όμως διαθέτει άδεια σε άλλο κράτος μέλος.

Ακόμη και όταν ο ιδιωτικός φορέας μπορεί, θεωρητικώς, να λάβει άδεια διοργανώσεως ή πρακτορείας αθλητικών στοιχημάτων, η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών απαγορεύει την επιβολή τέτοιων κυρώσεων στο μέτρο που η μεν γνώση της διαδικασίας χορηγήσεως τέτοιας άδειας δεν διασφαλίζεται, το δε καθεστώς κρατικού μονοπωλίου επί των αθλητικών στοιχημάτων, το οποίο κρίθηκε από τα εθνικά δικαστήρια αντίθετο προς το δίκαιο της Ένωσης, διατηρήθηκε, παρά τη θέσπιση της διαδικασίας αυτής. Το Δικαστήριο παρατηρεί, συναφώς, ότι η πλασματική διαδικασία αδειοδοτήσεως δεν ήρε τη διαπιστωθείσα από τα εθνικά δικαστήρια ασυμβατότητα με το δίκαιο της Ένωσης του κρατικού μονοπωλίου.

Επιπλέον, το γεγονός ότι δυνάμει απλώς ενός νόμου του Land της Βαυαρίας οι διατάξεις της κρατικής συμφωνίας περί τυχηρών παιγνίων του 2008 εξακολουθούσαν, παρά τη λήξη ισχύος της εν λόγω συμφωνίας στα τέλη του 2011, να εφαρμόζονται στη Βαυαρία κατά το πρώτο εξάμηνο του 2012, έχει ως αποτέλεσμα ότι ορισμένοι τεχνικοί κανόνες που περιλαμβάνονται στον ως άνω νόμο δεν είναι αντιτάξιμοι, όσον αφορά την εν λόγω περίοδο, σε ιδιώτες όπως η S. Ince. Συγκεκριμένα, σε αντίθεση με τη συμφωνία αυτή καθεαυτή, ο ως άνω νόμος [4] ουδέποτε κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή. Ωστόσο, βάσει οδηγία της Ένωσης [5] απαιτείται η κοινοποίηση κάθε σχεδίου νομοθετήματος το οποίο περιέχει τεχνικούς κανόνες σχετικά με «υπηρεσία της κοινωνίας των πληροφοριών». Η υποχρέωση αυτή κοινοποιήσεως καταλαμβάνει όχι μόνον τη συμφωνία, αλλά και τον νόμο ο οποίος τη διατηρεί σε ισχύ σε περιφερειακό επίπεδο. Στο Amtsgericht Sonthofen απόκειται να εξακριβώσει αν η S. Ince κατηγορείται ότι παρέβη τεχνικούς κανόνες που θεσπίστηκαν με την κρατική συμφωνία περί τυχηρών παιγνίων του 2008 (όπως είναι η απαγόρευση προσφοράς τυχηρών παιγνίων στο Διαδίκτυο, οι περιορισμοί που επιβάλλονται στη δυνατότητα προσφοράς αθλητικών στοιχημάτων με τη χρήση τηλεπικοινωνιακού εξοπλισμού ή η απαγόρευση διαφημίσεως των τυχηρών παιγνίων στο διαδίκτυο ή με τη χρήση τηλεπικοινωνιακού εξοπλισμού).

Όσον αφορά το διάστημα κατά το οποίο ίσχυε η τροποποιητική συμφωνία περί τυχηρών παιγνίων του 2012, το Δικαστήριο απαντά ότι η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών αντιτίθεται στην επιβολή κυρώσεων από κράτος μέλος για την άνευ αδείας πρακτορεία αθλητικών στοιχημάτων στην επικράτειά του για λογαριασμό οικονομικού φορέα που διαθέτει άδεια σε άλλο κράτος μέλος,

οσάκις η χορήγηση άδειας διοργανώσεως αθλητικών στοιχημάτων εξαρτάται από τη σύναψη συμβάσεως παραχωρήσεως από τον εν λόγω φορέα σύμφωνα με διαδικασία όπως η επίμαχη, εφόσον το Amtsgericht Sonthofen διαπιστώνει ότι η διαδικασία αυτή δεν τηρεί τις αρχές της ίσης μεταχειρίσεως και της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας καθώς και την εντεύθεν απορρέουσα υποχρέωση διαφάνειας,

και

στο μέτρο που, παρά τη θέση σε ισχύ εθνικής διατάξεως επιτρέπουσας τη χορήγηση αδειών σε ιδιωτικούς φορείς, η εφαρμογή των διατάξεων με τις οποίες θεσπίστηκε κρατικό μονοπώλιο όσον αφορά τη διοργάνωση και πρακτορεία των αθλητικών στοιχημάτων και οι οποίες κρίθηκαν από τα εθνικά δικαστήρια αντίθετες προς το δίκαιο της Ένωσης εξακολούθησε στην πράξη.

Το Δικαστήριο επισημαίνει συναφώς ότι η ρήτρα περί διοργανώσεως αθλητικών στοιχημάτων για δοκιμαστική περίοδο δεν ήρε την ασυμβατότητα με την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών του προϋφιστάμενου κρατικού μονοπωλίου στο μέτρο που, λαμβανομένου υπόψη ότι ουδεμία άδεια χορηγήθηκε και ότι οι δημόσιοι φορείς μπορούσαν να συνεχίσουν να διοργανώνουν αθλητικά στοιχήματα, το προϋφιστάμενο καθεστώς εξακολούθησε να εφαρμόζεται στην πράξη, παρά τη μεταρρύθμιση που τέθηκε σε ισχύ το 2012.


ΥΠΟΜΝΗΣΗ: Η διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως παρέχει στα δικαστήρια των κρατών μελών τη δυνατότητα να υποβάλουν στο Δικαστήριο, στο πλαίσιο της ένδικης διαφοράς της οποίας έχουν επιληφθεί, ερώτημα σχετικό με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ή με το κύρος πράξεως οργάνου της Ένωσης. Το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να επιλύσει τη διαφορά αυτή, λαμβάνοντας υπόψη την απόφαση του Δικαστηρίου. Η απόφαση αυτή δεσμεύει, ομοίως, άλλα εθνικά δικαστήρια ενώπιον των οποίων ανακύπτει παρόμοιο ζήτημα.


Ανεπίσημο έγγραφο προοριζόμενο για τα μέσα μαζικής ενημερώσεως, το οποίο δεν δεσμεύει το Δικαστήριο.

Το πλήρες κείμενο της αποφάσεως είναι διαθέσιμο στην ιστοσελίδα CURIA από την ημερομηνία δημοσιεύσεώς της

Επικοινωνία: Estella Cigna-Αγγελίδη ( (+352) 4303 2582



[1] Staatsvertrag zum Glücksspielwesen συναφθείσα μεταξύ των γερμανικών Länder, η οποία ίσχυσε μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 2008 και 31ης Δεκεμβρίου 2011. Εντούτοις, οι κανόνες της εν λόγω συμφωνίας εξακολουθούν να ισχύουν σε όλα τα Länder (με εξαίρεση το Land του Schleswig-Holstein) μέχρι τη θέση σε ισχύ νέας συμφωνίας.

[2] Αποφάσεις του Δικαστηρίου της 8ης Σεπτεμβρίου 2010, Stoß κ.λπ. (C‑316/07, C‑358/07 έως C‑360/07, C‑409/07 και C‑410/07) και Carmen Media Group (C-46/08), βλ. επίσης ΑΤ αριθ. 78/10. Με τις αποφάσεις αυτές το Δικαστήριο έκρινε ότι τα γερμανικά δικαστήρια μπορούσαν θεμιτώς να καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι το μονοπώλιο αυτό δεν είναι κατάλληλο προς διασφάλιση, με τρόπο συνεπή και συστηματικό, της επιτεύξεως του σκοπού της καταπολέμησης των κινδύνων εξάρτησης από τα τυχερά παίγνια.

[3] Glücksspieländerungsvertrag συναφθείσα μεταξύ των Länder και τεθείσα σε ισχύ στη Βαυαρία την 1η Ιουλίου 2012.

[4] Όπως και οι αντίστοιχοι νόμοι των υπόλοιπων Länder.

[5] Οδηγία 98/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1998, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών και των κανόνων σχετικά με τις υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών (ΕΕ L 204, σ. 37), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 98/48/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1998 (ΕΕ L 217, σ. 18).

ΑΤΖΕΝΤΑ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2016

 

Τετάρτη 13 Απριλίου

Πανηγυρική συνεδρίαση: επτά νέα μέλη στο Γενικό Δικαστήριο και δύο στο Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης

Τετάρτη 20 Απριλίου

ΔΕΕ: Προτάσεις Νικηφορίδης (DE-Μείωση μισθού-Εφαρμογή των ελληνικών νόμων σε εργαζόμενο στη Γερμανία δάσκαλο Ελληνικού σχολείου)

Πέμπτη 21 Απριλίου

ΔΕΕ: Προτάσεις Μάλλης κ.λπ. (EL-Αναίρεση-Κύπρος-Μνημόνιο-Αποζημιώσεις)

ΔΕΕ: Προτάσεις New Valmar (NL-Γλωσσικό καθεστώς για την σύνταξη διασυνοριακών τιμολογίων)

Δευτέρα 25 Απριλίου

ΔΕΕ: Ακροατήριο ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ (EL-Οριστική διακοπή λειτουργίας του εργοστασίου της Χαλκίδας – Απολύσεις)

Πέμπτη 28 Απριλίου

ΔΕΕ: Αποφάσεις Borealis Polyolefine κ.λπ. (DE, IT-Περιβάλλον - Σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου)

 

 

 

Τετάρτη 13 Απριλίου

 

Πανηγυρική συνεδρίαση: επτά νέα μέλη στο Γενικό Δικαστήριο και δύο στο Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης

 

Η ρύθμιση περί μεταρρυθμίσεως της δικαιοδοτικής δομής του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε τρία διαδοχικά στάδια προβλέπει, σε ένα πρώτο στάδιο, ότι θα διοριστούν δώδεκα νέοι δικαστές στο Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, σε ένα δεύτερο στάδιο, ότι επτά άλλοι δικαστές θα αναλάβουν καθήκοντα λόγω της εντάξεως σε αυτό των δικαστών του νυν Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, με αποτέλεσμα την αύξηση του αριθμού των μελών του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε 47 από 1ης Σεπτεμβρίου 2016. Στο πλαίσιο του τρίτου σταδίου θα διοριστούν εννέα επιπλέον δικαστές το 2019 (βλ. ΑΤ αριθ. 35/16).

 

 

Τετάρτη 20 Απριλίου

 

ΔΕΕ: Προτάσεις Νικηφορίδης (DE-Μείωση μισθού-Εφαρμογή των ελληνικών νόμων σε εργαζόμενο στη Γερμανία δάσκαλο Ελληνικού σχολείου)

C-135/15, Ελλάδα κατά Γρηγορίου Νικηφορίδη

 

Ο κ. Νικηφορίδης που εργάζεται ως δάσκαλος στο Ελληνικό Δημοτικό σχολείο της Νυρεμβέργης το οποίο λειτουργεί υπ’ ευθύνη της Ελλάδας, ζητεί επιπλέον αποδοχές για την περίοδο από τον Οκτώβριο 2010 έως τον Δεκέμβριο 2012, καθώς και εκκαθαριστικά σημειώματα μισθοδοσίας. Κατά την περίοδο αυτή, η Ελλάδα, επικαλούμενη τους ελληνικούς νόμους 3833/2010 και 3845/2010. μείωσε συνολικώς κατά 20 262,32 ευρώ τις μικτές αποδοχές του, οι οποίες έως τότε υπολογίζονταν και καταβάλλονταν με βάση τις διατάξεις της σχετικής γερμανικής συλλογικής συμβάσεως. Η Ελλάδα προέβαλε το επιχείρημα ότι συμμορφώθηκε προς τις συμφωνίες που συνήψε με την Τρόικα. Κατά το Bundesarbeitsgericht, είναι κρίσιμο για την επίλυση της διαφοράς το ζήτημα αν αυτοί οι ελληνικοί νόμοι δύνανται να εφαρμοσθούν κατά τρόπο άμεσο ή έμμεσο επί της εργασιακής σχέσης η οποία πρέπει να εκπληρωθεί στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και διέπεται από το γερμανικό δίκαιο.

 

 

 

Πέμπτη 21 Απριλίου

 

ΔΕΕ: Προτάσεις Μάλλης κ.λπ. (EL-Αναίρεση-Κύπρος-Μνημόνιο-Αποζημιώσεις)

Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-8/15P, C-9/15P, C-10/15P, C-15/15P και

C-105/15P έως C-109/15P

 

Στις 16/10/2014 και στις 10/11/2014 το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε μια σειρά προσφυγών Κυπρίων καταθετών με αίτημα την ακύρωση της αποφάσεως του Eurogroup για την Κύπρο, της 25ης Μαρτίου 2013, ιδίως δε το σκέλος που αφορούσε την αναδιάρθρωση του τραπεζικού τομέα. Οι Κύπριοι καταθέτες διατηρούσαν καταθέσεις στη Λαϊκή οι οποίες μειώθηκαν σημαντικά με την εφαρμογή του μνημονίου και των δύο διαταγμάτων που εξέδωσε ο διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου στα πλαίσια διαδικασίας εξυγιάνσεως για την Τράπεζα Κύπρου και τη Λαϊκή. Στις αποφάσεις του, το ΓΔΕΕ έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι αίτημα αποζημιώσεως στρεφόμενο κατά της Ένωσης και στηριζόμενο απλώς στον παράνομο χαρακτήρα πράξεως ή συμπεριφοράς μη οφειλόμενης σε θεσμικό όργανο της Ένωσης ή στους υπαλλήλους του πρέπει να απορρίπτεται ως απαράδεκτο.

 

Οι καταθέτες ζητούν από το ΔΕΕ την αναίρεση των αποφάσεων του ΓΔΕΕ προβάλλοντας ότι το δεύτερο παρέβη το δίκαιο της Ένωσης, καθόσον προέβη σε σειρά πεπλανημένων νομικών κρίσεων

 

ΔΕΕ: Προτάσεις New Valmar (NL-Γλωσσικό καθεστώς για την σύνταξη διασυνοριακών τιμολογίων)

C-15/15, New Valmar BVBA κατά Global Pharmacies Partner Health srl

 

Αυτή η υπόθεση αφορά μια διαμάχη για απλήρωτα τιμολόγια μεταξύ της New Valmar, με έδρα στην Φλαμανδική Κοινότητα του Βελγίου, και της Global Pharmacies Partner Health (GPPH), με έδρα στην Ιταλία. Η GPPH επικαλέστηκε την ακυρότητα των τιμολογίων με το αιτιολογικό ότι παραβιάζονται οι γλωσσικοί κανόνες δημόσιας τάξης. Σύμφωνα με το φλαμανδικό διάταγμα περί του γλωσσικού καθεστώτος, επιχειρήσεις εγκατεστημένες στην περιοχή αυτή πρέπει να χρησιμοποιούν την ολλανδική γλώσσα για τη σύνταξη των διασυνοριακών τιμολογίων και όλων των πράξεων και των εγγράφων που προβλέπει ο νόμος. Όλες οι τυποποιημένες φράσεις των τιμολογίων της New Valmar καθώς και οι γενικοί όροι είχαν συνταχθεί στην ιταλική γλώσσα.  H New Valmar, υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι η περί του γλωσσικού καθεστώτος βέλγικη νομοθεσία είναι αντίθετη με το δίκαιο της Ένωσης (κανόνες για την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων) και με τις διεθνείς συμβάσεις.

 

Στο ΔΕΕ υποβλήθηκε το ερώτημα αν συνάδει με το δίκαιο της ΕΕ η ρύθμιση της Φλαμανδικής Κοινότητας του βελγικού ομοσπονδιακού κράτους που επιβάλλει σε κάθε επιχείρηση, που έχει εκεί την έδρα εκμεταλλεύσεώς της, τη σύνταξη των τιμολογίων με διασυνοριακό χαρακτήρα μόνο στην επίσημη γλώσσα αυτής (ολλανδικά), επί ποινή ακυρότητας των εν λόγω τιμολογίων.

 

 

Δευτέρα 25 Απριλίου

 

ΔΕΕ: Ακροατήριο ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ (EL-Οριστική διακοπή λειτουργίας του εργοστασίου της Χαλκίδας – Απολύσεις)

C-201/15, Ανώνυμη Γενική Εταιρία Τσιμέντων Ηρακλής (ΑΓΕΤ Ηρακλής) κατά Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης

 

Η ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ ανήκει στον γαλλικών συμφερόντων πολυεθνικό όμιλο Lafarge και δραστηριοποιείται στην παραγωγή, διανομή και εμπορία τσιμέντου διαθέτοντας τρία εργοστάσια στην Ελλάδα (Αγριά Βόλου, Αλιβέρι και Χαλκίδα). Από το 2011, η εταιρία γνωστοποίησε στους εργαζομένους πρόθεση αναπροσαρμογής του προγράμματος εργασίας λόγω μειωμένης ζήτηση του παραγόμενου τσιμέντου. Τον Μάρτιο του 2013 το διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας ενέκρινε πρόγραμμα αναδιάρθρωσης της παραγωγικής δομής τσιμέντου. Στο πρόγραμμα αυτό περιλαμβανόταν η οριστική διακοπή λειτουργίας του εργοστασίου της Χαλκίδας που απασχολούσε 236 εργαζομένους. Τον Απρίλιο του 2013 η ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ υπέβαλε στον Υπουργό Εργασίας αίτημα να εγκριθεί το σχέδιο ομαδικών απολύσεων βάσει του ν. 1387/1983. Το αίτημα απορρίφθηκε με την απόφαση 13449/246/26.4.2013 λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας και αόριστων επιχειρημάτων. Έκτοτε η εταιρία προβαίνει κάθε μήνα στην απόλυση ποσοστού εργαζομένων που δεν εμπίπτει στην κατηγορία των ομαδικών απολύσεων.

Η ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ προσέφυγε στο Συμβούλιο της Επικρατείας με αίτημα την ακύρωση της αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας.

 

Το ΣτΕ υπέβαλε στο Δικαστήριο τα παρακάτω προδικαστικά ερωτήματα:

 

1) Είναι σύμφωνη με την οδηγία 98/59/ΕΚ για τις ομαδικές απολύσεις ή τα άρθρα 49 και 63 ΣΛΕΕ εθνική διάταξη, όπως το άρθρο 5 παρ. 3 του ν. 1387/1983, η οποία θεσπίζει ως προϋπόθεση για τη διενέργεια ομαδικών απολύσεων σε συγκεκριμένη επιχείρηση την εκ μέρους της Διοικήσεως έγκριση των εν λόγω απολύσεων με κριτήρια α) τις συνθήκες της αγοράς εργασίας, β) την κατάσταση της επιχείρησης και γ) το συμφέρον της εθνικής οικονομίας;

 

2) Σε περίπτωση που η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι αποφατική, είναι η εθνική αυτή διάταξη σύμφωνη με την οδηγία 98/59/ΕΚ ή τα άρθρα 49 και 63 ΣΛΕΕ, εφόσον συντρέχουν σοβαροί κοινωνικοί λόγοι, όπως οξεία οικονομική κρίση και ιδιαίτερα αυξημένη ανεργία;

Πέμπτη 28 Απριλίου

 

ΔΕΕ: Αποφάσεις Borealis Polyolefine κ.λπ. (DE, IT-Περιβάλλον - Σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου)

Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-191/14 Borealis Polyolefine (DE) - C-192/14 OMV Refining & Marketing (DE), C-295/14 DOW Benelux (NL) και.

C-389/14 Esso Italiana e.a. (IT) - C-391/14 Api Raffineria di Ancona (IT) - C-392/14 Lucchini in Amministrazione Straordinaria (IT) - C-393/14 Dalmine (IT)

 

Το σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής, που καθιερώνει η οδηγία 2003/87 για  τη θέσπιση συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου εντός της Κοινότητας, εξακολουθεί ακόμη να προβλέπει, μεταβατικά, τη δωρεάν κατανομή δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου σε πολυάριθμες βιομηχανικές εγκαταστάσεις. Ωστόσο, η οδηγία περιέχει μια περίπλοκη ρύθμιση η οποία, με την εφαρμογή ενός διορθωτικού συντελεστή, περιορίζει την ποσότητα των δικαιωμάτων που κατανέμονται δωρεάν, με βάση τη συνολική εκτίμηση των εκπομπών του παρελθόντος και των αναγνωριζόμενων αναγκών των εγκαταστάσεων. Οι αιτήσεις προδικαστικών αποφάσεων από την Αυστρία, τις Κάτω Χώρες και την Ιταλία αφορούν τον καθορισμό αυτού του διορθωτικού συντελεστή και ανάγονται σε προσφυγές επιχειρήσεων οι οποίες βάλλουν κατά συγκεκριμένων στοιχείων που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό του εν λόγω συντελεστή, με σκοπό να αποκτήσουν εν τέλει περισσότερα δωρεάν δικαιώματα εκπομπής.

 

Το κεντρικό ζήτημα των σχετικών διαδικασιών συνίσταται στο αν η Επιτροπή έλαβε δεόντως υπόψη ορισμένες δραστηριότητες κατά τον υπολογισμό του διορθωτικού συντελεστή. Πρόκειται για τη χρήση των κοινώς καλούμενων απαερίων ως καυσίμων, τη χρήση θερμότητας προερχόμενης από τη συμπαραγωγή ενέργειας, καθώς και για βιομηχανικές δραστηριότητες που δεν υπέκειντο στο σύστημα της οδηγίας 2003/87 πριν από το 2008 ή πριν από το 2013.

 

 

 

 

 

ATZENTA 4.12.2015

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

Τετάρτη 9 Δεκεμβρίου

Εναρκτήρια τελετή για το άνοιγμα των ιστορικών αρχείων του Δικαστηρίου στη Φλωρεντία

ΓΔΕΕ: Απόφαση στην υπόθεση Ελληνικός Χρυσός (EL-EN, Κρατικές ενισχύσεις- Επιδότηση χορηγηθείσα από τις ελληνικές αρχές προς τη μεταλλευτική επιχείρηση Ελληνικός Χρυσός)

Τετάρτη 16 Δεκεμβρίου

ΓΔΕΕ: Απόφαση στην υπόθεση Ελλάδα κατά Επιτροπής (EL- ΕΓΤΠΕ- Δαπάνες αποκλειόμενες από τη χρηματοδότηση της Επιτροπής)

ΓΔΕΕ: Απόφαση στην υπόθεση Σουηδία κατά Επιτροπής (SV- Αγορά και χρήση βιοκτόνων)

Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου

ΔΕΕ: Απόφαση στην υπόθεση ΒΙΑΜΑΡ (EL- Προδικαστικό ερώτημα- Μεταφορά οδηγίας- Εμπόριο οχημάτων)

ΔΕΕ: Απόφαση στην υπόθεση WebMindLicences (HU- Κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας - Παροχή υπηρεσιών)

ΔΕΕ: Απόφαση στην υπόθεση Neptune Distribution (FR- Προστασία του καταναλωτή- Διάθεση φυσικών μεταλλικών νερών στο εμπόριο)

Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου

ΔΕΕ: Απόφαση στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ελλάδας (EL- Ιατροί-Ανώτατος εβδομαδιαίος χρόνος εργασίας-Ελάχιστος χρόνος ανάπαυσης)

ΔΕΕ: Απόφαση στις υποθέσεις Air France-KLM και Hop ! – Brit Air (FR- Φορολογία- Φόρος προστιθεμένης αξίας)

ΔΕΕ: Απόφαση στην υπόθεση Scotch Whisky Association (EN- Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων- Kατώτατη τιμή λιανικής πωλήσεως των οινοπνευματωδών ποτών)

ΔΕΕ: Προτάσεις στις υποθέσεις Πολωνία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, Pillbox 38, και Philip Morris (PL-EN, Λειτουργία εσωτερικής αγοράς- Προϊόντα καπνού)

Τετάρτη 9 Δεκεμβρίου

Εναρκτήρια τελετή για το άνοιγμα των ιστορικών αρχείων του Δικαστηρίου στη Φλωρεντία

ΓΔΕΕ: Απόφαση στην υπόθεση Ελληνικός Χρυσός (EL-EN, Κρατικές ενισχύσεις- Επιδότηση χορηγηθείσα από τις ελληνικές αρχές προς τη μεταλλευτική επιχείρηση Ελληνικός Χρυσός)

Τ-233/11 Ελλάδα κατά Επιτροπής & Τ-262/11 Ελληνικός Χρυσός κατά Επιτροπής

Η Ελληνικός Χρυσός είναι μεγάλη ελληνική μεταλλευτική εταιρεία που δραστηριοποιείται στον τομέα της εξόρυξης χρυσού, χαλκού, μολύβδου, αργύρου και ψευδαργύρου. Έχει την κυριότητα και διαχειρίζεται τα Μεταλλεία Κασσάνδρας που βρίσκονται στη Βόρεια Ελλάδα και περιλαμβάνουν τα μεταλλεία χρυσού στην Ολυμπιάδα και στις Σκουριές, καθώς και το μεταλλείο χαλκού-ψευδαργύρου στο Στρατώνι.

Πριν από το 2003, τα Μεταλλεία Κασσάνδρας αποτελούσαν ιδιοκτησία της εταιρείας TVX Hellas ΑΕ, η οποία τα είχε εξαγοράσει από το ελληνικό Δημόσιο το 1995 κατόπιν δημόσιου διαγωνισμού έναντι της τιμής των 11 δισεκατ. Δραχμών (περί τα 39,8 εκατ. ευρώ ).

Το 2003, τα Μεταλλεία Κασσάνδρας μεταβιβάστηκαν από την TVX Hellas στο ελληνικό Δημόσιο έναντι 11 εκατ. ευρώ. Την ίδια ημέρα, το ελληνικό Δημόσιο προέβη στην πώληση των Μεταλλείων Κασσάνδρας στην Ελληνικός Χρυσός έναντι 11 εκατ. ευρώ, χωρίς προηγούμενη εκτίμηση των στοιχείων ενεργητικού και χωρίς ανοιχτό διαγωνισμό.

Η Ελλάδα καθώς και η Ελληνικός Χρυσός ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο της ακύρωση της απόφασης C(2011)1006 τελικό της Επιτροπής, με την οποία κηρύχθηκε ως παράνομη κρατική ενίσχυση η επιδότηση ύψους 15,34 εκατ. ευρώ που χορηγήθηκε από τις ελληνικές αρχές στη μεταλλευτική επιχείρηση Ελληνικός Χρυσός, η οποία συνίστατο σε παραχώρηση της μεταλλευτικής εκμετάλλευσης της Κασσάνδρας έναντι τιμής χαμηλότερης της πραγματικής αγοραίας αξίας και στην απαλλαγή από τους φόρους για την πράξη αυτή και με την οποία διατάχθηκε η ανάκτηση του ποσού της επιδότησης, πλέον τόκων.

Υπενθυμίζεται ότι το 2012 η Επιτροπή άσκησε προσφυγή παραβάσεως ενώπιον του ΔΕΕ, εκτιμώντας ότι η Ελλάδα δεν είχε λάβει εντός των προθεσμιών όλα τα απαραίτητα μέτρα για την εκτέλεση της αποφάσεώς της. Στις 17/10/2013 το ΔΕΕ εξέδωσε την απόφασή του (υπόθεση C-263/12) και αποφάνθηκε ότι «η Ελλάδα παραλείποντας να λάβει, εντός των ταχθεισών προθεσμιών, όλα τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου να ανακτήσει από την Ελληνικός Χρυσός ΑΕ την ενίσχυση που χορηγήθηκε επ' ευκαιρία της πωλήσεως, από το Ελληνικό Δημόσιο, ακινήτων και κρίθηκε παράνομη και ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά με την απόφαση Ε(2011) 1006 τελικό της Επιτροπής, της 23ης Φεβρουαρίου 2011, σχετικά με την κρατική ενίσχυση C 48/2008 (πρώην NN 61/2008) που εφάρμοσε η Ελλάδα υπέρ της Ελληνικός Χρυσός ΑΕ, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 2 και 3 της εν λόγω αποφάσεως».

Τετάρτη 16 Δεκεμβρίου

ΓΔΕΕ: Απόφαση στην υπόθεση Ελλάδα κατά Επιτροπής (EL- ΕΓΤΠΕ- Δαπάνες αποκλειόμενες από τη χρηματοδότηση της Επιτροπής)

Τ-241/13 Ελλάδα κατά Επιτροπής

Το Νοέμβριο 2010 κατόπιν έρευνας που διενεργήθηκε από τις 17 έως τις 20 Απριλίου 2007, η Επιτροπή γνωστοποίησε στην Ελλάδα την πρόθεσή της να αποκλείσει από τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ορισμένες δαπάνες που είχε πραγματοποιήσει στον τομέα της κοινής γεωργικής πολιτικής όσον αφορά τα οικονομικά έτη 2007, 2008 και 2009.

Το Φεβρουάριο 2013, με την απόφαση 2013/123/ΕΕ η Επιτροπή εξαίρεσε από τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μεταξύ άλλων, δαπάνες ύψους 3.686.189,20 ευρώ στις οποίες είχαν προβεί οι ελληνικοί οργανισμοί πληρωμών στους τομείς του βοείου κρέατος, του αιγοπρόβειου κρέατος και του καπνού, όσον αφορά τα οικονομικά έτη 2007, 2008 και 2009 και οι οποίες είχαν πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων, διότι δεν ήταν σύμφωνες με τους κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

H Ελλάδα ζητά από το ΓΔΕΕ την ακύρωση της απόφασης της Επιτροπής.

ΓΔΕΕ: Απόφαση στην υπόθεση Σουηδία κατά Επιτροπής (SV- Αγορά και χρήση βιοκτόνων)

Τ-521/14 Σουηδία κατά Επιτροπής

Οι ουσίες που προκαλούν ενδοκρινικές διαταραχές μπορούν να διαταράξουν το ενδοκρινικό σύστημα του σώματος. Οι ενδοκρινικοί διαταράκτες βρίσκονται τόσο σε θηλαστικά όσο και σε άλλους οργανισμούς, συνεπώς επηρεάζουν τόσο την ανθρώπινη υγεία όσο και το περιβάλλον. Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 528/2012 η Επιτροπή θα έπρεπε να υποβάλλει, το αργότερο στις 13 Δεκεμβρίου 2013 κατ' εξουσιοδότηση πράξεις για τον προσδιορισμό επιστημονικών κριτηρίων για τον καθορισμό των ιδιοτήτων ενδοκρινικού διαταράκτη.

Τον Οκτώβριο του 2013 οι Υπουργοί Περιβάλλοντος της Σουηδίας και της Δανίας εξέφρασαν την ανησυχία τους στον Επίτροπο Περιβάλλοντος για το ότι η Επιτροπή δεν είχε ακόμη παρουσιάσει μια κατ' εξουσιοδότηση πρόταση. Ο Επίτροπος Περιβάλλοντος εξήγησε ότι η Επιτροπή είχε αποφασίσει να προβεί σε ανάλυση των επιπτώσεων της εφαρμογής και να οργανώσει δημόσια διαβούλευση. Το Μάρτιο 2014, το Σουηδικό Υπουργείο Περιβάλλοντος ζήτησε από την Επιτροπή, εντός δύο μηνών να εγκρίνει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις όσον αφορά τα κριτήρια για τις ουσίες που προκαλούν ενδοκρινικές διαταραχές, όπως επιβάλλεται από το σχετικό κανονισμό. Το Μάιο 2014 η Επιτροπή απάντησε ότι ανέλυε τις επιπτώσεις των κριτηρίων για την αξιολόγηση των επιπτώσεων των διαφόρων λύσεων και την εφαρμογή τους σε μια ειδική τομεακή νομοθεσία. Στο πλαίσιο της εκτίμησης επιπτώσεων, η δημόσια διαβούλευση θα διοργανωνόταν κατά τη διάρκεια του 2014.

Η Σουηδία ζητά από το Γενικό Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Επιτροπή, παραλείποντας να εκδώσει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις για τον προσδιορισμό επιστημονικών κριτηρίων για τον καθορισμό των ιδιοτήτων ενδοκρινικού διαταράκτη, παρέβη τον κανονισμό (ΕΕ) 528/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2012, σχετικά με τη διάθεση στην αγορά και τη χρήση βιοκτόνων.

Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου

ΔΕΕ: Απόφαση στην υπόθεση ΒΙΑΜΑΡ (EL- Προδικαστικό ερώτημα- Μεταφορά οδηγίας- Εμπόριο οχημάτων)

C-402/14 ΒΙΑΜΑΡ – Ελληνική Αυτοκινήτων και Γενικών Επιχειρήσεων Α.Ε. κατά Ελληνικού Δημοσίου

Η ΒΙΑΜΑΡ είναι εισαγωγέας των οχημάτων μάρκας SKODA, τα οποία κατασκευάζονται στην Τσεχία από την εκεί εγκατεστημένη κατασκευάστρια εταιρία «SKODA Αυτο A.S.». Στο πλαίσιο της δραστηριότητάς της αυτής η ΒΙΑΜΑΡ, κατά τα έτη 2009 έως 2012, αγόρασε από την πιο πάνω εταιρία και εισήγαγε στην Ελλάδα 85 καινούργια επιβατικά οχήματα. Μετά την άφιξη των οχημάτων αυτών στον Πειραιά και την αποθήκευσή τους σε φορολογική αποθήκη μέχρις ότου ολοκληρωθεί ο εκτελωνισμός τους, η ΒΙΑΜΑΡ κατέβαλε το τέλος ταξινόμησης που αντιστοιχούσε σε κάθε ένα από τα 85 αυτά οχήματα, και συνολικά το ποσό των 141.498,89 ευρώ. Στη συνέχεια, επειδή δεν κατέστη δυνατή η πώληση των οχημάτων αυτών στην Ελλάδα, αυτά απεστάλησαν στο Βέλγιο, όπου, τελικώς, πωλήθηκαν και τέθηκαν στην κυκλοφορία. Κατόπιν αυτού η ΒΙΑΜΑΡ ζήτησε από το αρμόδιο Τμήμα του Τελωνείου Αθηνών την επιστροφή του πιο πάνω ποσού, για το λόγο ότι τα αυτοκίνητα δεν ταξινομήθηκαν, ούτε έλαβαν πινακίδες κυκλοφορίας στην Ελλάδα. Το Τελωνείο Αθηνών απέρριψε την αίτηση της ΒΙΑΜΑΡ.

Το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών ρωτά το ΔΕΕ εάν διατάξεις της οδηγίας 2008/118/ΕΚ, παρ' όλον ότι δεν έχουν μεταφερθεί στην εσωτερική έννομη τάξη του ελληνικού κράτους, αναπτύσσουν άμεση ισχύ και είναι δεκτικές επίκλησης από ιδιώτη, που εξαρτά από αυτές δικαιώματα, ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, αυτά δε οφείλουν να τη λάβουν υπόψη, και εάν οι διατάξεις του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα, κατά τις οποίες το πιστοποιητικό τελωνισμού των κοινοτικών οχημάτων που εισάγονται στο εσωτερικό της χώρας εκδίδεται μετά την είσπραξη του τέλους ταξινόμησης, η υποχρέωση καταβολής του οποίου γεννάται κατά την είσοδό τους στο εσωτερικό της χώρας, είναι σύμφωνες με το άρθρο 3 της Συνθήκης ΕΟΚ, με το οποίο κατοχυρώνεται η εξάλειψη των εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων μεταξύ των κρατών μελών.

ΔΕΕ: Απόφαση στην υπόθεση WebMindLicences (HU- Κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας - Παροχή υπηρεσιών)

C-419/14 WebMindLicences Kft. κατά Nemzeti Adó és Vámhivatal Kiemelt Adó és Vám Főigazgatóság

Η WebMindLicences ιδρύθηκε το 2009 και εκμεταλλεύεται τον δικτυακό τόπο livejasmin.com, ο οποίος παρέχει υπηρεσίες ψυχαγωγίας ενηλίκων. Στο πλαίσιο των σχετικών παροχών, οι ηθοποιοί συνομιλούν από οποιοδήποτε μέρος στον κόσμο με τους εγγεγραμμένους χρήστες και εκτελούν πράξεις σε πραγματικό χρόνο μέσω διαδικτυακών καμερών για τους εν λόγω χρήστες. Το Σεπτέμβριο 2009 μεταβιβάστηκε χαριστικώς στη WebMindLicences τεχνογνωσία από επιχείρηση εγκαταστημένη στην Πορτογαλία, την οποία διαβίβασε μέσω σύμβασης παραχώρησης άδειας σε άλλη επιχείρηση εγκαταστημένη στην Πορτογαλία, τη Lalib — Gestão e Investimentos L.da. Κατά το διάστημα το οποίο αφορά η διαφορά, ο G. Zoltán Gattyán ήταν κύριος του 100 % της επιχείρησης και διευθυντής της. Η Nemzeti Adó és Vámhivatal Kiemelt Adózók Igazgatósága (Διεύθυνση φορολογίας μεγάλων εισοδημάτων της εθνικής αρχής δημόσιων οικονομικών υπηρεσιών και τελωνείων) διενήργησε εκ των υστέρων έλεγχο των δηλώσεων της WebMindLicences, με αντικείμενο το σύνολο των φόρων και των δημόσιων επιδοτήσεων για το συντομευμένο οικονομικό έτος του 2009 και τα οικονομικά έτη 2010 και 2011.

Τον Οκτώβριο του 2013 η Nemzeti Adó διαπίστωσε ότι σκοπός σύμβασης παραχώρησης άδειας εκμετάλλευσης τεχνογνωσίας συνιστούσε φοροαποφυγή και, ως εκ τούτου, επέβαλε στη WebMindLicences την καταβολή του μη καταβληθέντος φόρου και προστίμου που ανερχόταν σε 10.587.371.000 ουγγρικά φιορίνια (HUF), επαυξημένης με πρόστιμο ύψους 7.940.528.000 HUF και προσαύξηση λόγω καθυστερήσεως ύψους 2.985.262.000 HUF.

Το Fővárosi Közigazgatási és Munkaügyi Bíróság (δικαστήριο διοικητικών και εργατικών υποθέσεων, Βουδαπέστη- Ουγγαρία) ζητά από το ΔΕΕ μέσω προδικαστικού ερωτήματος να απαντήσει, μεταξύ άλλων, ως προς τις περιστάσεις τις οποίες πρέπει να εξετάσει κατά την εφαρμογή της σχετικής οδηγίας για τον ΦΠΑ, προκειμένου να προσδιορισθεί το πρόσωπο που παρέχει μια υπηρεσία και να καθορισθεί ο τόπος παροχής της υπηρεσίας σε κατάσταση, όπως αυτή της υποθέσεως της κύριας δίκης. Επιπλέον, διερωτάται με ποιο τρόπο πρέπει να ενεργούν οι φορολογικές αρχές κράτους μέλους στο πλαίσιο της διοικητικής διασυνοριακής συνεργασίας, όταν προκύπτει ότι ο ΦΠΑ έχει ήδη καταβληθεί εντός άλλου κράτους μέλους.

ΔΕΕ: Απόφαση στην υπόθεση Neptune Distribution (FR- Προστασία του καταναλωτή- Διάθεση φυσικών μεταλλικών νερών στο εμπόριο)

C-157/14 Société Neptune Distribution κατά Ministère de l'Économie et des Finances

Το 2009, η Περιφερειακή Διεύθυνση Ανταγωνισμού, Καταναλωτή και Καταστολής της Απάτης της Auvergne (Γαλλία) κάλεσε τη Neptune Distribution, η οποία πωλεί και διανέμει τα ανθρακούχα φυσικά μεταλλικά νερά «Saint-Yorre» και «Vichy Célestins», να αφαιρέσει από την επισήμανση και τη διαφήμιση των εν λόγω νερών ορισμένες ενδείξεις.

Το Μάιο του 2010 το πρωτοβάθμιο διοικητικό δικαστήριο του Clermont Ferrand απέρριψε την ένδικη προσφυγή της Neptune Distribution με την οποία αυτή ζητούσε την ακύρωση, λόγω υπέρβασης εξουσίας, τόσο της όχλησης του 2009, όσο και της επακόλουθης υπουργικής απόφασης. Το 2011 το δευτεροβάθμιο διοικητικό δικαστήριο της Λυών επικύρωσε την εν λόγω απόφαση. Η Neptune Distribution άσκησε αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Conseil d'État το οποίο, μέσω προδικαστικών ερωτημάτων, ζήτα από το Δικαστήριο να απαντήσει σχετικά με τον υπολογισμό της "ισοδύναμης ποσότητας αλατιού" με εκείνη της ποσότητας νατρίου που υπάρχει σε ένα τρόφιμο, κατά την έννοια του παραρτήματος του κανονισμού 1924/2006, και την απαγόρευση σε διανομείς μεταλλικού νερού να περιλαμβάνουν στις ετικέτες και τα διαφημιστικά μηνύματά τους κάθε ένδειξη σχετικά με τη χαμηλή περιεκτικότητα σε αλάτι, η οποία θα μπορούσε να παραπλανήσει τον αγοραστή σχετικά με τη συνολική περιεκτικότητα του νερού σε νάτριο.

Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου

ΔΕΕ: Απόφαση στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ελλάδας (EL- Ιατροί-Ανώτατος εβδομαδιαίος χρόνος εργασίας-Ελάχιστος χρόνος ανάπαυσης)

C-180/14 Επιτροπή κατά Ελλάδας

Η οδηγία 2003/88/ΕΚ καθορίζει τις στοιχειώδεις προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας όσον αφορά την οργάνωση του χρόνου εργασίας. Παρεκκλίσεις είναι δυνατόν να επιτρέπονται στην περίπτωση ασκούμενων γιατρών.

Η Ελλάδα μετέφερε την οδηγία στο εθνικό δίκαιο, και για τους ιατρούς που απασχολούνται σε δημόσιες υπηρεσίες υγείας, με το προεδρικό διάταγμα 88/1999. Στη συνέχεια, μετέφερε την οδηγία όσον αφορά τους ασκούμενους ιατρούς, με το προεδρικό διάταγμα 76/2005.

Το προεδρικό διάταγμα 88/1999 προβλέπει, σύμφωνα με την οδηγία, ότι η μέγιστη εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των υπερωριών, δεν μπορεί να υπερβαίνει, ανά περίοδο το πολύ τεσσάρων (4) μηνών τις σαράντα οκτώ (48) ώρες κατά μέσο όρο.

Το προεδρικό διάταγμα 76/2005 προβλέπει ότι, κατά μέσο όρο, ο εβδομαδιαίος χρόνος εργασίας των ασκούμενων (ειδικευόμενων) ιατρών στις δημόσιες υπηρεσίες υγείας, ανά περίοδο έξι (6) μηνών, δεν μπορεί να υπερβαίνει τις πενήντα δύο (52) ώρες κατά μέσο όρο, για την περίοδο από 1η Αυγούστου 2009 έως 31η Ιουλίου 2012. Το όριο αυτό υπερβαίνει τα επιτρεπόμενα από την οδηγία.

Ωστόσο, η εφαρμογή των δύο αυτών διατάξεων στους ιατρούς ή στους ασκούμενους ιατρούς στις δημόσιες υπηρεσίες υγείας ανεστάλη με μία σειρά εθνικών μέτρων που άρχισαν να ισχύουν (το αργότερο) στις 30 Ιανουαρίου 2004.

Επιπλέον, από τις καταγγελίες που υπέβαλαν στην Επιτροπή δέκα διαφορετικές ενώσεις ελλήνων ιατρών προκύπτει ότι οι εργαζόμενοι αυτοί υποχρεώνονταν βάσει της εθνικής νομοθεσίας, αλλά και στην πράξη, να εργάζονται κατά μέσο όρο εβδομαδιαίως από 60 έως 72 ώρες (μισθωτοί ιατροί) και από 71 έως 93 ώρες (ασκούμενοι ιατροί). Υποχρεώνονταν επίσης σε τακτική βάση να εργάζονται έως και 32 ώρες χωρίς διακοπή στον χώρο εργασίας και να μην πραγματοποιούν τις ελάχιστες ημερήσιες και εβδομαδιαίες περιόδους ανάπαυσης, χωρίς ισοδύναμες περιόδους αντισταθμιστικής ανάπαυσης.

Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι:

- μη έχοντας προβλέψει ή/και μη έχοντας εφαρμόσει ανώτατο εβδομαδιαίο χρόνο εργασίας που να μην υπερβαίνει τις 48 ώρες και

- μη έχοντας εξασφαλίσει ελάχιστο ημερήσιο και εβδομαδιαίο χρόνο ανάπαυσης ούτε αντισταθμιστική περίοδο ανάπαυσης που να διαδέχεται άμεσα το χρόνο εργασίας που υποτίθεται ότι θα αντισταθμίσει,

η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που ορίζουν τα άρθρα 3, 5 και 6 της οδηγίας 2003/88/ΕΚ.

ΔΕΕ: Απόφαση στις υποθέσεις Air France-KLM και Hop ! – Brit Air (FR- Φορολογία- Φόρος προστιθεμένης αξίας)

C-250/14 KLM κατά Ministère des finances et des comptes publics και C-289/14 Brit Air SA κατά Ministère des finances et des comptes publics

Από το 1999, στις πτήσεις εσωτερικού που υπόκεινται σε φόρο προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ), η Air France-KLM, παρακρατούσε όλα τα ποσά που κατέβαλλαν οι πελάτες της για εισιτήρια χωρίς δικαίωμα αλλαγής, τα οποία έπαψαν να ισχύουν λόγω μη εμφάνισης των πελατών κατά την επιβίβαση, ή για εισιτήρια που παρείχαν δικαίωμα αλλαγής του οποίου όμως δεν έγινε χρήση εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, χωρίς να αποδίδει στη φορολογική αρχή τον ΦΠΑ επί του προϊόντος της πώλησης των εισιτηρίων αυτών, με το επιχείρημα ότι τα έσοδα αυτά δεν μπορούσαν να συνδεθούν με την εκτέλεση παροχής υπηρεσιών μεταφοράς και ότι αποτελούσαν στο σύνολό τους αποζημιώσεις λόγω καταγγελίας της σύμβασης, οι οποίες δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του φόρου. Μετά από λογιστικό έλεγχο, η φορολογική αρχή ζήτησε αναδρομικά, για την περίοδο από 1ης Απριλίου 2000 έως 31 Μαρτίου 2003, την απόδοση του ΦΠΑ με μειωμένο συντελεστή 5,5 % για τα ποσά που αντιστοιχούν στην πώληση των εισιτηρίων αυτών. Η εταιρία άσκησε αίτηση αναίρεσης κατά της απόφασης.

Η Brit Air εκμεταλλευόταν εμπορικές αερογραμμές στο πλαίσιο σύμβασης δικαιόχρησης με την Air France. Έτσι, η Air France εισέπραττε το τίμημα των εισιτηρίων από τους πελάτες και το απέδιδε στην Brit Air για κάθε επιβάτη που αυτή μετέφερε. Κατόπιν λογιστικού ελέγχου, η φορολογική αρχή ζήτησε αναδρομικά, για την περίοδο από 1ης Απριλίου 2001 έως 31 Αυγούστου 2005, την απόδοση του ΦΠΑ για τα ποσά που είχε εισπράξει από την εταιρία Air France.

Το Conseil d'État ζητά από το Δικαστήριο μέσω προδικαστικού ερωτήματος να απαντήσει εάν έχουν οι διατάξεις της οδηγίας 77/388/ΕΟΚ την έννοια ότι η έκδοση του εισιτηρίου μπορεί να εξομοιωθεί με την πραγματική εκτέλεση της παροχής μεταφοράς και ότι τα ποσά που παρακρατεί μια αεροπορική εταιρία σε περίπτωση που ο κάτοχος αεροπορικού εισιτηρίου δεν χρησιμοποιήσει το εισιτήριό του, με αποτέλεσμα η ισχύς αυτού να λήξει, υπόκεινται στον ΦΠΑ, και εάν στην περίπτωση αυτή, πρέπει ο εισπραχθείς φόρος να αποδοθεί στο δημόσιο ταμείο ήδη από τον χρόνο εισπράξεως του τιμήματος, έστω και αν το ταξίδι ενδέχεται να μην πραγματοποιηθεί με ευθύνη του πελάτη.

ΔΕΕ: Απόφαση στην υπόθεση Scotch Whisky Association (EN- Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων- Kατώτατη τιμή λιανικής πωλήσεως των οινοπνευματωδών ποτών)

C-333/14 The Scotch Whisky Association e.a κατά The Lord Advocate, the Advocate General for Scotland

Το Μάιο του 2012, προκειμένου να περιορισθεί η κατανάλωση οινοπνεύματος, το Κοινοβούλιο της Σκωτίας ψήφισε την Alcohol (Minimum Pricing) (Scotland) Act 2012, περί απαγόρευσης πώλησης οινοπνεύματος σε τιμή χαμηλότερη από μια κατώτατη τιμή, που υπολογίζεται σε συνάρτηση με την περιεκτικότητα σε οινόπνευμα. Κατόπιν της ψήφισης αυτού του νόμου, το σκωτσέζικο υπουργικό συμβούλιο κατάρτισε το Alcohol (Minimum Price per Unit) (Scotland) Order 2013, που καθορίζει την κατώτατη τιμή ανά μονάδα οινοπνεύματος σε 0,50 λίρες στερλίνες (GBP).

Στο πλαίσιο μιας διαφοράς μεταξύ τριών ενώσεων παραγωγών οινοπνευματωδών ποτών, ήτοι της The Scotch Whisky Association, της Confédération européenne des producteurs de spiritueux και της Comité européen des entreprises vins (CEEV), αφενός, και των Lord Advocate και Advocate General for Scotland, αφετέρου, το Court of Session υπέβαλε στο Δικαστήριο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, ερωτώντας αν κατ' ορθή ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης περί της κοινής οργάνωσης της αγοράς οίνου, και πιο συγκεκριμένα του κανονισμού (ΕΕ) 1308/2013, επιτρέπεται σε κράτος μέλος να θεσπίσει εθνικό μέτρο με το οποίο ορίζει κατώτατη τιμή λιανικής πώλησης του οίνου σε συνάρτηση με την ποσότητα του οινοπνεύματος στο προς πώληση προϊόν, παρεκκλίνοντας με τον τρόπο αυτό από τον κανόνα της ελεύθερης διαμόρφωσης της τιμής από τις δυνάμεις της αγοράς, ο οποίος διέπει υπό άλλες συνθήκες τη λειτουργία της αγοράς οίνου.

ΔΕΕ: Προτάσεις στις υποθέσεις Πολωνία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, Pillbox 38, και Philip Morris (PL-EN, Λειτουργία εσωτερικής αγοράς- Προϊόντα καπνού)

C-358/14 Δημοκρατία της Πολωνίας κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, C-477/14 Pillbox 38 κατά Secretary of State for Health, C-547/14 Philip Morris Brands SARL, Philip Morris Limited και British American Tobacco UK Limited κατά Secretary of State for Health

Τον Απρίλιο του 2014, ύστερα από πρόταση της Επιτροπής, υιοθετήθηκε η οδηγία 2014/40/ΕΕ με την οποία τα θεσμικά όργανα σκοπεύουν στην διευκόλυνση της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς όσον αφορά την εμπορία προϊόντων καπνού και στην εγγύηση ενός αυξημένου επίπεδου προστασίας της υγείας. Μερικές από τις διατάξεις της ως άνω οδηγίας προβλέπουν την απαγόρευση προϊόντων καπνού με χαρακτηριστικό άρωμα μεταξύ των οποίων και τα τσιγάρα μινθόλης αλλά και τα ηλεκτρονικά τσιγάρα. Η Pillbox 38 είναι εταιρία κατασκευής και λιανικής πώλησης ηλεκτρονικών τσιγάρων και συναφών προϊόντων. Στην Πολωνία, όπως και στη Φιλανδία, Σλοβακία, Σουηδία και Εσθονία τα τσιγάρα μινθόλης κατέχουν υψηλή θέση στην αγορά προϊόντων καπνού.

Η Πολωνία, η Pillbox 38 και η Philip Morris ζητούν από το Δικαστήριο να κηρύξει άκυρες ορισμένες διατάξεις της οδηγίας 2014/40/ΕΕ. Προβάλουν ως λόγους ακύρωσης τη δημιουργία εμποδίων στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και την παραβίαση των αρχών της αναλογικότητας και της επικουρικότητας.

Η περικοπή του μισθού εμπίπτει στην έννοια "απόλυση"

Υπηρεσία Τύπου και Πληροφόρησης Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ ΤΥΠΟΥ αριθ. 135/15

Λουξεμβούργο, 11 Νοεμβρίου 2015

Απόφαση στην υπόθεση C-422/14

Cristian Pujante Rivera κατά Gestora Clubs Dir, SL και Fondo de Garantía Salarial

________________________________________

Η λήξη συμβάσεως εργασίας μετά την άρνηση του εργαζομένου να αποδεχθεί μονομερή και ουσιώδη μεταβολή εις βάρος του των ουσιωδών στοιχείων της συμβάσεως συνιστά απόλυση κατά την έννοια της οδηγίας για τις ομαδικές απολύσεις

Αν γινόταν δεκτό ότι η μη αποδοχή από τον εργαζόμενο μειώσεως αποδοχών κατά 25 % δεν εμπίπτει στην έννοια της απολύσεως, τούτο θα περιόριζε την πλήρη αποτελεσματικότητα της οδηγίας και θα υπονόμευε την προστασία των εργαζομένων

Προκειμένου να διαπιστωθεί αν υφίσταται ομαδική απόλυση, μια οδηγία της Ένωσης ορίζει ότι, για τον υπολογισμό του αριθμού των απολύσεων εξομοιώνονται προς τις απολύσεις όλες οι λήξεις της σύμβασης εργασίας που γίνονται με πρωτοβουλία του εργοδότη για έναν ή περισσότερους λόγους, οι οποίοι δεν έχουν σχέση με το πρόσωπο των εργαζομένων, υπό τον όρο ότι οι απολύσεις είναι τουλάχιστον πέντε.

Σύμφωνα με την ισπανική νομοθεσία, σε επιχειρήσεις που απασχολούν από 100 έως 300 εργαζόμενους, ως «ομαδική απόλυση» νοείται η λύση συμβάσεων εργασίας για αντικειμενικούς λόγους, όταν, εντός περιόδου ενενήντα ημερών, η λύση αυτή αφορά τουλάχιστον 10 % του αριθμού των εργαζομένων.

Στις 3 Σεπτεμβρίου 2013, η εταιρία Gestora Clubs Dir, SL απασχολούσε 126 εργαζόμενους, εκ των οποίων 114 απασχολούνταν με σύμβαση αορίστου χρόνου και 12 με σύμβαση ορισμένης διάρκειας. Μεταξύ 16 και 26 Σεπτεμβρίου 2013, η Gestora προέβη σε 10 ατομικές απολύσεις για λόγους αντικειμενικούς, στις οποίες περιλαμβανόταν η απόλυση του Cristian Pujante Rivera. Στα διαστήματα των 90 ημερών που προηγήθηκαν και ακολούθησαν την τελευταία από τις απολύσεις αυτές για αντικειμενικούς λόγους, λύθηκαν άλλες 27 συμβάσεις για διαφορετικούς λόγους (όπως, μεταξύ άλλων, λόγω λήξης της διάρκειας των συμβάσεων ή λόγω εθελουσίας εξόδου των εργαζομένων). Μεταξύ των λήξεων αυτών περιλαμβανόταν η λήξη της συμβάσεως μιας εργαζομένης η οποία συμφώνησε σε λύση της, αφού ενημερώθηκε για τη μεταβολή των όρων εργασίας της (συνιστάμενη σε μείωση των τακτικών αποδοχών της κατά 25 %, για τους ίδιους αντικειμενικούς λόγους με αυτούς που προβλήθηκαν για τις λοιπές απολύσεις που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ 16 και 26 Σεπτεμβρίου 2013). Η Gestora αναγνώρισε μεταγενέστερα ότι οι τροποποιήσεις της συμβάσεως εργασίας που ανακοίνωσε στην εργαζομένη αυτή υπερέβαιναν τις επιτρεπόμενες από την ισπανική νομοθεσία ουσιώδεις μεταβολές των όρων εργασίας και δέχθηκε να τής καταβάλει αποζημίωση.

Ο C. Pujante Rivera άσκησε αγωγή κατά της Gestora και του Fondo de Garantía Salarial (Ταμείου Εγγυήσεως Μισθών) ενώπιον του Juzgado de lo Social n° 33 de Barcelona (δικαστήριο εργατικών διαφορών n° 33 της Βαρκελώνης, Ισπανία), προβάλλοντας ότι η Gestora όφειλε να εφαρμόσει τη διαδικασία περί ομαδικών απολύσεων. Κατά τον C. Pujante Rivera, αν ληφθούν υπόψη οι λήξεις συμβάσεων που έλαβαν χώρα στα διαστήματα των 90 ημερών που, αντιστοίχως, προηγήθηκαν και ακολούθησαν τη δική του απόλυση, το αριθμητικό όριο που προβλέπει η ισπανική νομοθεσία συμπληρώθηκε δεδομένου ότι, εκτός από τις περιπτώσεις εθελουσίας εξόδου (που ανέρχονταν σε 5), όλες οι λοιπές λήξεις συμβάσεων συνιστούν απολύσεις ή λήξεις της συμβάσεως που εξομοιώνονται προς απολύσεις.

Το εθνικό δικαστήριο υποβάλει στο Δικαστήριο διάφορα ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία της οδηγίας.

Με τη σημερινή του απόφαση, το Δικαστήριο αποφαίνεται ότι οι εργαζόμενοι με σύμβαση συναφθείσα για ορισμένο χρόνο ή για ορισμένη εργασία πρέπει να θεωρούνται ως εργαζόμενοι που απασχολούνται «συνήθως», κατά την έννοια της οδηγίας, στην οικεία εγκατάσταση. Διαφορετική ερμηνεία θα μπορούσε να στερήσει το σύνολο των εργαζομένων που απασχολεί η εν λόγω επιχείρηση από τα δικαιώματα που τους αναγνωρίζει η οδηγία και, συνεπώς, να περιορίσει την πρακτική αποτελεσματικότητα της οδηγίας. Εντούτοις, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι οι εργαζόμενοι των οποίων οι συμβάσεις λήγουν λόγω κανονικής συμπληρώσεως του χρονικού διαστήματος για το οποίο συνήφθησαν δεν πρέπει να συνυπολογίζονται προκειμένου να εκτιμηθεί αν υφίσταται «ομαδική απόλυση» σύμφωνα με την οδηγία.

Το Δικαστήριο προσθέτει ότι, προκειμένου να διαπιστωθεί αν υφίσταται ομαδική απόλυση κατά την έννοια της οδηγίας, ο όρος κατά τον οποίο οι απολύσεις είναι τουλάχιστον πέντε αφορά όχι τις λήξεις συμβάσεων εργασίας που μπορούν να εξομοιωθούν προς απόλυση, αλλά αποκλειστικά τις απολύσεις υπό στενή έννοια. Τούτο προκύπτει κατά τρόπο σαφή από το ίδιο το γράμμα της οδηγίας, οποιαδήποτε δε άλλη ερμηνεία η οποία σκοπεί στη διεύρυνση ή τον περιορισμό του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας θα είχε ως αποτέλεσμα να στερήσει από τον επίμαχο όρο, κατά τον οποίο «οι απολύσεις είναι τουλάχιστον πέντε», κάθε πρακτική αποτελεσματικότητα.

Τέλος, το Δικαστήριο αποφαίνεται επίσης ότι, η εκ μέρους του εργοδότη ουσιώδης μεταβολή, μονομερώς και εις βάρος του εργαζομένου, ουσιωδών στοιχείων της συμβάσεως εργασίας του εργαζομένου αυτού για λόγους οι οποίοι δεν έχουν σχέση με το πρόσωπό του εμπίπτει στην έννοια «απόλυση» κατά την οδηγία. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι το χαρακτηριστικό των απολύσεων είναι η έλλειψη συναίνεσης του εργαζομένου. Στο πλαίσιο της συγκεκριμένης υπόθεσης, η λήξη της συμβάσεως εργασίας της εργαζομένης η οποία συμφώνησε στη λύση αυτής οφείλεται στη μονομερή μεταβολή εκ μέρους του εργοδότη ενός ουσιώδους στοιχείου της συμβάσεως εργασίας, για λόγους οι οποίοι δεν έχουν σχέση με το πρόσωπο της εν λόγω εργαζομένης. Επομένως η λήξη αυτή συνιστά απόλυση. Συγκεκριμένα, αφενός, στο μέτρο που η οδηγία σκοπεί στην ενίσχυση της προστασίας των εργαζομένων σε περίπτωση ομαδικών απολύσεων, η έννοια της απολύσεως δεν πρέπει να ερμηνεύεται στενά. Αφετέρου, με την εναρμόνιση των κανόνων περί ομαδικών απολύσεων, επιδιώκεται η διασφάλιση ισοδύναμης προστασίας των δικαιωμάτων των εργαζομένων στα διάφορα κράτη μέλη καθώς και η εξομοίωση των επιβαρύνσεων που συνεπάγονται οι προστατευτικοί αυτοί κανόνες για τις επιχειρήσεις της Ένωσης. Η παροχή της προστασίας και η άσκηση των δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται στους εργαζομένους βάσει της οδηγίας συναρτάται άμεσα με την έννοια της απολύσεως. Επομένως, η έννοια αυτή έχει άμεσο αντίκτυπο επί των επιβαρύνσεων που συνεπάγεται η προστασία των εργαζομένων. Κατά συνέπεια, οποιαδήποτε εθνική ρύθμιση ή ερμηνεία της εν λόγω έννοιας με την οποία θα γινόταν δεκτό ότι, σε περίπτωση όπως η επίμαχη εν προκειμένω, η λύση της συμβάσεως εργασίας δεν συνιστά απόλυση κατά την έννοια της οδηγίας, θα μετέβαλε το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας και, επομένως, θα περιόριζε την πλήρη αποτελεσματικότητά της.

________________________________________

ΥΠΟΜΝΗΣΗ: Η προδικαστική παραπομπή παρέχει στα δικαστήρια των κρατών μελών τη δυνατότητα, στο πλαίσιο της ένδικης διαφοράς της οποίας έχουν επιληφθεί, να υποβάλουν στο Δικαστήριο ερώτημα σχετικό με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ή με το κύρος πράξεως οργάνου της Ένωσης. Το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να επιλύσει τη διαφορά σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου. Η απόφαση αυτή δεσμεύει, κατά τον ίδιο τρόπο, τα άλλα εθνικά δικαστήρια που επιλαμβάνονται παρόμοιου προβλήματος.

________________________________________

Ανεπίσημο έγγραφο προοριζόμενο για τα μέσα μαζικής ενημερώσεως, το οποίο δεν δεσμεύει το Δικαστήριο.

Το πλήρες κείμενο της αποφάσεως είναι διαθέσιμο στην ιστοσελίδα CURIA από την ημερομηνία δημοσιεύσεώς της

Επικοινωνία: Estella Cigna-Αγγελίδη  (+352) 4303 2582

Στιγμιότυπα από τη δημοσίευση της αποφάσεως διατίθενται από το «Europe by Satellite»  (+32) 2 2964106

Subscribe to this RSS feed