Μελέτες - Γνωμοδοτήσεις

Γνωμοδότηση Ν.Σ.Κ. 221/2017: Εγκυρότητα συμφωνητικών δικηγορικής αμοιβής που συντάχθηκαν υπό την ισχύ του προϊσχύσαντος Κώδικα Δικηγόρων και τα οποία δεν έχουν κατατεθεί εμπρόθεσμα στο Δικηγορικό Σύλλογο και στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.

Πατήστε εδώ για να διαβάσετε την Γνωμοδότηση.

 

Γνωμοδότηση Ν.Σ.Κ. 221/2017 Εγκυρότητα συμφωνητικών δικηγορικής αμοιβής που συντάχθηκαν υπό την ισχύ του προϊσχύσαντος Κώδικα Δικηγόρων και τα οποία δεν έχουν κατατεθεί εμπρόθεσμα στο Δικηγορικό Σύλλογο και στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.

(Εγκυρότητα συμφωνητικών δικηγορικής αμοιβής που συντάχθηκαν υπό την ισχύ του προϊσχύσαντος Κώδικα Δικηγόρων και τα οποία δεν έχουν κατατεθεί εμπρόθεσμα στο Δικηγορικό Σύλλογο και στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.)

Κατηγορία: Λοιπά

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ 
ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ 
ΝΟΜΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ

Αριθμός γνωμοδοτήσεως 221/2017 

ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ
(Τμήμα Α) 
Συνεδρίαση της 18ης Οκτωβρίου 2017

Σύνθεση:
Πρόεδρος: Ανδρέας Χαρλαύτης, Αντιπρόεδρος Ν.Σ.Κ.
Μέλη: Ανδρέας Ανδρουλιδάκης, Στυλιανή Χαριτάκη, Βασίλειος Καραγεώργος Ευσταθία Τσαούση και Νικόλαος Καραγιώργης, Νομικοί Σύμβουλοι του Κράτους.
Εισηγήτρια: Μαρία Βλάσση, Πάρεδρος Ν.Σ.Κ.
Αριθμός ερωτήματος: Το υπ' αριθ. πρωτ. 2/48688/0026 /2017 έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών, Γενική Γραμματεία Δημοσιονομικής Πολιτικής, Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, Γενική Διεύθυνση Θησαυροφυλακίου και Δημόσιου Λογιστικού, Διεύθυνση Συντονισμού και Ελέγχου Εφαρμογής Δημοσιολογιστικών Διατάξεων, Τμήμα Α'.
Ερώτημα: Ερωτάται αν καθίστανται έγκυρα συμφωνητικά δικηγορικής αμοιβής, που έχουν συνταχθεί υπό το καθεστώς του προϊσχύσαντος Κώδικα Δικηγόρων, και δεν έχουν κατατεθεί εμπροθέσμως στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο και στην αρμόδια ΔΟΥ, εάν αυτά κατατεθούν οποτεδήποτε μέχρι την πληρωμή δικαστικής απόφασης στο Δικηγορικό Σύλλογο και στην αρμόδια ΔΟΥ, υπό το καθεστώς του ισχύοντος σήμερα Κώδικα Δικηγόρων. 
Εισηγήτρια: Μαρία Βλάσση , Πάρεδρος Ν.Σ.Κ.

Επί του ανωτέρω ερωτήματος το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (Τμήμα Α') γνωμοδότησε ως εξής:

Ιστορικό

1. Από το έγγραφο της ερωτώσης Υπηρεσίας και τα στοιχεία του φακέλου που το συνοδεύουν , προκύπτει το ακόλουθο πραγματικό:

Με το υπ'αριθ. πρωτ. 93210/23.06.2017 έγγραφο του Προϊσταμένου Τμήματος Εκκαθάρισης Αποδοχών και Πληρωμών της Κεντρικής Υπηρεσίας του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους προς το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους .ζητήθηκε η άποψη της Υπηρεσίας αυτής σχετικά με την εγκυρότητα συμφωνητικών δικηγορικής αμοιβής που έχουν συνταχθεί τα έτη 1997-1999 , κατά τη διάρκεια ισχύος του προϊσχύσαντος Κώδικα Δικηγόρων, εάν κατατεθούν οποτεδήποτε μέχρι την πληρωμή απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που επιδικάζει αποζημίωση σε υπόθεση αποζημιώσεως εξ απαλλοτριώσεως, στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο και στην αρμόδια ΔΟΥ, σύμφωνα με τις διατάξεις του ισχύοντος σήμερα Κώδικα Δικηγόρων.

Κατόπιν αυτού, η Διεύθυνση Συντονισμού και Ελέγχου Εφαρμογής Δημοσιολογιστικών Διατάξεων υπέβαλε το ερώτημα που αναφέρεται στην αρχή. 

Νομοθετικό πλαίσιο

2. Στις διατάξεις του άρθρου 92 του ν.δ. 3026/1954 ( προϊσχύσας Κώδικας Δικηγόρων Α' 235) ορίζονταν τα εξής:

«1. Τα της αμοιβής του Δικηγόρου κανονίζονται κατά συμφωνίας μετά του εντολέως αυτού ή του αντιπροσώπου του, περιλαμβάνουσαν είτε την όλην διεξαγωγήν της δίκης, είτε μέρος, ή κατ' ιδίαν πράξεις αυτής, ή άλλης πάσης φύσεως νομικάς εργασίας, εν ουδεμιά όμως περιπτώσει επιτρέπεται η αμοιβή να υπολείπεται των εν άρθροις 98 και επόμενα ελαχίστων ορίων αυτής. 2 3.

Επιτρέπεται συμφωνία, εξαρτώσα την αμοιβήν ή το είδος αυτής εκ της εκβάσεως της δίκης ή αποτέλεσματος της εργασίας ή εξ οιασδήποτε άλλης αιρέσεως, ως και συμφωνία περί αμοιβής δΓ εκχωρήσεως ή μεταβιβάσεως μέρους του αντικειμένου της δίκης ή της εργασίας. Η τοιαύτη συμφωνία δεν δύναται να υπερβαίνη τα 20 % του αντικειμένου της δίκης.

4. Α) Η συμφωνία από την οποία εξαρτάται η αμοιβή του δικηγόρου από την έκβαση της δίκης και η οποία αναφέρεται σε υποθέσεις από ζημίες αυτοκινήτων (άρθρο 681 Α Κ.Πολ,Δ.) ή σε μισθούς, ημερομίσθια, πρόσθετες αμοιβές για υπερωρίες, εργασία νυκτερινή ή σε Κυριακές ή εορτές, δώρα, αντίτιμο για άδεια ή επίδομα αδείας, αποζημίωση για καταγγελία της συμβάσεως εργασίας και γενικά σε απαιτήσεις που ανάγονται σε εργασιακή σύμβαση υπαλλήλων, εργατών ή υπηρετών (άρθρο 663 Κ.Πολ,Δ.) ή σε αποδοχές γενικά μονίμων δημοσίων υπαλλήλων ή υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. οι οποίοι υπάγονται στη δικαιοδοσία των Διοικητικών Δικαστηρίων καταρτίζεται εγγράφως και γνωστοποιείται στο Δικηγορικό Σύλλογο του οποίου είναι μέλος ο δικηγόρος. Η γνωστοποίηση γίνεται με προσαγωγή δύο πρωτοτύπων και με πράξη που συντάσσεται κάτω από το ένα πρωτότυπο το οποίο παραλαμβάνει ο δικηγόρος. Το άλλο πρωτότυπο παραμένει στα αρχεία του Συλλόγου και καταχωρίζεται αμέσως σε ειδικό βιβλίο. Τα πρωτότυπα, στα οποία αναγράφεται ο αριθμός φορολογικού μητρώου των συμβαλλομένων, προσάγονται σε προθεσμία είκοσι ημερών από την ημέρα της κατάρτισης της συμβάσεως. Αν παρέλθει η προθεσμία αυτή χωρίς να προσαχθεί η σύμβαση στο Σύλλογο, η σύμβαση είναι άκυρη. Φορολογικός νόμος ο οποίος επιβάλλει στον δικηγόρο την υποβολή αντιγράφου του εργολαβικού συμβολαίου στην αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία εξακολουθεί να ισχύει

Β) Η αναγγελία της εκχώρησης τμήματος της απαίτησης για κάλυψη της αμοιβής του δικηγόρου γίνεται με κοινοποίηση του σχετικού συμφωνητικού στον οφειλέτη, οποτεδήποτε πριν από την πληρωμή της απαιτήσεως. Όταν οφειλέτης είναι το Ελληνικό Δημόσιο, η αναγγελία γίνεται με υποβολή του εκχωρητικού εγγράφου στον οικείο Υπουργό και στην αρμόδια για την εκκαθάριση της δαπάνης Υπηρεσία Δημοσιονομικού Ελέγχου, χωρίς να τηρούνται οι διατυπώσεις του άρθρου 95 του ν.2362/1995 (ΦΕΚ 247 Α’) Σε κάθε περίπτωση, η γνωστοποίηση του εκχωρητικού εγγράφου γίνεται και στην αρμόδια για τη φορολόγηση του δικηγόρου Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία. Η μη αναγγελία της εκχωρήσεως κατά τις διατάξεις του παρόντος επάγεται την ακυρότητα αυτής. Η παρακράτηση και απόδοση της αμοιβής του δικηγόρου γίνεται από το αρμόδιο για πληρωμή της απαίτησης όργανο του Δημοσίου Η παρούσα διάταξη ισχύει και για τις υποθέσεις που εκκρεμούν για πληρωμή. (Η παρ. 4 αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 16 παρ. 7 του ν.3472/2006 Ρύθμιση θεμάτων αρμοδιότητας Υπουργείου Δικαιοσύνης κλπ. Α' 135) 5. Η κατά τ' ανωτέρω συμφωνία, η εξαρτώσα την αμοιβήν εκ της εκβάσεως της δίκης, τότε μόνον ισχύει, όταν ο Δικηγόρος ανέλαβε την υποχρέωσιν να διεξαγάγη την δίκην μέχρι τελεσιδικίας χωρίς εν αποτυχία να λάβη αμοιβήν τινά ούτε αυτός ούτε ο κατά τον αυτόν ή άλλον βαθμόν συμπληρεξούσιος ή υποκατάστατος. Τοιαύτη συμφωνίας δεν επιτρέπεται εις τους δικολάβους. »

3. Στα άρθρα 60 και 166 του ν. 4194/2013 Κώδικας Δικηγόρων ( Α' 208), ορίζονται τα εξής:

«1. Επιτρέπεται η κατάρτιση έγγραφης συμφωνίας, η οποία εξαρτά την αμοιβή ή το είδος αυτής από την έκβαση της δίκης ή του αποτελέσματος της εργασίας ή από οποιαδήποτε άλλη αίρεση, όπως επίσης και συμφωνία, με την οποία εκχωρείται ή μεταβιβάζεται μέρος του αντικειμένου της δίκης ή της εργασίας, ως αμοιβή (εργολαβικό δίκης). Αυτή η συμφωνία δεν μπορεί να υπερβαίνει το 20% του 
αντικειμένου της δίκης. Σε περίπτωση που συμπράττουν πέραν του ενός δικηγόροι, το ως άνω ποσοστό δεν μπορεί να υπερβαίνει το 30%. Σε συμφωνία, που εξαρτά ίην αμοιβή από το αποτέλεσμα της δίκης, η αμοιβή εισπράττεται είτε από το ίδιο το προϊόν της δίκης είτε από την υπόλοιπη περιουσία του εντολέα. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος έχει προνόμιο μόνο στο προϊόν της δίκης. Δεν επιτρέπεται, με ποινή ακυρότητας, κάθε εκχώρηση του προϊόντος της δίκης ή οποιαδήποτε άλλη μεταβίβαση του εν ζωή ή με αιτία το θάνατο ή με κατάσχεση, μέχρι το ποσό ή την αξία που δικαιούται ο δικηγόρος.

2. Η συμφωνία βάσει της οποίας εξαρτάται η αμοιβή του δικηγόρου από την έκβαση της δίκης και η οποία αναφέρεται σε υποθέσεις από ζημίες αυτοκινήτων, απαλλοτριώσεις ή σε μισθούς, ημερομίσθια, πρόσθετες αμοιβές για υπερωρίες, εργασία νυκτερινή ή σε Κυριακές ή εορτές, δώρα, αντίτιμο για άδεια ή επίδομα αδείας, αποζημίωση για καταγγελία της σύμβασης εργασίας και γενικά σε απαιτήσεις που ανάγονται σε εργασιακή σύμβαση υπαλλήλων, εργατών ή υπηρετών ή σε αποδοχές γενικά μονίμων δημοσίων υπαλλήλων ή υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. σε όποια δικαιοδοσία κι αν υπάγονται καταρτίζεται εγγράφως και γνωστοποιείται στο Δικηγορικό Σύλλογο, του οποίου είναι μέλος ο δικηγόρος, οποτεδήποτε και σε κάθε περίπτωση πριν από την άσκηση ή ικανοποίηση της οποιασδήποτε αξίωσης του δικηγόρου κατά του εντολέα. Η γνωστοποίηση γίνεται με προσκόμιση δύο πρωτοτύπων, συντάσσεται δε πράξη κάτω από το ένα πρωτότυπο, το οποίο παραλαμβάνει ο δικηγόρος. Το άλλο πρωτότυπο παραμένει στα αρχεία του Συλλόγου και καταχωρείται αμέσως σε ειδικό βιβλίο.

3. Η αναγγελία της εκχώρησης του τμήματος της απαίτησης για την κάλυψη της αμοιβής του δικηγόρου γίνεται με κοινοποίηση του σχετικού συμφωνητικού στον οφειλέτη, οποτεδήποτε πριν από την πληρωμή της απαίτησης. Όταν οφειλέτης είναι το Ελληνικό Δημόσιο, η αναγγελία γίνεται με υποβολή του εκχωρητικού εγγράφου στον οικείο Υπουργό και στην αρμόδια για την εκκαθάριση της δαπάνης Υπηρεσία Δημοσιονομικού Ελέγχου, χωρίς να τηρούνται οι διατυπώσεις του άρθρου 95 του ν. 2362/1995 (Α' 247), ως ισχύει Σε κάθε περίπτωση, η γνωστοποίηση του εκχωρητικού εγγράφου γίνεται και στην αρμόδια για τη φορολόγηση του δικηγόρου Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία. Η παρακράτηση και απόδοση της αμοιβής του δικηγόρου γίνεται από το αρμόδιο για πληρωμή της απαίτησης όργανο του Δημοσίου 4 5. ...».

«Άρθρο 166 Τελικές διατάξεις

1. Οι διατάξεις του Κώδικα είναι ειδικές έναντι κάθε άλλης διάταξης.

2. Από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καταργείται ο Κώδικας περί Δικηγόρων, όπως αυτός έχει κυρωθεί με το ν.δ. 3026/1954 (Α' 235). 

3. Ο νόμος αυτός, με την επιφύλαξη του άρθρου 165 του Κώδικα, ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. »

4. Στο άρθρο 9 του ν. 1093/1980, Περί τροποποιήσεως διατάξεων του Κώδικος περί Δικηγόρων (ν.δ.3026/1954) και άλλων τινών διατάξεων( Α'270) ορίζονται τα εξής :

«1. Η διάταξις της παρ. 7 του άρθρου 161 του Ν.Δ. 3026/1954, ως αύτη προσετέθη δια του άρθρου 25 του Ν. 723/1977, εφαρμόζεται και επί των δικηγορικών αμοιβών εξ αναγκαστικών απαλλοτριώσεων κατά την ειδικήν διαδικασίαν προσδιορισμού τιμής μονάδος και αναγνωρίσεως δικαιούχων.Εφ' όσον η δικηγορική αμοιβή έχει καθορισθή κατά την παρ. 3 του άρθρου 92 του Ν.Δ. 3026/1954, αύτη δεν δύναται να είναι κατωτέρα των υπό των άρθρων 100 και επ. προβλεπομένων ελαχίστων ορίων, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των διατάξεων της παρ. 4 του άρθρου 92.»

5. Στο άρθρο 8 παρ. 1 του ν. 1882/1990, Μέτρα για την περιστολή της φοροδιαφυγής, διαρρυθμίσεις στην άμεση και έμμεση φορολογία και άλλες διατάξεις (Α"43) , ορίζονται τα ακόλουθα:

«1 Συμβάσεις που καταρτίζονται μεταξύ δικηγόρων και πελατών αυτών, με τις οποίες η αμοιβή συμφωνείται σε ποσοστό επί του αντικειμένου της αναλαμβανόμενης υποθέσεως, θεωρούνται από την αρμόδια για το φόρο δημόσια οικονομική υπηρεσία μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την ημερομηνία κατάρτισης και υπογραφής, άλλως είναι ανίσχυρες και δεν έχουν κανένα έννομο αποτέλεσμα. 2... 16 ».

Ερμηνεία και εφαρμογή διατάξεων

6. Το κύρος της συμβάσεως , προκειμένου να διασφαλισθεί η ασφάλεια των συναλλαγών, κρίνεται με βάσει το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο της κατάρτισής της, ενόψει της γενικής αρχής της μη αναδρομικότητας του νόμου (άρθρο 2 Α.Κ., Γν. ΝΣΚ 171/2001). Δικαιοπραξία για την οποία δεν τηρήθηκε ο τύπος που απαιτεί ο νόμος, εφόσον δεν ορίζεται ρητά το αντίθετο, είναι άκυρη (άρθρο 159 Α.Κ.).Η άκυρη δικαιοπραξία θεωρείται σαν να μην έγινε (άρθρο 180 Α. Κ.) και δεν παράγει έννομα αποτελέσματα.

7. Από τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων περί αμοιβής , οι οποίες αποσκοπούν όχι μόνο στην προστασία του δικηγόρου ως εργαζομένου αλλά και στην κατοχύρωση του κύρους του, ως θεράποντος του δημοσίου συμφέροντος, συνάγεται ότι η αμοιβή του δικηγόρου, ως άμισθου δημόσιου λειτουργού, που έχει την αντιπροσώπευση και υπεράσπιση του εντολέα του ενώπιον των δικαστηρίων και κάθε αρχής, κανονίζεται με συμφωνία αυτού και του εντολέα του, η οποία μπορεί να αφορά μία μόνο κατ' ιδίαν πράξη ή το σύνολο των πράξεων που αφορούν συγκεκριμένη υπόθεση1. Καθ' ερμηνεία των σχετικών διατάξεων επιτρέπεται ειδική συμφωνία μεταξύ του δικηγόρου και του εντολέα του, η οποία εξαρτά την αμοιβή του πρώτου από την έκβαση της δίκης ή του αποτελέσματος της εργασίας, (εργολαβικό δίκης, δηλαδή συμφωνία δικηγόρου με τον πελάτη του κατά την οποία η αμοιβή του δικηγόρου ή το είδος της αμοιβής του δικηγόρου να εξαρτάται από αίρεση2.

8. Περαιτέρω, έχει κριθεί ότι η συμφωνία μεταξύ δικηγόρου και πελάτη, με την οποία εξαρτάται η αμοιβή ή το είδος αυτής από την έκβαση της δίκης, δεν προϋποθέτει για το κύρος της την τήρηση έγγραφου τύπου3, αφού η δικονομικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 95 παρ. 2 εδ. α' του ιδίου Κώδικα (δικηγόρων), με την οποία περιοριζόταν η απόδειξη της συμφωνίας αυτής μόνο με έγγραφα ή ομολογία πρέπει να θεωρηθεί καταργημένη από την εισαγωγή του ΚΠολΔ, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 38 ΕισΝΚΠολΔ.

9. Κατά τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 92 του ν.δ.3026/1954 και του άρθρου 9 παρ. 1 εδαφ. β του ν. 1093/1980 η σύμβαση εργολαβίας δίκης, μόνο αν αφορά ειδικά οριζόμενες υποθέσεις ,όπως αμοιβές εργασίας και αποζημίωση από απαλλοτρίωση πρέπει να καταρτίζεται εγγράφως (Α.Π. 65/2010) και να κατατίθεται ,εντός οριζόμενης προθεσμίας ,στο δικηγορικό σύλλογο ,του οποίου είναι μέλος ο δικηγόρος.

Στις περιπτώσεις αυτές, ο τύπος έχει κριθεί από τη νομολογία ότι είναι συστατικός και αν δεν τηρηθεί η σύμβαση θεωρείται εξ υπαρχής άκυρη4. Ειδικότερα, η έγγραφη κατάρτιση της συμβάσεως εργολαβίας μεταξύ του εργαζομένου και του δικηγόρου για τη διεκδίκηση εργασιακών απαιτήσεων και μεταξύ του εντολέα και του δικηγόρου για τη διεκδίκηση αποζημιώσεως από αναγκαστικές απαλλοτριώσεις αφενός και η εμπρόθεσμη αναγγελία της στον οικείο δικηγορικό σύλλογο αφετέρου, είναι συστατικοί τύποι που καθιερώθηκαν για λόγους κοινωνικοοικονομικούς, δηλαδή χάριν του κοινωνικά και οικονομικά ασθενέστερου εργαζομένου, γι' αυτό και ορίστηκε από τις διατάξεις αυτές, ως κύρωση, ότι η μη τήρησή τους επάγεται απόλυτη ακυρότητα της συμβάσεως (άρθρα 158, 159 και 180 Α.Κ.)και μάλιστα αναδρομικώς5. Έχει δε κριθεί ότι διάταξη του άρθρου 9 § 1 ν. 1093/1980, κατά το μέρος της που, με την παραπομπή της στο άρθρο 92 § 4 του δικηγορικού κώδικα, επιβάλλει ως κύρωση, για την μη εμπρόθεσμη αναγγελία του εργολαβικού δίκης σε υποθέσεις 'αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, την ακυρότητα της συμβάσεως αυτής δεν είναι αντίθετη προς τη διάταξη του άρθρου 25 § 1 εδ. δ' του Συντάγματος (Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου 27/2008).Στις άκυρες δικαιοπραξίες, λόγω μη τήρησης του τύπου, δεν υφίσταται καμία μεταβολή στο εμπράγματο δικαίωμα και στις υποσχετικές δεν δημιουργείται ούτε υποχρέωση, ούτε απαίτηση(Γεωργιάδης Ερμηνεία Α.Κ. ). Συνεπώς, άκυρη σύμβαση εργολαβίας δίκης δεν μπορεί να καταστεί έγκυρη σε μεταγενέστερο χρόνο (άρθρα 2 , 158, 159 και 180 Α.Κ.). Εξάλλου , η απόλυτη ακυρότητα δεν θεραπεύεται με επικύρωση, διότι ισοδυναμεί με νέα κατάρτιση ,σύμφωνα με το άρθρο 183 παρ. 1 και δεν έχει αναδρομική ισχύ . Ο κανόνας του άρθρου 183 ΑΚ είναι ερμηνευτικός και επομένως δεν ισχύει αν τα μέρη εκδήλωσαν αντίθετη βούληση. Σε κάθε περίπτωση εύλογης αβεβαιότητας περί της εγκυρότητας των σχετικών συμβάσεων και του δικαιούχου, δανειστή της αμοιβής , κρίνεται απαραίτητη η κατάρτιση νέας συμβάσεως ή η προσκόμιση πρόσφατης έγγραφης συναίνεσης του εντολέα περί καταβολής της αμοιβής στο δικηγόρο, άλλως η δημόσια κατάθεση του ποσού στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. (άρθρο 434 Α.Κ.).

10. Περαιτέρω, ως έχει ερμηνευθεί από τη νομολογία, η υποχρέωση τήρησης των ειδικών προϋποθέσεων του άρθρου 92 παρ. 4 του Κώδικα περί Δικηγόρων .καθιερώνεται μόνο επί συμβάσεων εργολαβίας που αφορούν εργατικές απαιτήσεις και την καταβολή αποζημίωσης λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης και όχι επί εργολαβικών συμβάσεων με άλλο αντικείμενο, αναφυόμενο απλώς εξ αφορμής τους στα πλαίσια διοικητικής δίκης ή δίκης ενώπιον του ΣτΕ. 

11. Εξάλλου, η ρύθμιση του άρθρου 8 παρ. 1 δ', β του Ν 1882/1990, που ορίζει ότι οι συμβάσεις που καταρτίζονται μεταξύ δικηγόρων και πελατών αυτών, με τις οποίες η αμοιβή συμφωνείται σε ποσοστό επί του αντικειμένου της αναλαμβανόμενης υποθέσεως θεωρούνται από την αρμόδια ΔΟΥ μέσα σε 10 ημέρες από την ημερομηνία κατάθεσης και υπογραφής άλλως είναι ανίσχυρες και δεν έχουν κανένα έννομο αποτέλεσμα, παρ' όλη τη ρητή γραμματική διατύπωσή της, έχει ερμηνευθεί ότι θεσπίστηκε στα πλαίσια των μέτρων που ο προαναφερόμενος νόμος περιέχει για την περιστολή της φοροδιαφυγής, και ότι η διάταξη αυτή δεν καθιερώνει το έγγραφο ως συστατικό τύπο.

12. Η σύμβαση αμοιβής γνωστή ως "εργολαβία δίκης"είναι υποσχετική και τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της επιτυχημένης έκβασης της δίκης. Κατά συνέπεια ο δικηγόρος, μετά την πλήρωση της πιο πάνω αναβλητικής αίρεσης, δεν αποκτά αυτοδικαίως το ποσοστό επί του αντικειμένου της δίκης που συνιστά την αμοιβή του, αλλά έχει ενοχική αξίωση έναντι του πελάτη του για τη μεταβίβαση ή την καταβολή του ποσοστού αυτού. Εξάλλου, στα πλαίσια της μεταξύ του εντολέα και του δικηγόρου συμφωνίας είναι δυνατόν να συμφωνηθεί ότι ο εντολέας εκχωρεί στον εντολοδόχο δικηγόρο, προς είσπραξη της συμφωνηθείσης αμοιβής του, ποσοστό της απαίτησης του κατά του αντιδίκου του. Στην περίπτωση αυτή πρόκειται για καταπιστευτική εκχώρηση και η είσπραξη της αμοιβής του δικηγόρου πραγματοποιείται αμέσως από το προϊόν της δίκης μετά την τελεσιδικία, χωρίς η εκχωρηθείσα απαίτηση να διέλθει από την περιουσία του εκχωρητή. Τέλος, από τα άρθρα του Κώδικα Δικηγόρων, ως ισχύουν κατά το χρόνο της αναγγελίας, προκύπτει ειδικά ότι η αναγγελία της εκχώρησης του τμήματος της απαίτησης για την κάλυψη της αμοιβής του δικηγόρου όταν οφειλέτης είναι το Ελληνικό Δημόσιο, γίνεται με υποβολή του εκχωρητικού εγγράφου στον οικείο Υπουργό και στην αρμόδια για την εκκαθάριση της δαπάνης Υπηρεσία Δημοσιονομικού Ελέγχου, χωρίς να τηρούνται οι διατυπώσεις του άρθρου 95 του ν. 2362/1995 και ήδη του άρθρου 145 του ν. 4270/2014

Απάντηση

13. Κατ’ ακολουθία των προεκτεθέντων, επί του τεθέντος ερωτήματος, το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (Α' Τμήμα) γνωμοδοτεί ομοφώνως ως εξής: Συμφωνητικά δικηγορικής αμοιβής σχετικής με τις αναφερόμενες στο άρθρο 92 του προϊσχύσαντος Κώδικα Δικηγόρων υποθέσεις, καθώς και με αμοιβή εξ αναγκαστικών απαλλοτριώσεων κατά την ειδική διαδικασία προσδιορισμού τιμής μονάδος και αναγνωρίσεως δικαιούχων, συνταχθέντα υπό το καθεστώς του προϊσχύσαντος Κώδικα Δικηγόρων, τα οποία πάσχουν ακυρότητα λόγω μη καταθέσεώς των εντός είκοσι ημερών από της καταρτίσεώς των στον οικείο δικηγορικό σύλλογο, δεν ισχυροποιούνται δια της καταθέσεώς των στον οικείο δικηγορικό σύλλογο, υπό το καθεστώς του ισχύοντος Κώδικα Δικηγόρων. Η μη εμπρόθεσμη κατάθεσή τους στη Δ.Ο.Υ δεν επάγεται ακυρότητα.


ΘΕΩΡΗΘΗΚΕ 

ΑΘΗΝΑ 19.10.2017

Ο Πρόεδρος
Ανδρέας Χαρλαύτης
Αντιπρόεδρος Ν.Σ.Κ.

Η Εισηγήτρια
Μαρία Βλάσση
Πάρεδρος Ν.Σ.Κ.
__________________
1. Ολ ΑΠ 2/2008, ΑΠ 957/2014, 1309/2012
2. Α.Π.65/2010, Α.Π.1512/2010, ΑΠ 396/2008
3. Α.Π.1310/2012, 399/2015, 768/2000, Α.Π. 1164/2014
4. Ολ.Α.Π.27/2008, Α.Π.598/2017, Α.Π.479/2017, Α.Π. 1310/2012, Α.Π. 1802/2008 Α.Π. 189/2002, Α.Π.737/2003, ΑΠ 805/2003, Εφ. Πειρ.276/2012 ΕλλΔνη 45,120
5. extunc,OA.A.n.27/2008, Α.Π.598/2017, Α.Π.479/2017, Α.Π. 1310/2012, Α.Π. 1802/2008 Α.Π.189/2002, Α.Π.737/2003, Γεωργιάδης Σταθόπουλος ΕρμαΑΚ I υπό τα άρθρα 180 και 183
6. ΑΠ 805/2003 ΕλλΔνη 45.120, ΕφΘεσ 1263/2005
7. Α.Π. 1310/2012, Α.Π.80/2010 Εφ.Θες. 1013/2011, ΑΠ 598/2017, ΑΠ 479/2017, Α.Π.65/2010, Α.Π.768/2000, ΑΠ 90/2005, 1373/2007 Α.Π., 48/2006 Α.Π., ΑΠ 956/2015, ΑΠ 1216/1995, ΑΠ1059/2012, Ε.Σ 254/2013, Α.Π.1373/2007, Α.Π.48/2006 Εφ Θες.1013/2011

 

ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ «ΑΝΙΣΧΥΡΗ» ΚΑΙ ΜΗ ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΑ Η ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 19 ΠΑΡ. 5 ΤΟΥ Ν. 489/1976 ΠΕΡΙ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΤΟΥ Ε.Κ. ΟΤΑΝ ΣΥΝΤΡΕΧΕΙ ΩΣ ΥΠΟΧΡΕΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ή ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ[υπό Γεωργίου Αμπατζή Δικηγόρου ε.τ.]

 

 

ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΤΑΞΗΣ ΜΕΤΑ ΤΙΣ ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ
ΤΗΣ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ (3,4 ΚΑΙ 5/2017)

 

(Σ.Σ. Με την δημοσιευόμενη κατωτέρω μελέτη επιχειρείται να αναδειχθεί το μείζων κοι­νωνικό ζήτημα που προκύπτει σε περίπτωση εμπλοκής σε τροχαίο ατύχημα οχήματος ασφαλισμένου σε εταιρεία που πτώχευσε ή ανεκλήθη η άδεια λειτουργίας της ή απέβη άκαρπη η εις βάρος της αναγκαστική εκτέλεση από τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 5 του Ν. 489.

Το κοινωνικό πρόβλημα προκύπτει στην πράξη όταν ο ασφαλισμένος, που πλήρωνε κανονικά τα ασφάλιστρά του, για να έχει πλήρη ασφαλιστική κάλυψη, μένει στην πράξη ακάλυπτος, όταν στη θέση του ασφαλιστή υπεισέρχεται το Επικουρικό Κεφάλαιο και ο ζημιωθείς έλαβε ασφαλιστικές παροχές από το ασφαλιστικό του ταμείο (ΙΚΑ, ΤΕΒΕ, ΟΑΕΕ κλπ). Στην περί­πτωση αυτή βάσει της διάταξης του άρθρου 19 § 5 του Ν 489/1976 ο ασφαλισμένος καλείται να πληρώσει εξ ιδίων στο ασφαλιστικό ταμείο του παθόντος, που χορήγησε τις παροχές προς αυτόν; ολόκληρο το ποσό των εν λόγω παροχών.

Το άδικο τη ρύθμισης καταδεικνύεται από το γεγονός ότι οι παροχές του ταμείου κοινωνι­κής ασφάλισης είναι στην ουσία του ανταποδοτικές, αφού για αυτές πλήρωνε ο εργαζό­μενος ασφαλιστικές εισφορές που είναι υποχρεωτικές εκ του νόμου. Ετσι παρουσιάζεται το παράδοξο φαινόμενο το μεν ασφαλιστικό ταμείο να εισπράττει σωρευτικά τις ασφαλι­στικές εισφορές και αποζημίωση για τις παροχές που αυτό πρόσφερε στον ασφαλισμένο του, ενώ ο υπόχρεοι σε αποζημίωση επί τροχαίου ατυχήματος να καλείται να πληρώσει, εκτός από τις εισφορές που πλήρωνε στον ασφαλιστή του, και αποζημίωση για τις παροχές του κοινωνικού ασφαλιστικού ταμείου προς τον ζημιωθέντα).

Με τις παραπάνω αποφάσεις της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου κρίθηκε ότι είναι ανίσχυροι και μη εφαρμοστέοι οι ποσοτικοί περιορισμοί που θεσπίσθηκαν με το άρθρο 4 παρ. 1 του Ν. 4092/2012 όταν υπόχρεο προς αποζημίωση είναι το Επικουρικό Κεφάλαιο. Τα ερμηνευ­τικά πορίσματα αυτών των αποφάσεων πρέπει για την ταυτότητα του νομικού λόγου να εφαρμοσθούν και για τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 5 του Ν. 489/1976, που προβλέπει περιορισμό της ευθύνης του ΕΚ όταν καταβάλονται ασφαλιστικές παροχές στον ζημιω­θέντα από Ασφαλιστικό Ταμείο ή από άλλο συναφή Οργανισμό Κοινωνικής Ασφάλισης. Και αυτό διότι με την τελευταία αυτή διάταξη εισάγονται ποσοτικοί περιορισμοί στις αποζη­μιώσεις τις οποίες καλείται να πληρώσει το ΕΚ, οι οποίοι έρχονται σε ευθεία αντίθεση με τις υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις του Συντάγματος και του Ενωσιακού Δικαίου.

  1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Με το άρθρο 5 παρ. 3 του ΠΔ 264/1991 προστέθηκε διάταξη στο άρθρο 19 παρ. 5 του Π.Δ. 237/1986, με το οποίο κωδικοποιήθηκε ο Ν. 489/1976, η οποία διάταξη θέσπισε τον κανόνα ότι στην περίπτωση κατά την οποία το Επικουρικό Κεφάλαιο (εφεξής ΕΚ) ευθύνεται σε αποζημίωση προσώπων που ζημιώθηκαν λόγω θανάτωσης συγγενούς τους ή σωματικών βλαβών ή υλικών ζημιών από αυτοκινητικά ατυχήματα, η έκταση της οφειλής του περιορί­ζεται σε ό,τι υπολείπεται, αφού προηγουμένως αφαιρεθεί το ποσό και μόνο εκείνο το οποίο υποχρεούται για την ίδια αιτία να καταβάλει στον ζημιωθέντα ασφαλιστικό ταμείο ή άλλος συναφής οργανισμός κοινωνικής ασφάλισης, χωρίς να έχει εφαρμογή στην περίπτωση αυτή η διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 του ΑΚ. Η ρύθμιση αυτή επικρίθηκε τόσο από τυπική άποψη ως αντισυνταγματική όσο και από ουσιαστική άποψη, διότι οδηγεί στην πράξη σε άκρως ανεπιεική αποτελέσματα εις βάρος του ζημιώσαντος. Και αυτό ισχύει κυρίως στην περίπτωση που ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της ασφαλιστικής εταιρίας στην οποία ήταν ασφαλισμένο το ζημιογόνο όχημα ή αυτή επτώχευσε και ενώ πληρώνονταν σε αυτήν κανονικά τα ασφάλιστρα από τον ασφαλισμένο της. Ειδικώτερα οι επικρίσεις εντοπίζονταν στο γεγονός ότι με την εν λόγω διάταξη εισάγεται μεν εξαίρεση στον κανόνα του άρθρου 930 παρ. 3 του ΑΚ, με την οποία προβλέπεται σωρευτική απόληψη της αποζημίωσης τόσο από τον ζημιώσαντα όσο και από τον τρίτο, αλλά προς μία μόνο κατεύθυνση. Η εξαίρεση δηλαδή αφορά την έκταση της αποζημιωτικής ευθύνης μόνο του ΕΚ έναντι του ζημιωθέν- τος, ο οποίος δικαιούται να αξιώσει από αυτό την διαφορά μεταξύ των ασφαλιστικών πα­ροχών και της αποζημίωσης. Όμως για τους λοιπούς υπόχρεους σε αποζημίωση όπως είναι π.χ. ο υπαίτιος οδηγός ή ο ιδιοκτήτης του ζημιογόνου αυτοκινήτου δεν ισχύει αυτή η εξαί­ρεση, όπως δέχεται η νομολογία. Έτσι αυτοί θα υποχρεωθούν να καταβάλουν εξ ιδίων τα ποσά τα οποία πλήρωσε στον ζημιωθέντα ο οργανισμός κοινωνικής ασφάλισης ή το ασφα­λιστικό ταμείο με τη μορφή των ασφαλιστικών παροχών και στα οποία ποσά ο οργανισμός αυτός υποκαταστάθηκε στη θέση του ζημιωθέντος[1]. Ο ασφαλισμένος λοιπόν, ο οποίος έχει τηρήσει πλήρως τις νόμιμες υποχρεώσεις του έναντι της ασφαλιστικής του εταιρίας, εμ­φανίζεται να «τιμωρείται» από το νομοθέτη για την πτώχευση, την αδυναμία της εις βάρος της αναγκαστικής εκτέλεσης ή την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της, δηλαδή για ένα εξωτερικό γεγονός ανεξάρτητο από τη βούλησή του και για το οποίο στην ουσία δεν τον βαρύνει καμία υπαιτιότητα[2].

  1. Η ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΡΥΘΜΙΣΗΣ ΑΠΟ ΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Στις υποθέσεις που οδηγήθηκαν ενώπιον του Αρείου Πάγου και είχαν σαν αντικείμενο την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 19 παρ. 5 του Ν. 489/1976 οι οποίες αφορούσαν περι­πτώσεις κατά τις οποίες είχε ανακληθεί η άδεια της ασφαλιστικής εταιρίας στην οποία ήταν ασφαλισμένο το ζημιογόνο αυτοκίνητο, οι ισχυρισμοί τους οποίους προέβαλαν οι εναγό-

μενοι ήταν οι ακόλουθοι: 1) Ότι η πάρα πάνω διάταξη δεν μπορεί να εφαρμοστεί ως αντι- συνταγματική και 2) ότι αυτή αντίκειται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Ειδικώτερα ο ισχυρισμός περί αντισυνταγματικότητας στηριζόταν στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, με το οποίο θεσπίζεται η αρχή της αναλογικότητας, και στο άρθρο 4 αυτού με το οποίο διακηρύσσεται η ισότητα των ελλήνων πολιτών ενώπιον του νόμου. Εξάλλου με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, το οποίο έχει κυρωθεί με το ΝΔ 53/1974 και έχει αυξημένη τυπική ισχύ έναντι των κοινών νόμων, καθιερώνεται η αρχή του σεβασμού της περιουσίας των φυσικών και των νομικών προσώ­πων. Οι διάδικοι ισχυρίσθηκαν ότι με την πάρα πάνω ρύθμιση παραβιάζονται σωρευτικά οι πάρα πάνω διατάξεις υπερνομοθετικής ισχύος. Ο Αρειος Πάγος απέρριψε αυτούς τους ισχυρισμούς και με επιγραμματική και ομοιόμορφη διατύπωση αποφάνθηκε ότι «............................... η διά­

ταξη του άρθρου 19 παρ. 5 του Ν. 489/1976 δεν αντίκειται στα άρθρα 25 και 4 του Συντάγ­ματος ούτε και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ»[3]. Η «αξιωματικά» διατυπούμενη αυτή σκέψη των αποφάσεων του Δ'Πολιτικού Τμήματος του Ανωτάτου Δικαστηρίου της χώρας μας δεν υποστηρίζεται από κάποια ερμηνευτική προ­σέγγιση από αυτές τις αποφάσεις των πάρα πάνω αναφερόμενων υπερνομοθετικών δια­τάξεων και με βάση τους ερμηνευτικούς κανόνες που συνάδουν προς την ερμηνεία ακριβώς των διατάξεων αυτής της φύσης. Αντίθετα οι πάρα πάνω υπ’αριθ. 3,4 και 5 /2017 αποφάσεις της Ολομέλειας του ΑΠ προβαίνουν σε αναλυτική και εμπεριστατωμένη ερμηνεία των ίδιων πάρα πάνω διατάξεων, η οποία και τις οδήγησε στο συμπέρασμα ότι οποιοιδήποτε ποσο­τικοί περιορισμοί τίθενται από τον κοινό νομοθέτη στην ασφαλιστική κάλυψη είναι ανί­σχυροι.

Αξίζει να επισημανθεί ότι ευχάριστη έκπληξη στην ερμηνεία και εφαρμογή της πάρα πάνω διάταξης αποτέλεσε η αντίθετη νομολογία των κατώτερων ιεραρχικά δικαστηρίων, τα οποία μετά από μία εξαιρετικά επιτυχή και τεκμηριωμένη ερμηνεία των διατάξεων του ενωσιακού δικαίου (αριθ. 1 παρ. 4 της Δεύτερης Οδηγίας και άρθ. 3 παρ. 1 της Πρώτης Οδηγίας), του Συντάγματος, του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (άρθ. 1) αλλά και των δια­τάξεων του νόμου 489/1976 που αναφέρονται στο ΕΚ, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η πάρα πάνω διάταξη του άρθρου 19 παρ. 5 του Ν. 489/1976 δεν μπορεί να εφαρμοστεί. Είναι αξιοσημείωτο ότι οι αποφάσεις αυτές των κατώτερων ιεραρχικά δικαστηρίων προ­σφεύγουν και σε αξιολογικές κρίσεις και σκέψεις κοινωνικής δικαιοσύνης, αξιοπιστίας του κράτους απέναντι στον νομιμόφρονα πολίτη αλλά και σε τελολογικές αναλύσεις δικαιο- πολιτικής φύσεως, για να επισημάνουν ότι «....η στέρηση από τον ασφαλισμένο-ζημιώ- σαντα των περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεων του έναντι του ΕΚ εξαιτίας και μόνο του λόγου ότι ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας του ασφαλιστή του, χωρίς να συντρέχει λόγος δημόσιου συμφέροντος ή ωφέλειας, συνιστά παράνομη στέρηση περιουσιακού δικαιώμα­τος, αντικείμενη στο άρθρου 17 του Συντάγματος και στο άρθρο 1 του Πρώτο Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ»[4].

  • ΟΙ ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΕΣ ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥΣ

Η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου ασχολήθηκε πρόσφατα με την ερμηνεία του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 4092/2012, με το οποίο τροποποιήθηκαν οι διατάξεις του κωδικοποιημενού ΠΔ 237/1986 που ρυθμίζει την ίδρυση και λειτουργία του ΕΚ, Οι τροποποιήσεις αυτές αφορούν κυρίως ποσοτικούς περιορισμούς στις αποζημιώσεις τις οποίες καλείται να πληρώσει το ΕΚ όταν ο ασφαλιστής πτώχευσε ή η εκτέλεση σε βάρος του απέβη άκαρπη ή ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της επιχείρησής του ένεκα παράβασης του νόμου. Με την πάρα πάνω διάταξη συγκεκριμένα: α) Θεσπίζεται ως ανώτατο όριο για τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης το ποσό των 6.000 ευρώ για κάθε δικαιούχο, β) Προβλέπεται ανώτατο πο­σοτικό όριο αποζημίωσης, το οποίο ορίζεται στις 100.000 ευρώ, γ) Ορίζεται μείωση της οφειλομένης από το ΕΚ αποζημίωσης σε ποσοστό 90% της όλης ζημίας για τα μικρότερα ποσά και σε ποσοστό 70% αυτής για τα μεγαλύτερα ποσά, δ) Το ποσό του επιτοκίου υπο­λογίζεται σε 6% ετησίως. Αφορμή για την ενασχόληση του Αρείου Πάγου με αυτό το ζή­τημα έδωσαν αναιρέσεις οι οποίες ασκήθηκαν κατά της υπ’αριθ. 5038/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, 345/2013 του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων και 106/2014 αποφά­σεως του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Επί των υποθέσεων αυτών εκδόθηκαν αντί­στοιχα οι υπ’αριθ. 3,4 και 5 /2017 αποφάσεις της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου. Η πρώτη από τις αποφάσεις αυτές ασχολήθηκε με το ποσοστό του επιτοκίου που οφείλει να κατα­βάλει το ΕΚ στους ζημιωθέντες και έκρινε ότι αυτό είναι το ισχύον εκάστοτε επιτόκιο υπε­ρημερίας και όχι το επιτόκιο 6%. Για το ζήτημα που μας απασχολεί εδώ ιδιαίτερη σημασία έχουν οι αποφάσεις 4 και 5/2017, ol οποίες ασχολήθηκαν με το ζήτημα αν οι ποσοτικοί πε­ριορισμοί που εισάγονται με τον πάρα πάνω Νόμο στη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχι­κής οδύνης στο ύψος των 6.000 ευρώ ανά δικαιούχο, εναρμονίζονται με το σύστημα της έννομης τάξης της χώρας μας. Η ερμηνεία που έδωσε η Ολομέλεια στις κρίσιμες διατάξεις υπερνομόθετικής ισχύος αποτελούν και τις βασικές κατευθύνσεις για την ερμηνευτική προσέγγιση του άρθρου 19 παρ. 5 του Ν. 489/1976. Και αυτό διότι και στις δύο περιπτώσεις, δηλαδή τόσο στην πάρα πάνω αναφερόμενη όσο και σε εκείνη του άρθρου 4 του Ν. 4092/2012, το ερμηνευτικό πρόβλημα είναι ταυτόσημο. Δηλαδή και στις δύο περιπτώσεις τίθεται το ερώτημα αν οι εισαγόμενοι με τις διατάξεις αυτές ποσοτικοί περιορισμοί στην ασφαλιστική κάλυψη εναρμονίζονται με την έννομη τάξη της χώρας μας.

Οι ερμηνευτικές θέσεις των αποφάσεων 4 και 5/2017 της Ολομέλειας του ΑΠ

Ο Άρειος Πάγος με απόλυτη ομοφωνία, όχι συνήθη για τα νομολογιακά χρονικά αυτής της σύνθεσης, δέχθηκε ότι «...οι περιορισμοί τόσο στις αποζημιώσεις που καταβάλει το Επι­κουρικό Κεφάλαιο σε περίπτωση πτώχευσης του ασφαλιστή ή ανάκλησης της άδειας λει­τουργίας του όσο και στο θέμα της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης... .είναι ανίσχυροι...». Από τη γενικότητα της διατύπωσης αυτής, η οποία είναι κοινή στο σκεπτικό και των δύο πάρα πάνω αποφάσεων, προκύπτει με σαφήνεια ότι «το ανίσχυρο» δεν περιορίζεται μόνο στους ποσοτικούς περιορισμούς που ορίζει το άρθρο 4 του 4092/2012 για τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, αλλά αυτό ισχύει και για όλους τους ποσοτικούς περιορισμούς που προβλέπει ο νόμος αυτός. Η απολύτως τεκμη­ριωμένη και αναλυτική συλλογιστική αυτών των αποφάσεων στηρίζεται στην επίκληση των διατάξεων τόσο του ενωσιακού όσο και του συνταγματικού δικαίου, με τις οποίες διατάξεις έρχεται σε ευθεία αντίθεση οποιοσδήποτε ποσοτικός περιορισμός της οφειλόμενης από το ΕΚ αποζημίωσης. Η συλλογιστική αυτή δημιουργεί ένα στεγανό ερμηνευτικό πλέγμα των διατάξεων υπερνομοθετικής ισχύος, όπως είναι το ενωσιακό και το συνταγματικό δί­καιο, τις οποίες ο κοινός νομοθέτης δεν δικαιούται να παραβιάσει ή να παραγνωρίσει. Οι διατάξεις αυτές στις οποίες αναφέρονται οι πάρα πάνω αποφάσεις είναι οι ακόλουθες: 1) Η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 4 της Δεύτερης Οδηγίας 84/5/ΕΟΚ, η οποία ενσωματώθηκε στο εσωτερικό μας δίκαιο με το ΠΔ 264/1991 και η οποία θεσπίζει τον κανόνα ότι «κάθε κράτος μέλος ιδρύει ή εγκρίνει οργανισμό, αποστολή του οποίου είναι να αποζημιώνει του­λάχιστον εντός των ορίων της υποχρέωσης ασφάλισης τις υλικές ζημίες ή τις σωματικές βλάβες που προκαλούνται από οχήματα αγνώστων στοιχείων ή για τα οποία δεν έχει ολο­κληρωθεί η υποχρέωση ασφάλισης που προβλέπεται στην παράγραφο 1». (Σημειώνεται ότι η διάταξη αυτή μεταφέρθηκε αυτολεξεί στην κωδικοποιημένη 2009/103/ΕΚ Οδηγία του Ευ­ρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου). 2) Το άρθρο 9 παρ. 1 της κωδικοποιημένης Οδηγίας (πρώην άρθρο 1 παρ. 2 της Δεύτερης Οδηγίας) το οποίο ορίζει επακριβώς ποια είναι τα ελάχιστα αυτά ποσά ασφαλιστικής κάλυψης τα οποία θα πρέπει να τηρούνται σε κάθε περίπτωση. Για την ενίσχυση αυτής της θέσης οι πάρα πάνω αποφάσεις επικαλούνται τη νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (πρώην ΔΕΚ αργότερα ΔΕΕ) και ειδικώτερα την απόφαση ΔΕΚ C-348/98 της 14-11-2000, υπόθεση Ferreira. 3) Το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου τελούν υπό την εγγύηση του κράτους, ενώ οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν κατά το Σύνταγμα στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από αυτό είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επι­φύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. 4) Το άρθρο 1 του Πρώ­του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, το οποίο κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 και έχει αυξημένη τυπική ισχύ έναντι των κοινών νόμων, με το οποίο και ορίσθηκε ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ερμηνεύοντας τις πάρα πάνω διατάξεις υπερνομοθετικής ισχύος οι δύο προαναφερόμενες αποφάσεις της Ολομέλειας κατέληξαν στα ακόλουθα συμπεράσματα: Ότι όλες οι διατάξεις του νόμου 4092/2012 με τις οποίες εισάγονται ποσοτικοί περιορισμοί στις αποζημιώσεις που οφείλει να πληρώσει το ΕΚ στις προαναφερόμενες περιπτώσεις είναι ανίσχυρες για τους ακόλουθους λόγους: α) Διότι οι περιορισμοί αυτοί προσκρούουν ευθέως στην παράγραφο 4 παρ. 1 της πάρα πάνω Δεύτερης Οδηγίας 84/5/ΕΟΚ. β) Επίσης διότι αυτοί είναι αντίθετη προς την αρχή της stricto sensu αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ του Συντάγματος), αφού η παρέμβαση αυτή του νομοθέτη δεν είναι ούτε πρόσφορη, αλλά ούτε και αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, δηλαδή για την εξασφάλιση της βιωσιμότητας του ΕΚ. γ) Διότι η εφαρμογή της ρύθμισης και επί των ήδη γεγενημένων αξιώσεων είναι εντελώς αντίθετη προς το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, η υπερνομοθετική ισχύς του οποίου απορρέει από το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος. Το επιστέγασμα των συμ­περασματικών συλλογισμών αυτών των αποφάσεων είναι ότι ol πάρα πάνω ποσοτικοί πε­ριορισμοί τείνουν σε αδικαιολόγητη αποστέρηση περιουσιακού στοιχείου από τους δικαιούχους αποζημίωσης, χωρίς να συντρέχουν λόγοι δημόσιας ωφέλειας. Τέτοια δη­μόσια ωφέλεια δεν συγκροτεί σε καμία περίπτωση το ταμειακό απλώς συμφέρον του ΕΚ.

  1. ΟΙ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠ ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥΣ ΣΤΗ ΔΙΑΜΟΡ­ΦΩΣΗ ΟΜΟΙΟΜΟΡΦΗΣ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ

Όπως και σε άλλη θέση έχουμε υποστηρίξει[5] η ερμηνεία του δικαίου που γίνεται από την Ολομέλεια του ΑΠ εξασφαλίζει όχι μόνο την ορθότητα αλλά επίσης και την ομοιομορφία και τη διάρκεια ως προς το αληθές νόημα των κανόνων του δικαίου. Η ομοιόμορφη αυτή ερμηνεία του δικαίου εξασφαλίζει την ισότητα των πολιτών, αξίωμα που αποτελεί την πρώτη αρχή του κράτους δικαίου, όπως έχει υποστηρίξει ο καθηγητής Κωνσταντίνος Κε- ραμεύς[6]. Η συνύπαρξη δε των τμημάτων και της Ολομέλειας που προβλέπεται στην οργα­νωτική δομή του Ανώτατου Δικαστηρίου της χώρας μας εξυπηρετεί ακριβώς αυτή την ομοιομορφία στην ερμηνεία του δικαίου, αφού τα τμήματα δεσμεύονται «ψυχολογικά» να ακολουθήσουν την ερμηνεία που υιοθέτησε η Ολομέλεια. Και γίνεται λόγος για ψυχολογική δέσμευση, διότι στο δικό μας δικαύκό σύστημα, στο οποίο επικρατεί η αρχή της δικαστικής ανεξαρτησίας, κανένα δικαστήριο δεν δεσμεύεται από τις λύσεις που έχουν νομολογηθεί προηγουμένως ούτε ακόμα και από τη νομολογία των Ανωτάτων Δικαστηρίων. Η πάρα πάνω υποχρέωση των τμημάτων του ΑΠ δεν περιορίζεται μόνο στην ερμηνεία του εγχώ­ριου δικαίου, αλλά επεκτείνεται και στις διατάξεις του ευρωπαϊκού ενωσιακού δικαίου κατά το μέτρο που αυτές ενσωματώθηκαν στο εθνικό μας δίκαιο, αφού και το δίκαιο αυτό απο­τελεί πηγή του ελληνικού δικαίου[7].

  1. Η ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΩΝ ΠΟΡΙΣΜΑΤΩΝ ΤΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΤΗΣ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΚΑΙ ΣΤΗ ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 19 ΠΑΡ. 5 ΤΟΥ Ν. 489/1976 ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΝΟΜΙΚΟΥ ΛΟΓΟΥ

Οι ερμηνευτικές θέσεις των πάρα πάνω αποφάσεων της Ολομέλειας του ΑΠ, σύμφωνα με τις οποίες ο κοινός νομοθέτης δεν δικαιούται να θεσπίζει κανόνες με τους οποίους επέρ­χονται ποσοτικοί περιορισμοί στην ασφαλιστική κάλυψη των οχημάτων και στην περίπτωση κατά την οποία υπόχρεο είναι το ΕΚ, δεν περιορίζονται μόνο στην ερμηνεία του άρθρου 4 του Ν. 4092/2012, αλλά εφαρμόζονται αναγκαίως και στην περίπτωση του άρθρου 19 παρ. 5 του Ν. 489/2976, για την ταυτότητα του νομικού λόγου. Και αυτό διότι η απαλλαγή του ΕΚ από την υποχρέωση αποζημίωσης κατά το ποσό κατά το οποίο ο ζημιωθείς έλαβε ασφα­λιστικές παροχές από το ασφαλιστικό του ταμείο ή από άλλον συναφή οργανισμό κοινω­νικής ασφάλισης συνιστά αναμφιβόλως ποσοτικό περιορισμό της ασφαλιστικής κάλυψης που αυτό παρέχει. Αυτό καταδεικνύεται α) από την ίδια τη νομική φύση και λειτουργία του ΕΚ, το οποίο εξομοιώνεται πλήρως προς τον ασφαλιστή και β) από τους σκοπούς τους οποίους υπηρετεί ο θεσμός της υποχρεωτικής ασφάλισης αστικής ευθύνης από τροχαία ατυχήματα.

Η νομική φύση και λειτουργία του ΕΚ

Το γεγονός ότι στις υποχρεώσεις του ασφαλιστή του οποίου ανεκλήθη η άδεια ή ο οποίος επτώχευσε υπεισέρχεται το ΕΚ δεν διαφοροποιεί τη θέση του τελευταίου, το οποίο και εξομοιώνεται απολύτως προς τον ασφαλιστή, ως προς τον λειτουργικό ρόλο τον οποίο καλείται αυτό να παίξει, όπως τον ρόλο αυτό έχει προσδιορίσει η νομολογία του ΑΠ. Το δικαστήριο αυτό με την υπ’αριθ. 9/1993 απόφαση της Ολομέλειας του[8] [9] δέχθηκε ότι α) ο λειτουργικός ρόλος του ΕΚ εξομοιώνεται απολύτως με τον ρόλο του ασφαλιστή, ενώ πα­ράλληλα τονίζεται ότι το ΕΚ είναι ο φορέας κοινωνικής εξασφάλισης εκείνων που υπέ­στησαν ζημία από την κυκλοφορία αυτοκινήτων και οι οποίοι δεν μπορούν να προστατευθούν από το σύστημα της υποχρεωτικής ασφαλίσεως είτε γιατί δεν υφίσταται ασφαλιστική σύμβαση είτε γιατί η τυχόν υφιστάμενη δεν μπορεί να καταστεί ενεργός, β) Η ευθύνη του ΕΚ έχει το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο και την ίδια έκταση με την ευθύνη που θα είχε η ασφαλιστική εταιρία σε περίπτωση ενεργού ασφαλίσεως του ζημιογόνου αυτο­κινήτου. Για την τεκμηρίωση αυτών των ερμηνευτικών του θέσεων το Ανώτατο Δικαστήριο παραθέτει την ακόλουθη επιχειρηματολογία: Αν ο σκοπός του νομοθέτη ήταν ο περιορι­σμός της ευθύνης του ΕΚ σε σχέση με εκείνη της ασφαλιστικής εταιρίας, τότε στο άρθρο 17 του Ν. 489/1976 δεν θα γινόταν λόγος για καταβολή ασφαλιστικής αποζημίωσης, αλλά περί αποζημιώσεως απλώς των μη δυναμένων να ικανοποιηθούν άλλως παθόντων από την κυκλοφορία αυτοκινήτων. Επομένως δεν μπορεί να υπάρξει καμία διαφοροποίηση στην αν­τιμετώπιση μεταξύ του ασφαλιστή και του ΕΚ, εφόσον η νομική θέση αυτών ταυτίζεται.

Η φύση και ο σκοπός της υποχρεωτικής ασφάλισης αστικής ευθύνης
Η απαγόρευση ποσοτικών περιορισμών
Η ταυτότητα του νομικού λόγου

Η επιχειρηματολογία των πρόσφατων αποφάσεων της Ολομέλειας του ΑΠ, σύμφωνα με την οποία ποσοτικοί περιορισμοί οποιοσδήποτε φύσεως στην ασφαλιστική κάλυψη είτε όταν υπόχρεος είναι ο ασφαλιστής είτε το ΕΚ είναι ανεπίτρεπτοι, εναρμονίζεται απόλυτα προς την ίδια τη φύση και το λειτουργικό σκοπό για τον οποίο θεσπίσθηκε ο θεσμός της ασφάλισης αυτής για ζημιές από αυτοκίνητα. Όπως παρατηρεί ο Α. Κρητικός, ο θεσμός αυτός προέκυψε από την ανάγκη αντιμετώπισης του κινδύνου να θεμελιωθεί η υποχρέωση αποζημίωσης τρίτου ο οποίος ζημιώθηκε από αυτοκινητικό ατύχημα σε βάρος των προσώ­πων που συνδέονται με το ατύχημα. Πρόσφορο μέσο για το σκοπό αυτό αποτέλεσε η σύ­ναψη συμβάσεως ασφαλίσεως με την οποία επιτυγχάνεται η μετάθεση στον ασφαλιστή, έναντι ασφαλίστρου, των περιουσιακής φύσεως δυσμενών συνεπειών που θα έχει για τα πρόσωπα αυτά η πρόκληση ατυχήματος σε τρίτο πρόσωπο®. Η απαλλαγή αυτή των υπό­χρεων σε αποζημίωση έναντι του ζημιωθέντος τρίτου επιτυγχάνεται με την υποκατάσταση στη θέση αυτών των υποχρεών σε αποζημίωση ενός κεφαλαιουχικά φερέγγυου προσώπου, όπως είναι ο ασφαλιστής. Η ασφαλιστική δηλαδή σύμβαση εμπεριέχει ταυτόχρονα από την ίδια της τη φύση και το σκοπό της δύο στοιχεία: α) Την απαλλαγή των υπόχρεων σε απο­ζημίωση έναντι του ζημιωθέντος μέχρι του ποσού της ασφαλιστικής κάλυψης και β) τη δια­σφάλιση του τελευταίου όη θα λάβει την αποζημίωσή του από τον ασφαλιστή μέχρι του ποσού αυτού. Κεντρικό κομβικό σημείο στην τριμερή έννομη σχέση που δημιουργείται είναι ο προσδιορισμός του ποσού του ασφαλίσματος, όπως αυτό προσδιορίζεται ως ελάχιστο όριο υποχρεωτικής ασφαλιστικής κάλυψης, εκτός και αν έχει συμφωνηθεί υψηλότερο ποσό. Όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση, δηλαδή όταν προξενηθεί ζημία στα έννομα αγαθά τρίτου προσώπου από το ασφαλισμένο αυτοκίνητο, τότε ενεργοποιείται η ασφαλι­στική σύμβαση ταυτόχρονα και προς τις δύο κατευθύνσεις με τη μορφή ανακλαστικού τόξου. Δηλαδή τόσο προς την πλευρά του ζημιωθέντος, για τον οποίο γεννάται αξίωση αποζημίωσης κατά του ασφαλιστή όσο και προς την πλευρά του ασφαλισμένου, ο οποίος έχει αξίωση έναντι του ασφαλιστή για την πλήρη ασφαλιστική του κάλυψη μέχρι του ύψους των ποσοτικών ορίων της ασφάλισης. Και τα δύο μέρη, δηλαδή τόσο ο υπόχρεος σε απο­ζημίωση όσο και ο ασφαλισμένος, έχουν ταυτόσημα συμφέροντα να είναι προσδιορισμένο το ποσό της ασφαλιστικής κάλυψης, ώστε να επιτευχθεί βεβαιότητα ως προς το ύψος του ποσού με το οποίο θα καλυφθεί η ζημία και ακολούθως να επέλθει κατά το ποσό αυτό η απαλλαγή των υποχρέων. Η σχέση αυτή μεταξύ ζημιώσαντος και ζημιωθέντος τελεί σε πλήρη αλληλεξάρτηση και εσωτερική σύνδεση και οποιοσδήποτε ποσοτικός περιορισμός στην αποζημίωση που οφείλει ο ασφαλιστής φαλκιδεύει τα συμφέροντα και των δύο μερών. Διότι αν επιβληθούν ποσοτικοί περιορισμοί στο ύψος της οφειλόμενης αποζημίωσης, όπως συμβαίνει με την περίπτωση της παρ. 4 του Ν. 4092/2012 και του άρθρου 19 παρ. 5 του Ν. 489/1976, τότε καταστρατηγούνται άμεσα τα συμφέροντα και των δύο μερών. Ειδικώτερα αναιρείται στην βάση της η νόμιμη αξίωση του ζημιωθέντος να εισπράξει από τον ασφαλι­στή το πλήρες ποσό του ασφαλίσματος, ενώ παράλληλα θίγεται άμεσα και το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του ασφαλισμένου στην «περιουσία» του, στην οποία συμπερι- λαμβάνεται και η νόμιμη προσδοκία του να καλυφθεί από τον ασφαλιστή με το πλήρες ποσό του ασφαλίσματος, για το οποίο εξάλλου πλήρωνε και τα ανάλογα ασφάλιστρα, όπως δέχεται και η νομολογία της Ολομέλειας του ΑΠ (για το ζήτημα αυτό βλέπετε πάρα κάτω παρ. VI αρίθ. 3). Η πλήρης αυτή αλληλεξάρτηση των νόμιμων συμφερόντων του ασφαλι­σμένου και του ζημιωθέντος έναντι του ασφαλιστή, τα οποία και φαλκιδεύονται με οποι- ουσδήποτε ποσοτικούς περιορισμούς στην ασφαλιστική κάλυψη εισάγει ο κοινός νομοθέτης, καταφαίνεται στη νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων. Ειδικώτερα οι απο­φάσεις 345/2013 του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, η οποία και επικυρώθηκε με την υπ’αριθ. 4/2017 της Ολομέλειας του ΑΠ, και η 1958/2014 του Εφετείου Αθηνών[10], οι οποίες κλήθηκαν να αποφανθούν για την ισχύ ή μη των ποσοτικών περιορισμών που εισήγαγε ο νόμος 4092/2012, στήριξαν την επιχειρηματολογία τους όχι μόνο στις δυσμενείς συνέπειες που οι περιορισμοί αυτοί έχουν για τους ζημιωθέντες, αλλά και στα άκρως ανεπιεική απο­τελέσματα στα οποία οδηγούν αυτοί οι περιορισμοί για τους υπόχρεους σε αποζημίωση που ήταν ασφαλισμένοι σε ασφαλιστική εταιρία της οποίας ανακλήθηκε η άδεια ή η οποία επτώχευσε. (Αξίζει τον κόπο να ανατρέξει κανείς στις σκέψεις οι οποίες εκτίθενται στις αποφάσεις αυτές, στις οποίες τονίζεται η παραδοξότητα της νομοθετικής ρύθμισης και τα άτοπα τα οποία αυτή συνεπάγεται, με την οποία ρύθμιση ο κοινός νομοθέτης «τιμωρεί» στην ουσία τον νομίμόφρονα πολίτη, ο οποίος αν και καταβάλει κανονικά τα ασφάλιστρα στην ασφαλιστική του εταιρία βρίσκεται στην δεινή θέση να καλείται να πληρώσει τη ζημία την οποία οφείλει να καλύψει ο ασφαλιστής του). Και καταλήγουν αυτές οι αποφάσεις με τις σκέψεις ότι οι ποσοτικοί αυτοί περιορισμοί, εκτός του ότι αντίκεινται ευθέως στις υπερ­νομοθετικές διατάξεις στις οποίες αυτές παραπέμπουν, έρχονται επίσης σε αντίθεση και με το περί δικαίου αίσθημα και ως εκ τούτου κρίνονται ως μη εφαρμοστέες. Στο σκεπτικό αυτών των αποφάσεων βασιζόμενη και η πάρα πάνω υπ’αριθ. 66/2015 απόφαση του Ειρη­νοδικείου Πειραιά έκρινε ότι οι ερμηνευτικές θέσεις που παρατίθενται στην προαναφερό- μενη υπ’αριθ. 345/2013 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων εφαρμόζονται για την ταυτότητα του νομικού λόγου και στην περίπτωση του άρθρου 19 παρ. 5 του Ν. 489/1976. Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η προαναφερόμενη υπ’αριθ. 96/2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πειραιά.

  1. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Από την ανάλυση που προηγήθηκε απορρέουν οι ακόλουθες συμπερασματικές κρίσεις:

  • Οι ποσοτικοί περιορισμοί τους οποίους θεσπίζει η διάταξη του άρθρου 19 παρ. 5 του πάρα πάνω νόμου όταν υπόχρεο είναι το ΕΚ, λόγω ανάκλησης αδείας ή πτώχευσης του ασφαλιστή έρχεται σε ευθεία αντίθεση κυρίως προς την παράγραφο 4 του άρθρου 1 της Δεύτερης Οδηγίας.
  • Οι περιορισμοί αυτοί προσκρούουν ευθέως προς το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος με το οποίο θεσπίζεται η αρχή της αναλογικότητας. Και αυτό διότι η παρέμβαση αυτή του νομοθέτη ούτε αναγκαία ούτε πρόσφορη είναι για την εξασφάλιση της βιωσιμότητας του ΕΚ. Όπως ορθά τονίζεται στις πάρα πάνω αποφάσεις της Ολομέλειας του ΑΠ η βιωσιμό­τητα αυτή μπορεί να επιτευχθεί με άλλα μέσα, δηλαδή είτε με την πρόβλεψη μιας έκτακτης επιδότησης του ΕΚ από τον κρατικό προϋπολογισμό είτε με το να υποχρεωθεί αυτό να εξυ- γιάνει τα οικονομικά του μέσω της αύξησης των εσόδων του και του περιορισμού των λει­τουργικών του δαπανών.
  • Η εφαρμογή της πάρα πάνω ρύθμισης και στις αξιώσεις που ήδη έχουν γεννηθεί είναι ανίσχυρη, διότι είναι αντίθετη προς το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με τις υπ’αριθ. 6/2007 και 40/1998 αποφάσεις της[11] δέχθηκε ότι στην έννοια της προστατευόμενης από το Σύν­ταγμα και την ΕΣΔΑ περιουσίας περιλαμβάνονται, εκτός από τα εμπράγματα δικαιώματα, καί όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμ­φέροντα. Στην κατηγορία αυτή επομένως υπάγονται και οι περιουσιακού χαρακτήρα απαι­τήσεις οι οποίες είναι γεγενημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά. Στην κρινόμενη περίπτωση η ασφάλεια αστικής ευθύνης αποτελεί ένα σημαντικό περιουσιακό δικαίωμα για τον ασφαλισμένο, το οποίο συνίσταται στις περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις που ο ασφαλισμένος έχει έναντι του ασφαλιστή μέχρι του ποσού του ασφαλίσματος σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιστικού γεγονότος και εμπίπτει στην έννοια του όρου περιουσία του άρθρου 1 του πάρα πάνω Πρω­τοκόλλου όπως επίσης και στην έννοια του όρου «ιδιοκτησία» του άρθρου 17 του Συντάγ­ματος[12].
  • Πέρα όμως από τις πάρα πάνω δογματικής φύσεως αντιρρήσεις κατά της εν λόγω ρύθ­μισης, υπάρχουν και βάσιμες ουσιαστικές δικαιοπολιτικού χαρακτήρα αντιρρήσεις. Αυτές περιλαμβάνονται στο σκεπτικό των πάρα πάνω υπ’αριθ. 345/2013, 158/2014 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών, όπως και εκείνων του Ειρηνοδικείου Πειραιά υπ’αριθ. 66/2015 καί 96/2013. Οι αποφάσεις αυτές, μετά από εμπεριστατωμένη ουσιαστική αξιολόγηση των αρχών που πρέπει να διέπουν το κράτος δικαίου, καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι οι πο­σοτικοί περιορισμοί που εισάγονται με ρυθμίσεις του κοινού νομοθέτη έρχονται σε ευθεία αντίθεση και με το περί δικαίου αίσθημα.

Με βάση όλα όσα εκτέθηκαν πάρα πάνω τα δικαστήρια της χώρας μας, συμπεριλαμβανο­μένου και του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, οφείλουν να μην εφαρμόζουν τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 5 του Ν. 489/1976 όχι μόνο για λόγους δογματικούς, αλλά και για λόγους ουσιαστικής δικαιοσύνης.

 

 

[1]  ΑΠ 671/2013 σε Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ.

[2]  Βλέπετε αναλυτική και τεκμηριωμένη κριτική αυτής της ρύθμισης Ηλ. Κλάππα σε ΕπιθΣυγκΔικ 2010 σελ. 358 κ.επ.

[3]  ΑΠ 671/2013, 34/2012 καί 1229/2010 σε ΝΟΜΟΣ.

[4]  ΕιρΠειρ 66/2015 και 96/2013 σε ΝΟΜΟΣ.

[5]  ΕπιθΣυγκΔικ 2015σελ. 146-147.

[6]  Κ.Κεραμεύς ΝοΒ 2001 σελ. 1 κ.επ.

7 Παν. Λαδάς «ΓενΑρχ ΑστΔ» εκδ. 2007 παρ. Ill αρίθ. 30

[8]  ΕτπθΣυγκΔικ 1994 σελ. 16.

[9]  Α. Κρητικός «Ασφάλιση αστικής ευθύνης» εκδ. 1989 παρ. 1 αριθ. 2.

[10]  ΕπιθΣυγκΔικ 2013 σελ, 516 κ.επ. καί ιδιαίτερα αελ. 522, ΕπιθΣυγκΔικ 2014 σελ. 7 κ.επ. και ιδιαίτερα σελ. 15.

[11]  ΕλΔνη 48 σελ. 746 και 1999 σελ. 46.

[12]  Ηλ.Κλάππας οπ.παρ. αελ. 363.

"Η εξαίρεση απο την ασφαλιστική προστασία των ζημιών των προσώπων του άρθρου 7 του Ν. 489/1976 - Η αντίθεση της διάταξης προς το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Η εξωσυμβατική ευθύνη του Δημοσίου [Υπό Γεωργίου Αμπατζή Δικηγόρου ε.τ.]

 

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ ΜΕΛΕΤΗΣ

Ι. Εισαγωγή

 

ΙΙ. Η ΕΞΩΣΥΜΒΑΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΓΙΑ ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΤΟΥ ΕΝΩΣΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΚΑΙ Η ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΔΕΚ

 

ΙΙΙ. ΟΙ ΚΟΙΝΟΤΙΚΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ ΚΑΙ Η ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥΣ ΑΠΟ ΤΑ ΕΘΝΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ

 

ΙV. Η ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΩΝ ΚΟΙΝΟΤΙΚΩΝ ΟΔΗΓΙΩΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΘΝΙΚΟ ΝΟΜΟΘΕΤΗ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΗΣ

   α. Οι κοινοτικές Οδηγίες-η φύση και η λειτουργία τους

   β. Οι προϋποθέσεις της ευθύνης του κράτους μέλους

   γ. Η σχετική νομολογία του ΔΕΚ

 

 

V. H ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΩΝ ΚΟΙΝΟΤΙΚΩΝ ΟΔΗΓΙΩΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΘΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗ

    α. Η υποχρέωση ερμηνείας του εθνικού δικαίου σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο κατά τη νομολογία του ΔΕΚ

    β. Η προδικαστική παραπομπή στο ΔΕΕ

    γ. Οι προϋποθέσεις της ευθύνης του κράτους μέλους

 

VI. ΟΙ ΚΟΙΝΟΤΙΚΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ ΠΟΥ ΡΥΘΜΙΖΟΥΝ ΤΗΝ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΤΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΚΑΙ Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥΣ ΑΠΟ ΤΟ ΔΕΚ

   α. Οι κοινοτικές Οδηγίες

   β. Η ερμηνεία των κοινοτικών Οδηγιών από το ΔΕΚ

 

VII. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΕΣ ΚΡΙΣΕΙΣ

 

VIII. ΕΠΙΜΕΤΡΟ

 

Ι. Εισαγωγή

 

O Άρειος Πάγος έχει ασχοληθεί επανειλημμένα με την ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 7 του Ν. 489/1976, με την οποία εξαιρούνται από την υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης ορισμένες κατηγορίες προσώπων, επειδή αυτά δεν θεωρούνται τρίτοι κατά τη διατύπωση του Νόμου ώστε να λειτουργήσει υπέρ αυτών η ασφαλιστική κάλυψη που προβλέπεται για τους τρίτους στα άρθρα 2 παρ. 1 εδαφ. α΄ και 6 παρ. 1 και 2 εδαφ. α΄ αυτού του Νόμου. Τα πρόσωπα αυτά είναι ο οδηγός του αυτοκινήτου που προξένησε τη ζημιά, κάθε πρόσωπο του οποίου η ευθύνη καλύπτεται με τη σύμβαση ασφάλισης, εκείνος που έχει καταρτίσει με τον ασφαλιστή την ασφαλιστική σύμβαση και οι νόμιμοι εκπρόσωποι νομικού προσώπου που είναι ασφαλισμένο ή εταιρίας που δεν έχει αποκτήσει νομική προσωπικότητα. Σε όλες τις πάρα κάτω αναφερόμενες περιπτώσεις κατά τις οποίες κλήθηκε ο Άρειος Πάγος να αντιμετωπίσει αγωγές των συγγενών των θανόντων-επιβατών του ζημιογόνου αυτοκινήτου κατά του ασφαλιστή του εν λόγω οχήματος για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, οι οποίοι θανόντες ή ενάγοντες έφεραν τις πάρα πάνω ιδιότητες, η κρίση του δικαστηρίου ήταν απορριπτική και στηριζόταν στην ερμηνεία της πάρα πάνω διάταξης. 


Ενδεικτικά αναφέρουμε τις ακόλουθες αποφάσεις: 


1) Την υπ’ αριθμ. 1659/2007 απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε αγωγή της μητέρας του θανόντος γιού της, με την αιτιολογία ότι αυτός ήταν ο αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΑΕ στην οποία ανήκε το αυτοκίνητο που η εταιρία αυτή είχε ασφαλίσει και παράλληλα ήταν και ο νόμιμος εκπρόσωπός της. (Το Εφετείο Κρήτης με την υπ’ αριθμ. 470/2006 απόφασή του είχε δεχθεί την αγωγή). 
2) Την απόφαση 1395/2007 απόφαση, με την οποία επίσης απορρίφθηκε η αγωγή των συγγενών του θανατωθέντος Δημάρχου μιας επαρχιακής πόλης της βόρειας Ελλάδας ο οποίος επέβαινε σε αυτοκίνητο της κυριότητας του Δήμου, διότι έκρινε ότι ο θανών, σύμφωνα με τις διατάξεις του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, ήταν ο νόμιμος εκπρόσωπος του νομικού προσώπου του Δήμου. (Και στην περίπτωση αυτή το Εφετείο Θεσσαλονίκης είχε δεχθεί την αγωγή ως βάσιμη). 
3) Την 1788/2011 απόφαση, με την οποία κρίθηκε ότι ο θανατωθείς επιβάτης ήταν ο ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου στο οποίο επέβαινε και παράλληλα είχε και την ιδιότητα του ασφαλισμένου και για το λόγο αυτό θεωρήθηκε νομικά αβάσιμη η αγωγή. 
4) Από τη νεώτερη νομολογία αναφέρουμε τις εξής αποφάσεις α) την υπ’ αριθμ. 1144/2014 απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε προσεπίκληση του ασφαλιστή η οποία ασκήθηκε από τον εναγόμενο οδηγό του ζημιογόνου αυτοκινήτου για τη θανάτωση της θυγατέρας των εναγόντων η οποία επέβαινε στο αυτοκίνητο, διότι οι ενάγοντες ήσαν ιδιοκτήτες του αυτοκινήτου και αντισυμβαλλόμενοι στη σύμβαση ασφάλισης. β) Την υπ’ αριθμ. 583/2014 απόφαση, η οποία έκρινε ότι η ενάγουσα, ως ιδιοκτήτρια του αυτοκινήτου, δεν είναι τρίτη και επομένως δεν νομιμοποιείται να στραφεί κατά του ασφαλιστή για τον θάνατο του συζύγου της ο οποίος επέβαινε στο ζημιογόνο αυτοκίνητο. (Αναλυτική παρουσίαση αυτών των αποφάσεων με παραπομπές  στα νομικά περιοδικά που έχουν δημοσιευθεί, βλέπετε σε αντίστοιχες μελέτες μας σε ΕπιθΣυγκΔικ 2012 σελ. 277-278, 293 και ΕπιθΣυγκΔικ 2015 σελ. 148-149).

Πιστεύουμε ότι σε όλες τις πάρα πάνω περιπτώσεις υπάρχει παραβίαση του ενωσιακού (πρώην κοινοτικού) δικαίου αλλά και της νομολογίας του Δικαστηρίου της ΕΕ (ΔΕΕ πρώην ΔΕΚ) από τα θεσμικά όργανα της χώρας μας, δηλαδή τόσο από το νομοθέτη όσο και από τον δικαστή, όπως προκύπτει από την ανάλυση που ακολουθεί. Η παραβίαση αυτή θεμελιώνει την εξωσυμβατική ευθύνη του Δημοσίου και την αντίστοιχη υποχρέωσή του να αποζημιώσει τα πρόσωπα εκείνα τα οποία υπέστησαν ζημία από αυτή την αιτία.

 

ΙΙ. Η ΕΞΩΣΥΜΒΑΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΓΙΑ ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΤΟΥ ΕΝΩΣΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΚΑΙ Η ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΔΕΚ

Η αρχή της ευθύνης των κρατών μελών για πράξεις ή παραλείψεις του ενωσιακού δικαίου από τα θεσμικά όργανά τους δεν είχε προβλεφθεί από καμία διάταξη της Συνθήκης ΕΟΚ, αλλά ούτε και προβλέπεται μέχρι σήμερα. Η απουσία αυτή κοινοτικής πρόβλεψης για την εξωσυμβατική ευθύνη του κράτους μέλους δημιουργούσε ένα τεράστιο κενό, οι συνέπειες του οποίου γίνονταν όλο και πιο έντονες με την πάροδο του χρόνου. Η παράλειψη αυτή έδινε την εντύπωση ότι τα κράτη μέλη διατήρησαν υπέρ τους μία νησίδα χωρίς αστική ευθύνη, όπως έχει γραφτεί χαρακτηριστικά, ακόμα και όταν αυτά δεν συμμορφώνονται προς το δίκαιο της κοινότητας[1]. Το δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων διέγνωσε έγκαιρα ότι η απουσία κυρώσεων κατά των κρατών μελών τα οποία παραβαίνουν τους κανόνες της Κοινότητας εγκυμονεί τον μεγάλο κίνδυνο δυσλειτουργιών έως και διαλυτικών συνεπειών για την ίδια την Κοινότητα. Και αυτό διότι η ίδια η λειτουργία της τελευταίας προϋποθέτει από πρακτική άποψη τη στήριξη των κρατών μελών. Τη σκυτάλη λοιπόν της καθιέρωσης της εξωσυμβατικής ευθύνης των κρατών της Κοινότητας ανέλαβε το ίδιο το ΔΕΚ, το οποίο με μία σειρά αποφάσεών του διαμόρφωσε τους όρους και τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τη θεμελίωση αυτής της ευθύνης.

Στο σημείο αυτό πρέπει να τονισθεί ότι το κοινοτικό δίκαιο είναι νομολογιακό δίκαιο και ότι η νομολογία των δικαιοδοτικών οργάνων της ένωσης είναι εκείνη η οποία σε μεγάλο βαθμό δημιουργεί και το δίκαιό της. Η επικρατούσα άποψη υποστηρίζει λοιπόν ότι η νομολογία του ΔΕΚ αποτελεί πηγή του κοινοτικού δικαίου και έχει κανονιστικό χαρακτήρα όπως και ότι τέτοιους κανόνες κοινοτικού δικαίου έθετε και θέτει σήμερα όχι μόνο ο ενωσιακός νομοθέτης αλλά και ο ενωσιακός δικαστής. Και αυτό διότι στην ευρωπαϊκή ένωση υπάρχει αναπότρεπτη ανάγκη δικαιοπαραγωγής. Η άποψη αυτή συνδέεται άμεσα με το γεγονός ότι η βασική ερμηνευτική μέθοδος η οποία ακολουθείται για την ανεύρεση του αληθούς νοήματος των διατάξεων του ενωσιακού δικαίου, επομένως και των οδηγιών, είναι η τελολογική ερμηνεία η οποία έχει σαν στόχο να αναδείξει τον σκοπό (τέλος) της κοινοτικής διάταξης[2]

 

 

ΙΙΙ. ΟΙ ΚΟΙΝΟΤΙΚΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ ΚΑΙ Η ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥΣ ΑΠΟ ΤΑ ΕΘΝΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ

 

Οι ρυθμίσεις που αφορούν το ζήτημα που μας απασχολεί στην παρούσα μελέτη, δηλαδή η αποτελεσματική προστασία του ιδιώτη για την ασφαλιστική του κάλυψη σε τροχαία ατυχήματα, περιέχονται σε κοινοτικές Οδηγίες. Για το λόγο αυτό θα επικεντρωθούμε στο ζήτημα το οποίο αναφύεται όταν το εθνικό θεσμικό όργανο παραβαίνει  αυτές τις κοινοτικές Οδηγίες. Η παραβίαση αυτή εκδηλώνεται διαζευκτικά α) με τη μορφή της μη ενσωμάτωσής τους στην εθνική έννομη τάξη β) με τη μορφή της πλημμελούς ενσωμάτωσής τους σε αυτή και γ) της μη εναρμονιζόμενης προς το περιεχόμενό τους ερμηνείας του εθνικού δικαίου. Επομένως τα όργανα του κράτους μέλους τα οποία μπορούν να παραβούν τις διατάξεις των κοινοτικών Οδηγιών για την περίπτωση που μας απασχολεί εν προκειμένω είναι 1) ο εθνικός νομοθέτης στον οποίο έχει ανατεθεί η ορθή, πλήρης και εμπρόθεσμη ενσωμάτωση της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο και 2) ο εθνικός δικαστής, ο οποίος έχει επιφορτισθεί με το έργο της σύμφωνης με το περιεχόμενο της οδηγίας ερμηνείας του εθνικού δικαίου.

 

ΙV. Η ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΩΝ ΚΟΙΝΟΤΙΚΩΝ ΟΔΗΓΙΩΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΘΝΙΚΟ ΝΟΜΟΘΕΤΗ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΗΣ

  

α. Οι κοινοτικές Οδηγίες-η φύση και η λειτουργία τους

 

Τόσο στη νομική φιλολογία όσο και στη νομολογία του ΔΕΕ έχει γίνει δεκτό ότι από τη διάταξη του άρθρου 189 παρ. 3, και ήδη 249 παρ. 1 και 3 της Ενοποιημένης Απόδοσης της Συνθήκης της ΕΟΚ προκύπτει ότι οι Οδηγίες αποτελούν παράγωγο κοινοτικό δίκαιο και δεσμεύουν κάθε κράτος μέλος της Κοινότητας στο οποίο απευθύνονται, καθόσον αφορούν το επιδιωκόμενο με αυτές αποτέλεσμα (αρχή της αποτελεσματικότητας)[3]. Από τις διατάξεις αυτές απορρέει και η ιδιομορφία της Οδηγίας και η διάκρισή της από τον Κανονισμό. Ενώ λοιπόν ο τελευταίος είναι  πράξη που στοχεύει στην ενοποίηση των εθνικών νομοθεσιών και έχει άμεσο δεσμευτικό αποτέλεσμα για τα κράτη μέλη, η οδηγία αποβλέπει στη σύγκλιση των εθνικών δικαίων των κρατών μελών γύρω από κάποιες βασικές αρχές. Όμως η οδηγία αποτελεί πράξη ατελή, με την έννοια ότι τα κράτη μέλη πρέπει να εκδώσουν εθνικές, νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές πράξεις, προκειμένου μέσα στην τακτή προθεσμία που ορίζει η ίδια η οδηγία να γίνει η μεταφορά των διατάξεών της από το εθνικό δίκαιο. Παρά την προαναφερόμενη ιδιομορφία οι διατάξεις της οδηγίας έχουν για τα κράτη μέλη την ίδια δεσμευτικότητα που έχουν και οι διατάξεις των κανονισμών και δεν βρίσκονται σε κατώτερη ιεραρχική σχέση προς τους τελευταίους[4].

 

β. Οι προϋποθέσεις της ευθύνης του κράτους μέλους

Ο εθνικός νομοθέτης είναι υποχρεωμένος να θεσπίζει οποιοδήποτε μέτρο είναι αναγκαίο για τη μεταφορά της Οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, προκειμένου να επιτευχθεί το επιδιωκόμενο από αυτήν αποτέλεσμα και μάλιστα μέσα στην προθεσμία που ορίζει η ίδια η Οδηγία. Η παράβαση αυτής της υποχρέωσης του εθνικού νομοθέτη στοιχειοθετείται, όπως προαναφέρθηκε, στις ακόλουθες περιπτώσεις: α) Όταν αυτός παραλείπει να λάβει αυτά τα μέτρα και να ενσωματώσει την οδηγία στο εσωτερικό δίκαιο και β) όταν οι διατάξεις της οδηγίας μεταφέρονται μεν στο εσωτερικό δίκαιο, αλλά κατά τρόπο πλημμελή. Το τελευταίο αυτό συμβαίνει όταν π.χ. έχουν υιοθετηθεί εσφαλμένα ή απρόσφορα μέτρα εφαρμογής όπως επίσης και στην περίπτωση κατά την οποία δεν υιοθετήθηκαν μέτρα εφαρμογής, επειδή θεωρήθηκαν επαρκείς οι υπάρχουσες εθνικές διατάξεις[5]. Στις πάρα πάνω περιπτώσεις θεμελιώνεται δικαίωμα αποζημίωσης του ιδιώτη κατά του κράτους μέλους, εφόσον συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Πρέπει η κοινοτική Οδηγία που παραβιάσθηκε να απονέμει δικαιώματα στους ιδιώτες, το περιεχόμενο και οι δικαιούχοι των οποίων να προσδιορίζονται με σχετική ακρίβεια και χωρίς αιρέσεις από τις διατάξεις του παραβιαζόμενου κανόνα. Τα δικαιώματα αυτά αρκεί να αντλούνται έστω και έμμεσα και το στοιχείο αυτό κρίνεται με βάση το ενωσιακό δίκαιο[6]. β) Η παραβίαση της Οδηγίας να είναι κατάφωρη. Τέτοια περίπτωση συντρέχει, μεταξύ των άλλων, και όταν ο νομοθέτης παρέλειψε να μεταφέρει την Οδηγία ή όταν αυτός τη μετέφερε πλημμελώς στο εσωτερικό δίκαιο[7]. γ) Η τρίτη προϋπόθεση για τη θεμελίωση της ευθύνης είναι να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παραβίασης της οδηγίας και της ζημίας του ιδιώτη. Οι τρεις αυτές προϋποθέσεις αρκούν για να θεμελιώσουν δικαίωμα αποζημίωσης των ιδιωτών κατά του κράτους μέλους, χωρίς να απαιτείται και υπαιτιότητα των οργάνων του, δηλαδή η ευθύνη είναι αντικειμενική[8].

Επίσης πρέπει να διευκρινισθεί ότι δεν αποτελεί προϋπόθεση της αποζημίωσης η προηγούμενη διαπίστωση από το ΔΕΚ της παράβασης του κοινοτικού δικαίου εκ μέρους του κράτους μέλους. Επομένως ο ιδιώτης δεν έχει την υποχρέωση να αναμείνει ή και να επιδιώξει μία προηγούμενη καταδικαστική απόφαση του ΔΕΚ κατά του κράτους μέλους πριν να ασκήσει την αγωγή αποζημίωσής του ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων[9].

 

γ. Η σχετική νομολογία του ΔΕΚ

Όλοι οι πάρα πάνω κανόνες αποτελούν το νομολογιακό καταστάλαγμα των αποφάσεων του ΔΕΚ. Σχετικά με το ζήτημα αυτό οι πρώτες αποφάσεις αυτού του δικαστηρίου είναι α) η υπόθεση Humblet κατά Βελγίου του έτους 1960[10] και β) η υπόθεση Salgoil του έτους 1968[11] . Με τις αποφάσεις αυτές θεσπίσθηκαν οι ακόλουθοι δύο νομολογιακοί κανόνες: 1)Αναγνωρίσθηκε ρητά η ύπαρξη δικαιώματος δικαστικής προστασίας υπέρ των ιδιωτών για τις παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου από τα κράτη μέλη και 2) καθορίσθηκε ότι οι διαδικαστικές και δικονομικές προϋποθέσεις για την άσκηση αυτού του δικαιώματος είναι έργο των κρατών μελών, τα οποία έχουν την αρμοδιότητα να ρυθμίσουν αυτά τα ζητήματα. Όμως το δικαίωμα των ζημιωθέντων εξακολούθησε να παραμένει ανενεργό σε μεγάλο βαθμό, επειδή με βάση τη νομολογία του ΔΕΚ ο καθορισμός των ουσιαστικών και δικονομικών προϋποθέσεων αυτής της προστασίας επαφιόταν στα κράτη μέλη[12]. Το πρόβλημα αυτό επιλύθηκε με την υπόθεση Frankovic του έτους 1991[13] . Η απόφαση αυτή θεωρείται καθοριστική, διότι με αυτήν εισήχθησαν στην κοινοτική έννομη τάξη οι ακόλουθοι κανόνες: α) Ότι οι ουσιαστικές προϋποθέσεις της ευθύνης του κράτους μέλους για παράβαση του κοινοτικού δικαίου κρίνονται με βάση το κοινοτικό και όχι το εθνικό δίκαιο και β) καθορίζονται οι προϋποθέσεις οι οποίες πρέπει να συντρέχουν προκειμένου να λειτουργήσει ο μηχανισμός της αποζημίωσης (σκέψεις 38-41 της απόφασης)[14]. Οι πάρα πάνω θέσεις του ΔΕΚ παγιώνονται πλέον με μεταγενέστερες αποφάσεις αυτού του δικαστηρίου. Πρόκειται ειδικώτερα για τις αποφάσεις Brasserie du pecheur και Factortame του έτους 1996[15] και Dillenkofer του έτους 1996 επίσης[16]. Στην πρώτη από αυτές τις αποφάσεις τονίζεται ρητά ότι αξίωση αποζημίωσης του ιδιώτη κατά του κράτους μέλους θεμελιώνεται και όταν οι παραβιάσεις του κοινοτικού δικαίου αποδίδονται στον εθνικό νομοθέτη. (σκέψη 36 και διατακτικό υπ’αριθ. 1 της απόφασης). Με την δεύτερη απόφαση διευκρινίζεται ότι την έννοια της κατάφωρης παραβίασης του κοινοτικού δικαίου, η οποία αναφέρεται πάρα πάνω, συγκροτεί καθ’εαυτή και η παράλειψη από το νομοθέτη να θεσπίσει εμπρόθεσμα οποιοδήποτε μέτρο μεταφοράς οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από αυτήν αποτελέσματος και μέσα στην προθεσμία που έχει ταχθεί από την οδηγία (σκέψη υπ’αριθ. 29 και διατακτικό υπ’αριθ. 1 της απόφασης). Επίσης συγκροτείται τέτοια παραβίαση εκ μέρους του εθνικού νομοθέτη όταν αυτός διατηρεί εθνική διάταξη που είναι αντίθετη προς το ενωσιακό δίκαιο (Υπόθεση Hain του 2000 σκέψη 43). Όταν λοιπόν ο νομοθέτης δεν μεταφέρει ή μεταφέρει πλημμελώς την Οδηγία ή όταν διατηρεί εθνική διάταξη που αντιτίθεται στο ενωσιακό δίκαιο έχει την υποχρέωση να αποκαταστήσει τη ζημία που προκλήθηκε στους ιδιώτες από αυτή την αιτία (σκέψη 46 της υπόθεσης Frankovic).

Αξίζει να σημειωθεί ότι οι προαναφερόμενες αποφάσεις στήριξαν το σκεπτικό τους στις ακόλουθες αρχές, οι οποίες επίσης είχαν διαπλασθεί από τη μέχρι τότε νομολογία του ΔΕΚ: 1) Στην υπόθεση Costa/ENEL του έτους 1964[17], με την οποία διακηρύχθηκε ο αυτόνομος χαρακτήρας του κοινοτικού δικαίου, στον οποίο δεν είναι δυνατό να αντιτάσσεται οποιοδήποτε εσωτερικό νομοθετικό κείμενο (αρχή της υπεροχής του ενωσιακού κανόνα έναντι του εθνικού-σκέψη 31 αυτής της απόφασης). Η αρχή αυτή αποτελεί και το κατάλληλο νομοθετικό μέσο για την άρση της σύγκρουσης μεταξύ του ενωσιακού και του εγχωρίου δικαίου, με την έννοια ότι η σύγκρουση αυτή αίρεται υπέρ του πρώτου. 2) Στην υπόθεση Simmenthal του έτους 1978[18], η οποία καθιέρωσε την αρχή της πλήρους αποτελεσματικότητας του κοινοτικού δικαίου και την προστασία των δικαιωμάτων που αυτές χορηγούν στους ιδιώτες (σκέψη 16 ) και 3) στην υπόθεση Humblet που αναφέρεται πάρα πάνω για την υποχρέωση των κρατών μελών να συνεργάζονται νόμιμα προκειμένου να εκπληρώνονται οι κοινοτικές τους υποχρεώσεις οι οποίες απορρέουν από το άρθρο 5 της Συνθήκης της ΕΟΚ.

 

V. H ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΩΝ ΚΟΙΝΟΤΙΚΩΝ ΟΔΗΓΙΩΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΘΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗ

 

α. Η υποχρέωση ερμηνείας του εθνικού δικαίου σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο κατά τη νομολογία του ΔΕΚ

 

Το Δικαστήριο της Κοινότητας με μία σειρά αποφάσεών του καθιέρωσε την αρχή της ερμηνείας του εγχώριου δικαίου από τον εθνικό δικαστή κατά τέτοιο τρόπο, ώστε αυτό να εναρμονίζεται με το ενωσιακό δίκαιο. Οι σημαντικότερες από αυτές τις αποφάσεις είναι οι ακόλουθες: 1) Η απόφαση 14/83 του ΔΕΚ στην υπόθεση von Colson κατά Kamann[19]. Κατά την απόφαση αυτή η υποχρέωση των κρατών μελών που απορρέει από την Οδηγία, να επιτύχουν δηλαδή το αποτέλεσμα που αυτή επιδιώκει καθώς και το καθήκον που έχουν δυνάμει του άρθρου 5 της Συνθήκης, να λαμβάνουν κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο κατάλληλο να εξασφαλίσει την εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής, επιβάλλονται σε όλες τις αρχές των κρατών μελών συμπεριλαμβανομένων των δικαστηρίων στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους. Από τα ανωτέρω απορρέει ότι το εθνικό δικαστήριο εφαρμόζοντας το εθνικό δίκαιο και ιδίως τις διατάξεις εθνικού νόμου που έχει θεσπισθεί ειδικά για την εκτέλεση Οδηγίας οφείλει να ερμηνεύει το εθνικό του δίκαιο υπό το φως των διατάξεων και του στόχου της Οδηγίας, προκειμένου να επιτευχθεί το αποτέλεσμα που επιδιώκεται με αυτήν (σκέψη 26 και διατακτικό υπ’αριθ. 3 της απόφασης). Η θέση αυτή παγιώθηκε με την μεταγενέστερη νομολογία του ΔΕΚ και ειδικώτερα με τις αποφάσεις G.Kοebler, σκέψη 3 και Traghetti, σκέψη 30, που αναφέρονται πάρα κάτω στις υποσημειώσεις 27 και 28. 2) Με την υπόθεση Marleasing S.A.[20] το ΔΕΚ επεκτείνει τις πάρα πάνω σκέψεις, δεχόμενο ότι ένα εθνικό δικαστήριο εφαρμόζοντας το εθνικό του δίκαιο, είτε πρόκειται για προγενέστερες είτε για μεταγενέστερες της Οδηγίας διατάξεις, οφείλει να το πράξει κατά το μέτρο του δυνατού υπό το φως του κειμένου και του σκοπού της Οδηγίας, ώστε να επιτευχθεί το αποτέλεσμα που επιδιώκεται με αυτήν (Σκέψη 8 και διατακτικό της εν λόγω απόφασης). 3) Ακολούθησε η υπόθεση Αδενέλερ της 4-7-2006[21], η οποία δέχθηκε ότι η επιταγή περί σύμφωνης προς το κοινοτικό δίκαιο ερμηνείας του εθνικού δικαίου είναι εγγενής στο σύστημα της Συνθήκης (σκέψη 109). Από τη σκέψη αυτή της απόφασης απορρέει και ο νομολογιακός κανόνας ότι η σύμφωνη προς το ενωσιακό δίκαιο ερμηνεία δεν συνιστά πλέον μέθοδο ερμηνείας του δικαίου, αλλά εκπλήρωση της υποχρέωσης συμμόρφωσης του κράτους, μέσω της οποίας έμμεσα το ενωσιακό δίκαιο διεισδύει στην εθνική έννομη τάξη[22].

Από τις πάρα πάνω αποφάσεις απορρέουν οι ακόλουθοι κανόνες τους οποίους πρέπει να ακολουθεί ο εθνικός δικαστής ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου: 1) Ότι τα εθνικά δικαστήρια υποχρεούνται να μην εφαρμόζουν τυχόν αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο εθνική νομοθεσία. Η υποχρέωση αυτή δεν έχει ως προϋπόθεση να ζητήσουν ή να αναμείνουν την προηγούμενη εξαφάνιση ή αναθεώρηση της συγκεκριμένης διάταξης δια της νομοθετικής οδού είτε με οποιαδήποτε άλλη συνταγματικά προβλεπόμενη διαδικασία. 2) Αν ο εθνικός δικαστής εκτιμήσει ότι δεν είναι εφικτή η σύμφωνη με το ενωσιακό δίκαιο ερμηνεία της εσωτερικής του νομοθεσίας υποχρεούται όχι μόνο να μην εφαρμόσει τις οικείες διατάξεις του εθνικού του δικαίου, αλλά πρέπει να προχωρήσει στην εφαρμογή των διατάξεων του ενωσιακού δικαίου αντί εκείνων της εσωτερικής του νομοθεσίας, προχωρώντας σε λειτουργική υποκατάσταση των εφαρμοστέων κανόνων δικαίου, εκτός αν η υποκατάσταση αυτή θα οδηγούσε σε επιδείνωση της νομικής κατάστασης των ιδιωτών[23].

Τις προαναφερόμενες βασικές αρχές ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των κοινοτικών Οδηγιών έχει δεχθεί και ο Άρειος Πάγος με την πάγια μέχρι σήμερα νομολογία του[24].

 

β. Η προδικαστική παραπομπή στο ΔΕΕ

 

Σημαντικό βοήθημα του εθνικού δικαστή για την ερμηνεία των διατάξεων του εθνικού δικαίου, όταν με αυτό εμπλέκονται και διατάξεις του ενωσιακού δικαίου, αποτελεί ο θεσμός της προδικαστικής παραπομπής ο οποίος καθιερώνεται με το άρθρο 267 της Συνθήκης Λειτουργίας της ΕΕ (ΣΛΕΕ). Η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την υπ’αριθ. 16/2013 απόφαση[25], ενσωματώνοντας τα πορίσματα της νομολογίας του ΔΕΚ τις αποφάσεις του οποίου και μνημονεύει στο κείμενό της, θέσπισε τις ακόλουθες αρχές οι οποίες διέπουν το θεσμό της προδικαστικής παραπομπής του εθνικού προς το κοινοτικό δικαστήριο (ΔΕΕ): 1) Ότι όταν ανακύπτει ενώπιον του ελληνικού δικαστηρίου και σε υπόθεση η οποία εκκρεμεί ενώπιόν του ζήτημα ερμηνείας των κοινοτικών Οδηγιών, το δικαστήριο αυτό δικαιούται ή και υποχρεούται αν πρόκειται για δικαστήριο του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα κατά τους κανόνες του εσωτερικού του δικαίου να παραπέμψει το σχετικό ζήτημα με προδικαστική απόφασή του στο δικαστήριο της Ένωσης, προκειμένου αυτό να αποφανθεί ως προς το ερμηνευτικό αυτό ζήτημα. Ο κανόνας αυτός απορρέει από το άρθρο 267 της ΣΛΕΕ, πρώην άρθρο 234 της Συνθήκης ΕΚ (ΣΕΚ). 2) Με τον θεσμό της προδικαστικής παραπομπής καθιερώνεται μία διαδικασία συνεργασίας μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου της Ένωσης, που έχει σαν κύριο στόχο τη διασφάλιση της ομοιομορφίας του δικαίου της Ένωσης, η οποία εξυπηρετεί και την αρχή της ίσης μεταχείρισης των εμπλεκομένων φυσικών και νομικών προσώπων, αφού η αρχή αυτή ασφαλώς απειλείται αν οι ίδιες διατάξεις εφαρμόζονται διαφορετικά στα κράτη μέλη. 3) Αντικείμενο προδικαστικού ερωτήματος αποτελεί σαφώς και η ερμηνεία κανόνων του εσωτερικού δικαίου της χώρας μας, κατά το μέρος που αυτοί ενσωματώνουν όμοιες ρυθμίσεις του δικαίου της Ένωσης. 4) Η απόφαση του ΔΕΕ αναφορικά με τα προδικαστικά ερωτήματα είναι δεσμευτική τόσο για το εθνικό δικαστήριο που υπέβαλε το σχετικό ερώτημα όσο και για όλα τα εθνικά δικαστήρια που τυχόν θα δικάσουν στη συνέχεια την ίδια υπόθεση,   εφόσον θεωρούν ότι για την έκδοση της δικής τους απόφασης είναι αναγκαία προηγουμένως η έκδοση ερμηνευτικής απόφασης του ΔΕΕ. Η δεσμευτικότητα αυτής της απόφασης δεν προβλέπεται ρητά ως συνέπεια της Συνθήκης της Ένωσης, είναι όμως αναμφίβολη αφού μόνο έτσι εξυπηρετείται ο σκοπός της ενιαίας και ομοιόμορφης εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου. Όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες παραδοχές του Αρείου Πάγου, αλλά και από τη σχετική νομολογία του ΔΕΚ, η λειτουργία της διαδικασίας της προδικαστικής παραπομπής καθιστά τον εθνικό δικαστή ελεγκτικό βραχίονα κρατών και οργάνων και του επιτρέπει στην πραγματικότητα να εκτιμήσει τη «νομιμότητα» δηλαδή τη συμβατότητα της εθνικής διάταξης σε σχέση προς το δίκαιο της Ένωσης, υπό τον έλεγχο και την εποπτεία του ΔΕΕ[26].

Αξίζει να σημειωθεί ότι η προδικαστική παραπομπή διαμορφώνεται στο νόμο με την διττή μορφή της είτε ως ανήκουσα στη διακριτική ευχέρεια του εθνικού δικαστή είτε ως υποχρέωση η οποία επιβάλλεται σε αυτόν. Το τελευταίο αυτό συμβαίνει στην περίπτωση κατά την οποία κατά το εσωτερικό δίκαιο του κράτους μέλους δεν υπάρχει η δυνατότητα άσκησης ενδίκων μέσων κατά της απόφασής του. Όταν η απόφαση του δικαστηρίου υπόκειται σε ένδικα μέσα τότε η προδικαστική παραπομπή εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του εθνικού δικαστή. Και αυτό διότι με την άσκηση ενδίκων μέσων κατά της απόφασης αυτής θα μπορούσε να διορθωθεί από το ιεραρχικά ανώτερο δικαστήριο η οποιαδήποτε παραβίαση του ενωσιακού δικαίου. Αναγκαίες εξάλλου προϋποθέσεις οι οποίες πρέπει να συντρέχουν για την υποβολή του προδικαστικού ερωτήματος είναι α) ο εθνικός δικαστής να έχει αμφιβολία ως προς την ερμηνεία του κανόνα του ενωσιακού δικαίου, ο οποίος διέπει έστω και εν μέρει την υπόθεση την οποία αυτός αντιμετωπίζει, β) να υπάρχει εκκρεμής δίκη, γ) κατά την εκκρεμή αυτή δίκη να δημιουργείται αντικειμενική ανάγκη για την επίλυση της διαφοράς και δ) να υπάρχει αναγκαιότητα έκδοσης απόφασης του ΔΕΕ κατά την κρίση του δικαστή.

(Ο θεσμός της προδικαστικής παραπομπής αποτελεί πραγματικά την εγγύηση και το θεμέλιο της ομοιόμορφης ερμηνείας και εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης σε όλα τα κράτη μέλη. Η περαιτέρω όμως έρευνα των επί μέρους κανόνων οι οποίοι τη διέπουν ξεφεύγει από τα όρια αυτής της μελέτης. Υπάρχει πλούσια βιβλιογραφία και αρθρογραφία με εκτενή ανάπτυξη των επί μέρους ζητημάτων στις οποίες μπορούν να προσφύγουν οι ενδιαφερόμενοι για τη μελέτη αυτών, στην οποία και παραπέμπουμε. Βλέπετε σχετικά Β.Χριστιανό οπ.παρ. σελ. 1093 κ.επ., Ε.Σαχπεκίδου «Ευρωπαϊκό Δίκαιο» β΄έκδοση σελ. 617 κ.επ., Σοφία Κουκούλη-Σπηλιωτοπούλου «Δικαστική προστασία και κυρώσεις για τις παραβάσεις του Κοινοτικού Δικαίου ΕλΔνη 1997 σελ. 351 κ.επ., Ι.Κτενίδη «Πρακτικά ΙΔ΄Συμποσίου» Πάτρα Ιανουάριος 2012 «Η δικαστική προστασία του πολίτη της ΕΕ στα ευρωπαϊκά δικαστήρια» σελ. 32 κ.επ. Α. Ράντο στο ίδιο σελ. 41 κ.επ.).

Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφερθεί η επισήμανση του καθηγητή Ι.Κτενίδη (οπ.παρ. σελ. 57), σύμφωνα με την οποία και οι δικηγόροι οφείλουν να επικαλούνται κατάλληλα το δίκαιο της Ένωσης, προκειμένου να προβληματισθεί ο εθνικός δικαστής για τη συμβατότητα των εθνικών ρυθμίσεων με αυτό και, αν κρίνει ότι υφίσταται ζήτημα σύγκρουσης, να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα.

 

γ. Οι προϋποθέσεις της ευθύνης του κράτους μέλους

 

Οι πάρα πάνω αρχές τις οποίες υιοθέτησε η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου αποτελούν, όπως προαναφέρθηκε, υιοθέτηση των πορισμάτων του Δικαστηρίου της Ένωσης. Το τελευταίο αυτό Δικαστήριο είναι και πάλι εκείνο το οποίο καθόρισε τους όρους και τις προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν, προκειμένου να θεμελιώσει ο ιδιώτης αξίωση αποζημίωσης κατά του Δημοσίου στην περίπτωση κατά την οποία ο εθνικός δικαστής παραβαίνει τις διατάξεις των κοινοτικών Οδηγιών. Όπως και στην περίπτωση της παράβασης του ενωσιακού δικαίου από τον εθνικό νομοθέτη έτσι και στην περίπτωση της παραβίασής του από τον εθνικό δικαστή οι γενικές προϋποθέσεις είναι κοινές, το περιεχόμενο όμως αυτών διαφοροποιείται, ώστε να ανταποκρίνεται στον λειτουργικό ρόλο τον οποίο το κάθε ένα από αυτά τα θεσμικά όργανα καλείται να παίξει μέσα στα πλαίσια της εθνικής του έννομης τάξης. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι οι ακόλουθες: α) Ο παραβιαζόμενος κανόνας δικαίου να αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες, β) Η παραβίαση να είναι κατάφωρη και 3) να υπάρχει άμεσος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παραβίασης της υποχρέωσης που έχει το κράτος και της ζημίας που υπέστησαν οι ιδιώτες (Υπόθεση Koebler κατά αυστριακής Δημοκρατίας του έτους 2013[27], σκέψη 51 και υπόθεση Traghetti del Mediterraneo του έτους 2006[28], Σκέψη 45). Η πρώτη και η τρίτη από αυτές τις προϋποθέσεις θεμελιώνονται στην ίδια βάση είτε η παραβίαση του κοινοτικού κανόνα δικαίου γίνεται από τον εθνικό νομοθέτη είτε από τον εθνικό δικαστή, όπως δέχεται η πρώτη από τις πάρα πάνω αποφάσεις του ΔΕΚ (σκέψη 52).

Διαφοροποίηση υπάρχει μόνο ως προς το δεύτερο στοιχείο, δηλαδή ως προς το ποιες προϋποθέσεις πρέπει να συντρέχουν ώστε η παραβίαση να είναι κατάφωρη. Η διαφοροποίηση αυτή οφείλεται στο γεγονός ότι, όπως επισημαίνει το ΔΕΚ, στην περίπτωση της παραβίασης της κοινοτικής νομοθεσίας από το εθνικό δικαστήριο πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η ιδιομορφία του δικαστικού λειτουργήματος και η ανάγκη της ασφάλειας του δικαίου. Με βάση αυτό το σκεπτικό το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η ευθύνη του Δημοσίου λόγω παραβίασης του κοινοτικού δικαίου με απόφαση του εθνικού δικαστηρίου το οποίο κρίνει σε τελευταίο βαθμό, μπορεί να θεμελιωθεί μόνο στην εξαιρετική περίπτωση κατά την οποία ο δικαστής προδήλως αγνόησε το εφαρμοστέο κοινοτικό δίκαιο. Προκειμένου να καθορισθεί αν συντρέχει αυτή η προϋπόθεση το εθνικό δικαστήριο το οποίο επιλαμβάνεται πλέον της αγωγής αποζημίωσης οφείλει να εξετάσει όλα τα στοιχεία, τα οποία χαρακτηρίζουν την υπόθεση με την οποία αυτό έχει επιληφθεί (Υπόθεση Koebler σκέψεις 53,54 και υπόθεση Traghetti σκέψεις 37 και 42). Το ΔΕΚ έχει κρίνει ότι ο εθνικός δικαστής αγνοεί προδήλως το εφαρμοστέο κοινοτικό δίκαιο στις ακόλουθες περιπτώσεις: 1) Όταν η ερμηνεία του εσωτερικού δικαίου συνεπάγεται στην πράξη παράβαση του εφαρμοστέου ενωσιακού κανόνα δικαίου (υπόθεση Traghetti σκέψη 35). 2) Όταν ο εθνικός δικαστής προβαίνει σε προδήλως εσφαλμένη ερμηνεία ενός ουσιαστικού ή δικονομικού κανόνα και μάλιστα όταν η απόφασή του έρχεται σε προφανή αντίθεση προς τη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου (υποθέσεις Brasserie οπ.παρ. σκέψη 57, Koebler σκέψη 56 και Traghetti σκέψη 35). 3) Όταν το δικαστήριο του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα κατά το εσωτερικό δίκαιο, δεν συμμορφώνεται με την υποχρέωσή του που απορρέει από το άρθρο 267 εδαφ. γ΄της ΣΛΕΕ να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ (υπόθεση Koebler σκέψη 55, υπόθεση Traghetti  σκέψη 43). Εφόσον συντρέξουν οι πάρα πάνω προϋποθέσεις το Δικαστήριο δέχθηκε ότι το κράτος μέλος έχει την υποχρέωση να αποκαταστήσει τη ζημία που προκλήθηκαν στον ιδιώτη. Η αποκατάσταση αυτής της ζημίας θα γίνει με βάση το εθνικό δίκαιο και τις διατάξεις της αστικής ευθύνης που το κράτος μέλος έχει θεσπίσει (υπόθεση Koebler σκέψη 58 και διατακτικό αριθ. 1 , υπόθεση Traghetti σκέψη 45). Μάλιστα το Δικαστήριο έκρινε ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν επιτρέπει την εφαρμογή διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας, με τις οποίες περιορίζεται η ευθύνη του κράτους μέλους μόνο σε περίπτωση δόλου ή βαριάς αμέλειας του δικαστή, εφόσον ο περιορισμός αυτός έχει σαν συνέπεια τον αποκλεισμό της ευθύνης του οικείου κράτους μέλους και για τις περιπτώσεις στις οποίες διαπιστώθηκε πρόδηλη παράβαση του εφαρμοστέου δικαίου της Ένωσης (Υπόθεση Traghetti σκέψη 36 και διατακτικό εδαφ. 2). Στην ίδια αυτή απόφαση (επίσης σκέψη 46) διακηρύσσεται η αρχή ότι δεν μπορεί να αποκλεισθεί η ευθύνη του κράτους μέλους που απορρέει από παράβαση του κοινοτικού δικαίου εκ μέρους του δικαστηρίου του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα, με την αιτιολογία ότι η επίδικη παράβαση απορρέει από την εκ μέρους του εν λόγω δικαστηρίου ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων.

 

VI. ΟΙ ΚΟΙΝΟΤΙΚΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ ΠΟΥ ΡΥΘΜΙΖΟΥΝ ΤΗΝ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΤΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΚΑΙ Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥΣ ΑΠΟ ΤΟ ΔΕΚ

 

α. Οι κοινοτικές Οδηγίες

 

Η ασφαλιστική προστασία των παθόντων σε τροχαίο ατύχημα όπως και ο κύκλος των προσώπων τα οποία υπάγονται σε αυτή την προστασία, ρυθμίζεται από τον κοινοτικό νομοθέτη με τις Πρώτη, Δεύτερη και Τρίτη Οδηγία. (Για το περιεχόμενο αυτών των Οδηγιών όπως και για την κωδικοποίησή τους σε ενιαίο κείμενο από την 2009/103/ΕΚ Οδηγία βλέπετε αναλυτικά την μελέτη μας σε ΕπιθΣυγκΔικ 2015 σελ. 152-153). Για το ζήτημα που μας ενδιαφέρει εδώ κρίσιμη είναι η διάταξη του άρθρου 1 της Οδηγίας 90/232/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 14-5-1990, αποκαλούμενης Τρίτης Οδηγίας η οποία ορίζει ότι «…η ασφάλιση που προβλέπει το άρθρο 3 παρ. 1 της Οδηγίας 72/166/ΕΟΚ (δηλαδή της Πρώτης Οδηγίας), καλύπτει την ευθύνη για σωματικές βλάβες όλων των επιβατών, πλην του οδηγού που προκύπτουν από την κυκλοφορία ενός οχήματος». Πρέπει να διευκρινισθεί ότι ο όρος σωματική βλάβη που χρησιμοποιείται από την Οδηγία, περιλαμβάνει σύμφωνα με την πάγια νομολογία του ΔΕΕ, κάθε ζημία της οποίας η αποκατάσταση εμπίπτει κατά το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο στο πεδίο της αστικής ευθύνης του ασφαλισμένου και περιλαμβάνει τόσο τη σωματική βλάβη όσο και την ψυχική οδύνη[29].

Η Οδηγία αυτή ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με το ΠΔ 314/1993, αλλά μόνο εν μέρει και ειδικώτερα ως προς τα άρθρα 3 και 4 αυτής. Με το άρθρο 6 παρ. 2 αυτής της Οδηγίας χορηγήθηκε στην ελληνική δημοκρατία προθεσμία έως την 31-12-1995, προκειμένου να ενσωματώσει στο εσωτερικό δίκαιο το πάρα πάνω άρθρο 1 αυτής.

Όμως μέχρι σήμερα ο έλληνας νομοθέτης δεν έχει ενσωματώσει στο εσωτερικό μας δίκαιο το άρθρο αυτό της Οδηγίας, με την οποία απολαμβάνουν ασφαλιστικής καλύψεως όλοι οι επιβάτες του αυτοκινήτου εκτός από τον υπαίτιο οδηγό.

 

 

β. Η ερμηνεία των κοινοτικών Οδηγιών από το ΔΕΚ

 

Το ΔΕΚ έχει ασχοληθεί επανειλημμένα με την ερμηνεία των διατάξεων των πάρα πάνω οδηγιών, πριν από την κωδικοποίησή τους με την τελευταία Κοινοτική Οδηγία, μετά από σχετικά προδικαστικά ερωτήματα των Εθνικών Δικαστηρίων. (Τους νομολογιακούς κανόνες, οι οποίοι θεσπίσθηκαν από το δικαστήριο αυτό και τους οποίους οφείλουν να ακολουθούν τα εθνικά δικαστήρια όλων των κρατών μελών της Ένωσης με παραπομπή στις αντίστοιχες αποφάσεις του ΔΕΕ βλέπετε στην πάρα πάνω μελέτη μας ΕπιθΣυγκΔικ 2015 σελ. 154-156)[30]. Από τους νομολογιακούς κανόνες τους οποίους διαμόρφωσε το ΔΕΚ στο ζήτημα που μας απασχολεί επισημαίνουμε τους ακόλουθους δύο: 1) Ότι ο καθορισμός του περιεχομένου, της έκτασης και των προϋποθέσεων της αποζημίωσης, που έχει ως γενεσιουργό αιτία το τροχαίο ατύχημα, εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών. Όμως η ασφαλιστική κάλυψη αυτής της ευθύνης που προβλέπεται από τα επί μέρους εθνικά δίκαια κατά τρόπο αυτόνομο δεν ανήκει στη δικαιοδοσία του εθνικού, αλλά μόνο του κοινοτικού νομοθέτη. Επομένως η ασφαλιστική αυτή κάλυψη, η οποία εκφεύγει των αρμοδιοτήτων του νομοθέτη του κράτους μέλους, πρέπει να είναι σύμφωνη προς την κοινοτική ρύθμιση της Ένωσης και τους αντίστοιχους κοινοτικούς κανόνες, δηλαδή και τις σχετικές Κοινοτικές Οδηγίες, τους οποίους κανόνες οφείλει να ενσωματώνει πλήρως ο εθνικός νομοθέτης στο εσωτερικό δίκαιο της χώρας του (υπόθεση Farell C- 356/2005 της 19-4-2007, σκέψεις 32 και 33, υπόθεση Candolin 537/03 της 30-6-2005, σκέψη 24. Τις υπόλοιπες σχετικές αποφάσεις βλέπετε στη μελέτη μας σε ΕπιθΣυγκΔικ 2015 σελ. 155) . 2) Ότι όταν το άρθρο 1 της Τρίτης Οδηγίας προβλέπει την εξαίρεση από την ασφαλιστική προστασία μόνο του οδηγού, αυτό σημαίνει ότι αντιδιαστέλλει όλους τους άλλους επιβάτες από τον οδηγό του οχήματος και τους συμπεριλαμβάνει στην ασφαλιστική προστασία. Επομένως επιβάλλεται να εξομοιωθεί η νομική κατάσταση του κυρίου του αυτοκινήτου, ο οποίος δεν είναι οδηγός του, με τη νομική κατάσταση οποιουδήποτε άλλου επιβάτη ο οποίος υπέστη ζημίες από σωματική βλάβη σε τροχαίο ατύχημα (υπόθεση Candolin σκέψη 33). Πρέπει να σημειωθεί ότι στην τελευταία αυτή υπόθεση το Δικαστήριο ασχολήθηκε μόνο με τον κύριο του αυτοκινήτου, διότι τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης αφορούσαν τις ζημιές που αυτός υπέστη κατά το ατύχημα. Όμως οι πάρα πάνω σκέψεις του ΔΕΚ περιλαμβάνουν, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, και τον κάτοχο, τον ασφαλισμένο όπως και όλα γενικά τα πρόσωπα που επιβαίνουν στο αυτοκίνητο, πλην του οδηγού. 3) Ότι μια εθνική ρύθμιση δεν μπορεί να συρρικνώσει την έννοια του «επιβάτη» και να στερήσει έτσι από την ασφαλιστική κάλυψη τα πρόσωπα που δικαιούνται σύμφωνα με τις πάρα πάνω οδηγίες αποζημίωση για βλάβες οι οποίες έχουν ως γενεσιουργό αιτία το αυτοκινητικό ατύχημα (υπόθεση Farell, σκέψη 30).

 

VII. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΕΣ ΚΡΙΣΕΙΣ

Από την ανάπτυξη που προηγήθηκε πιστεύουμε ότι η διατήρηση της διάταξης του άρθρου 7 του Ν. 489/1976 και η ερμηνεία και εφαρμογή της από τα δικαστήρια στοιχειοθετεί την έννοια της εξωσυμβατικής ευθύνης του ελληνικού Δημοσίου, λόγω παραβάσεως του κοινοτικού δικαίου και θεμελιώνει την αγωγή αποζημίωσης εναντίον του. Οι παραβιάσεις λοιπόν του ενωσιακού δικαίου από τα θεσμικά εθνικά όργανα της χώρας μας, στην περίπτωση που μας απασχολεί εδώ είναι, κατά την άποψή μας, οι ακόλουθες:

1) Ο έλληνας νομοθέτης δεν έχει μεταφέρει εμπρόθεσμα τη διάταξη του άρθρου 1 της Τρίτης Οδηγίας, όπως είχε αντίστοιχη υποχρέωση. Έτσι αναιρείται πλήρως ο σκοπός ο οποίος επιδιώκεται με τη διάταξη αυτή της Οδηγίας και ο οποίος είναι η ασφαλιστική κάλυψη όλων των επιβαινόντων στο ζημιογόνο αυτοκίνητο, πλην του υπαίτιου οδηγού.

2) Ο ίδιος ο νομοθέτης έχει διατηρήσει στην ελληνική έννομη τάξη τη διάταξη του άρθρου 7 του πάρα πάνω νόμου, η οποία είναι ευθέως αντίθετη προς το άρθρο 1 της Τρίτης κοινοτικής Οδηγίας.

3) Ο εθνικός δικαστής στις αναφερόμενες πάρα πάνω (Εισαγωγή) νομολογιακές περιπτώσεις, κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 7 παρέβη επίσης τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από την κοινοτική έννομη τάξη αφού α) εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 7 του Νόμου 489/1976 παρά το γεγονός ότι αυτή έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την προαναφερόμενη διάταξη της κοινοτικής Οδηγίας, όπως η διάταξη αυτή με πάγιο τρόπο έχει ερμηνευθεί από τη νομολογία του ΔΕΚ. β) Παρά το γεγονός ότι οι αποφάσεις του Αρείου Πάγου δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα, το δικαστήριο αυτό δεν συμμορφώθηκε με την υποχρέωσή του που απορρέει από την διάταξη του άρθρου 267 εδαφ. γ΄της ΣΛΕΕ, όπως και από την υπ’αριθ. 16/2013 πάρα πάνω απόφαση της Ολομέλειας του ΑΠ και δεν υπέβαλε προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ. Και αυτό παρά το γεγονός ότι στην επίλυση των κρισίμων θεμάτων που το δικαστήριο αυτό αντιμετώπισε εμπλέκεται το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και με τη συγκεκριμένη διάταξη (άρθρο 1 της Τρίτης κοινοτικής Οδηγίας) έχει ασχοληθεί επανειλημμένα το ΔΕΕ.

Οι παραβιάσεις αυτές στοιχειοθετούν την έννοια της κατάφωρης παραβίασης του κοινοτικού δικαίου τόσο από το νομοθέτη όσο και από το δικαστή, όπως προκύπτει από την ανάπτυξη του θέματος που γίνεται πάρα πάνω (βλέπετε παράγραφο IV-β για τον εθνικό νομοθέτη και παράγραφο V-για τον εθνικό δικαστή). Στην περίπτωση αυτή συντρέχουν και οι δύο άλλες προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της αγωγής κατά του Δημοσίου, αφού είναι σαφές ότι με την πάρα πάνω διάταξη της κοινοτικής Οδηγίας απονέμονται δικαιώματα στους ιδιώτες, ενώ αυταπόδεικτη είναι και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παραβίασης της Οδηγίας από τα εθνικά όργανα και των ζημιών του ιδιώτη.

 

VIII. ΕΠΙΜΕΤΡΟ

Σύμφωνα με τις αποφάσεις του ΔΕΚ που αναφέρονται πάρα πάνω γίνεται ο ακόλουθος διαχωρισμός: Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν, προκειμένου να θεμελιωθεί η ευθύνη του κράτους μέλους για παράβαση του ενωσιακού δικαίου κρίνονται με βάση το τελευταίο και όχι το εθνικό δίκαιο. Οι δικονομικές όμως προϋποθέσεις (αρμόδιο δικαστήριο, άσκηση αγωγής, ένδικα βοηθήματα κλπ.) ρυθμίζονται από την εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους  (Υπόθεση Frankovic αριθ.42). Επομένως η αγωγή αποζημίωσης  του θιγόμενου ιδιώτη κατά του ελληνικού Δημοσίου, ένεκα παράβασης από τα θεσμικά του όργανα του ενωσιακού δικαίου, θα στηριχθεί κατά μεν τις ουσιαστικές προϋποθέσεις της στο ενωσιακό δίκαιο κατά δε τα δικονομικά της στοιχεία από τις διατάξεις του εσωτερικού μας δικαίου.

 



 

[1] Β.Χριστιανός «Εισαγωγή στο δίκαιο της ΕΕ» εκδ. 2010 σελ. 179, Ε.Μουαμελετζή «Η ευθύνη του Κράτους για παράβαση του κοινοτικού δικαίου και το δικαίωμα αποζημίωσης των ιδιωτών» σε ΕΕυρΔ 1993 σελ. 377

[2] Β.Χριστιανός οπ.παρ. σελ. 15-17

[3] ΑΠΟλομ 31/2009 Δικαιοσύνη 2010 σελ. 367

[4] Β.Χριστιανός οπ.παρ. σελ. 156 με παραπομπή σε νομολογία του ΔΕΚ

[5] Ε.Μουαμελετζή οπ.παρ. σελ. 386

[6] Γ.Αυδίκος «Η αστική ευθύνη του κράτους μέλους της ΕΕ για τις παραβάσεις του ενωσιακού δικαίου και η ένταξη στην εθνική έννομη τάξη» Διδακτορική Διατριβή σελ. 76-77 σε Ιστοσελίδα ΕΑΔΔ

[7] Για την έννοια της «κατάφωρης» παραβίασης βλέπετε αναλυτικά Β.Χριστιανό οπ.παρ. σελ. 191 κ.επ.

[8] Π.Παυλόπουλος «Ευθύνη του κράτους για παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου» ΔιοικΔικ 1994  σελ 781, Ε.Μουαμελετζή οπ.παρ. σελ. 388

[9] Ε.Μουαμελετζή οπ.παρ. σελ. 386

[10] Απόφαση ΔΕΚ C-6/60 της 16-12-1960 Συλ. Νομολ. 1960   σελ. 01125

[11] Απόφαση ΔΕΚ C-13/68 της 19-12-1968 Συλ.Νομολ. 1968  σελ. 00661

[12] Αυδίκος οπ.παρ. σελ. 56-58

[13] ΔΕΚ C-6 και C-90 της 19-11-1991 Συλ.Νομολ. 1991  σελ.5359

[14] Πρ.Παυλόπουλος οπ.παρ.  σελ. 769 κ.επ., ιδιαίτερα 780-781

[15] ΔΕΚ C-46 και C-48/ 1993 της 5-3-1996 Συλ.Νομολ. 1996 σελ. Ι-01029

[16] ΔΕΚ C-178/1994, C-179/1994, C-198/1994 και C-190/1994 Συλ.Νομολ. 1996 σελ.  Ι -04845

[17] ΔΕΚ C-6/64 της 15-7-1964 Συλ.Νομολ. 1964 σελ. 1141

[18] ΔΕΚ  106/77 της 9-3-1978 Συλ.Νομολ. 1978 σελ. 629

[19]ΔΕΚ 14/83 της 10-4-1984 Συλ.Νομολ. 1984 σελ. 1891

[20] ΔΕΚ C 106/89 της 13-11-1990 Συλ. Νομ. 1990

[21] ΔΕΚ C 212/2004 Συλ.Νομολ. 2004 σελ. 6057

[22] Β.Χριστιανός οπ.παρ. σελ. 166

[23] Α.Μεταξάς «Ευθύνη του Δημοσίου για Παραβάσεις του Κοινοτικού Δικαίου από αποφάσεις των Ανωτάτων Δικαστηρίων» εκδ. 2005 σελ. 25-26, με παραπομπές σε περαιτέρω νομολογία του ΔΕΚ, Β.Χριστιανός οπ.παρ. σελ. 166

[24] ΟλομΑΠ 10/2013 και 11/2013 σε ΕμπΔικ 2013 σελ. 587 και 675, αντίστοιχα, ΟλομΑΠ 23/1998 και ΑΠ 926/2011, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «Νόμος» και 534/2011, 631/2011 ΧρΙδΔ 2012 σελ. 205 και ΔΕΕ 2011 σελ. 1258, αντίστοιχα.

[25] ΕπιθΣυγκΔικ 2013 σελ. 578 κ.επ.

[26] Β.Χριστιανός οπ.παρ. σελ. 1097

[27] Απόφαση C 224/01 της 30-9-2003 Συλ.Νομολ. 2003 σελ. Ι-10239

[28] Απόφαση C 173/03 της 13-6-2006 Συλ.Νομολ. 2006 σελ. Ι -05177.

[29] ΔΕΚ C-22/2012 της 24-10-2013 και ΔΕΚ C- 277/2012 επίσης της 24-10-2013

[30] Για τη δεσμευτικότητα του εθνικού δικαστή από τις αποφάσεις του ΔΕΕ βλέπετε Ηλία Κλάππα σε ΕπιθΣυγκΔικ 2014 σελ. 210 κ.επ.

 


"Δημοσιεύεται στο τεύχος Μάιος Ιούνιος 2016 της Επιθεώρησης Συγκοινωνιακού Δικαίου"



 

"ΤΟ ΑΡΘΡΟ 7 ΤΟΥ Ν. 489/1976 ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΟΥ Δ΄ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ" (Η εξαίρεση του επιβάτη-κυρίου-κατόχου-ασφαλισμένου κλπ. από την ασφαλιστική κάλυψη) [του Γεωργίου Κ. Αμπατζή, δικηγόρου ε.τ.]

 

ΤΟ ΑΡΘΡΟ 7 ΤΟΥ Ν. 489/1976 ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΟΥ Δ΄ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
(Η εξαίρεση του επιβάτη-κυρίου-κατόχου-ασφαλισμένου κλπ. από την ασφαλιστική κάλυψη)
ΟΙ ΔΙΪΣΤΑΜΕΝΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΜΕΤΑΞΥ ΤΗΣ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ Δ΄ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΟΥ Α.Π. ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΚΑΙ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΚΟΙΝΟΤΙΚΩΝ ΟΔΗΓΙΩΝ


Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ο καθηγητής Κωνσταντίνος Κεραμεύς έχει υποστηρίξει ότι η πρώτη αρχή του κράτους δικαίου είναι η ισότητα. Ως ισότητα δε νοείται εδώ μία συναισθηματική επιδίωξη, αλλά μία προσγειωμένη και αμέσως εφαρμόσιμη νομική επιταγή. Η ισότητα αυτή επιβάλει μεταξύ άλλων και την ομοιόμορφη ερμηνεία του δικαίου, η οποία επιτυγχάνεται μέσα από τις αποφάσεις των ανωτάτων δικαστηρίων που καλούνται να είναι θεματοφύλακες και εγγυητές αυτής της αρχής [1]. Και είναι αληθές ότι το δικό μας δικαιϊκό σύστημα, στο οποίο επικρατεί η αρχή της δικαστικής ανεξαρτησίας, κανένα δικαστήριο δε δεσμεύεται από τις λύσεις που έχουν νομολογηθεί προηγουμένως ούτε ακόμα και από τη νομολογία των ανωτάτων δικαστηρίων [2]. Μοναδική εξαίρεση σε αυτό τον κανόνα αποτελεί βέβαια η διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 580 του ΚΠολΔικ, σύμφωνα με την οποία οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των Τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν.

Η συνύπαρξη όμως των Τμημάτων και της Ολομέλειας που προβλέπεται στην οργανωτική δομή του Ανωτάτου Δικαστηρίου της χώρας μας δεν είναι ξένη προς το σκοπό της επίτευξης της ομοιομορφίας στην ερμηνεία του δικαίου. Συγκεκριμένα η σύνθεση και η κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ των Τμημάτων και της Ολομέλειας, εμπεριέχει τη σιωπηλή παραδοχή ότι όσο ευρύτερο είναι το αποφασίζον σώμα τόσο καλύτερο και σταθερότερο το νομολογιακό δίκαιο που παράγεται από αυτό. Η «υψηλότερη» και «πληρέστερη» Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου θεωρείται ως εγγύηση για την ποιότητα και το αμετάβλητο των προσδοκώμενων από αυτήν δικαστικών αποφάσεων. Έτσι η ερμηνεία του δικαίου που γίνεται από την Ολομέλεια εξασφαλίζει όχι μόνο την ορθότητα, αλλά επίσης και την ομοιομορφία και τη διάρκεια ως προς το αληθές νόημα των κανόνων του δικαίου. Η πάρα πάνω λοιπόν συγκρότηση του Αρείου Πάγου σε Ολομέλεια και σε Τμήματα δημιουργεί την ψυχολογική υποχρέωση των τελευταίων να ακολουθούν την ερμηνεία που υιοθέτησε η Ολομέλεια, μια υποχρέωση που διασφαλίζει και την ομοιόμορφη ερμηνεία του δικαίου [3]. Η υποχρέωση αυτή των Τμημάτων του ΑΠ δεν περιορίζεται μόνο στην ερμηνεία του εγχώριου δικαίου αλλά επεκτείνεται και στις διατάξεις του ευρωπαϊκού ενωσιακού δικαίου κατά το μέτρο που αυτές ενσωματώθηκαν στο εθνικό μας δίκαιο, αφού και το δίκαιο αυτό αποτελεί πηγή του ελληνικού δικαίου [4]. Με την προαναφερόμενη όμως ψυχολογική δέσμευση, κατά την έκφραση του καθηγητή Κ.Κεραμέως, δε φαίνεται να εναρμονίζεται το Δ΄Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου με τις πρόσφατες αποφάσεις του, όπως θα προκύψει από την ανάλυση που ακολουθεί.

II. Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 7 ΤΟΥ Ν. 489/1976 ΑΠΟ ΤΟ Δ΄ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Στο άρθρο 7 του νόμου 489/1976 ορίζονται τέσσερις κατηγορίες προσώπων, των οποίων η ζημία που προέρχεται από τη σωματική τους βλάβη που προξενήθηκε σε αυτά λόγω τροχαίου ατυχήματος δεν καλύπτεται από τον ασφαλιστή, επειδή τα πρόσωπα αυτά δεν θεωρούνται τρίτοι κατά τη διατύπωση του νόμου. Τα πρόσωπα που εξαιρούνται από την ασφαλιστική κάλυψη για τις ζημιές που τα ίδια υφίστανται, είναι τα ακόλουθα: 1) Ο οδηγός του αυτοκινήτου που προξένησε τη ζημιά, 2) κάθε πρόσωπο του οποίου η ευθύνη καλύπτεται με τη σύμβαση ασφάλισης. Πρόκειται για τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 6 παρ. 1 του εν λόγω νόμου, δηλαδή τον κύριο και τον συγκύριο, τον κάτοχο και τον συγκάτοχο, τον οδηγό ή προστηθέντα για την οδήγηση ή υπεύθυνο του ασφαλισμένου αυτοκινήτου. 3) Εκείνος ο οποίος έχει καταρτίσει με τον ασφαλιστή την ασφαλιστική σύμβαση και 4) οι νόμιμοι εκπρόσωποι νομικού προσώπου που είναι ασφαλισμένο ή εταιρίας που δεν έχει αποκτήσει νομική προσωπικότητα [5].Έτσι δεν λειτουργεί υπέρ αυτών η ασφαλιστική κάλυψη που προβλέπεται για τους τρίτους στα άρθρα 2 παρ. 1 εδαφ. α΄και 6 παρ. 2 εδαφ. α΄αυτού του νόμου. Κατά συνέπεια και οι συγγενείς αυτών των προσώπων, εάν αυτά θανατωθούν σε τροχαίο ατύχημα, δεν δικαιούνται να λάβουν χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης. Η άρση αυτή της ασφαλιστικής κάλυψης επεκτείνεται και στην αντίστροφη περίπτωση κατά την οποία ο συγγενής του θανατωθέντος είχε μία από τις πάρα πάνω ιδιότητες, οπότε αυτός δεν δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης, όπως δέχεται ο Άρειος Πάγος ερμηνεύοντας αυτή τη διάταξη [6].

Με το ζήτημα των εξαιρέσεων που εισάγει το άρθρο 7 του Νόμου 489/1976 είχαμε ασχοληθεί σε σχετικό εκτενές άρθρο μας το οποίο δημοσιεύθηκε στον τόμο 2012 (σελ. 274 έως 298) αυτού του περιοδικού. Εκεί υποστηρίξαμε την άποψη ότι η διάταξη του άρθρου 7 αυτού του νόμου α) έρχεται σε άμεση αντίθεση προς το σκοπό τον οποίο καλείται να υπηρετήσει ο θεσμός της υποχρεωτικής ασφάλισης, β) ότι αυτή αντιβαίνει ευθέως προς τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 5 και 21 παρ. 6 του Συντάγματος, γ) κυρίως όμως υποστηρίξαμε ότι η εν λόγω διάταξη δεν εναρμονίζεται με τις κοινοτικές οδηγίες, οι οποίες ρυθμίζουν την ασφαλιστική προστασία των παθόντων σε τροχαίο ατύχημα, όπως οι οδηγίες αυτές ερμηνεύθηκαν με τις αποφάσεις του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (τότε ΔΕΚ και σήμερα ΔΕΕ). Η σχετική επιχειρηματολογία μας που αφορά το τελευταίο αυτό ζήτημα, της μη εναρμόνισης δηλαδή αυτής της διάταξης με τις κοινοτικές οδηγίες, αναπτύσσεται στην προαναφερόμενη εργασία μας και ιδιαίτερα στις σελίδες 286 έως 289 και 294 έως 296 του τόμου 2012 αυτού του περιοδικού, στις οποίες και παραπέμπουμε για πληρέστερη ενημέρωση.

Ο λόγος για τον οποίο κρίθηκε σκόπιμο να επανέλθουμε στην ερμηνεία του άρθρου 7 του νόμου 489/1976 είναι ότι κατά το έτος 2013 η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου διαμόρφωσε με αλλεπάλληλες αποφάσεις τους κανόνες ερμηνείας και εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου γενικώτερα, αλλά και των κοινοτικών οδηγιών ειδικώτερα. Προς τους καθοδηγητικούς όμως αυτούς κανόνες δεν φαίνεται να εναρμονίσθηκαν οι υπ’αριθ. 1144 και 583/2014 αποφάσεις του Δ΄Τμήματος αυτού του δικαστηρίου, παρά το γεγονός ότι αυτές είναι μεταγενέστερες από τις αποφάσεις της Ολομέλειας.

Ειδικώτερα: α) Η υπ’ αριθμ. 1144/2014 απόφαση του Δ΄Τμήματος του ΑΠ (αδημ.) κλήθηκε να αντιμετωπίσει τροχαίο ατύχημα κατά το οποίο και τραυματίστηκε θανάσιμα η επιβάτης του αυτοκινήτου. Οι γονείς της θανούσας άσκησαν αγωγή κατά του υπαίτιου οδηγού και ζήτησαν να τους επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης για τον θάνατο της κόρης τους. Ο εναγόμενος οδηγός προσεπικάλεσε την ασφαλιστική εταιρία στην οποία ήταν ασφαλισμένο το ζημιογόνο αυτοκίνητο και ζήτησε με τη σχετική αγωγή αποζημίωσης που ενώθηκε με την προσεπίκληση να υποχρεωθεί η τελευταία να του καταβάλει ό,τι αυτός θα υποχρεωθεί να πληρώσει ως αποζημίωση στους ενάγοντες. Ο Άρειος Πάγος με την πάρα πάνω απόφασή του δέχτηκε, ερμηνεύοντας τη διάταξη του άρθρου 7 του Νόμου 489/1976, ότι ο ασφαλιστής δεν ήταν υποχρεωμένος να καλύψει ασφαλιστικά τον υπαίτιο οδηγό, διότι οι ενάγοντες ήταν ιδιοκτήτες του ζημιογόνου αυτοκινήτου και αντισυμβαλλόμενοι στη σύμβαση ασφάλισης και επομένως δεν ήταν τρίτοι, κατά την έννοια των πάρα πάνω διατάξεων, ώστε να γεννάται ευθεία αξίωση αποζημίωσης κατά της ασφαλιστικής εταιρίας στην οποία είναι ασφαλισμένο το ζημιογόνο αυτοκίνητο. Αξίζει να τονιστεί ότι στο σκεπτικό αυτής της απόφασης γίνεται μνεία της σχετικής κοινοτικής οδηγίας (84/5/ΕΟΚ), δηλαδή της γνωστής ως Δεύτερης Οδηγίας, τις διατάξεις της οποίας ενσωμάτωσε ο έλληνας νομοθέτης στο εσωτερικό δίκαιο με το π.δ. 264/91, με το οποίο και τροποποιήθηκε το άρθρο 7 του Ν. 489/1976.

β) Την υπ’αριθ. 583/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου [7] απασχόλησε εξάλλου τροχαίο ατύχημα κατά το οποίο από υπαιτιότητα του οδηγού τραυματίστηκε θανάσιμα ο συνεπιβάτης, ο οποίος ήταν σύζυγος της ιδιοκτήτριας του ζημιογόνου αυτοκινήτου στο οποίο αυτός επέβαινε. Το δικαστήριο έκρινε ότι η αγωγή την οποία άσκησε κατά της ασφαλιστικής εταιρίας η πάρα πάνω ιδιοκτήτρια αυτού του αυτοκινήτου, με την οποία και ζητούσε να της επιδικαστεί χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης για το θάνατο του συζύγου της, είναι νομικά αβάσιμη, διότι σύμφωνα με την πάρα πάνω διάταξη του άρθρου 7 του νόμου 489/1976 η ενάγουσα ως ιδιοκτήτρια του αυτοκινήτου δεν είναι τρίτη και επομένως περιλαμβάνεται στις εξαιρέσεις από την υποχρεωτική ασφάλιση που καθιερώνεται με την πάρα πάνω διάταξη. Και η απόφαση αυτή αναφέρεται στο π.δ. 264/91, με το οποίο μεταφέρθηκε στο ελληνικό δίκαιο η Δεύτερη Κοινοτική Οδηγία. Με το σκεπτικό αυτό ο Άρειος Πάγος αναίρεσε την υπ’αριθ. 113/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας (αδημ), η οποία είχε δεχτεί την αγωγή και είχε επιδικάσει στην πάρα πάνω ιδιοκτήτρια του αυτοκινήτου και σύζυγο του θανόντος χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης.

ΙΙΙ. ΤΟ ΕΝΩΣΙΑΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ ΟΙ ΔΕΣΜΕΥΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΑ ΔΙΚΑΣΤΗ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΙΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


Η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με μια σειρά αποφάσεών που εκδόθηκαν το έτος 2013, καθόρισε τους κανόνες που πρέπει να ακολουθεί ο έλληνας δικαστής όταν καλείται να ερμηνεύσει και να εφαρμόσει διατάξεις του εσωτερικού δικαίου, με τους οποίους ενσωματώνεται στην εσωτερική έννομη τάξη ενωσιακό δίκαιο, συμπεριλαμβανομένων και των κοινοτικών οδηγιών. Παράλληλα προσδιόρισε και τα όρια της δεσμευτικής επίδρασης που έχει για τον έλληνα δικαστή η απόφαση του ΔΕΕ που έκρινε επί του ενωσιακού κανόνα δικαίου ο οποίος μεταγράφηκε στην εσωτερική έννομη τάξη. Οι αποφάσεις αυτές της Ολομέλειας του ΑΠ είναι οι ακόλουθες: 1) 16/2013 (Β΄ Σύνθεση), 2) 11/2013 (Α΄Σύνθεση) και 3) 10/2013 (Β΄Σύνθεση) [8], οι οποίες και θέσπισαν τους εξής κανόνες: 1) Η απόφαση 11/2013 θεσπίζει την ακόλουθη καθοδηγητική αρχή ως προς την ερμηνεία των Κοινοτικών Οδηγιών: «Με το άρθρο 10 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης υποχρεώνονται όλες οι κρατικές λειτουργίες, συνεπώς και η δικαστική, στη λήψη γενικών και ειδικών μέτρων κατάλληλων να εξασφαλίσουν την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την Συνθήκη, συμπεριλαμβανομένης και της μεταφοράς των Οδηγιών στο εσωτερικό δίκαιο και της σύμφωνης με το κοινοτικό δίκαιο ερμηνείας του εθνικού δικαίου. Η υποχρέωση σύμφωνης με το κοινοτικό δίκαιο ερμηνείας του εθνικού δικαίου, απορρέει από την αρχή της υπεροχής του πρώτου έναντι του δεύτερου. Τόσο ο εθνικός νομοθέτης όσο και ο εθνικός δικαστής δεν έχουν την εξουσία να μεταβάλουν ή να παρερμηνεύουν τις διατάξεις κοινοτικής Οδηγίας, με παραβίαση στην περίπτωση αυτή του κοινοτικού δικαίου, το οποίο, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος κατισχύει πάσης άλλης αντίθετης διάταξης του εσωτερικού δικαίου (ΟλΑΠ 23/1998). Η υποχρέωση των κρατών μελών που απορρέει από την Κοινοτική Οδηγία να επιτύχουν με αυτήν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα καθώς και το καθήκον που έχουν κατά το άρθρο 5 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης να λαμβάνουν κάθε γενικό και ειδικό μέτρο κατάλληλο να εξασφαλίσει την εκπλήρωση της υποχρέωσης, επιβάλλονται σε όλες τις αρχές των κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένων των δικαστηρίων στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων τους» [9].

2) Η απόφαση 10/2013 ορίζει την ακόλουθη αρχή ως προς την εφαρμογή αυτών των Οδηγιών : «Αν η Οδηγία περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής, δηλ. χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής, η παράλειψη του εθνικού νομοθέτη να την εκτελέσει εμπρόθεσμα συνεπάγεται την άμεση ισχύ της στην εσωτερική έννομη τάξη του κράτους μέλους που είναι ο παραλήπτης της Οδηγίας. Η ισχύς της όμως εκτείνεται μόνο κατά του κράτους μέλους που παρέλειψε να την καταστήσει εθνικό δίκαιο και των αντίστοιχων κρατικών φορέων. Δεν εκτείνεται και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, είναι δηλ. «κάθετη» και όχι «οριζόντια». Η οριζόντια ισχύς της ολοκληρώνεται μόνο με την έκδοση πράξης του εθνικού νομοθέτη που μετατρέπει την οδηγία σε κανόνα εσωτερικού δικαίου (ΟλομΑΠ 31/2009, 19/2007). Στην έννοια του «κράτους» έναντι του οποίου η Οδηγία έχει την άμεση (κάθετη) ισχύ υπάγονται εκτός από τους κρατικούς οργανισμούς και οι οργανισμοί εκείνοι στους οποίους, ασχέτως της νομικής τους μορφής, έχει ανατεθεί με πράξη της δημόσιας αρχής η παροχή υπηρεσιών δημόσιου συμφέροντος υπό την εποπτεία της αρχής αυτής (απόφαση ΔΕΚ της 12-7-1990. Foster κλπ, C -188/89, Συλλ. 1990, Ι 3313 σκέψη 20). Η επίκληση λοιπόν από το φυσικό ή νομικό πρόσωπο της Οδηγίας έναντι ενός οργανισμού δημοσίου συμφέροντος, όπως αυτός προσδιορίζεται πάρα πάνω, έχει ως συνέπεια τη μη εφαρμογή κανόνα εθνικού δικαίου που είναι αντίθετος προς τις διατάξεις της Οδηγίας, αλλά την απευθείας εφαρμογή από τον εθνικό δικαστή των διατάξεων της Οδηγίας η οποία δεν έχει ενσωματωθεί ακόμα, έστω και εν μέρει στο εσωτερικό δίκαιο (ΔΕΚ 20-4-1999, Skandia, C-241/97, Συλλ. 1999 1/879, σκέψη 57).

3) Η απόφαση 16/2013 ως προς το ζήτημα της προδικαστικής παραπομπής στο Δικαστήριο της Ένωσης (ΔΕΕ) αποφάσισε τα εξής: «Κατά το άρθρο 267 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), πρώην άρθρο 234 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΣΕΚ) και παλιότερα άρθρο 177 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΣΕΟΚ) τα δικαστήρια των κρατών μελών στα οποία ανακύπτει, σε εκκρεμή σε αυτά υπόθεση, ζήτημα ερμηνείας του πρωτογενούς ή δευτερογενούς δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλαδή και των Οδηγιών (ΔΕΚ 11-5-2006, Friesland Coberco Dairy Foods, C-11/2005, σκέψεις 35 και 37, Συλλ. 2006 Ι-4285) μπορούν ή και υποχρεούνται, αν πρόκειται για δικαστήριο του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα κατά το εσωτερικό δίκαιο του αντίστοιχου κράτους μέλους, να παραπέμψουν το σχετικό ζήτημα με προδικαστική απόφασή τους στο Δικαστήριο της Ένωσης για να αποφανθεί ως προς το ερμηνευτικό αυτό ζήτημα. Καθιερώνεται έτσι με τον θεσμό της προδικαστικής παραπομπής μία διαδικασία συνεργασίας μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου της Ένωσης με κύριο στόχο τη διασφάλιση της ομοιομορφίας του δικαίου της Ένωσης, η οποία εξυπηρετεί και την αρχή της ίσης μεταχείρισης των εμπλεκομένων φυσικών και νομικών προσώπων, αφού η αρχή αυτή ασφαλώς απειλείται αν οι ίδιες διατάξεις εφαρμόζονται διαφορετικά στα κράτη μέλη της Ένωσης. Κατά τη νομολογία του ΔΕΕ αποτελεί παραδεκτό αντικείμενο προδικαστικού ερωτήματος και η ερμηνεία κανόνων του εσωτερικού δικαίου κράτους μέλους κατά το μέρος που ενσωματώνουν όμοιες ρυθμίσεις του δικαίου της Ένωσης (ΔΕΚ 8-11-1990 Gmurzynska, C- 231/1989 Συλλ. 1990 Ι-1403, ΔΕΚ 16-3-2006, Poseidon C- 3/2004, Συλλ. 2006 Ι-2505). Η απόφαση του Δικαστηρίου της Ένωσης αναφορικά με τα προδικαστικά ερωτήματα είναι εξάλλου δεσμευτική τόσο για το εθνικό δικαστήριο που υπέβαλε το σχετικό ερώτημα όσο και για όλα τα εθνικά δικαστήρια που τυχόν θα δικάσουν στη συνέχεια την ίδια υπόθεση, εφόσον θεωρούν ότι για την έκδοση της δικής τους απόφασης είναι αναγκαία προηγουμένως η έκδοση ερμηνευτικής απόφασης του ΔΕΕ [10]. Η δεσμευτικότητα της απόφασης αυτής δεν προβλέπεται ως συνέπεια ρητά στη Συνθήκη της Ένωσης, είναι όμως αναμφίβολη αφού μόνο έτσι εξυπηρετείται ο σκοπός της ενιαίας και ομοιόμορφης εφαρμογής του Κοινοτικού Δικαίου».

Αξίζει να σημειωθεί ότι και πριν από τη δημοσίευση των αποφάσεων αυτών της Ολομέλειας του ΑΠ υπήρξαν αποφάσεις κυρίως του Α1 πολιτικού τμήματος, αλλά και της Ολομέλειας, οι οποίες ακολούθησαν τις πάρα πάνω αρχές ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των Κοινοτικών Οδηγιών [11].

IV. H ANΤΙΘΕΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΤΑΞΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 7 ΤΟΥ Ν. 489/1976 ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΚΟΙΝΟΤΙΚΗ ΕΝΝΟΜΗ ΤΑΞΗ ΚΑΙ ΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΔΕΚ

Η διάταξη του άρθρου 7 του Ν. 489/1976 ενσωματώνει στο εσωτερικό δίκαιο Κοινοτική Οδηγία, όπως δέχονται και οι δύο πάρα πάνω αποφάσεις του Δ΄Τμήματος του Αρείου Πάγου. Επομένως ο έλληνας εφαρμοστής του δικαίου οφείλει να ανατρέξει στο κείμενο αυτής της Οδηγίας και των συμπλεκομένων με αυτήν συναφών οδηγιών, προκειμένου να ανεύρει την ερμηνεία που έχει δώσει σε αυτήν το ΔΕΚ. Διότι μόνο αν αντιπαραβάλει τα νομοθετικά κείμενα της Ένωσης με τις διατάξεις του ελληνικού δικαίου με τις οποίες αυτά κατέστησαν εγχώριο δίκαιο μπορεί να κρίνει αν η ενσωμάτωση αυτή ανταποκρίνεται ή όχι στη βούληση του κοινοτικού νομοθέτη, μία επιταγή την οποία ρητά υιοθετούν οι πάρα πάνω αποφάσεις της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου.


α. Οι Κοινοτικές Οδηγίες που ρυθμίζουν την υποχρεωτική ασφάλιση της αστικής ευθύνης

Η ασφαλιστική προστασία των παθόντων σε τροχαίο ατύχημα όπως και ο κύκλος των προσώπων τα οποία υπάγονται σε αυτή την προστασία, ρυθμίζεται από τον κοινοτικό νομοθέτη με τις ακόλουθες οδηγίες: 1) Με την Οδηγία 72/166/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 24-4-1972, την αποκαλούμενη Πρώτη Οδηγία [12], η οποία ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με το π.δ. 1019/1981. Η διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 αυτής της Οδηγίας ορίζει ότι «….κάθε κράτος μέλος λαμβάνει, υπό την επιφύλαξη εφαρμογής του άρθρου 4 όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε η αστική ευθύνη η σχετική με την κυκλοφορία οχημάτων με συνήθη στάθμευση στο έδαφός του να καλύπτεται από ασφάλιση. Η έκταση της καλυπτόμενης ευθύνης και οι όροι και συνθήκες καλύψεως καθορίζονται με βάση τα μέτρα αυτά.». Η επιφύλαξη του άρθρου 4, για την οποία γίνεται λόγος σε αυτή τη διάταξη, αφορά ορισμένες κατηγορίες φυσικών ή νομικών προσώπων, δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου και έχει υπόψη της κυρίως τα αυτοκίνητα που ανήκουν στο Δημόσιο ή σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου. 2) Με την Οδηγία 85/5/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 30-12-1983, η οποία αναφέρεται ως Δεύτερη Οδηγία [13] και έγινε εσωτερικό δίκαιο με το π.δ. 264/1991. Με το άρθρο 1 παρ. 1 αυτής της Οδηγίας, θεσπίσθηκε ο κανόνας ότι «…. Η ασφάλιση που αναφέρεται στο άρθρο 3 παρ. 1 της Οδηγίας 72/166/ΕΟΚ καλύπτει υποχρεωτικά τις υλικές ζημίες και τις σωματικές βλάβες». Το άρθρο 3 παρ. 1 εξάλλου της ίδιας Οδηγίας προβλέπει ότι: «…..Τα μέλη της οικογένειας του ασφαλισμένου, του οδηγού ή κάθε άλλου προσώπου το οποίο φέρει σε περίπτωση ατυχήματος την αστική ευθύνη η οποία καλύπτεται από την ασφάλιση του άρθρου 1 παρ. 1 δεν μπορούν να αποκλεισθούν, λόγω του δεσμού συγγενείας από το δικαίωμα ασφάλισης για τις σωματικές βλάβες τους…». 3) Η διάταξη του άρθρου 1 της Οδηγίας 90/232/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 14-5-1990, αποκαλούμενης Τρίτης Οδηγίας [14] ορίζει ότι «…η ασφάλιση που προβλέπει το άρθρο 3 παρ. 1 της Οδηγίας 72/166/ΕΟΚ (δηλαδή της Πρώτης Οδηγίας), καλύπτει την ευθύνη για σωματικές βλάβες όλων των επιβατών, πλην του οδηγού που προκύπτουν από την κυκλοφορία ενός οχήματος.

Η Οδηγία αυτή ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με το ΠΔ 314/1993, αλλά μόνο εν μέρει και ειδικώτερα ως προς τα άρθρα 3 και 4 αυτής. Με το άρθρο 6 παρ. 2 αυτής της Οδηγίας χορηγήθηκε στην ελληνική δημοκρατία προθεσμία έως την 31-12-1995, προκειμένου να ενσωματώσει στο εσωτερικό δίκαιο, τόσο το πάρα πάνω άρθρο 1 αυτής όσο και το άρθρο 2, το οποίο αναφέρεται στο ενιαίο ασφάλιστρο και τη διασφάλιση της ασφαλιστικής κάλυψης σε όλο το έδαφος της Κοινότητας.

Οι Οδηγίες αυτές κωδικοποιήθηκαν σε ενιαίο κείμενο με την 2009/103/ΕΚ Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16-9-2009. Οι διατάξεις που αναφέρονται πάρα πάνω μεταφέρθηκαν σχεδόν αυτούσιες χωρίς καμία τροποποίηση του περιεχομένου τους, ενώ μεταβλήθηκε απλά η αρίθμησή τους. Ειδικώτερα η πρώτη διάταξη στη νέα Οδηγία αριθμείται ως άρθρο 3 εδαφ. α΄ και β΄, η δεύτερη ως άρθρο 3 εδαφ. δ΄και ως άρθρο 12 παρ. 2 και η Τρίτη ως άρθρο 12 παρ. 1.

Οι προαναφερόμενες διατάξεις αυτών των Οδηγιών αποτελούν ένα στεγανό πλέγμα ρυθμίσεων που έχουν εσωτερική συνάφεια και αλληλεξάρτηση, αλληλοσυμπληρώνονται και ρυθμίζουν έτσι με ενιαίο τρόπο την κάλυψη της αστικής ευθύνης των παθόντων σε τροχαίο ατύχημα. Στις διατάξεις αυτές οφείλει να ανατρέξει ο εθνικός δικαστής για να κρίνει αν το άρθρο 7 του Ν. 489/1976 εναρμονίζεται με αυτές και εξυπηρετεί το σκοπό τους, όπως δέχονται οι προαναφερόμενες αποφάσεις της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου. Για την αποφυγή οποιασδήποτε παρανόησης πρέπει να τονισθεί ότι οι διατάξεις αυτές των Κοινοτικών Οδηγιών που μνημονεύονται πάρα πάνω αναφέρονται αποκλειστικά στην υποχρεωτική ασφάλιση της αστικής ευθύνης και όχι στην προαιρετική ασφάλιση. Αυτό προκύπτει από το ίδιο το κείμενο της Πρώτης Οδηγίας η οποία στην επικεφαλίδα της αναφέρεται στην «Υποχρέωση προς ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων».


β. Οι κοινοτικές οδηγίες και η νομολογία του ΔΕΕ

β-Ι. Οι κοινοτικές οδηγίες, η φύση και η λειτουργία τους.

Τόσο στη νομική φιλολογία όσο και στη νομολογία έχει γίνει δεκτό ότι από τις διατάξεις του άρθρου 189 παρ 3 και ήδη 249 παρ. 1 και 3 της Ενοποιημένης Απόδοσης της Συνθήκης της ΕΟΚ προκύπτει ότι οι οδηγίες αποτελούν παράγωγο κοινοτικό δίκαιο και δεσμεύουν κάθε κράτος μέλος της Κοινότητας στο οποίο απευθύνονται, καθόσον αφορούν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα (αρχή της αποτελεσματικότητας) [15]. Από τις διατάξεις αυτές απορρέει και η ιδιομορφία της Οδηγίας και η διάκρισή της από τον Κανονισμό. Ενώ λοιπόν ο τελευταίος είναι πράξη που στοχεύει στην ενοποίηση των εθνικών νομοθεσιών και έχει άμεσο δεσμευτικό αποτέλεσμα για τα κράτη μέλη, η Οδηγία αποβλέπει στη σύγκλιση των εθνικών δικαίων των κρατών μελών γύρω από κάποιες βασικές αρχές. Όμως η Οδηγία αποτελεί πράξη ατελή, με την έννοια ότι τα κράτη μέλη πρέπει να εκδώσουν εθνικές νομοθετικές κανονιστικές ή διοικητικές πράξεις, προκειμένου μέσα στην τακτή προθεσμία που ορίζει η ίδια η Οδηγία να γίνει η μεταφορά των διατάξεών της στο εθνικό δίκαιο. Παρά την προαναφερόμενη ιδιομορφία οι διατάξεις της Οδηγίας έχουν για τα κράτη μέλη την ίδια δεσμευτικότητα που έχουν και οι διατάξεις των Κανονισμών και δεν βρίσκονται σε κατώτερη ιεραρχική θέση προς τους τελευταίους [16].

Αντιστάθμισμα στην εξάρτηση της ισχύος της Οδηγίας από τη συμμόρφωση του εθνικού νομοθέτη προς τις διατάξεις αυτής, την ορθή δηλαδή και εμπρόθεσμη μεταφορά της στο εσωτερικό δίκαιο, παρέχει το ΔΕΚ μέσα από τους κανόνες ερμηνείας της τους οποίους αυτό έχει υιοθετήσει με τρόπο πάγιο. Πρέπει κατ’αρχήν να τονιστεί ότι η βασική ερμηνευτική μέθοδος η οποία ακολουθείται για την ανεύρεση του αληθούς νοήματος των διατάξεων των Ενωσιακού δικαίου, επομένως και των Οδηγιών, είναι η τελολογική ερμηνεία η οποία έχει σαν στόχο να αναδείξει το σκοπό (τέλος) της κοινοτικής διάταξης. Εξάλλου το κοινοτικό δίκαιο είναι νομολογιακό δίκαιο και η νομολογία των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης είναι εκείνη η οποία σε μεγάλο βαθμό δημιουργεί και το δίκαιο της Ένωσης. Έτσι έχει γραφτεί χαρακτηριστικά ότι η νομολογία αποτελεί πηγή του κοινοτικού δικαίου και έχει κανονιστικό χαρακτήρα. Μάλιστα τέτοιους κανόνες κοινοτικού δικαίου θέτει όχι μόνο ο ενωσιακός νομοθέτης, αλλά και ο ενωσιακός δικαστής, διότι στην Ευρωπαϊκή Ένωση υπάρχει αναπότρεπτη ανάγκη δικαιοπαραγωγής [17].


β-2. Η ερμηνεία των κοινοτικών Οδηγιών που ρυθμίζουν την υποχρεωτική ασφάλιση της αστικής ευθύνης από το ΔΕΕ

Το ΔΕΕ έχει ασχοληθεί επανειλημμένα με την ερμηνεία των διατάξεων των πάρα πάνω οδηγιών, πριν από την κωδικοποίησή τους με την τελευταία Κοινοτική Οδηγία, μετά από σχετικά προδικαστικά ερωτήματα των Εθνικών Δικαστηρίων. Οι νομολογιακοί κανόνες τους οποίους θέσπισε το Δικαστήριο αυτό και τους οποίους οφείλουν να ακολουθούν τα Εθνικά Δικαστήρια όλων των κρατών μελών της Ένωσης [18], είναι οι ακόλουθοι: 1) Ότι ο καθορισμός του περιεχομένου, της έκτασης και των προϋποθέσεων της αποζημίωσης, εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών. Όμως η ασφαλιστική κάλυψη αυτής της ευθύνης που προβλέπεται από τα επί μέρους εθνικά δίκαια κατά τρόπο αυτόνομο δεν ανήκει στη δικαιοδοσία του εθνικού, αλλά μόνο του κοινοτικού νομοθέτη. Επομένως η ασφαλιστική αυτή κάλυψη, η οποία εκφεύγει των αρμοδιοτήτων του νομοθέτη του κράτους μέλους, πρέπει να είναι σύμφωνη προς την κοινοτική ρύθμιση της Ένωσης και τους αντίστοιχους κοινοτικούς κανόνες, δηλαδή και τις σχετικές Κοινοτικές Οδηγίες, τους οποίους κανόνες οφείλει να ενσωματώνει πλήρως ο εθνικός νομοθέτης στο εσωτερικό δίκαιο της χώρας του. (Υπόθεση Farell C-356/05 της 19-4-2007, σκέψεις 32 και 33, υπόθεση Gandolin 537/03 της 30-6-2005, σκέψη 24, υπόθεση Ferreira C-348/98 της 14-9-2000, σκέψεις 27,28 και 29, υπόθεση Santos C-484/09 της 17-3-2011 σκέψη 34, υπόθεση Lavrador C-409/2009, σκέψη 25). 2) Ότι οι Κοινοτικές Οδηγίες που αναφέρονται πάρα πάνω και προβλέπουν την υποχρεωτική ασφάλιση της αστικής ευθύνης στα αυτοκινητικά ατυχήματα έχουν σαν σκοπό να εγγυηθούν την παρόμοια μεταχείριση του παθόντος, ανεξάρτητα από τον τόπο που συνέβη το ατύχημα στο εσωτερικό της κοινότητας (υπόθεση Bernaldez C- 129/94 της 28-3-1996, σκέψη 13, η οποία επικαλείται είδικά την 4η αιτιολογική σκέψη της Τρίτης Οδηγίας για να στηρίξει αυτή την άποψή της, υπόθεση Gandolin οπ.παρ. σκέψεις 17 και 27, υπόθεση Evans C- 63/2001 της 4-12-2003 σκέψη 35 εν τέλει). Η τέταρτη αιτιολογική σκέψη της Τρίτης Οδηγίας που αναφέρεται πάρα πάνω και η οποία επαναλαμβάνεται ως 20η αιτιολογική σκέψη της Κωδικοποιημένης Οδηγίας (Οδηγία 2009/103/ΕΚ) ορίζει ότι : «Θα πρέπει να διασφαλιστεί παρόμοια μεταχείριση των θυμάτων τροχαίων ατυχημάτων άσχετα με το πού λαμβάνει χώρα το ατύχημα στο εσωτερικό της Κοινότητας». 3) Ότι οι εθνικοί κανόνες που περιορίζουν το δικαίωμα των παθόντων σε τροχαίο ατύχημα να αποζημιωθούν σύμφωνα με τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου οι οποίοι προβλέπουν την υποχρεωτική ασφάλιση της αστικής ευθύνης από αυτοκινητικά ατυχήματα, έρχονται σε άμεση αντίθεση με το δίκαιο της Ένωσης, αφού στερούν τις σχετικές οδηγίες από την πρακτική τους αποτελεσματικότητα (υπόθεση Gandolin, σκέψεις 27 και 28). 4) Ότι ο ενωσιακός νομοθέτης με το άρθρο 3 παρ. 1 της Πρώτης Οδηγίας, 2 παρ. 1 της Δεύτερης και 1 της Τρίτης Οδηγίας επιτάσσει ότι η υποχρεωτική ασφάλιση της ευθύνης από αυτοκινητικά ατυχήματα πρέπει να παρέχει σε όλους τους επιβάτες τη δυνατότητα να αποζημιωθούν για τη ζημία που αυτοί υπέστησαν (υπόθεση Gandolin σκέψη 27). 5) Ότι όταν το άρθρο 1 της Τρίτης Οδηγίας προβλέπει την εξαίρεση από την ασφαλιστική προστασία μόνο του οδηγού, αυτό σημαίνει ότι αντιδιαστέλλει όλους τους άλλους επιβάτες από τον οδηγό του οχήματος και τους συμπεριλαμβάνει στην ασφαλιστική προστασία. Επομένως επιβάλλεται να εξομοιωθεί η νομική κατάσταση του κυρίου του αυτοκινήτου, ο οποίος δεν είναι οδηγός του, με τη νομική κατάσταση οποιουδήποτε άλλου επιβάτη ο οποίος υπέστη ζημίες από σωματική βλάβη σε τροχαίο ατύχημα (υπόθεση Gandolin σκέψη 33). Στην υπόθεση αυτή το δικαστήριο ασχολήθηκε μόνο με τον κύριο του αυτοκινήτου, διότι τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης αφορούσαν τις ζημίες που αυτός υπέστη κατά το ατύχημα. Όμως οι πάρα πάνω σκέψεις του ΔΕΚ είναι αυτονόητο ότι επεκτείνονται και ισχύουν τόσο για τον κάτοχο και τον ασφαλισμένο όπως και για τα υπόλοιπα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 7 του Ν. 489/1976 για την ταυτότητα του νομικού λόγου. 6) Ότι μια εθνική ρύθμιση δεν μπορεί να συρρικνώσει την έννοια του «επιβάτη» και να στερήσει έτσι από την ασφαλιστική κάλυψη τα πρόσωπα που δικαιούνται, σύμφωνα με τις πάρα πάνω οδηγίες, αποζημίωση για βλάβες οι οποίες έχουν ως γενεσιουργό αιτία το αυτοκινητικό ατύχημα (υπόθεση Farell, σκέψη 30). Και αυτό διότι η εθνική νομοθεσία δεν επιτρέπεται να προβλέπει εξαιρέσεις από την ασφαλιστική προστασία μιας κατηγορίας προσώπων, εκτός από εκείνες τις εξαιρέσεις που ορίζει ρητά η κοινοτική νομοθεσία. Οι εξαιρέσεις αυτές είναι μόνο εκείνες που προβλέπονται στα άρθρα 1 παρ. 4 εδαφ. γ΄και 2 παρ. 1 της Δεύτερης Οδηγίας (άρθρο 10 παρ. 2 εδαφ. β΄και άρθ. 13 παρ. 1 της Κωδικοποιημένης Οδηγίας, αντίστοιχα). Οι εξαιρέσεις αυτές αφορούν τις ακόλουθες περιπτώσεις: α) Τη δυνατότητα του εθνικού νομοθέτη να αποκλείσει την υποχρέωση αποζημίωσης από τον Οργανισμό Αποζημίωσης (Επικουρικό Κεφάλαιο) των προσώπων τα οποία επιβιβάστηκαν με τη θέλησή τους στο όχημα που προκάλεσε τη ζημία, εφόσον ο οργανισμός μπορεί να αποδείξει ότι το όχημα δεν ήταν ασφαλισμένο και β) τις ρήτρες αποκλεισμού από την ασφάλιση που περιέχονται στο νόμο ή στα ασφαλιστήρια συμβόλαια (όταν π.χ. ο οδηγός δεν διαθέτει τη νόμιμη άδεια οδήγησης ή όταν ο όχημα δεν έχει τις τεχνικές προδιαγραφές ασφάλειας που προβλέπει η εθνική νομοθεσία). Μάλιστα στην περίπτωση αυτή η κοινοτική οδηγία προβλέπει ότι οι ρήτρες αυτές των ασφαλιστηρίων συμβολαίων είναι ανίσχυρες έναντι των τρίτων παθόντων σε τροχαίο ατύχημα.


V. Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 7 ΤΟΥ Ν. 489/1976 ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΙΣ ΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠ

Η ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 7 του Ν. 489/1976 σύμφωνα με τις ερμηνευτικές αρχές που καθιέρωσαν οι προαναφερόμενες αποφάσεις της Ολομέλειας του ΑΠ, οδηγεί στα ακόλουθα βέβαια συμπεράσματα: 1) Αφού ο έλληνας νομοθέτης δεν εξέδωσε τα μέτρα μεταφοράς του άρθρου 1 της Τρίτης Κοινοτικής Οδηγίας, με το οποίο προβλέπεται ότι η υποχρεωτική κάλυψη της αστικής ευθύνης περιλαμβάνει όλους τους επιβάτες εκτός από τον υπαίτιο οδηγό και για την οποία μεταφορά είχε ορισθεί προθεσμία συμμόρφωσης έως την 31-12-1995, το ελληνικό κράτος δεν έχει δικαίωμα να αντιτάξει κατά του νομικού ή φυσικού προσώπου την παράλειψη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία (Ολομ ΑΠ 10/2013). Επομένως ο έλληνας δικαστής ενώπιον του οποίου τίθεται ζήτημα εφαρμογής του άρθρου 7 του πάρα πάνω νόμου οφείλει να ερμηνεύσει αυτή τη διάταξη σύμφωνα με την Κοινοτική Οδηγία, ώστε να εξασφαλισθεί η πρακτική αποτελεσματικότητά της στον χώρο του εσωτερικού δικαίου. Κατά συνέπεια θα πρέπει να συμπεριλάβει στο πλάτος της εννοίας αυτής της διάταξης όλους τους επιβάτες του ζημιογόνου αυτοκινήτου, ανεξάρτητα από τις ιδιότητες και σχέσεις που τους συνδέουν με το αυτοκίνητο ή με τον ασφαλιστή, εκτός από τον υπαίτιο οδηγό, όπως ρητά προβλέπει το άρθρο 1 της Τρίτης Οδηγίας, το οποίο και δεν ενσωμάτωσε ο έλληνας νομοθέτης στο εσωτερικό δίκαιο (υπόθεση Gandolin οπ.παρ, σκέψεις 27 και 33). Η ερμηνευτική αυτή οδός είναι απόρροια, όπως προαναφέρθηκε, του γεγονότος ότι αφενός μεν η ρύθμιση της ασφαλιστικής κάλυψης της αστικής ευθύνης έχει εξαιρεθεί από την εξουσία του εθνικού νομοθέτη και ανήκει αποκλειστικά στη δικαιοδοσία του κοινοτικού νομοθέτη αφετέρου δε της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου έναντι του εθνικού. Οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία του άρθρου 7 αυτού του νόμου αποτελεί ανεπίτρεπτη παρεμβολή και παρερμηνεία των διατάξεων της κοινοτικής οδηγίας και κατά συνέπεια και παραβίαση του κοινοτικού δικαίου (ΟλομΑΠ 11/2013). Η συρρίκνωση εξάλλου της έννοιας του «επιβάτη», όπως συμβαίνει με το άρθρο 7 του πάρα πάνω νόμου, στερεί από την ασφαλιστική κάλυψη πρόσωπα που δικαιούνται αποζημίωσης σύμφωνα με την κοινοτική οδηγία, όπως δέχθηκε και το ΔΕΕ κατά την ερμηνεία αυτής της Οδηγίας (υπόθεση Farell οπ.παρ. σκέψη 30).

2) Αφού η ασφαλιστική επιχείρηση, η οποία έχει ασφαλίσει το ζημιογόνο αυτοκίνητο, αρχίζει τη λειτουργία της με σχετική ατομική διοικητική πράξη που εκδίδεται από δημόσια αρχή (Τράπεζα της Ελλάδος), παρέχει υπηρεσίες δημόσιου συμφέροντος και υπόκειται στη χρηματοοικονομική εποπτεία αυτής της αρχής ως προς το σύνολο των δραστηριοτήτων της, αυτή εξομοιώνεται με το κράτος, κατά την πάρα πάνω έννοια [19]. Δηλαδή και η ασφαλιστική επιχείρηση, όπως και το κράτος, δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του φυσικού ή νομικού προσώπου την παράλειψη συμμορφώσεως του εθνικού νομοθέτη προς την Οδηγία. Το κάθετο αυτό αποτέλεσμα της Οδηγίας έναντι της ασφαλιστικής επιχείρησης δέχεται ρητά η υπ’αριθ. 10/2013 πάρα πάνω απόφαση της Ολομέλειας, εναρμονιζόμενη με τη σχετική νομολογία του ΔΕΕ [20]. Επομένως ο έλληνας δικαστής οφείλει να μην εφαρμόσει το εσωτερικό δίκαιο, αλλά τις διατάξεις της κοινοτικής οδηγίας οι οποίες δεν έχουν μεταφερθεί στο εγχώριο δίκαιο και οι οποίες στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι σαφείς και ορισμένες χωρίς αιρέσεις και περιθώρια επιλογής.

3) Όταν το δικαστήριο καλείται να κρίνει σε εκκρεμή ενώπιόν του υπόθεση ζήτημα ερμηνείας κοινοτικών οδηγιών έχει τη δυνατότητα και την υποχρέωση, αν πρόκειται για δικαστήριο του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα κατά το εσωτερικό δίκαιο του κράτους μέλους, να παραπέμψει το σχετικό ζήτημα με προδικαστική απόφασή του στο δικαστήριο της Ένωσης για να αποφανθεί ως προς το ερμηνευτικό αυτό ζήτημα (ΟλομΑΠ 16/2013).

Στις περιπτώσεις που έκριναν οι δύο πάρα πάνω αποφάσεις του Δ΄Τμήματος υπήρχε αναμφισβήτητα ζήτημα ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου, αφού ο έλληνας νομοθέτης παρέλειψε να ενσωματώσει μέσα στη νόμιμη προθεσμία, δηλαδή ως την 31-12-1995, στο εσωτερικό δίκαιο την κρίσιμη διάταξη του άρθρου 1 της Τρίτης κοινοτικής οδηγίας, με την οποία επεκτάθηκε η ασφαλιστική κάλυψη σε όλους τους επιβάτες εκτός από τον οδηγό. Έτσι υπήρχε, και εξακολουθεί να υπάρχει, αναντιστοιχία μεταξύ του εσωτερικού δικαίου (άρθρο 7 του Ν. 489/1976) και του άρθρου 1 της Τρίτης κοινοτικής οδηγίας και το ζήτημα αυτό σύμφωνα με την πάρα πάνω απόφαση της Ολομέλειας του ΑΠ, έπρεπε να επιλυθεί με απόφαση του ΔΕΕ μετά από προδικαστικό ερώτημα που όφειλε να θέσει το Δ΄Τμήμα του εν λόγω δικαστηρίου. Την ύπαρξη του σχετικού ερμηνευτικού προβλήματος ως προς το άρθρο 7 του πάρα πάνω νόμου έχει πληροφορηθεί ο νομικός κόσμος της χώρας μας από σχετικές δημοσιεύσεις που έχουν γίνει σε νομικά περιοδικά, αλλά και από τις προαναφερόμενες αποφάσεις του ΔΕΕ οι οποίες έχουν ασχοληθεί με το ζήτημα αυτό.


VI. Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 7 ΤΟΥ Ν. 489/1976 ΑΠΟ ΤΟ Δ΄ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΤΟΥ ΑΠ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΗΣ


Οι θέσεις που υιοθετούνται από τις πάρα πάνω αποφάσεις του Δ΄Πολιτικού Τμήματος ως προς την ερμηνεία του άρθρου 7 του ν. 489/1976, το οποίο ενσωματώνει κοινοτική οδηγία, έχουν κατά την άποψή μας τις ακόλουθες σοβαρές συνέπειες:
1) Θέτουν σε αμφισβήτηση το ρόλο της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου της χώρας μας, ως του υψηλότερα ιστάμενου οργάνου το οποίο μεριμνά για την επίτευξη της ομοιομορφίας στην ερμηνεία του δικαίου, επομένως και του ενωσιακού δικαίου. Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει από την αντιπαραβολή των τριών πάρα πάνω αποφάσεων της Ολομέλειας και των βασικών ερμηνευτικών αρχών του ενωσιακού δικαίου που αυτές καθιέρωσαν με τη συλλογιστική που ακολουθούν οι αποφάσεις του Δ΄Τμήματος. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι τελευταίες περιορίζουν την ερμηνευτική τους προσέγγιση στα πλαίσια του εσωτερικού δικαίου, χωρίς να ανατρέξουν στις αντίστοιχες διατάξεις του ενωσιακού δικαίου, ενσωμάτωση των οποίων στο εγχώριο δίκαιο αποτελεί η διάταξη του άρθρου 7 αυτού του νόμου. Αξίζει να τονισθεί ότι η πρώτη από τις πάρα πάνω αποφάσεις (1144/2014) στηρίζει την κρίση της στην ακόλουθη σκέψη: «….Εξάλλου δεν συνάδει με τον σκοπό για τον οποίο θεσπίσθηκε ο πάρα πάνω νόμος να συμπεριλαμβάνεται στην ασφαλιστική περίπτωση για την οποία καταρτίσθηκε η ασφάλιση της αστικής ευθύνης για ατυχήματα που προκαλούνται από αυτοκίνητα και η κάλυψη της αστικής ευθύνης του ενός ασφαλισμένου έναντι του άλλου….». Η δεύτερη από τις αποφάσεις αυτές εξάλλου (583/2014) δέχεται ότι «….ο Ν. 489/1976 ρυθμίζει την έναντι τρίτων υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης από αυτοκίνητο, αποβλέπει δηλαδή στην προστασία τρίτων προσώπων και όχι του ίδιου του κυρίου του αυτοκινήτου και ασφαλισμένου…». Και οι δύο αυτές σκέψεις των πάρα πάνω αποφάσεων έρχονται σε ευθεία αντίθεση προς το άρθρο 1 της Τρίτης κοινοτικής οδηγίας, όπως αυτή αυθεντικά ερμηνεύθηκε από το ΔΕΕ. Σύμφωνα με αυτή την ερμηνεία, ο σκοπός των εν λόγω διατάξεων είναι, όπως προαναφέρθηκε, να εξασφαλίσουν ότι η υποχρεωτική ασφάλιση της ευθύνης από αυτοκινητικά ατυχήματα πρέπει να παρέχει σε όλους τους επιβάτες που είναι θύματα ατυχήματος τη δυνατότητα να αποζημιωθούν για τη ζημιά που υπέστησαν. Για την αποζημίωση αυτή από τον ασφαλιστή δεν έχει σημασία ότι ο σχετικός επιβάτης είναι ο κύριος του αυτοκινήτου του οποίου ο οδηγός προκάλεσε το ατύχημα, αφού η σχετική διάταξη κάνει διάκριση μόνο μεταξύ του οδηγού, τον οποίο εξαιρεί από την υποχρεωτική ασφάλιση και όλων των λοιπών επιβατών, τους οποίους περιλαμβάνει σε αυτήν.

2) Η διάσπαση αυτή της ομοιομορφίας στην εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου, η οποία επέρχεται με τις θέσεις που υιοθετεί το Δ΄Τμήμα, έχει σαν άμεση συνέπεια και τη σοβαρή διακινδύνευση, αν όχι την ουσιαστική αναίρεση, της αρχής της ισότητας μεταξύ των πολιτών, δηλαδή της πρώτης αρχής του κράτους δικαίου σύμφωνα με την πάρα πάνω διατύπωση του καθηγητή Κ.Κεραμέως. Η επαπειλούμενη αυτή διακινδύνευση της αρχής της ισότητας εμφανίζεται διογκωμένη όταν ο δικαστής καλείται να εφαρμόσει διατάξεις του ενωσιακού δικαίου. Και αυτό διότι τα υπόλοιπα κράτη μέλη της ΕΕ έχουν ήδη ενσωματώσει στο εσωτερικό τους δίκαιο τη διάταξη της παραγράφου 1 της Τρίτης Οδηγίας, με συνέπεια να καλύπτονται σε αυτές τις χώρες από την υποχρεωτική ασφάλιση της αστικής ευθύνης όλοι οι επιβάτες, εκτός από τον οδηγό του ζημιογόνου αυτοκινήτου. Μάλιστα η σχετική διάταξη του γερμανικού ασφαλιστικού νόμου περιλαμβάνει στην κάλυψη αυτή και το υπαίτιο οδηγό [21]. Η άνιση αυτή μεταχείριση των πολιτών την οποία συνεπάγεται η ερμηνευτική άποψη του Δ Τμήματος, καταφαίνεται στο ακόλουθο παράδειγμα: Αν συμβεί τροχαίο ατύχημα στη Γερμανία κατά το οποίο τραυματίζεται ο επιβαίνων σε ελληνικό αυτοκίνητο και ο οποίος έχει την ιδιότητα του κυρίου, κατόχου ή ασφαλισμένου κλπ. τότε αυτός θα αποζημιωθεί πλήρως για τις ζημιές που υπέστη από τη σωματική του βλάβη. Και αυτό διότι το εφαρμοστέο δίκαιο σύμφωνα με τον κανονισμό 864/2007 (Ρώμη ΙΙ) είναι κατ’αρχήν το δίκαιο του τόπου στο οποίο επέρχεται η άμεση ζημία (lex loci damni). Αν το ατύχημα αυτό συμβεί στην Ελλάδα και ο επιβάτης που τραυματίσθηκε έχει κάποια από τις πάρα πάνω ιδιότητες δεν θα λάβει καμία αποζημίωση, λόγω της εφαρμογής του άρθρου 7 του Ν. 489/1976 όπως αυτό ερμηνεύεται από τις πάρα πάνω αποφάσεις του Δ Τμήματος [22]. Πρέπει να τονισθεί ότι τόσο ο ενωσιακός νομοθέτης όσο και το ΔΕΕ ανάγουν σε θεμελιώδη αρχή της ενωσιακής έννομης τάξης την ίση μεταχείριση των παθόντων ανεξάρτητα από τον τόπο που συνέβη το ατύχημα στο εσωτερικό της Κοινότητας, όπως αναφέρεται πάρα πάνω στην παράγραφο IV β 2.

3) Η παράλειψη του Δ΄Τμήματος να προκαλέσει με προδικαστική του απόφαση αντίστοιχη απόφαση του ΔΕΕ, προκειμένου να επιτευχθεί αυθεντική ερμηνεία του άρθρου 7 από το δικαιοδοτικό αυτό όργανο της Ένωσης, δεν διευκολύνει την ομοιόμορφη εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου στα κράτη μέλη της Ένωσης. Έτσι και για τον πρόσθετο αυτό λόγο απειλείται άμεσα η αρχή της ίσης μεταχείρισης των πολιτών της Ένωσης, αφού οι ίδιες διατάξεις εφαρμόζονται διαφορετικά στα κράτη μέλη αυτής, όπως δέχεται και η υπ’αριθ. 16/2013 απόφαση της Ολομέλειας του ΑΠ.

4) Δεδομένου ότι ως προς την ερμηνεία του άρθρου 1 της Τρίτης Οδηγίας υπάρχει πάγια νομολογία του ΔΕΕ, όπως αναφέρεται πάρα πάνω (παρ. IV β2), θεμελιώνεται κατά το δικαστήριο αυτό δικαίωμα αποζημίωσης του παθόντος κατά του ελληνικού Δημοσίου (απόφαση ΔΕΚ C- 224/01, υπόθεση Kobler κατά Αυστρίας). Σύμφωνα με την απόφαση αυτή δημιουργείται αστική ευθύνη του κράτους μέλους για παραβάσεις του ενωσιακού δικαίου και όταν οι παραβάσεις αυτές γίνονται από δικαστικές αποφάσεις των ανωτάτων δικαστηρίων [23]. Το δυσμενές αποτέλεσμα είναι ότι αν ευσταθήσει η σχετική αγωγή κατά του ελληνικού Δημοσίου, μετακυλύεται η ασφαλιστική υποχρέωση από τον κατά νόμο υπόχρεο που είναι ο ασφαλιστής στο ελληνικό Δημόσιο και κατά συνέπεια στο κοινωνικό σύνολο.


________________________________________


* η ανωτέρω μελέτη δημοσιεύθηκε στην "Επιθεώρηση Συγκοινωνιακού Δικαίου", τεύχος 3ο Απρίλιος 2015

ΠΟΛ.1175/7.8.2015 Κοινοποίηση της υπ. αριθμ. 341/2014 Γνωμοδότησης του Ν.Σ.Κ αναφορικά με τις συνέπειες της χορήγησης αναστολής εκτέλεσης της κατάσχεσης απαιτήσεων εις χείρας τρίτου

 


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ

ΓΕΝΙΚΗ Δ/ΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ

ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΕΙΣΠΡΑΞΕΩΝ

ΤΜΗΜΑ Β' Ταχ. Δ/νση :

Πανεπιστημίου 20 Ταχ. Κωδ.: 106 72

Αθήνα Πληροφορίες: Χ. Δερματά

Τηλέφωνο : 210 3635044 FΑΧ210 3635077

ΠΟΛ.1175/7.8.2015

 

Σας κοινοποιούμε για ενημέρωση και εφαρμογή εφόσον συντρέχει περίπτωση την 341/2014 Γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Α’ Τακτική Ολομέλεια) αναφορικά με το παραπάνω θέμα, η οποία έγινε αποδεκτή από τη Γενική Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων. Με τη Γνωμοδότηση αυτή έγιναν δεκτά κατά πλειοψηφία τα ακόλουθα:

Με την επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου στον τρίτο επέρχονται οι έννομες συνέπειες της κατάσχεσης εις χείρας τρίτου, όπως αυτές αναφέρονται στη διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 30 του ν.δ. 356/1974 (ΚΕΔΕ). Συγκεκριμένα, με τη συντέλεση της ανωτέρω επίδοσης απαγορεύεται η καταβολή του κατασχεμένου αντικειμένου από τον τρίτο στο δικό του δανειστή και καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη του Δημοσίου. Επιπλέον, επέρχεται αναγκαστική και αυτοδίκαιη εκχώρηση της κατασχεθείσας απαιτήσεως από τον μέχρι τότε δικαιούχο της καθ’ ου η εκτέλεση στον κατασχόντα δανειστή (Δημόσιο), υπό την αναβλητική αίρεση της καταφατικής δήλωσης του τρίτου είτε της δικαστικής παραδοχής της ανακοπής του άρθρου 34 του ΚΕΔΕ (επί αρνητικής δήλωσης που ανακόπηκε) είτε της μη εμπρόθεσμης υποβολής δήλωσης κατά το άρθρο 33 του ΚΕΔΕ. Η εκχώρηση αυτή δεν επιφέρει, πριν την είσπραξη της εκχωρηθείσας απαίτησης, την ικανοποίηση της απαίτησης του κατασχόντος Δημοσίου κατά του καθ’ ου η κατάσχεση και με την έννοια αυτή η ενοχή του τρίτου είναι πρόσθετη.

Στην περίπτωση που αντικείμενο της κατάσχεσης εις χείρας τρίτου αποτελεί χρηματική απαίτηση μέλλουσα που τελεί υπό αίρεση, όρο ή προθεσμία (κατάσχεση η οποία είναι δυνατή εφόσον κατά το χρόνο επιβολής της υφίσταται η έννομη σχέση από την οποία θα προκύψει ενδεχομένως ορισμένη χρηματική απαίτηση), με την επιβολή της κατάσχεσης δεσμεύεται το δικαίωμα του καθ’ ου η κατάσχεση για τη μελλοντική του απαίτηση και το κατασχόν Δημόσιο υπεισέρχεται απλώς στη θέση του τελευταίου, την πλήρη απαίτηση όμως την αποκτά από τη γένεσή της, οπότε και ο οφειλέτης – τρίτος είναι υποχρεωμένος να καταβάλει στο κατασχόν Δημόσιο.

Επίσης, όπως προκύπτει από την παράγραφο 3 του άρθρου 984 του Κ.Πολ.Δ, η οποία σύμφωνα με το άρθρο 89 του ΚΕΔΕ εφαρμόζεται και στη διοικητική εκτέλεση, αφότου του κοινοποιηθεί το κατασχετήριο έγγραφο, ο τρίτος γίνεται μεσεγγυούχος του κατασχεμένου, υπέχοντας κατά το άρθρο 956 παρ.4 Κ.Πολ.Δ υποχρέωση διαφύλαξης αυτού. Δημόσια παρακατάθεση του κατασχεμένου προβλέπεται εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 984 παρ.4 Κ.Πολ.Δ.

Στην περίπτωση που χορηγηθεί, είτε με δικαστική απόφαση είτε με προσωρινή διαταγή, στο πλαίσιο προσβολής της κατάσχεσης με ανακοπή, αναστολή εκτέλεσης της αναγκαστικής κατάσχεσης εις χείρας τρίτου απαιτήσεων, γεγεννημένων πριν ή και μετά τη χορηγηθείσα αναστολή, η μεν επιβληθείσα κατάσχεση δεν θίγεται και δεν ανατρέπονται οι έννομες συνέπειες που επέρχονται με την κοινοποίηση του κατασχετηρίου εγγράφου στον τρίτο, πλην όμως, αφ’ ης η αναστολή γνωστοποιήθηκε στο Δημόσιο και στον τρίτο, κάθε περαιτέρω υλική ή νομική πράξη αυτών άγουσα σε ικανοποίηση της απαίτησης του Δημοσίου ή του καθ’ ού η κατάσχεση καθίσταται απαγορευμένη.

Επομένως, ανεξάρτητα από την αιτιολογία για την οποία χορηγήθηκε η αναστολή, ο τρίτος δεν επιτρέπεται να καταβάλει στον καθ’ ου η κατάσχεση, λόγω της διατηρούμενης νομικής δέσμευσης του κατασχεθέντος αλλά και της ιδιότητάς του ως εκ του νόμου μεσεγγυούχου, έως ότου η επιβληθείσα με την κατάσχεση εκτελεστική διαδικασία ακυρωθεί με δικαστική απόφαση, κατόπιν της ασκηθείσας ανακοπής είτε του τρίτου είτε του καθ’ ού η εκτέλεση, συγχρόνως όμως, λόγω της αναστολής, δεν δύναται να καταβάλει ή να εξαναγκαστεί να καταβάλει τα κατασχεθέντα στο Δημόσιο. Σε περίπτωση που, παρά την ανωτέρω απαγόρευση, ο τρίτος προβεί στην απόδοση των κατασχεθέντων προς τον καθ’ ου η κατάσχεση, η διάθεση αυτή είναι άκυρη έναντι του Δημοσίου και το Δημόσιο μετά την παύση ισχύος της αναστολής (λόγω απορρίψεως της ανακοπής ή παραιτήσεως από αυτή), δύναται να προβεί σε επίσπευση περαιτέρω πράξεων εκτέλεσης τόσο κατά του οφειλέτη του όσο και κατά του τρίτου για την είσπραξη της απαίτησής του για την οποία έχει επιβάλει την κατάσχεση.

Η αρμόδια υπηρεσία του Ν.Σ.Κ., στο οποίο κοινοποιείται το παρόν, παρακαλείται να προβεί στις νόμιμες ενέργειες για την ανάρτηση της ως άνω υπ’ αριθ. 341/2014 γνωμοδότησης της Α’ Τακτικής Ολομέλειας του Ν.Σ.Κ στο «ΔΙΑΥΓΕΙΑ».

 

Ακριβές Αντίγραφο   

O Προϊστάμενος του Αυτοτελούς Τμήματος Διοίκησης

Η ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΗ ΤΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗΣ

ΕΥΑΝΘΙΑ ΧΑΤΖΗΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ

             Πηγή: http://www.taxheaven.gr 

Δείτε περισσότερα http://www.taxheaven.gr/laws/circular/view/id/21533

© Taxheaven

 

Subscribe to this RSS feed