Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως

ΔΕΕ: Κατά τη γ.ε., εισάγει άμεση διάκριση η απόλυση υπαλλήλου που φέρει ισλαμική μαντίλα κατά την επαφή με τους πελάτες (Προτάσεις C-188/15, Bougnaoui)

Υπηρεσία Τύπου και Πληροφόρησης Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ ΤΥΠΟΥ αριθ. 74/16

Λουξεμβούργο, 13 Ιουλίου 2016

Προτάσεις της γενικής εισαγγελέα στην υπόθεση

C 188/15, Bougnaoui και ADDH κατά Micropole SA

________________________________________

Κατά τη γενική εισαγγελέα E. Sharpston, επιχειρηματική πολιτική που απαιτεί από υπάλληλο να αφαιρεί την ισλαμική μαντίλα της κατά την επαφή με τους πελάτες της επιχειρήσεως εισάγει άμεση διάκριση

Μια απολύτως ουδέτερη ενδυματολογική πολιτική μπορεί επίσης να εισάγει έμμεση διάκριση, η οποία δικαιολογείται μόνον όταν είναι ανάλογη προς την επίτευξη θεμιτού σκοπού, συμπεριλαμβανομένων των συμφερόντων της επιχειρήσεως του εργοδότη

Η A. Bougnaoui, γυναίκα μουσουλμανικού θρησκεύματος, προσελήφθη ως μηχανικός μελετών από την εταιρία Micropole SA, εταιρία παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών πληροφορικής. Στις 15 Ιουλίου 2008 συνήφθη η σύμβαση εργασίας της. Ευρισκόμενη στην εργασία της, η A. Bougnaoui φορούσε, σε χρονικά διαστήματα της επιλογής της, ισλαμική μαντίλα η οποία κάλυπτε το κεφάλι της αλλά άφηνε εκτεθειμένο το πρόσωπο.

Στο πλαίσιο των καθηκόντων της, η A. Bougnaoui όφειλε να συναντά τους πελάτες της Micropole στα καταστήματά τους. Κατόπιν καταγγελίας πελάτη της Micropole, σύμφωνα με την οποία η μαντίλα που έφερε η A. Bougnaoui προκάλεσε «αμηχανία» στους υπαλλήλους του, και σχετικού αιτήματός του ότι «δεν πρέπει να υπάρχει πέπλο την επόμενη φορά», της ζητήθηκε από τη Micropole να επιβεβαιώσει ότι κατά την επόμενη επίσκεψή της θα έχει συμμορφωθεί με το αίτημα του πελάτη. Εκείνη, ωστόσο, αρνήθηκε να αφαιρέσει τη μαντίλα και στις 22 Ιουνίου 2009 απολύθηκε. Η Micropole ισχυρίστηκε ότι η άρνηση της υπαλλήλου να συμμορφωθεί κατέστησε πλέον αδύνατη την εκτέλεση των καθηκόντων της για λογαριασμό της εταιρίας. Η A. Bougnaoui προσέβαλε την απόφαση απολύσεώς της ενώπιον των γαλλικών δικαστηρίων.

Το Cour de cassation, ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η υπόθεση, ζήτησε από το Δικαστήριο να διευκρινίσει κατά πόσον η απαίτηση να μην χρησιμοποιείται ισλαμική μαντίλα κατά την παροχή προς τους πελάτες συμβουλευτικών υπηρεσιών πληροφορικής μπορεί να θεωρηθεί «ουσιαστική και καθοριστική επαγγελματική προϋπόθεση» και ως εκ τούτου να κριθεί ότι δεν εμπίπτει στην απαγόρευση διακρίσεων λόγω θρησκείας ή πεποιθήσεων που προβλέπεται από την οδηγία 2000/78 .

Με τις σημερινές της προτάσεις, η γενική εισαγγελέας E. Sharpston επισημαίνει τις σημαντικές αποκλίσεις που υφίστανται μεταξύ των νομικών συστημάτων των κρατών μελών αναφορικά με τη χρήση θρησκευτικής ενδυμασίας και θρησκευτικών συμβόλων στον εργασιακό χώρο. Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο για τους υπαλλήλους του δημόσιου τομέα. Δεδομένου όμως ότι η παρούσα υπόθεση αφορά σχέση εργασίας του ιδιωτικού τομέα, η γενική εισαγγελέας περιορίζει τις παρατηρήσεις της μόνο σε αυτόν. Θεωρεί ότι η ελευθερία του ατόμου να εκδηλώνει τη θρησκεία ή τις πεποιθήσεις του, ως αναπόσπαστο μέρος της ελευθερίας της θρησκείας, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Η A. Bougnaoui υπέστη δυσμενή μεταχείριση λόγω της θρησκείας της, καθώς άλλος ή άλλη μηχανικός σχεδιασμού που στη θέση της δεν θα είχε επιλέξει να εκδηλώσει τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις δεν θα είχε απολυθεί. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με την πρόταση της γενικής εισαγγελέα, η απόλυση της A. Bougnaoui συνιστούσε άμεση διάκριση λόγω θρησκείας ή πεποιθήσεων. Η απόλυσή της, ωστόσο, θα μπορούσε να είναι νόμιμη αν ισχύει μία από τις παρεκκλίσεις που προβλέπονται στην οδηγία.

Η οδηγία προβλέπει ότι σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να εξαιρεθεί από το πεδίο εφαρμογής της διαφορετική μεταχείριση που άλλως θα συνιστούσε διάκριση, αν η διαφορά βασίζεται σε χαρακτηριστικό που αποτελεί «επαγγελματική προϋπόθεση». Η γενική εισαγγελέας θεωρεί ότι η εν λόγω παρέκκλιση πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικώς. Η προϋπόθεση πρέπει να είναι «ουσιαστική και καθοριστική», καθώς και ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο θεμιτό σκοπό.

Κατά την άποψη της γενικής εισαγγελέα, η παρέκκλιση δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην προκειμένη περίπτωση. Ειδικότερα, από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι η A. Bougnaoui, ως μηχανικός σχεδιασμού, δεν ήταν σε θέση να εκτελέσει τα καθήκοντά της επειδή έφερε ισλαμική μαντίλα. Πράγματι, η επιστολή με την οποία η Micropole κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας αναφερόταν ρητά στις επαγγελματικές της ικανότητες και μόνο. Η ελευθερία ασκήσεως επιχειρηματικής ελευθερίας συγκαταλέγεται μεν στις γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης, πλην όμως υπόκειται σε περιορισμούς, συμπεριλαμβανομένης της ανάγκης για προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών των άλλων. Άμεσες διακρίσεις δεν μπορούν να δικαιολογηθούν λόγω πιθανής και μόνον οικονομικής ζημίας που θα μπορούσε να προκληθεί στον εργοδότη.

Στη συνέχεια, η γενική εισαγγελέας εξετάζει τις λοιπές παρεκκλίσεις σχετικά με τις άμεσες διακρίσεις και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι στην παρούσα υπόθεση καμία από αυτές δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής.

Πρώτον, η γενική εισαγγελέας απορρίπτει την ιδέα ότι το να απαιτείται από τους εργαζόμενους να μην φορούν θρησκευτική ενδυμασία όταν συναντούν τους πελάτες της επιχειρήσεως του εργοδότη τους μπορεί να είναι κάτι αναγκαίο για την προστασία των ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών που είναι απαραίτητα για τη λειτουργία μιας δημοκρατικής κοινωνίας. Εν πάση περιπτώσει, στην προκειμένη περίπτωση δεν φαίνεται να υπάρχει σχετική εθνική νομοθεσία η οποία να θεσπίστηκε με σκοπό την εφαρμογή της συγκριμένης παρεκκλίσεως.

Δεύτερον, η παρέκκλιση που προβλέπεται για την «περίπτωση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων των εκκλησιών ή άλλων δημοσίων ή ιδιωτικών ενώσεων η δεοντολογία των οποίων εδράζεται στη θρησκεία ή τις πεποιθήσεις» δεν μπορεί να εφαρμοστεί εν προκειμένω, δεδομένης της φύσεως των δραστηριοτήτων της Micropole.

Ως εκ τούτου, κατά τη γενική εισαγγελέα, η απόλυση της A. Bougnaoui συνιστούσε άμεση διάκριση, ως προς την οποία καμία από τις παρεκκλίσεις που προβλέπονται στην οδηγία δεν δύναται να τύχει εφαρμογής.

Τέλος, η γενική εισαγγελέας εξετάζει εν συντομία τα νομικά ζητήματα που ανακύπτουν σε περίπτωση που κριθεί ότι η παρούσα υπόθεση αφορά εν τέλει περίπτωση έμμεσης διακρίσεως, είτε επειδή το Δικαστήριο θα διαφωνήσει μαζί της κατά την έκδοση της αποφάσεώς του είτε ενόψει νέων πραγματικών περιστατικών που μπορεί στη συνέχεια να προβληθούν ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου. Η γενική εισαγγελέας παρατηρεί ότι επιχειρηματική πολιτική που επιβάλλει έναν εντελώς ουδέτερο ενδυματολογικό κώδικα είναι πιθανό να οδηγήσει σε έμμεση διάκριση. Μια τέτοια πολιτική μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο αν επιδιώκει θεμιτό σκοπό και αν είναι σύμφωνη προς την αρχή της αναλογικότητας. Μια ουδέτερη ενδυματολογική πολιτική θα μπορούσε να είναι προς το συμφέρον της επιχειρήσεως του εργοδότη και, επομένως, να αποτελεί θεμιτό σκοπό. Ωστόσο, η γενική εισαγγελέας επισημαίνει ότι δύσκολα μπορεί να γίνει αντιληπτό με ποιον τρόπο, στην προκειμένη περίπτωση, η απαγόρευση της Micropole θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι συνάδει με την αρχή της αναλογικότητας. Αυτό, όμως, τελικά, είναι ζήτημα το οποίο απόκειται στο εθνικό δικαστήριο να επιλύσει.

________________________________________

ΥΠΟΜΝΗΣΗ: Οι προτάσεις του γενικού εισαγγελέα δεν δεσμεύουν το Δικαστήριο. Έργο του γενικού εισαγγελέα είναι να προτείνει στο Δικαστήριο, με πλήρη ανεξαρτησία, νομική λύση για την υπόθεση που του έχει ανατεθεί. Η υπόθεση τελεί υπό διάσκεψη στο Δικαστήριο. Η απόφαση θα εκδοθεί αργότερα.

ΥΠΟΜΝΗΣΗ: Η προδικαστική παραπομπή παρέχει στα δικαστήρια των κρατών μελών τη δυνατότητα, στο πλαίσιο της ένδικης διαφοράς της οποίας έχουν επιληφθεί, να υποβάλουν στο Δικαστήριο ερώτημα σχετικό με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ή με το κύρος πράξεως οργάνου της Ένωσης. Το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να επιλύσει τη διαφορά σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου. Η απόφαση αυτή δεσμεύει, κατά τον ίδιο τρόπο, τα άλλα εθνικά δικαστήρια που επιλαμβάνονται παρόμοιου προβλήματος.

________________________________________

Ανεπίσημο έγγραφο προοριζόμενο για τα μέσα μαζικής ενημερώσεως, το οποίο δεν δεσμεύει το Δικαστήριο.

Το πλήρες κείμενο των προτάσεων δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα CURIA κατά την ημερομηνία αναπτύξεώς τους

Επικοινωνία: Estella Cigna-Αγγελίδη  (+352) 4303 2582

Στιγμιότυπα από την ανάπτυξη των προτάσεων διατίθενται από το «Europe by Satellite»  (+32) 2 2964106

Κατά τον γενικό εισαγγελέα Μ. Szpunar, ο δανεισμός ψηφιακού βιβλίου προσομοιάζει με τον δανεισμό παραδοσιακού βιβλίου Στην περίπτωση αυτή έχει επομένως εφαρμογή το γενικό καθεστώς του δικαιώματος δανεισμού, το οποίο προβλέπει μεταξύ άλλων εύλογη αμο

Υπηρεσία Τύπου και Πληροφόρησης Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ ΤΥΠΟΥ αριθ. 64/16

Λουξεμβούργο, 16 Ιουνίου 2016

Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα στην υπόθεση C 174/15

Vereniging Openbare Bibliotheken κατά Stichting Leenrecht

ΔΕΕ: ΔΙΑΣΥΝΟΡΙΑΚΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΠΛΕΟΝΕΚΤΗΜΑΤΑ-Κατά τον γ.ε., η έννοια του «τέκνου» περιλαμβάνει επίσης τους προγονούς ανασυγκροτημένης οικογένειας (Προτάσεις στις υποθέσεις C-401/15, C-402/15 και C-403/15)

Υπηρεσία Τύπου και Πληροφόρησης

Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ ΤΥΠΟΥ αριθ. 62/16

Λουξεμβούργο, 9 Ιουνίου 2016

Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑401/15, C‑402/15 και C‑403/15, Depesme και Kerrou, Kaufmann, Lefort κατά Ministre de l'Enseignement supérieur et de la Recherche

Κατά τον γενικό εισαγγελέα M. Wathelet, τέκνο εντός ανασυγκροτημένης οικογένειας δύναται να θεωρηθεί τέκνο του πατριού/της μητριάς για τη λήψη διασυνοριακού κοινωνικού πλεονεκτήματος

Στον τομέα αυτόν, ο δεσμός γονέα-τέκνου δεν ορίζεται με νομικό, αλλά με οικονομικό τρόπο, υπό την έννοια ότι το τέκνο πατριού/μητριάς έχοντος την ιδιότητα του διακινούμενου εργαζόμενου δύναται να λάβει κοινωνικό πλεονέκτημα όταν ο πατριός/η μητριά συμβάλλει πραγματικά στη συντήρηση του τέκνου αυτού

Το λουξεμβουργιανό δίκαιο προβλέπει ότι τα τέκνα μεθοριακών εργαζόμενων οι οποίοι απασχολούνται στο Λουξεμβούργο ή ασκούν τη δραστηριότητά τους στη χώρα αυτή μπορούν να ζητήσουν οικονομικό βοήθημα για ανώτατες σπουδές (υποτροφία), υπό την προϋπόθεση, μεταξύ άλλων, ότι ο μεθοριακός εργαζόμενος είχε απασχοληθεί στο Λουξεμβούργο αδιαλείπτως επί πέντε έτη στο χρονικό σημείο υποβολής της σχετικής αιτήσεως 1.

Η Noémie Depesme, ο Adrien Kaufmann και ο Maxime Lefort ζουν ο κάθε ένας σε ανασυγκροτημένη οικογένεια που απαρτίζεται αντιστοίχως από τη βιολογική μητέρα τους και τον πατριό τους 2 (ο βιολογικός πατέρας είτε έχει χωρίσει με τη μητέρα είτε έχει αποβιώσει). Κάθε ένα από τα τρία αυτά πρόσωπα ζήτησε υποτροφία στο Λουξεμβούργο, λόγω του ότι ο πατριός του εργάζεται εκεί αδιαλείπτως επί περισσότερα από πέντε έτη (αντιθέτως, ουδεμία από τις μητέρες εργάζεται στη χώρα αυτή). Οι λουξεμβουργιανές αρχές απέρριψαν τις αιτήσεις αυτές, με την αιτιολογία ότι οι Ν. Depesme, Α. Kaufmann και Μ. Lefort δεν είναι νομικώς «τέκνα» μεθοριακού εργαζόμενου, αλλά απλώς «προγονοί» του.

Μετά την άσκηση προσφυγών από τους τρεις σπουδαστές κατά των αποφάσεων των λουξεμβουργιανών αρχών, το Cour administrative de Luxembourg (Διοικητικό Εφετείο Λουξεμβούργου), το οποίο έχει επιληφθεί της υποθέσεως, ερωτά στην ουσία το Δικαστήριο αν, στον τομέα των κοινωνικών πλεονεκτημάτων, η έννοια του «τέκνου» πρέπει να περιλαμβάνει επίσης τους προγονούς. Με άλλα λόγια, ζητεί να καθοριστεί αν ο δεσμός γονέα-τέκνου μπορεί να νοηθεί όχι από νομική, αλλά από οικονομική άποψη.

Με τις σημερινές προτάσεις του, ο γενικός εισαγγελέας Melchior Wathelet υπενθυμίζει κατ' αρχάς ότι, σύμφωνα με κανονισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης 3, εργαζόμενος που προέρχεται από κράτος μέλος πρέπει να απολαύει, σε οποιοδήποτε άλλο κράτος μέλος εργάζεται, των ίδιων κοινωνικών και φορολογικών πλεονεκτημάτων με τους ημεδαπούς εργαζόμενους. Εξάλλου, υπενθυμίζει ότι, όσον αφορά την ιθαγένεια της Ένωσης, τα τέκνα ορίζονται από την οδηγία 2004/38 4 ως «οι απευθείας κατιόντες οι οποίοι είναι κάτω της ηλικίας των 21 ετών ή είναι συντηρούμενοι καθώς και εκείνοι του/της συζύγου ή του/της συντρόφου». Ο γενικός εισαγγελέας δεν βλέπει κανένα λόγο ο ορισμός αυτός να μην εφαρμόζεται για τη χορήγηση κοινωνικού πλεονεκτήματος στο πλαίσιο του κανονισμού. Θεωρεί ότι η οικογένεια πολίτη της Ένωσης πρέπει να είναι η ίδια με την οικογένεια των πολιτών της Ένωσης που αντιμετωπίζονται υπό την ιδιότητά τους ως «εργαζομένων». Έτσι, επισημαίνει ότι το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει σχετικά με τη σχολική εκπαίδευση των τέκνων (τομέας που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του ίδιου κανονισμού) ότι τόσο οι κατιόντες του διακινούμενου εργαζόμενου όσο και οι κατιόντες του/της συζύγου του έχουν δικαίωμα να γίνουν δεκτοί στο σχολικό σύστημα του κράτους μέλους υποδοχής 5. Επιπλέον, ο νομοθέτης της Ένωσης επιβεβαίωσε ο ίδιος, σε πρόσφατη οδηγία 6 της οποίας το πεδίο εφαρμογής είναι πανομοιότυπο με εκείνο του επίμαχου κανονισμού, ότι η έννοια των «μελών της οικογένειας» είναι ενιαία, δηλαδή ότι τα τέκνα του συζύγου ενός μεθοριακού εργαζόμενου πρέπει να θεωρούνται «μέλη της οικογένειας» του εν λόγω εργαζόμενου. Τέλος, ο γενικός εισαγγελέας εκτιμά ότι η ερμηνεία αυτή συνάδει με την ερμηνεία της «οικογενειακής ζωής» που προστατεύεται με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ και με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, λαμβανομένου άλλωστε υπόψη ότι το ίδιο το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει σταδιακά αποστασιοποιηθεί από το κριτήριο του «συγγενικού δεσμού» για να αναγνωρίσει τη δυνατότητα «de facto οικογενειακών δεσμών» 7.

Για να στηρίξει την άποψή του, ο γενικός εισαγγελέας χρησιμοποιεί το παράδειγμα ανασυγκροτημένης οικογένειας με τρία τέκνα, από τα οποία το πρώτο είναι τέκνο της μητέρας, το δεύτερο είναι τέκνο του συζύγου της μητέρας και το τρίτο είναι τέκνο του ζεύγους. Στο παράδειγμα αυτό, όπου υποτίθεται ότι μόνον η μητέρα έχει την ιδιότητα του μεθοριακού εργαζόμενου στο Λουξεμβούργο, ο γενικός εισαγγελέας διαπιστώνει ότι, αν ο όρος «τέκνο» γίνει δεκτός με τη αυστηρή νομική του έννοια, η μητέρα θα μπορεί να λάβει λουξεμβουργιανή υποτροφία για το δικό της τέκνο και για το κοινό τέκνο του ζεύγους, αλλά όχι για το τέκνο του συζύγου της, ακόμη και αν το τέκνο αυτό ζει, για παράδειγμα, από την ηλικία των δύο ετών στην ανασυγκροτημένη οικογένεια. Ο γενικός εισαγγελέας συνάγει εξ αυτών ότι τέκνο που δεν έχει νομικό δεσμό με τον διακινούμενο εργαζόμενο, αλλά καλύπτεται από τον ορισμό του «μέλους της οικογένειας» κατά την έννοια της οδηγίας 2004/38, πρέπει να θεωρείται τέκνο του εργαζόμενου και συνεπώς δύναται να απολαύει των κοινωνικών πλεονεκτημάτων που προβλέπει ο κανονισμός.

Τέλος, όσον αφορά τον αναγκαίο βαθμό της συμβολής του μεθοριακού εργαζόμενου στη συντήρηση σπουδαστή με τον οποίο δεν συνδέεται με νομικό δεσμό, ο γενικός εισαγγελέας υπενθυμίζει ότι η ιδιότητα του συντηρούμενου μέλους της οικογένειας απορρέει από πραγματική κατάσταση 8, η δε σχετική νομολογία πρέπει να εφαρμόζεται επίσης όσον αφορά τη συμβολή του συζύγου στη συντήρηση των προγονών του. Έτσι, η συμβολή στη συντήρηση του τέκνου δύναται να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία, όπως ο γάμος, η σχέση καταχωρισμένης συμβιώσεως ή ακόμη η κοινή κατοικία, και τούτο χωρίς να είναι απαραίτητο να καθοριστούν οι λόγοι προσφυγής σε αυτή τη στήριξη ή η ακριβής αριθμητική έκτασή της 9.

ΥΠΟΜΝΗΣΗ: Οι προτάσεις του γενικού εισαγγελέα δεν δεσμεύουν το Δικαστήριο. Έργο του γενικού εισαγγελέα είναι να προτείνει στο Δικαστήριο, με πλήρη ανεξαρτησία, νομική λύση για την υπόθεση που του έχει ανατεθεί. Η υπόθεση τελεί υπό διάσκεψη στο Δικαστήριο. Η απόφαση θα εκδοθεί αργότερα.

ΥΠΟΜΝΗΣΗ: Η προδικαστική παραπομπή παρέχει στα δικαστήρια των κρατών μελών τη δυνατότητα, στο πλαίσιο της ένδικης διαφοράς της οποίας έχουν επιληφθεί, να θέσουν στο Δικαστήριο ερώτημα σχετικό με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ή με το κύρος πράξεως οργάνου της Ένωσης. Το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου. Στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να λύσει τη διαφορά σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου. Η απόφαση αυτή δεσμεύει, κατά τον ίδιο τρόπο, τα άλλα εθνικά δικαστήρια που επιλαμβάνονται παρόμοιου προβλήματος.

Ανεπίσημο έγγραφο προοριζόμενο για τα μέσα μαζικής ενημερώσεως, το οποίο δεν δεσμεύει το Δικαστήριο.

Το πλήρες κείμενο των προτάσεων δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα CURIA κατά την ημερομηνία αναπτύξεώς τους

Επικοινωνία: Estella Cigna-Αγγελίδη  (+352) 4303 2582

Η Επιτροπή μπορεί να υποχρεώσει τα κράτη μέλη να εκριζώσουν όλα τα φυτά που ενδέχεται να έχουν μολυνθεί από το βακτήριο Xylella fastidiosa, ακόμη και ελλείψει συμπτωμάτων μολύνσεως, οσάκις κείνται πλησίον ήδη μολυσμένων από το βακτήριο αυτό φυτών

Υπηρεσία Τύπου και Πληροφόρησης

Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ ΤΥΠΟΥ αριθ. 61/16

Λουξεμβούργο, 9 Ιουνίου 2016

Απόφαση στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις

C‑78/16, Giovanni Pesce κ.λπ. κατά Presidenza del Consiglio dei Ministri κ.λπ. και C‑79/16, Cesare Serinelli κ.λπ. κατά Presidenza del Consiglio dei Ministri – Dipartimento della Protezione Civile κ.λπ.

Η Επιτροπή μπορεί να υποχρεώσει τα κράτη μέλη να εκριζώσουν όλα τα φυτά που ενδέχεται να έχουν μολυνθεί από το βακτήριο Xylella fastidiosa, ακόμη και ελλείψει συμπτωμάτων μολύνσεως, οσάκις κείνται πλησίον ήδη μολυσμένων από το βακτήριο αυτό φυτών

Το μέτρο αυτό είναι αναλογικό προς τον σκοπό της φυτοϋγειονομικής προστασίας εντός της Ένωσης και δικαιολογείται από την αρχή της προλήψεως, λαμβανομένων υπόψη των επιστημονικών αποδείξεων που διέθετε η Επιτροπή όταν το έλαβε

Η οδηγία 2000/291 σκοπεί να διασφαλίσει υψηλό επίπεδο φυτοϋγειονομικής προστασίας κατά της εισαγωγής επιβλαβών οργανισμών στην Ένωση μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται η Xylella fastidiosa (στο εξής: Xylella). Αυτό το φυτοπαθογόνο βακτήριο, που πλήττει πολλά είδη φυτών των οποίων μπορεί να προκαλέσει την ξήρανση, παρατηρήθηκε το πρώτον στην Ευρώπη το 2013 σε ελαιόδεντρα (Olea europaea L.) ευρισκόμενα στην περιοχή της Απουλίας (Ιταλία).

Το 2015, η Επιτροπή εξέδωσε απόφαση2, με την οποία επέβαλε στα κράτη μέλη την υποχρέωση να προβαίνουν στην άμεση εκκοπή των φυτών-ξενιστών του βακτηρίου Xylella, ανεξαρτήτως της καταστάσεως της υγείας τους, σε ακτίνα 100 μέτρων πέριξ των μολυσμένων από το βακτήριο αυτό φυτών. Η ίδια η απόφαση αυτή δεν προβλέπει κάποιο καθεστώς αποζημιώσεως.

Συμφώνως προς την απόφαση αυτή, η Servizio Agricoltura della Regione Puglia (διεύθυνση γεωργίας της Περιφέρειας της Απουλίας) υποχρέωσε πολλούς ιδιοκτήτες ελαιώνων στην επαρχία του Μπρίντιζι να κόψουν τα μολυσμένα από το βακτήριο Xylella ελαιόδεντρα, καθώς και όλα τα φυτά-ξενιστές –ακόμη και ελλείψει συμπτωμάτων μολύνσεως από το βακτήριο– που κείνται σε ακτίνα 100 μέτρων πέριξ των μολυσμένων ελαιόδεντρων.

Επιληφθέν της υποθέσεως, το Tribunale amministrativo regionale per il Lazio (περιφερειακό διοικητικό δικαστήριο για το Λάτιο, Ιταλία) ανέστειλε την εντολή της εκκοπής των φυτών που κείνται πλησίον των μολυσμένων ελαιόδεντρων και υπέβαλε ερώτημα στο Δικαστήριο σχετικά με το κύρος της αποφάσεως της Επιτροπής υπό το πρίσμα του δικαίου της Ένωσης.

Με τη σημερινή απόφασή του, εκδοθείσα στο πλαίσιο της ταχείας διαδικασίας3, το Δικαστήριο επιβεβαιώνει το κύρος της αποφάσεως της Επιτροπής υπό το πρίσμα της οδηγίας ερμηνευόμενης βάσει των αρχών της προλήψεως4 και της αναλογικότητας5.

Το Δικαστήριο διευκρινίζει, κατ' αρχάς, ότι η «άμεσης» ισχύος υποχρέωση εκκοπής όλων των φυτών-ξενιστών σε ακτίνα 100 μέτρων πέριξ των μολυσμένων φυτών δεν είναι αντίθετη προς την υποχρέωση εφαρμογής της κατάλληλης φυτοϋγεινομικής επεξεργασίας η οποία δύναται να περιλαμβάνει, «εάν παρίσταται ανάγκη», την εκκοπή των φυτών. Αυτή η προηγούμενη επεξεργασία αφορά, πράγματι, όχι τα ίδια τα φυτά, αλλά τα μολυσμένα έντομα «διαβιβαστές» των βακτηρίων και σκοπεί να περιορίσει τον κίνδυνο εξαπλώσεώς τους κατά τον χρόνο εκκοπής του φυτού.

Εν συνεχεία, το Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι, παρά το γεγονός ότι οι επιστημονικές γνώμες6 δεν έχουν αποδείξει την ύπαρξη βεβαίας αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του βακτηρίου Xylella και της ταχείας ξηράνσεως των ελαιόδεντρων, εντούτοις από τις ίδιες αυτές γνώμες συνάγεται ότι υφίσταται ουσιαστική σχέση μεταξύ αυτού του βακτηρίου και της παθολογίας που πλήττει τα ελαιόδεντρα. Η αρχή της προλήψεως μπορεί, επομένως, να δικαιολογήσει τη λήψη προστατευτικών μέτρων όπως είναι η εκκοπή των μολυσμένων ελαιόδεντρων, και τούτο ακόμη και αν εξακολουθούν να υπάρχουν επιστημονικές αβεβαιότητες για το ζήτημα αυτό.

Τα επιστημονικά δεδομένα επεσήμαναν επίσης ότι η εξάπλωση του Xylella εξαρτάται κατ' ουσίαν από ορισμένα τζιτζικάκια των οποίων το βεληνεκές πτήσεως δεν υπερβαίνει, κατά μέσον όρο, τα 100 μέτρα και ότι τα προσφάτως μολυσμένα φυτά είναι πιθανό να μην παρουσιάζουν συμπτώματα. Λαμβανομένων υπόψη αυτών των επιστημονικών δεδομένων, η υποχρέωση εκκοπής των φυτών-ξενιστών που ευρίσκονται σε ακτίνα 100 μέτρων πέριξ ενός μολυσμένου φυτού φαίνεται ενδεδειγμένο και αναγκαίο μέτρο προκειμένου να αποτραπεί η εξάπλωση του βακτηρίου.

Ομοίως, το Δικαστήριο φρονεί ότι η εκκοπή των φυτών-ξενιστών που κείνται εγγύς των μολυσμένων φυτών είναι απολύτως αναλογική προς τον σκοπό της επιδιωκόμενης φυτοϋγειονομικής προστασίας. Αφενός, αυτό το μέτρο αποτελεί συνέχεια της λήψεως από την Επιτροπή, το 2014, ολιγότερο επαχθών μέτρων που δεν κατόρθωσαν να αναχαιτίσουν την εξάπλωση του βακτηρίου στον βορρά της επαρχίας του Λέτσε. Αφετέρου, η Επιτροπή δεν επέβαλε την εκκοπή των φυτών-ξενιστών που κείνται εγγύς των μολυσμένων φυτών υπό ορισμένες συνθήκες, ήτοι οσάκις, όπως στην περίπτωση της επαρχίας του Λέτσε, η εξάλειψη του βακτηρίου Xylella δεν είναι πλέον δυνατή. Εξάλλου, η λήψη ολιγότερο επαχθών μέτρων δεν φαίνεται δυνατή, δεδομένου ότι δεν υφίσταται επί του παρόντος καμία αγωγή δυνάμενη να θεραπεύσει τα μολυσμένα φυτά στο ύπαιθρο.

Εντούτοις, το Δικαστήριο αποφαίνεται ότι, εάν η κατάσταση εξελιχθεί υπό την έννοια ότι η εξάλειψη του βακτηρίου δεν απαιτεί πλέον, επί τη βάσει νέων κρίσιμων επιστημονικών δεδομένων, την εκκοπή των φυτών-ξενιστών που κείνται πλησίον των μολυσμένων φυτών, η Επιτροπή θα πρέπει να τροποποιήσει την απόφασή της προκειμένου να συνεκτιμήσει την εξέλιξη αυτή.

Τέλος, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι το γεγονός και μόνον ότι ούτε η οδηγία ούτε η απόφαση της Επιτροπής δεν περιλαμβάνει κάποιο καθεστώς αποζημιώσεως των ιδιοκτητών ελαιόδεντρων που εκριζώνονται δεν σημαίνει ότι ένα τέτοιο δικαίωμα αποκλείεται. Ο σεβασμός του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα μπορούσε, όντως, υπό ορισμένες περιστάσεις, να απαιτεί την καταβολή «δίκαιης αποζημιώσεως». Η απόφαση της Επιτροπής δεν μπορεί, επομένως, να θεωρηθεί άκυρη εκ του λόγου αυτού.

ΥΠΟΜΝΗΣΗ: Η προδικαστική παραπομπή παρέχει στα δικαστήρια των κρατών μελών τη δυνατότητα, στο πλαίσιο της ένδικης διαφοράς της οποίας έχουν επιληφθεί, να υποβάλουν στο Δικαστήριο ερώτημα σχετικό με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ή με το κύρος πράξεως οργάνου της Ένωσης. Το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να επιλύσει τη διαφορά σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου. Η απόφαση αυτή δεσμεύει, κατά τον ίδιο τρόπο, τα άλλα εθνικά δικαστήρια που επιλαμβάνονται παρόμοιου προβλήματος.

Ανεπίσημο έγγραφο προοριζόμενο για τα μέσα μαζικής ενημερώσεως, το οποίο δεν δεσμεύει το Δικαστήριο.

Το πλήρες κείμενο της αποφάσεως είναι διαθέσιμο στην ιστοσελίδα CURIA από την ημερομηνία δημοσιεύσεώς της

Επικοινωνία: Estella Cigna-Αγγελίδη  (+352) 4303 2582

Στιγμιότυπα από τη δημοσίευση της αποφάσεως διατίθενται από το «Europe by Satellite»  (+32) 2 2964106

ATZENTA 27.5.2016

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

Τρίτη 31 Μαΐου

ΔΕΕ: Προτάσεις Achbita (NL- Απόλυση λόγω προθέσεως καλύψεως του κεφαλιού με μαντίλα)

Πέμπτη 2 Ιουνίου

ΔΕΕ: Προτάσεις VOB (NL- Διάθεση e-book μέσω μεταφορτώσεως για περιορισμένο χρόνο)

ΔΕΕ: Προτάσεις Vervloet κ.λπ. (NL-Κρατική ενίσχυση-Σύστημα εγγυήσεως υπέρ μελών συνεταιρισμών)

ΔΕΕ: Απόφαση Bogendorff von Wolffersdorff (DE-Άρνηση των αρχών κράτους μέλους να καταχωρίσουν τίτλους ευγενείας)

ΔΕΕ: Απόφαση Kαρέλια (EL-Λαθρεμπόριο τσιγάρων-Υπεύθυνος για την πληρωμή προστίμων)

ΓΔΕΕ: Αποφάσεις Moreda-Riviere Treflerías κ.ά (Σύμπραξη στον τομέα του προεντεταμένου χάλυβα)

Πέμπτη 9 Ιουνίου

ΔΕΕ: Προτάσεις ΑΓΕΤ Ηρακλής (EL-Οριστική διακοπή λειτουργίας του εργοστασίου της Χαλκίδας - Απολύσεις)

Τρίτη 31 Μαΐου

ΔΕΕ: Προτάσεις Achbita (NL- Απόλυση λόγω προθέσεως καλύψεως του κεφαλιού με μαντίλα)

C-157/15, Samira Achbita και Centrum voor gelijkheid van kansen en voor racismebestrijding (Κέντρο για την ισότητα ευκαιριών και για την καταπολέμηση του ρατσισμού) κατά G4S Secure Solutions NV.

To 2003 η S. Achbita άρχισε να εργάζεται για την G4S ως ρεσεψιονίστ, με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου. Εντός της εταιρείας ίσχυε ένας αρχικά άγραφος κανόνας ότι οι εργαζόμενοι δεν μπορούν να φέρουν θρησκευτικά, πολιτικά ή φιλοσοφικά σύμβολα. Η Achbita, η οποία κατά την πρόσληψή της ήταν ήδη μουσουλμάνα, αρχικά φορούσε μαντίλα αποκλειστικά εκτός των ωρών εργασίας. Ωστόσο, το 2006 γνωστοποίησε ότι έχει την πρόθεση να φοράει μαντίλα επίσης κατά τη διάρκεια των ωρών εργασίας. Κατόπιν τούτου, τo διοικητικό συμβούλιο της G4S Secure Solutions τροποποίησε τον κανονισμό εργασίας και απαγόρευσε στους εργαζομένους να φέρουν στον χώρο εργασίας θεατά σύμβολα των πολιτικών, φιλοσοφικών ή θρησκευτικών τους πεποιθήσεων και/ή να ασκούν όποια πρακτική απορρέει από τις πεποιθήσεις αυτές.

Η Achbita απολύθηκε λόγω της σταθερής προθέσεώς της να φοράει, ως μουσουλμάνα, μαντίλα και έλαβε αποζημίωση απολύσεως.

Η αγωγή αποζημιώσεως λόγω δυσμενών διακρίσεων απορρίφθηκε σε πρώτο και σε δεύτερο βαθμό. Το Hof van Cassatie ρωτά το Δικαστήριο αν, κατά την η οδηγία 2000/78/ΕΚ για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία, συνιστά ή όχι άμεση δυσμενή διάκριση ο κανόνας που ισχύει σε μια επιχείρηση που απαγορεύει σε όλους τους εργαζομένους να φέρουν εντός του χώρου εργασίας εξωτερικά σημεία πολιτικών, φιλοσοφικών και θρησκευτικών πεποιθήσεων.

Πέμπτη 2 Ιουνίου

ΔΕΕ: Προτάσεις VOB (NL- Διάθεση e-book μέσω μεταφορτώσεως για περιορισμένο χρόνο)

C-174/15, Vereniging Openbare Bibliotheken κατά Stichting Leenrecht

Η VOB είναι η ένωση που προασπίζει τα συμφέροντα όλων των δημόσιων βιβλιοθηκών στις Κάτω Χώρες. Όλες οι ολλανδικές δημόσιες βιβλιοθήκες είναι μέλη της VOB. Οι δημόσιες βιβλιοθήκες παραδοσιακά δανείζουν υλικά βιβλία και για τον δανεισμό τους καταβάλλουν στο Stichting Leenrecht (οργανισμό εισπράξεως των αμοιβών δανεισμού) αμοιβή δανεισμού βάσει του νόμου περί των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας (Aw). Σύμφωνα με τον νόμο αυτό, ως δανεισμός νοείται η διάθεση προς χρήση, για περιορισμένο χρονικό διάστημα και όχι για άμεσο ή έμμεσο οικονομικό ή εμπορικό όφελος, όταν αυτή πραγματοποιείται από ιδρύματα που είναι προσβάσιμα από το κοινό. Τον Μάρτιο του 2010 η VOB ανακοίνωσε ότι θα αρχίσει διαπραγματεύσεις με τους δικαιούχους σχετικά με τον ψηφιακό δανεισμό ηλεκτρονικών βιβλίων. Η VOB θεωρεί ότι ο ηλεκτρονικός δανεισμός δεν προσβάλλει το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας ενώ ο Stichting Leenrecht το αντίθετο.

Το Rechtbank Den Haag υπέβαλε στο ΔΕΕ προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία του όρου «δανεισμός» της οδηγίας 2006/115/ΕΚ, για το δικαίωμα εκμισθώσεως, το δικαίωμα δανεισμού και ορισμένα δικαιώματα συγγενικά προς την πνευματική ιδιοκτησία στον τομέα των προϊόντων της διανοίας.

ΔΕΕ: Προτάσεις Vervloet κ.λπ. (NL-Κρατική ενίσχυση-Σύστημα εγγυήσεως υπέρ μελών συνεταιρισμών)

C-76/15, Paul Vervloet κ.λπ. κατά Ministerraad

Στο πλαίσιο της χρηματοπιστωτικής κρίσεως η οποία από το 2008 απέκτησε παγκόσμιες διαστάσεις, ο Βέλγος νομοθέτης έλαβε ορισμένα μέτρα για τον περιορισμό των αρνητικών συνεπειών για τις χρηματοπιστωτικές αγορές και την αποφυγή διαρθρωτικής κρίσεως. Τα μέτρα αυτά επέτρεψαν στους αναγνωρισμένους συνεταιρισμούς που δραστηριοποιούνται στον χρηματοπιστωτικό τομέα να ενταχθούν στο ειδικό ταμείο προστασίας. Το 2011 το βελγικό κράτος ενημέρωσε την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για το ότι θέσπισε σύστημα εγγυήσεως υπέρ των μελών (φυσικών προσώπων) των αναγνωρισμένων συνεταιρισμών οι οποίοι είτε υπόκεινται στην προληπτική εποπτεία της Εθνικής Τράπεζας του Βελγίου, είτε έχουν επενδύσει τουλάχιστον το ήμισυ του ενεργητικού τους σε ίδρυμα το οποίο υπόκειται σε τέτοια εποπτεία. Η Επιτροπή κίνησε έρευνα σχετικά με το σύστημα αυτό και ζήτησε από το βελγικό κράτος να μη προχωρήσει στην εφαρμογή της εγγυήσεως. Ενώπιον του Raad van State (Συμβουλίου της Επικρατείας) κατατέθηκαν τρεις αιτήσεις ακυρώσεως των μέτρων. Σε κάθε μία από τις τρεις αυτές υποθέσεις τίθεται το ζήτημα αν τα μέτρα αυτά εισάγουν δυσμενείς διακρίσεις.

Το Grondwettelijk Hof υπέβαλε στο ΔΕΕ έξι προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία της οδηγίας 94/19/ΕΚ, περί των συστημάτων εγγυήσεως των καταθέσεων, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της γενικής αρχής της ισότητας.

ΔΕΕ: Απόφαση Bogendorff von Wolffersdorff (DE-Άρνηση των αρχών κράτους μέλους να καταχωρίσουν τίτλους ευγενείας)

C-438/14, Nabiel Peter Bogendorff von Wolffersdorff κατά Standesamt der Stadt Karlsruhe, Zentraler Juristischer Dienst der Stadt Karlsruhe

Οι γερμανικές αρχές αρνήθηκαν να μεταβάλουν τα ονόματα και το επώνυμο του Nabiel Peter Bogendorff von Wolffersdorff, Γερμανού και Βρετανού υπηκόου, στη ληξιαρχική πράξη γεννήσεώς του και να προσθέσουν στο μητρώο γεννήσεων τίτλους ευγενείας ως μέρος του ονοματεπωνύμου που αυτός απέκτησε στο Ηνωμένο Βασίλειο, δηλαδή «Peter Mark Emanuel Graf von Wolffersdorff Freiherr von Bogendorff».

Το Amtsgericht Karlsruhe ρωτά το ΔΕΕ αν οι αρχές κράτους μέλους οφείλουν να αναγνωρίζουν τη μεταβολή ονοματεπωνύμου υπηκόου του εν λόγω κράτους, εάν αυτός είναι συγχρόνως υπήκοος και άλλου κράτους μέλους και κατά τη διάρκεια της συνήθους διαμονής του σε αυτό το άλλο κράτος προέβη σε μεταβολή ονοματεπωνύμου μη συνδεόμενη με μεταβολή οικογενειακής καταστάσεως και απέκτησε ονοματεπώνυμο της επιλογής του συνοδευόμενο από δηλωτικά τίτλων ευγενείας (εφόσον είναι πιθανό να μην υπάρξει ουσιαστικός δεσμός με το εν λόγω κράτος στο μέλλον), ενώ στο πρώτο κράτος μέλος έχουν καταργηθεί μεν συνταγματικώς οι τίτλοι ευγενείας, αλλά τα δηλωτικά τίτλων ευγενείας που ίσχυαν κατά τον χρόνο της καταργήσεως μπορούν να διατηρούνται ως συστατικά στοιχεία του ονοματεπωνύμου.

ΔΕΕ: Απόφαση Kαρέλια (EL-Λαθρεμπόριο τσιγάρων-Υπεύθυνος για την πληρωμή προστίμων)

C-81/15, Καπνοβιομηχανία Καρέλια A.E. κατά Υπουργού Οικονομικών

Το 1994, συνελήφθη στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα οδηγός που επιχειρούσε να εξέλθει στη Βουλγαρία με το κενό φορτίου φορτηγό του. Σύμφωνα όμως με την τελωνειακή διασάφηση το αυτοκίνητο έπρεπε να είναι έμφορτο με 740 χαρτοκιβώτια με τσιγάρα που είχαν φορτωθεί από τις εγκαταστάσεις που διατηρεί η ΚΑΡΕΛΙΑ στην Καλαμάτα και προορίζονταν για βουλγαρική εταιρία. Τη σχετική πληροφορία για τη διέλευση του αυτοκινήτου είχε δώσει η ίδια η ΚΑΡΕΛΙΑ στις αστυνομικές αρχές. Από τη σχετική έρευνα προέκυψε ότι είχε πραγματοποιηθεί από την ΚΑΡΕΛΙΑ και δεύτερη φόρτωση και μεταφορά 760 χαρτοκιβωτίων με τσιγάρα με παραλήπτρια την ίδια βουλγαρική εταιρία. Ούτε όμως το φορτίο αυτό έφτασε στον προορισμό του.

Η Ειδική Υπηρεσία Τελωνειακών Ερευνών (ΕΥΤΕ) διενήργησε σχετική έρευνα από την οποία προέκυψε εμπλοκή τρίτων προς την εταιρία προσώπων. Η ΕΥΤΕ επέβαλε πολλαπλά τέλη και συγχρόνως κήρυξε την ΚΑΡΕΛΙΑ ως αστικώς συνυπεύθυνη για την καταβολή τους.

Η ΚΑΡΕΛΙΑ άσκησε προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά το οποίο έκρινε ότι στοιχειοθετείται μεν η λαθρεμπορία αλλά δεν προέκυψε σχέση εντολής ή αντιπροσωπεύσεως μεταξύ της εταιρίας και των τρίτων.

Το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε έφεση προβάλλοντας ότι βάσει του Τελωνειακού Κώδικα, η ΚΑΡΕΛΙΑ, ως εγκεκριμένος αποθηκευτής, είχε την αποκλειστική ευθύνη της διακίνησης των εμπορευμάτων μέχρι τον τελικό προορισμό τους δηλαδή να εξαχθούν. Το Διοικητικό Εφετείο Πειραιά δέχθηκε μόνον εν μέρει την προσφυγή της ΚΑΡΕΛΙΑ μειώνοντας το ποσό για το οποίο είχε αρχικά κριθεί υπόχρεη.

Η ΚΑΡΕΛΙΑ άσκησε αναίρεση ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, το οποίο ρωτά το ΔΕΕ αν η οδηγία 92/12/ΕΟΚ απαγορεύει εθνική νομοθετική διάταξη, σύμφωνα με την οποία μπορεί να κηρυχθεί αλληλεγγύως υπεύθυνος για την πληρωμή διοικητικών προστίμων, λόγω λαθρεμπορίας, ο εγκεκριμένος αποθηκευτής προϊόντων τα οποία διακινήθηκαν από τη φορολογική αποθήκη του υπό καθεστώς αναστολής επιβολής των αναλογούντων φόρων και τα οποία εξήλθαν αντικανονικώς από το εν λόγω καθεστώς, συνεπεία λαθρεμπορικής παράβασης, ανεξαρτήτως του εάν αυτός είχε, κατά το χρόνο διάπραξης της παράβασης, την κυριότητα των εμπορευμάτων, βάσει των κανόνων του ιδιωτικού δικαίου, και, ανεξαρτήτως του εάν οι δράστες της παράβασης, που ενεπλάκησαν στη διακίνηση αυτή, είχαν συνάψει ορισμένη συμβατική σχέση με τον εγκεκριμένο αποθηκευτή, από την οποία να προκύπτει ότι δρούσαν ως εντολοδόχοι του.

ΓΔΕΕ: Αποφάσεις Moreda-Riviere Treflerías κ.ά (Σύμπραξη στον τομέα του προεντεταμένου χάλυβα)

T-426/10, Moreda-Riviere Treflerías κ.λπ.

Με απόφαση της 30ής Ιουνίου 2010 , η Επιτροπή επέβαλε κυρώσεις για σύμπραξη στην οποία μετείχαν 18 προμηθευτές προεντεταμένου χάλυβα κατά τις δεκαετίες 1980/1990 και έως το 2002. Η σύμπραξη συνίστατο σε καθορισμό ποσοστώσεων, καταμερισμό πελατείας, καθορισμό τιμών και ανταλλαγή ευαίσθητων εμπορικής φύσεως πληροφοριών σχετικά με τις τιμές, τις ποσότητες και τους πελάτες σε ευρωπαϊκό επίπεδο («Ομάδα Ζυρίχης», «Ομάδα Ευρώπης»), περιφερειακό και εθνικό επίπεδο («Ομάδα Ιταλίας», «Ομάδα Ισπανίας»). Οι επιχειρήσεις ζήτησαν από Γενικό Δικαστήριο την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής, το οποίο, με απόφαση της 15ης Ιουλίου 2015, μείωσε τα πρόστιμα σε τρεις επιχειρήσεις και επικύρωσε τα πρόστιμα των υπολοίπων μετεχόντων στη σύμπραξη (βλ. Ανακοινωθέν Τύπου 83/15). Η «Ομάδα Ισπανίας» ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής.

Πέμπτη 9 Ιουνίου

ΔΕΕ: Προτάσεις ΑΓΕΤ Ηρακλής (EL-Οριστική διακοπή λειτουργίας του εργοστασίου της Χαλκίδας - Απολύσεις)

C-201/15, ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ κατά Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας και ήδη Εργασίας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης

Η ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ ανήκει στον γαλλικών συμφερόντων πολυεθνικό όμιλο Lafarge και δραστηριοποιείται στην παραγωγή, διανομή και εμπορία τσιμέντου διαθέτοντας τρία εργοστάσια στην Ελλάδα (Αγριά Βόλου, Αλιβέρι και Χαλκίδα). Από το 2011, η εταιρία γνωστοποίησε στους εργαζομένους πρόθεση αναπροσαρμογής του προγράμματος εργασίας λόγω μειωμένης ζήτηση του παραγόμενου τσιμέντου. Τον Μάρτιο του 2013 το διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας ενέκρινε πρόγραμμα αναδιάρθρωσης της παραγωγικής δομής τσιμέντου. Στο πρόγραμμα αυτό περιλαμβανόταν η οριστική διακοπή λειτουργίας του εργοστασίου της Χαλκίδας που απασχολούσε 236 εργαζομένους. Τον Απρίλιο του 2013 η ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ υπέβαλε στον Υπουργό Εργασίας αίτημα να εγκριθεί το σχέδιο ομαδικών απολύσεων βάσει του ν. 1387/1983. Το αίτημα απορρίφθηκε λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας και αόριστων επιχειρημάτων. Έκτοτε η εταιρία προβαίνει κάθε μήνα στην απόλυση ποσοστού εργαζομένων που δεν εμπίπτει στην κατηγορία των ομαδικών απολύσεων.

Η ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ προσέφυγε στο Συμβούλιο της Επικρατείας με αίτημα την ακύρωση της αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας.

Το ΣτΕ υπέβαλε στο Δικαστήριο τα παρακάτω προδικαστικά ερωτήματα:

1) Είναι σύμφωνη με την οδηγία 98/59/ΕΚ για τις ομαδικές απολύσεις εθνική διάταξη, όπως ο ν. 1387/1983, η οποία θεσπίζει ως προϋπόθεση για τη διενέργεια ομαδικών απολύσεων σε συγκεκριμένη επιχείρηση την εκ μέρους της Διοικήσεως έγκριση με κριτήρια α) τις συνθήκες της αγοράς εργασίας, β) την κατάσταση της επιχείρησης και γ) το συμφέρον της εθνικής οικονομίας;

2) Σε περίπτωση που η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι αποφατική, είναι η εθνική αυτή διάταξη σύμφωνη με την οδηγία 98/59/ΕΚ, εφόσον συντρέχουν σοβαροί κοινωνικοί λόγοι, όπως οξεία οικονομική κρίση και ιδιαίτερα αυξημένη ανεργία;

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Estella Cigna Αγγελίδη Τηλ.: (00352) 4303 2582 Μαρία Ζώη Τηλ.: (00352) 4303 2180

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Subscribe to this RSS feed