Print this page

ΔΕΕ: ΔΙΑΣΥΝΟΡΙΑΚΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΠΛΕΟΝΕΚΤΗΜΑΤΑ-Κατά τον γ.ε., η έννοια του «τέκνου» περιλαμβάνει επίσης τους προγονούς ανασυγκροτημένης οικογένειας (Προτάσεις στις υποθέσεις C-401/15, C-402/15 και C-403/15) Featured

ΔΕΕ: ΔΙΑΣΥΝΟΡΙΑΚΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΠΛΕΟΝΕΚΤΗΜΑΤΑ-Κατά τον γ.ε., η έννοια του «τέκνου» περιλαμβάνει επίσης τους προγονούς ανασυγκροτημένης οικογένειας (Προτάσεις στις υποθέσεις C-401/15, C-402/15 και C-403/15)

Υπηρεσία Τύπου και Πληροφόρησης

Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ ΤΥΠΟΥ αριθ. 62/16

Λουξεμβούργο, 9 Ιουνίου 2016

Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑401/15, C‑402/15 και C‑403/15, Depesme και Kerrou, Kaufmann, Lefort κατά Ministre de l'Enseignement supérieur et de la Recherche

Κατά τον γενικό εισαγγελέα M. Wathelet, τέκνο εντός ανασυγκροτημένης οικογένειας δύναται να θεωρηθεί τέκνο του πατριού/της μητριάς για τη λήψη διασυνοριακού κοινωνικού πλεονεκτήματος

Στον τομέα αυτόν, ο δεσμός γονέα-τέκνου δεν ορίζεται με νομικό, αλλά με οικονομικό τρόπο, υπό την έννοια ότι το τέκνο πατριού/μητριάς έχοντος την ιδιότητα του διακινούμενου εργαζόμενου δύναται να λάβει κοινωνικό πλεονέκτημα όταν ο πατριός/η μητριά συμβάλλει πραγματικά στη συντήρηση του τέκνου αυτού

Το λουξεμβουργιανό δίκαιο προβλέπει ότι τα τέκνα μεθοριακών εργαζόμενων οι οποίοι απασχολούνται στο Λουξεμβούργο ή ασκούν τη δραστηριότητά τους στη χώρα αυτή μπορούν να ζητήσουν οικονομικό βοήθημα για ανώτατες σπουδές (υποτροφία), υπό την προϋπόθεση, μεταξύ άλλων, ότι ο μεθοριακός εργαζόμενος είχε απασχοληθεί στο Λουξεμβούργο αδιαλείπτως επί πέντε έτη στο χρονικό σημείο υποβολής της σχετικής αιτήσεως 1.

Η Noémie Depesme, ο Adrien Kaufmann και ο Maxime Lefort ζουν ο κάθε ένας σε ανασυγκροτημένη οικογένεια που απαρτίζεται αντιστοίχως από τη βιολογική μητέρα τους και τον πατριό τους 2 (ο βιολογικός πατέρας είτε έχει χωρίσει με τη μητέρα είτε έχει αποβιώσει). Κάθε ένα από τα τρία αυτά πρόσωπα ζήτησε υποτροφία στο Λουξεμβούργο, λόγω του ότι ο πατριός του εργάζεται εκεί αδιαλείπτως επί περισσότερα από πέντε έτη (αντιθέτως, ουδεμία από τις μητέρες εργάζεται στη χώρα αυτή). Οι λουξεμβουργιανές αρχές απέρριψαν τις αιτήσεις αυτές, με την αιτιολογία ότι οι Ν. Depesme, Α. Kaufmann και Μ. Lefort δεν είναι νομικώς «τέκνα» μεθοριακού εργαζόμενου, αλλά απλώς «προγονοί» του.

Μετά την άσκηση προσφυγών από τους τρεις σπουδαστές κατά των αποφάσεων των λουξεμβουργιανών αρχών, το Cour administrative de Luxembourg (Διοικητικό Εφετείο Λουξεμβούργου), το οποίο έχει επιληφθεί της υποθέσεως, ερωτά στην ουσία το Δικαστήριο αν, στον τομέα των κοινωνικών πλεονεκτημάτων, η έννοια του «τέκνου» πρέπει να περιλαμβάνει επίσης τους προγονούς. Με άλλα λόγια, ζητεί να καθοριστεί αν ο δεσμός γονέα-τέκνου μπορεί να νοηθεί όχι από νομική, αλλά από οικονομική άποψη.

Με τις σημερινές προτάσεις του, ο γενικός εισαγγελέας Melchior Wathelet υπενθυμίζει κατ' αρχάς ότι, σύμφωνα με κανονισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης 3, εργαζόμενος που προέρχεται από κράτος μέλος πρέπει να απολαύει, σε οποιοδήποτε άλλο κράτος μέλος εργάζεται, των ίδιων κοινωνικών και φορολογικών πλεονεκτημάτων με τους ημεδαπούς εργαζόμενους. Εξάλλου, υπενθυμίζει ότι, όσον αφορά την ιθαγένεια της Ένωσης, τα τέκνα ορίζονται από την οδηγία 2004/38 4 ως «οι απευθείας κατιόντες οι οποίοι είναι κάτω της ηλικίας των 21 ετών ή είναι συντηρούμενοι καθώς και εκείνοι του/της συζύγου ή του/της συντρόφου». Ο γενικός εισαγγελέας δεν βλέπει κανένα λόγο ο ορισμός αυτός να μην εφαρμόζεται για τη χορήγηση κοινωνικού πλεονεκτήματος στο πλαίσιο του κανονισμού. Θεωρεί ότι η οικογένεια πολίτη της Ένωσης πρέπει να είναι η ίδια με την οικογένεια των πολιτών της Ένωσης που αντιμετωπίζονται υπό την ιδιότητά τους ως «εργαζομένων». Έτσι, επισημαίνει ότι το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει σχετικά με τη σχολική εκπαίδευση των τέκνων (τομέας που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του ίδιου κανονισμού) ότι τόσο οι κατιόντες του διακινούμενου εργαζόμενου όσο και οι κατιόντες του/της συζύγου του έχουν δικαίωμα να γίνουν δεκτοί στο σχολικό σύστημα του κράτους μέλους υποδοχής 5. Επιπλέον, ο νομοθέτης της Ένωσης επιβεβαίωσε ο ίδιος, σε πρόσφατη οδηγία 6 της οποίας το πεδίο εφαρμογής είναι πανομοιότυπο με εκείνο του επίμαχου κανονισμού, ότι η έννοια των «μελών της οικογένειας» είναι ενιαία, δηλαδή ότι τα τέκνα του συζύγου ενός μεθοριακού εργαζόμενου πρέπει να θεωρούνται «μέλη της οικογένειας» του εν λόγω εργαζόμενου. Τέλος, ο γενικός εισαγγελέας εκτιμά ότι η ερμηνεία αυτή συνάδει με την ερμηνεία της «οικογενειακής ζωής» που προστατεύεται με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ και με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, λαμβανομένου άλλωστε υπόψη ότι το ίδιο το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει σταδιακά αποστασιοποιηθεί από το κριτήριο του «συγγενικού δεσμού» για να αναγνωρίσει τη δυνατότητα «de facto οικογενειακών δεσμών» 7.

Για να στηρίξει την άποψή του, ο γενικός εισαγγελέας χρησιμοποιεί το παράδειγμα ανασυγκροτημένης οικογένειας με τρία τέκνα, από τα οποία το πρώτο είναι τέκνο της μητέρας, το δεύτερο είναι τέκνο του συζύγου της μητέρας και το τρίτο είναι τέκνο του ζεύγους. Στο παράδειγμα αυτό, όπου υποτίθεται ότι μόνον η μητέρα έχει την ιδιότητα του μεθοριακού εργαζόμενου στο Λουξεμβούργο, ο γενικός εισαγγελέας διαπιστώνει ότι, αν ο όρος «τέκνο» γίνει δεκτός με τη αυστηρή νομική του έννοια, η μητέρα θα μπορεί να λάβει λουξεμβουργιανή υποτροφία για το δικό της τέκνο και για το κοινό τέκνο του ζεύγους, αλλά όχι για το τέκνο του συζύγου της, ακόμη και αν το τέκνο αυτό ζει, για παράδειγμα, από την ηλικία των δύο ετών στην ανασυγκροτημένη οικογένεια. Ο γενικός εισαγγελέας συνάγει εξ αυτών ότι τέκνο που δεν έχει νομικό δεσμό με τον διακινούμενο εργαζόμενο, αλλά καλύπτεται από τον ορισμό του «μέλους της οικογένειας» κατά την έννοια της οδηγίας 2004/38, πρέπει να θεωρείται τέκνο του εργαζόμενου και συνεπώς δύναται να απολαύει των κοινωνικών πλεονεκτημάτων που προβλέπει ο κανονισμός.

Τέλος, όσον αφορά τον αναγκαίο βαθμό της συμβολής του μεθοριακού εργαζόμενου στη συντήρηση σπουδαστή με τον οποίο δεν συνδέεται με νομικό δεσμό, ο γενικός εισαγγελέας υπενθυμίζει ότι η ιδιότητα του συντηρούμενου μέλους της οικογένειας απορρέει από πραγματική κατάσταση 8, η δε σχετική νομολογία πρέπει να εφαρμόζεται επίσης όσον αφορά τη συμβολή του συζύγου στη συντήρηση των προγονών του. Έτσι, η συμβολή στη συντήρηση του τέκνου δύναται να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία, όπως ο γάμος, η σχέση καταχωρισμένης συμβιώσεως ή ακόμη η κοινή κατοικία, και τούτο χωρίς να είναι απαραίτητο να καθοριστούν οι λόγοι προσφυγής σε αυτή τη στήριξη ή η ακριβής αριθμητική έκτασή της 9.

ΥΠΟΜΝΗΣΗ: Οι προτάσεις του γενικού εισαγγελέα δεν δεσμεύουν το Δικαστήριο. Έργο του γενικού εισαγγελέα είναι να προτείνει στο Δικαστήριο, με πλήρη ανεξαρτησία, νομική λύση για την υπόθεση που του έχει ανατεθεί. Η υπόθεση τελεί υπό διάσκεψη στο Δικαστήριο. Η απόφαση θα εκδοθεί αργότερα.

ΥΠΟΜΝΗΣΗ: Η προδικαστική παραπομπή παρέχει στα δικαστήρια των κρατών μελών τη δυνατότητα, στο πλαίσιο της ένδικης διαφοράς της οποίας έχουν επιληφθεί, να θέσουν στο Δικαστήριο ερώτημα σχετικό με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ή με το κύρος πράξεως οργάνου της Ένωσης. Το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου. Στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να λύσει τη διαφορά σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου. Η απόφαση αυτή δεσμεύει, κατά τον ίδιο τρόπο, τα άλλα εθνικά δικαστήρια που επιλαμβάνονται παρόμοιου προβλήματος.

Ανεπίσημο έγγραφο προοριζόμενο για τα μέσα μαζικής ενημερώσεως, το οποίο δεν δεσμεύει το Δικαστήριο.

Το πλήρες κείμενο των προτάσεων δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα CURIA κατά την ημερομηνία αναπτύξεώς τους

Επικοινωνία: Estella Cigna-Αγγελίδη  (+352) 4303 2582

Δικηγορικός Σύλλογος Πατρών - Patras Bar Association - ΔΕΕ: ΔΙΑΣΥΝΟΡΙΑΚΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΠΛΕΟΝΕΚΤΗΜΑΤΑ-Κατά τον γ.ε., η έννοια του «τέκνου» περιλαμβάνει επίσης τους προγονούς ανασυγκροτημένης οικογένειας (Προτάσεις στις υποθέσεις C-401/15, C-402/15 και C-403/15)
Logo
Print this page

ΔΕΕ: ΔΙΑΣΥΝΟΡΙΑΚΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΠΛΕΟΝΕΚΤΗΜΑΤΑ-Κατά τον γ.ε., η έννοια του «τέκνου» περιλαμβάνει επίσης τους προγονούς ανασυγκροτημένης οικογένειας (Προτάσεις στις υποθέσεις C-401/15, C-402/15 και C-403/15) Featured

ΔΕΕ: ΔΙΑΣΥΝΟΡΙΑΚΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΠΛΕΟΝΕΚΤΗΜΑΤΑ-Κατά τον γ.ε., η έννοια του «τέκνου» περιλαμβάνει επίσης τους προγονούς ανασυγκροτημένης οικογένειας (Προτάσεις στις υποθέσεις C-401/15, C-402/15 και C-403/15)

Υπηρεσία Τύπου και Πληροφόρησης

Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ ΤΥΠΟΥ αριθ. 62/16

Λουξεμβούργο, 9 Ιουνίου 2016

Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑401/15, C‑402/15 και C‑403/15, Depesme και Kerrou, Kaufmann, Lefort κατά Ministre de l'Enseignement supérieur et de la Recherche

Κατά τον γενικό εισαγγελέα M. Wathelet, τέκνο εντός ανασυγκροτημένης οικογένειας δύναται να θεωρηθεί τέκνο του πατριού/της μητριάς για τη λήψη διασυνοριακού κοινωνικού πλεονεκτήματος

Στον τομέα αυτόν, ο δεσμός γονέα-τέκνου δεν ορίζεται με νομικό, αλλά με οικονομικό τρόπο, υπό την έννοια ότι το τέκνο πατριού/μητριάς έχοντος την ιδιότητα του διακινούμενου εργαζόμενου δύναται να λάβει κοινωνικό πλεονέκτημα όταν ο πατριός/η μητριά συμβάλλει πραγματικά στη συντήρηση του τέκνου αυτού

Το λουξεμβουργιανό δίκαιο προβλέπει ότι τα τέκνα μεθοριακών εργαζόμενων οι οποίοι απασχολούνται στο Λουξεμβούργο ή ασκούν τη δραστηριότητά τους στη χώρα αυτή μπορούν να ζητήσουν οικονομικό βοήθημα για ανώτατες σπουδές (υποτροφία), υπό την προϋπόθεση, μεταξύ άλλων, ότι ο μεθοριακός εργαζόμενος είχε απασχοληθεί στο Λουξεμβούργο αδιαλείπτως επί πέντε έτη στο χρονικό σημείο υποβολής της σχετικής αιτήσεως 1.

Η Noémie Depesme, ο Adrien Kaufmann και ο Maxime Lefort ζουν ο κάθε ένας σε ανασυγκροτημένη οικογένεια που απαρτίζεται αντιστοίχως από τη βιολογική μητέρα τους και τον πατριό τους 2 (ο βιολογικός πατέρας είτε έχει χωρίσει με τη μητέρα είτε έχει αποβιώσει). Κάθε ένα από τα τρία αυτά πρόσωπα ζήτησε υποτροφία στο Λουξεμβούργο, λόγω του ότι ο πατριός του εργάζεται εκεί αδιαλείπτως επί περισσότερα από πέντε έτη (αντιθέτως, ουδεμία από τις μητέρες εργάζεται στη χώρα αυτή). Οι λουξεμβουργιανές αρχές απέρριψαν τις αιτήσεις αυτές, με την αιτιολογία ότι οι Ν. Depesme, Α. Kaufmann και Μ. Lefort δεν είναι νομικώς «τέκνα» μεθοριακού εργαζόμενου, αλλά απλώς «προγονοί» του.

Μετά την άσκηση προσφυγών από τους τρεις σπουδαστές κατά των αποφάσεων των λουξεμβουργιανών αρχών, το Cour administrative de Luxembourg (Διοικητικό Εφετείο Λουξεμβούργου), το οποίο έχει επιληφθεί της υποθέσεως, ερωτά στην ουσία το Δικαστήριο αν, στον τομέα των κοινωνικών πλεονεκτημάτων, η έννοια του «τέκνου» πρέπει να περιλαμβάνει επίσης τους προγονούς. Με άλλα λόγια, ζητεί να καθοριστεί αν ο δεσμός γονέα-τέκνου μπορεί να νοηθεί όχι από νομική, αλλά από οικονομική άποψη.

Με τις σημερινές προτάσεις του, ο γενικός εισαγγελέας Melchior Wathelet υπενθυμίζει κατ' αρχάς ότι, σύμφωνα με κανονισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης 3, εργαζόμενος που προέρχεται από κράτος μέλος πρέπει να απολαύει, σε οποιοδήποτε άλλο κράτος μέλος εργάζεται, των ίδιων κοινωνικών και φορολογικών πλεονεκτημάτων με τους ημεδαπούς εργαζόμενους. Εξάλλου, υπενθυμίζει ότι, όσον αφορά την ιθαγένεια της Ένωσης, τα τέκνα ορίζονται από την οδηγία 2004/38 4 ως «οι απευθείας κατιόντες οι οποίοι είναι κάτω της ηλικίας των 21 ετών ή είναι συντηρούμενοι καθώς και εκείνοι του/της συζύγου ή του/της συντρόφου». Ο γενικός εισαγγελέας δεν βλέπει κανένα λόγο ο ορισμός αυτός να μην εφαρμόζεται για τη χορήγηση κοινωνικού πλεονεκτήματος στο πλαίσιο του κανονισμού. Θεωρεί ότι η οικογένεια πολίτη της Ένωσης πρέπει να είναι η ίδια με την οικογένεια των πολιτών της Ένωσης που αντιμετωπίζονται υπό την ιδιότητά τους ως «εργαζομένων». Έτσι, επισημαίνει ότι το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει σχετικά με τη σχολική εκπαίδευση των τέκνων (τομέας που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του ίδιου κανονισμού) ότι τόσο οι κατιόντες του διακινούμενου εργαζόμενου όσο και οι κατιόντες του/της συζύγου του έχουν δικαίωμα να γίνουν δεκτοί στο σχολικό σύστημα του κράτους μέλους υποδοχής 5. Επιπλέον, ο νομοθέτης της Ένωσης επιβεβαίωσε ο ίδιος, σε πρόσφατη οδηγία 6 της οποίας το πεδίο εφαρμογής είναι πανομοιότυπο με εκείνο του επίμαχου κανονισμού, ότι η έννοια των «μελών της οικογένειας» είναι ενιαία, δηλαδή ότι τα τέκνα του συζύγου ενός μεθοριακού εργαζόμενου πρέπει να θεωρούνται «μέλη της οικογένειας» του εν λόγω εργαζόμενου. Τέλος, ο γενικός εισαγγελέας εκτιμά ότι η ερμηνεία αυτή συνάδει με την ερμηνεία της «οικογενειακής ζωής» που προστατεύεται με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ και με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, λαμβανομένου άλλωστε υπόψη ότι το ίδιο το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει σταδιακά αποστασιοποιηθεί από το κριτήριο του «συγγενικού δεσμού» για να αναγνωρίσει τη δυνατότητα «de facto οικογενειακών δεσμών» 7.

Για να στηρίξει την άποψή του, ο γενικός εισαγγελέας χρησιμοποιεί το παράδειγμα ανασυγκροτημένης οικογένειας με τρία τέκνα, από τα οποία το πρώτο είναι τέκνο της μητέρας, το δεύτερο είναι τέκνο του συζύγου της μητέρας και το τρίτο είναι τέκνο του ζεύγους. Στο παράδειγμα αυτό, όπου υποτίθεται ότι μόνον η μητέρα έχει την ιδιότητα του μεθοριακού εργαζόμενου στο Λουξεμβούργο, ο γενικός εισαγγελέας διαπιστώνει ότι, αν ο όρος «τέκνο» γίνει δεκτός με τη αυστηρή νομική του έννοια, η μητέρα θα μπορεί να λάβει λουξεμβουργιανή υποτροφία για το δικό της τέκνο και για το κοινό τέκνο του ζεύγους, αλλά όχι για το τέκνο του συζύγου της, ακόμη και αν το τέκνο αυτό ζει, για παράδειγμα, από την ηλικία των δύο ετών στην ανασυγκροτημένη οικογένεια. Ο γενικός εισαγγελέας συνάγει εξ αυτών ότι τέκνο που δεν έχει νομικό δεσμό με τον διακινούμενο εργαζόμενο, αλλά καλύπτεται από τον ορισμό του «μέλους της οικογένειας» κατά την έννοια της οδηγίας 2004/38, πρέπει να θεωρείται τέκνο του εργαζόμενου και συνεπώς δύναται να απολαύει των κοινωνικών πλεονεκτημάτων που προβλέπει ο κανονισμός.

Τέλος, όσον αφορά τον αναγκαίο βαθμό της συμβολής του μεθοριακού εργαζόμενου στη συντήρηση σπουδαστή με τον οποίο δεν συνδέεται με νομικό δεσμό, ο γενικός εισαγγελέας υπενθυμίζει ότι η ιδιότητα του συντηρούμενου μέλους της οικογένειας απορρέει από πραγματική κατάσταση 8, η δε σχετική νομολογία πρέπει να εφαρμόζεται επίσης όσον αφορά τη συμβολή του συζύγου στη συντήρηση των προγονών του. Έτσι, η συμβολή στη συντήρηση του τέκνου δύναται να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία, όπως ο γάμος, η σχέση καταχωρισμένης συμβιώσεως ή ακόμη η κοινή κατοικία, και τούτο χωρίς να είναι απαραίτητο να καθοριστούν οι λόγοι προσφυγής σε αυτή τη στήριξη ή η ακριβής αριθμητική έκτασή της 9.

ΥΠΟΜΝΗΣΗ: Οι προτάσεις του γενικού εισαγγελέα δεν δεσμεύουν το Δικαστήριο. Έργο του γενικού εισαγγελέα είναι να προτείνει στο Δικαστήριο, με πλήρη ανεξαρτησία, νομική λύση για την υπόθεση που του έχει ανατεθεί. Η υπόθεση τελεί υπό διάσκεψη στο Δικαστήριο. Η απόφαση θα εκδοθεί αργότερα.

ΥΠΟΜΝΗΣΗ: Η προδικαστική παραπομπή παρέχει στα δικαστήρια των κρατών μελών τη δυνατότητα, στο πλαίσιο της ένδικης διαφοράς της οποίας έχουν επιληφθεί, να θέσουν στο Δικαστήριο ερώτημα σχετικό με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ή με το κύρος πράξεως οργάνου της Ένωσης. Το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου. Στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να λύσει τη διαφορά σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου. Η απόφαση αυτή δεσμεύει, κατά τον ίδιο τρόπο, τα άλλα εθνικά δικαστήρια που επιλαμβάνονται παρόμοιου προβλήματος.

Ανεπίσημο έγγραφο προοριζόμενο για τα μέσα μαζικής ενημερώσεως, το οποίο δεν δεσμεύει το Δικαστήριο.

Το πλήρες κείμενο των προτάσεων δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα CURIA κατά την ημερομηνία αναπτύξεώς τους

Επικοινωνία: Estella Cigna-Αγγελίδη  (+352) 4303 2582

Πνευματικά δικαιώματα Δικηγορικού Συλλόγου Πατρών 2016