Μελέτες - Γνωμοδοτήσεις

"Προσωπικά Δεδομένα και πιστοληπτική ικανότητα

* Επ. Καθηγητής Αριστείδης Π. Χιωτέλλης, Χρηματοπιστωτικό Δίκαιο- τεύχος 03 (Σεπτέμβριος-Οκτώβριος-Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2010), Νομική Βιβλιοθήκη

"Κατεβάστε" το σχετικό αρχείο.

Συμμετοχή των αλλοδαπών στις δημοτικές εκλογές

 

* Η απόφαση-σταθμός 350/2011 του Δ’ Τμήματος ΣτΕ και η επικείμενη την 3η Ιουνίου 2011 ενώπιον της Ολομελείας συζήτηση

για τη συμμετοχή των αλλοδαπών στις δημοτικές εκλογές

Της Παναγιώτας Α. Μιχελή,

Δικηγόρου - Υποψήφιας Δρ. Νομικής Αθηνών

 

Μεσούσης της πρωτόγνωρης οικονομικής ύφεσης που ταλανίζει τη χώρα (που κατά δήλωση του επίτιμου Αντιπροέδρου της Ευρωπαϊκής Τραπέζης Επενδύσεων κ. Παναγιώτη Γεννηματά, είναι ένας πόλεμος που φαίνεται πως έχουμε χάσει), και των συνεχιζόμενων μαζικών συγκεντρώσεων των Ελλήνων ‘’Indignados’’ αμφισβητιών του κατεστημένου πολιτικού συστήματος, τη νομική επικαιρότητα μονοπωλεί η επικείμενη συζήτηση ενώπιον της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας του ζητήματος της μαζικής απόδοσης ιθαγένειας & συμμετοχής αλλοδαπών στις δημοτικές εκλογές. Το ανωτέρω νομικό ζήτημα εισήχθη στην Ολομέλεια του ακυρωτικό δικαστηρίου της χώρας και ακρογωνιαίου λίθου του συστήματος δικαστικού ελέγχου με την απόφαση 350/2011 του Δ΄ Τμήματος (υπό επταμελή σύνθεση) του ιδίου Δικαστηρίου. Στο Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο έχει προσφύγει εκλογέας, Έλληνας πολίτης που ζητάει να ακυρωθεί ως αντισυνταγματική η από 30.4.2010 απόφαση του υπουργού Εσωτερικών που καθορίζει τα δικαιολογητικά που πρέπει να προσκομίζονται κατά την αίτηση εγγραφής στο δημοτολόγιο, όπως και η από 7.5.2010 εγκύκλιος του ίδιου υπουργού που δίνει το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι (μόνο για τις θέσεις δημοτικών συμβούλων, συμβούλων δημοτικών διαμερισμάτων και τοπικών συμβούλων) στους ομογενείς και στους νομίμως διαμένοντες στην Ελλάδα υπηκόους τρίτων χωρών για την ανάδειξη τους στην πρωτοβάθμια τοπική αυτοδιοίκηση.

Ειδικότερα, η παραπάνω παραπεμπτική απόφαση έκανε δεκτή την αίτηση με συντριπτική πλειοψηφία 6 προς 1 ως προς  την ακύρωση αυτόματης ιθαγένειας και με ομοφωνία 7 προς 0  ως προς την ακύρωση του δικαιώματος του εκλέγειν και εκλέγεσθαι αλλοδαπών στις δημοτικές εκλογές.

Ειδικότερα κρίθηκε ότι ο Ν. 3838/2010 «Σύγχρονες Διατάξεις για την Ελληνική Ιθαγένεια & την πολιτική συμμετοχή ομογενών & νομίμως διαμενόντων μεταναστών & άλλες ρυθμίσεις» με την υιοθέτηση για πρώτη φορά από συστάσεως του ελληνικού κράτους της αυτόματης απόδοσης ιθαγένειας με πενταετή νόμιμη παραμονή των αλλοδαπών γονέων ή φοίτησης αλλοδαπών επί έξι τάξεις σε ελληνικό σχολείο και το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι σε αλλοδαπούς τρίτων χωρών είναι ο πλέον αντισυνταγματικός νόμος, που ψηφίστηκε ποτέ, καθώς αντιβαίνει σε 9 άρθρα του Συντάγματος:

Παραβιάζει την ίδια τη μορφή του δημοκρατικού πολιτεύματος, που είναι μη αναθεωρητέα, διότι αντίκειται στο άρθρο 1 παρ.2 (Λαϊκή κυριαρχία) & 3 (Εξουσίες υπέρ του Λαού & του Έθνους)

Παραβιάζει τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα των Ελλήνων πολιτών, διότι αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 3 (Καταστρατήγηση των προσόντων του Έλληνα πολίτη) 16 παρ. 2 (Ελληνική παιδεία) 21 παρ. 1 (Προαγωγή του Έθνους) & 25 παρ. 4 (Εθνική αλληλεγγύη)

Παραβιάζει την ανάδειξη των εκπροσώπων του Ελληνικού λαού, διότι αντίκειται στα άρθρα 51 παρ. 2 (Αντιπροσώπευση του Έθνους) & 52 (Ανόθευτη εκδήλωση της λαϊκής θέλησης, ως έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας)

Παραβιάζει τη διοίκηση των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) διότι αντίκειται στο άρθρο 102 παρ. 2 (Εκλογή αρχών Ο.Τ.Α.)

Παραβιάζει τέλος και  τις ειδικές διατάξεις του Συντάγματος, διότι αντίκειται στο άρθρο 108 (Μέριμνα για όλες τις δυνάμεις του απανταχού ελληνισμού)

Αναλυτικότερα, το Δ΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας, με πρόεδρο τον κ.  Ρίζο και εισηγητή τον σύμβουλο Επικρατείας κ. Ε. Αντωνόπουλο, καταρχήν υπογραμμίζει στην υπ’ αριθμ. 350/2011 απόφασή ότι «τόσο η άσκηση του δικαιώματος του εκλέγειν όσο και η άσκηση του δικαιώματος του εκλέγεσθαι για την ανάδειξη των οργάνων της τοπικής αυτοδιοίκησης «επιφυλάσσεται μόνο στους Έλληνες πολίτες και δεν μπορεί να επεκταθεί και στους μη έχοντες την ιδιότητα αυτή, χωρίς αναθεώρηση της σχετικής διατάξεως του Συντάγματος».Κατά συνέπεια οι ρυθμίσεις των άρθρων 14 έως 21 του Ν. 3838/2010 «είναι ανίσχυρες» ως αντίθετες προς τα άρθρα 1, 52 και 102 του Συντάγματος, προσθέτει το ΣτΕ.

Ακόμη, σημειώνεται στη δικαστική απόφαση ότι οι εκλογές για την ανάδειξη αιρετών οργάνων των ΟΤΑ έχουν «καθαρά πολιτικό χαρακτήρα εν όψει των αρμοδιοτήτων που ασκούν οι οργανισμοί αυτοί, αλλά και διότι η εκλογή αυτή ανάγεται στην πολιτική ζωή της χώρας γενικώς».

Εξάλλου, συνεχίζουν οι δικαστές, «η άσκηση του εκλογικού δικαιώματος στις εκλογές της τοπικής αυτοδιοίκησης αποτελεί λειτούργημα απαραίτητο για την πραγμάτωση της λαϊκής κυριαρχίας, ως τοιαύτης νοούμενης της ασκούμενης από το λαό ως εκλογικό σώμα απαρτιζόμενο μόνο από τους έχοντες δικαίωμα ψήφου Έλληνες πολίτες».

Αναφορικώς τώρα με το θέμα της μαζικής παροχής ιθαγένειας:

Ο επίμαχος νόμος 3838/2010 (Α΄ 49) προβλέπει στο άρθρο 1 ότι στον ν 3284/2004 (Α΄ 217 – «Κώδικας Ελληνικής Ιθαγενείας») προστίθεται ένα νέο άρθρο (το 1Α), με το οποίο εισάγεται ένας νέος τρόπος κτήσεως της ελληνικής ιθαγενείας με τη γέννηση του αλλοδαπού στην Ελλάδα ή τη φοίτηση σε ελληνικό σχολείο και τη σχετική δήλωση των γονέων του ή του ιδίου. Αναγιγνώσκοντας και ερμηνεύοντας τον νόμο, οι ανώτατοι δικαστές ανασύρουν το ζήτημα του δικαίου της ιθαγενείας. Το δίκαιο της ιθαγενείας, η οποία καθιδρύει άρρηκτο, κατ’ αρχήν, δεσμό του πολίτη με το κράτος και γεννά δέσμη δικαιωμάτων και υποχρεώσεων (απαγόρευση αφαιρέσεως της ελληνικής ιθαγενείας και απελάσεως, δικαίωμα διπλωματικής προστασίας, πολιτικά δικαιώματα εκλέγειν- εκλέγεσθαι, συμμετοχής στις «δημόσιες λειτουργίες», καθήκον στρατεύσεως), διαμορφώνεται αποκλειστικώς από το ελληνικό κράτος, κατά κυριαρχικό τρόπο, εντός των ορίων που τάσσουν οι κανόνες του διεθνούς δικαίου (π.χ. απαγόρευση δημιουργίας ανιθαγενών με αυθαίρετες πράξεις των κρατών ή πιθανότητα προσβολής ανθρωπίνων δικαιωμάτων). Περαιτέρω, όμως, δεν τάσσονται από το διεθνές δίκαιο συγκεκριμένα κριτήρια δεσμευτικά για τον εθνικό νομοθέτη κατά τη θέσπιση κανόνων πολιτογραφήσεως αλλοδαπών, ούτε υπάρχει, ως εκ της φύσεώς της οικείας αρμοδιότητας του κράτους, δικαίωμα του αλλοδαπού στην απονομή της ελληνικής ιθαγένειας.

Το δίκαιο αυτό, εξ επόψεως εσωτερικών ορίων, πρέπει να μην προσβάλλει τις ως άνω συνταγματικές αρχές, δηλαδή ούτε να επιτρέπει την είσοδο στη λαϊκή κοινότητα (λαός) αλλοδαπών προσώπων χωρίς ουσιαστικό πραγματικό δεσμό με αυτή – ιδίως με την πρόβλεψη αθρόων πολιτογραφήσεων – εις τρόπον ώστε να συγκροτείται αυθαιρέτως το συνθετικό στοιχείο του Κράτους (λαός) και το ανώτατο όργανο αυτού (λαός- εκλογικό σώμα) και, εν τέλει, να αποσυντίθεται η έννοια του έθνους, ούτε και να θέτει διατάξεις, που να επιτρέπουν την ευχερή αφαίρεση της ελληνικής ιθαγένειας. Εναρμονιζόμενος ο Έλληνας νομοθέτης προς τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις, μερίμνησε να διαφυλάξει την εθνική ομοιογένεια του κράτους, μεταξύ των άλλων και διά της θεσπίσεως δικαίου ιθαγενείας, του οποίου οι ρυθμίσεις εβασίζοντο, κατ’ αρχήν, στο σταθερό κριτήριο του «δικαίου του αίματος» ( jus sanguinis ), δηλαδή την καταγωγή από Έλληνες γονείς, όλως δε κατ’ εξαίρεση, περιέλαβε διατάξεις, οι οποίες καθιέρωσαν την πολιτογράφηση ενηλίκων (συμπλήρωση του 21ου έτους) αλλοδαπών αλλογενών, δηλαδή την βάσει ειδικής διαδικασίας και κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου απονομή της ιθαγενείας με εξατομικευμένη κρίση συλλογικού οργάνου της Διοικήσεως που διαγιγνώσκει τη συνδρομή ορισμένων ουσιαστικών προϋποθέσεων. Ακριβώς δε λόγω της εθνικής σημασίας που απέδωσε στο θεσμό της ιθαγενείας, ερρύθμισε πάντοτε με ευνοϊκό τρόπο την απονομή της ιθαγένειας στους αλλοδαπούς ομογενείς.

Οι ανώτατοι δικαστές τονίζουν ότι με τις διατάξεις του Ν. 3838/2010 εισήχθη νέος τρόπος αποκτήσεως της ελληνικής ιθαγένειας, αφορών, δυνάμει, μεγάλο αριθμό αλλοδαπών (αθρόα πολιτογράφηση) χωρίς τούτο να συνάπτεται προς εκπλήρωση διεθνούς υποχρεώσεως της χώρας. Η πολιτογράφηση αυτή γίνεται με βάση αμιγώς τυπικές προϋποθέσεις (χρόνος «νόμιμης» διαμονής του αιτούντος αλλοδαπού ή της οικογένειάς του, φοίτηση σε ελληνικό σχολείο επί ορισμένο χρόνο, ανυπαρξία καταδίκης για ορισμένα σοβαρά ποινικά αδικήματα), χωρίς εξατομικευμένη κρίση περί της συνδρομής της ουσιαστικής προϋποθέσεως του δεσμού προς το ελληνικό έθνος του αιτούντος την πολιτογράφηση αλλοδαπού, δηλαδή την εκ μέρους του εθελούσια αποδοχή των αξιών που συνάπτονται προς τον ελληνισμό και την εντεύθεν απόκτηση ελληνικής εθνικής συνειδήσεως. Οι ρυθμίσεις, ωστόσο, αυτές του ν. 3838/2010 αντίκεινται στις μνημονευθείσες συνταγματικές διατάξεις, εφόσον δεν προβλέπεται με αυτές διαδικασία για τη διαπίστωση από διοικητικά όργανα της συνδρομής, in concreto, της ουσιαστικής προϋποθέσεως γνήσιου δεσμού των αλλοδαπών προς το ελληνικό έθνος ενώ και η τιθέμενη τυπική προϋπόθεση της «νόμιμης διαμονής» έχει αναιρεθεί κατά το απώτερο και το πρόσφατο παρελθόν με εξαιρετικές διατάξεις, ούτως ώστε να καθίσταται αδύνατη η διάγνωση της συνδρομής έστω και αυτής της προϋποθέσεως. Άλλωστε, η κορωνίδα του Συντάγματός μας, το άρθρο 1 στην παρ. 1 εδ. 3 ορίζει ρητώς «όλες οι εξουσίες πηγάζουν από τον Λαό, υπάρχουν υπέρ αυτού και του Έθνους και ασκούνται όπως ορίζει το Σύνταγμα». Το Σύνταγμα λοιπόν αναγνωρίζει ως πηγή εξουσίας τον λαό, αλλά επιβάλλει ότι αυτές οι εξουσίες δεν ασκούνται μόνο υπέρ ενός απρόσωπου λαού, αλλά υπέρ του Έθνους. Συνεπώς αποτελεί συνταγματική επιταγή που πηγάζει από πληθώρα άρθρων του Συντάγματος (π.χ. άρ. 4 παρ. 1, 16 παρ. 2, 31, 120 κ.α.) η διατήρηση της εθνικής κοινωνίας και της εθνικής ομοιογένειας. Συνεπώς δεν μπορεί ο απλός νομοθέτης να θέσει τέτοιους όρους παροχής ιθαγένειας που να διαλύει αυτήν την εθνική κοινωνία και εθνική ομοιογένεια. Κυρίαρχη λοιπόν αρχή για την παροχή της ιθαγένειας θα πρέπει να είναι το δίκαιο του αίματος. Ο Έλληνας νομοθέτης εναρμονιζόμενος προς τις συνταγματικές επιταγές, «εμερίμνησε να διαφυλάξει την εθνική ομοιογένεια του κράτους, μεταξύ των άλλων, και δια της θεσπίσεως δικαίου ιθαγένειας, του οποίου οι ρυθμίσεις εβασίζοντο, κατ’ αρχήν, στο σταθερό κριτήριο του “δικαίου του αίματος” (ius sanguinis), δηλαδή την καταγωγή από Έλληνες γονείς».

Με εξαιρέσεις μπορεί να δοθεί η ιθαγένεια και σε όσους δεν είναι το γένος Έλληνες (π.χ. εάν έχουν πολεμήσει για την Ελλάδα, εάν έχουν επιδείξει τέτοια δραστηριότητα που συμβάλλει στην επίτευξη κοινών εθνικών στόχων), αλλά αυτές είναι μεμονωμένες και όχι μαζικές ώστε να μην επηρεάζεται η ομοιογένεια του Έθνους. Εάν ο συντακτικός νομοθέτης δεν επιθυμούσε αυτήν την ερμηνεία θα όριζε ότι εξουσίες δεν ασκούνται υπέρ του Έθνους αλλά μόνο υπέρ ενός απρόσωπου λαού.

Για να έχουμε όμως ολοκληρωμένη αντίληψη του θέματος που διαπραγματευόμαστε, θα πρέπει να αναφερθούμε και στην ειδικότερη άποψη του Συμβούλου κ.  Η. Τσακόπουλου ότι ναι μεν η πολιτογράφηση αλλοδαπού αποτελεί κυριαρχικό δικαίωμα της Ελληνικής Πολιτείας, η οποία το ασκεί ελευθέρως, στην περίπτωση, όμως, κατά την οποία με διάταξη τυπικού νόμου απονέμεται η ελληνική ιθαγένεια αθρόως και σε απροσδιόριστο αριθμό προσώπων, ο τρόπος αυτός της απονομής της ελληνικής ιθαγένειας πρέπει να διενεργείται υπό προϋποθέσεις, οι οποίες δεν αναιρούν τον εθνικό χαρακτήρα του Κράτους, ο οποίος κατοχυρώνεται στο άρθρο 1 παρ. 3 του Συντάγματος.

Στην προκείμενη περίπτωση, οι προβλεπόμενες από διατάξεις του ν. 3838/2010 προϋποθέσεις απονομής της ελληνικής ιθαγένειας, ήτοι αφ’ ενός μεν η γέννηση στην Ελλάδα τέκνου από αλλοδαπούς γονείς που διαμένουν νόμιμα και μόνιμα στη χώρα επί πέντε τουλάχιστον έτη και αφ’ ετέρου η επιτυχής παρακολούθηση έξι τουλάχιστον τάξεων ελληνικού σχολείου στην Ελλάδα από τέκνο αλλοδαπών που κατοικεί νόμιμα και μόνιμα στη χώρα αντίκεινται στην διάταξη του άρθρου 4 παρ. 3 εδ. α΄ του Συντάγματος ερμηνευόμενου υπό το φώς του άρθρου 1 παρ. 3 αυτού, αφού οι τιθέμενες από το νομοθέτη ως άνω προϋποθέσεις απονομής της ελληνικής ιθαγένειας δύνανται να οδηγήσουν σε αναίρεση του κατοχυρωμένου από το Σύνταγμα εθνικού χαρακτήρα του Κράτους, δεν διασφαλίζουν δε άνευ ετέρου την ένταξη των πληρούντων τις ανωτέρω προϋποθέσεις ατόμων στην ελληνική κοινωνία.

Σε όλη την απόφαση προβάλλεται ξεκάθαρα η αντίληψη του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι η Βουλή με την υιοθέτηση του νόμου, απομάκρυνε την Ελλάδα από τη συντριπτική πλειονότητα των χωρών, που υιοθετούν το «δίκαιο αίματος», απονέμουν δηλαδή, την ιθαγένεια, είτε με τη γέννηση αυτομάτως από έναν τουλάχιστον ημεδαπό γονέα είτε ύστερα από νόμιμη διαμονή δεκαετίας και συνέντευξη σε επιτροπή πολιτογράφησης με κριτήρια ενσωμάτωσης αμιγώς εθνικά, όπως γνώση της γλώσσας (π.χ. στην Αγγλία με αποδεικτικό γνώσης), πολιτισμού και κοινωνικής ζωής της χώρας. Άλλος τρόπος κτήσης της ιθαγένειας είναι η εξαετής φοίτηση σε ελληνικό σχολείο (χωρίς διάκριση αν η φοίτηση έγινε με νόμιμη ή όχι διαμονή) ενώ απαιτούνται 10 έτη φοίτησης στους Έλληνες (1 τάξη στο νηπιαγωγείο, 6 στο δημοτικό, 3 στο γυμνάσιο). Ως προς την ψήφο αλλοδαπών τρίτων χωρών στις δημοτικές εκλογές, μόνο 8 εκ των 47 χωρών του Συμβουλίου της Ευρώπης έχουν υπογράψει τη σχετική σύμβαση. Το Ευρωπαϊκό Κοινοτικό Δίκαιο καλύπτει μόνο πολίτες Ε.Ε. με όρους αμοιβαιότητας, ενώ έχει κριθεί αντισυνταγματική η ψήφος αλλοδαπών με αποφάσεις του γερμανικού, γαλλικού, αυστριακού και ιταλικού Συνταγματικού Δικαστηρίου.

Η διατήρηση της απόφασης στην Ολομέλεια είναι σημαντική διότι: αφενός ακυρώνει αυτομάτως τις ελληνοποιήσεις, πράξεις εγγραφής αλλοδαπών στους εκλογικούς καταλόγους και συναφείς πράξεις, αφήνει ανοιχτό το παράθυρο για επανάληψη των δημοτικών εκλογών. Ταυτόχρονα, ανοίγει τον "ασκό του Αιόλου", σε μεγάλη μερίδα των δήμων ανά την Ελλάδα, ειδικότερα σε εκείνους που διαφορές στο τελικό αποτέλεσμα ήταν μικρές και η ψήφος των αλλοδαπών, ενδεχομένως, να διαμόρφωσε το αποτέλεσμα.

Επίσης η για άλλη μια φόρα σύγκρουση απόφασης ΣτΕ με βούληση Κυβέρνησης και ενίοτε με την άποψη της κοινής γνώμης, επαναφέρει  στο προσκήνιο την διάσταση νομοθετικής και δικαστικής εξουσίας, επιβεβαιώνοντας όμως σαφώς  την συνταγματικά κατοχυρωμένη (άρθρα 87 και 88 Συντάγματος) ανεξαρτησία  και των δικαστών του ΣτΕ.  Το συμπέρασμα αυτό γίνεται κατανοητό αν αναλογιστούμε τα εξής: Πρώτον, διότι άπαξ και διοριστούν δεν αλλάζουν ώσπου να συνταξιοδοτηθούν. Δεύτερον, διότι είναι άνθρωποι κύρους, ηθικοί και εξαιρετικά μορφωμένοι. Κρούσμα διαφθοράς στο ΣτΕ δεν έχει ακουστεί και θα ήταν πολύ απίθανο να ακουστεί και στο μέλλον. Οι δικαστές του ΣτΕ έχουν ξοδέψει πολλά χρόνια από τη ζωή τους για να μπουν σε αυτές τις θέσεις και δεν είναι νομικοί που εξελίχθηκαν με τα χρόνια στην Ιεραρχία της Δικαιοσύνης. Κατά πλειοψηφία αστικής καταγωγής και πολύγλωσσοι, οι δικαστές του ΣτΕ θεωρούνται και είναι μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου άτεγκτοι. Είναι λοιπόν πολύ δύσκολο για μια κυβέρνηση να ελέγξει ισόβιους δικαστές, ακόμη και αν τους έχει διορίσει η ίδια. Φανταστείτε εξάλλου ότι όταν ένας δικαστής διορισθεί στο ΣτΕ σε ηλικία, για παράδειγμα, 30 ετών, θα παραμείνει στη θέση του επί 35 χρόνια ώσπου να συνταξιοδοτηθεί, όσο δηλαδή έξι-επτά κυβερνήσεις.

Σχετικά ο Αντιπρόεδρος του ΣτΕ, επιφανής νομικός κ. K. Μενουδάκος είναι κατηγορηματικός σε συνέντευξή του που παραχώρησε στον Γ. Λιάλιο στην εφημερίδα «Η Καθημερινή» για το θέμα σχέσεων κυβέρνησης και Συμβουλίου. «Πιέσεις δεν έχουν ασκηθεί ποτέ από καμία κυβέρνηση στο Συμβούλιο. Παρακλήσεις να εξεταστεί γρηγορότερα μια υπόθεση υπάρχουν, αλλά πιέσεις για αποφάσεις ποτέ». Κάθε δικαστής του Συμβουλίου κρίνει λοιπόν κατά συνείδηση και η γενική «γραμμή» είναι ότι όλα πρέπει να είναι σύμφωνα με τον νόμο. Αν όμως για κάποιο μείζον κοινωνικό ζήτημα όπως οι Ολυμπιακοί Αγώνες οι δικαστές κρίνουν ότι δεν πρέπει η εθνική προσπάθεια να «κολλήσει» σε ασήμαντες και τυπικές ελλείψεις, η στάση τους είναι πιο χαλαρή. Για τα υπόλοιπα, ας φροντίσει το κράτος να τηρεί τους νόμους...».

Η γράφουσα,  θεωρώντας ότι το αναφαίρετο δικαίωμα σχολιασμού και κρίσης των δικαστικών αποφάσεων δεν πρέπει να περιέχει καμία υπαινικτική κρίση ως προς το αδέκαστο, την αμεροληψία και το ανεπηρέαστο της κρίσης των δικαστικών λειτουργών, θεωρώντας τα ανωτέρω επικίνδυνα, διότι βάλλουν ευθέως κατά του θεσμού της Δικαιοσύνης και πλήττουν ανεπανόρθωτα το κύρος της αλλά και έχοντας εμπιστοσύνη στον παραπάνω στέρεα θεμελιωμένο δημοκρατικό θεσμό, ευελπιστεί μετά την συζήτηση της υπόθεσης την 3η Ιουνίου 2011 και την έκδοση της απόφασης, οι σημερινές και αυριανές γενιές των Ελλήνων να μπορούν με ικανοποίηση και ανακούφιση να θυμούνται την περίφημη ρήση «υπάρχουν Δικασταί εις τας Αθήνας» που αναφώνησε ο Ελευθέριος Βενιζέλος κατά την πρώτη πανηγυρική συνεδρίαση του Συμβουλίου της Επικρατείας την 17η Μαΐου 1929.

Πηγή : Νομικός Λόγος

 

 

O Ν. 3904/2010 και οι "εσπευσμένες" αναγκαίες αλλαγές


της Γρηγορίας Πανταζοπούλου,
δικηγόρου - ποινικολόγου
Στις 21 Δεκεμβρίου 2010 ψηφίστηκε από τη Βουλή ο νόμος 3904/2010  (ΦΕΚ Α’ 218/23.12.2010), με τον οποίο γίνεται προσπάθεια αφενός εξορθολογισμού και βελτίωσης της απονεμόμενης ποινικής δικαιοσύνης, όπως μαρτυρά άλλωστε και η επιλογή τιτλοφόρησης του σχετικού νομοσχεδίου, αφετέρου αντιμετώπισης ορισμένων γενικά παραδεδεγμένων αδυναμιών του συστήματος απονομής της ποινικής δικαιοσύνης, αλλά και «λελογισμένης» εισαγωγής μέτρων εκσυγχρονισμού της δικονομίας και του ισχύοντος συστήματος ποινών.

Ο νόμος αποτελείται από 36 άρθρα και διαρθρώνεται σε έξι κεφάλαια, εκ των οποίων το πρώτο αφιερώνεται στις τροποποιήσεις του Ποινικού Κώδικα, το δεύτερο σε αυτές του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και το τρίτο στις αλλαγές στους Ειδικούς Ποινικούς Νόμους. Το Τέταρτο κεφάλαιο αποτελείται από ένα άρθρο που τροποποιεί τα άρθρα 84 και 85 του Κώδικα Οργανισμού των Δικαστηρίων και Καταστάσεων Δικαστικών Λειτουργών, το Πέμπτο κεφάλαιο περιλαμβάνει τις τελικές και μεταβατικές διατάξεις και το Έκτο, πέραν της διατάξεως περί έναρξης ισχύος του Νόμου, περιλαμβάνει, κατά την προσφιλή συνήθεια του έλληνα νομοθέτη τις «άλλες διατάξεις», οι οποίες μικρή έως ανύπαρκτη συνάφεια έχουν με το αντικείμενο του νομοθετήματος.

Όπως αναφέρει η αιτιολογική έκθεση του νόμου, ένα από τα βασικά κριτήρια των επιλογών του νομοσχεδίου υπήρξε η προώθηση μέτρων που επιτρέπουν τη διεξαγωγή της ποινικής δίκης μέσα σε εύλογη προθεσμία – ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι οι περισσότερες καταδίκες της χώρας μας από το Ευρωπαϊκό Δικαστηρίο Δικαιώματων του Ανθρώπου αφορούν στην παραβίαση του αρ.6 παρ.1 της Ευρωπαικής Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών και ειδικότερα της υποχρέωσης για εκδίκαση των υποθέσεων εντός ευλόγου χρόνου. Εξάλλου, την ίδια υποχρέωση υπέχει η χώρα μας και βάσει του αρ. 14 παρ. 3 εδ. γ’ του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Περαιτέρω, καταβλήθηκε προσπάθεια για την συναρμογή των λύσεων που προτείνονται με το δικαιοκρατικό χαρακτήρα της ποινικής διαδικασίας, την προστασία των θεμελιωδών δικαιώματων και την ποιότητα της απονεμόμενης δικαιοσύνης.

Επιχειρώντας μια κριτική ανάλυση των κυριότερων τροποποιήσεων που επέφερε ο ν. 3904/2010, κυρίως με βάση τους εξαγγελόμενους στόχους που οι αλλαγές αυτές καλούνται να επιφέρουν στο σύστημα απονομής της ποινικής δικαιοσύνης, παρατηρούμε τα ακόλουθα:
Ι. Ως προς τις αλλαγές στον Ποινικό Κώδικα:

Αναφορικά με τις διατάξεις του Γενικού Μέρους του Ποινικού Κώδικα, ο νόμος 3904/2010 επιχειρεί σύμφωνα με την αιτιολογική του έκθεση τον εκσυγχρονισμό του συστήματος ποινών, με μια σειρά μέτρων, με παρέμβαση στα άρθρα 56 (έκτιση ποινής κατ’οίκον), 82 (μετατροπή της ποινής), 99 (αναστολή εκτέλεσης ποινής), 100 (αναστολή εκτέλεσης ποινών άνω των τριών ετών και αναστολή υπό επιτήρηση) και 105 (υφ’ όρον απόλυση κρατουμένων), «με στόχο να ενισχυθεί και να απλουστευθεί η εφαρμογή της νομοθεσίας περί εναλλακτικών μέτρων και ποινών, ώστε η φυλάκιση να παραμείνει ως ποινή για τα σοβαρά αδικήματα και για υπότροπους εγκληματίες, με βάση τα συμπεράσματα που κατέθεσε η Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου στις 10.04.2008, στην απόφαση της για τα «Ζητήματα σχετικά με τα δικαιώματα των κρατουμένων και τις συνθήκες κράτησης στις ελληνικές φυλακές». Βάσει του αρ. 33 του νόμου, οι νέες ρυθμίσεις των ανωτέρω άρθρων του ΠΚ εφαρμόζονται, με τη διαδικασία του αυτοφώρου, και σε ήδη κρατούμενους, από τους ατομικούς φακέλους των οποίων μάλιστα διαγράφονται τυχόν πειθαρχικά παραπτώματα, οι οποίοι πληρούν τις προυποθέσεις υπαγωγής στις διατάξεις αυτές. Η πρόβλεψη αυτή μαρτυρά την προσπάθεια του νομοθέτη να τονώσει και ενδυναμώσει τον ανθρωπιστικό και κοινωνικό χαρακτήρα του ποινικού μας συστήματος. Ελλείπουσας όμως αντίστοιχης τόνωσης και ενδυνάμωσης της μετασωφρονιστικής μέριμνας της πολιτείας, θα μπορούσε να γίνει λόγος περισσότερο για μέριμνα αποσυμφόρησης των υπερπληθών καταστημάτων κράτησης και του αντίστοιχου προϋπολογισμού.
Α. Με δεδομένο τον εξαγγελόμενο στην εισηγητική έκθεση στόχο, το άρθρο 82 του Ποινικού Κώδικα, το οποίο προβλέπει την μετατροπή των βραχυχρόνιων περιοριστικών της ελευθερίας ποινών σε χρηματική ποινή ή πρόστιμο ή σε παροχή κοινωφελούς εργασίας αντικαθίσταται εξ ολοκλήρου. Στην προϊσχύουσα μορφή του είχε υποστεί αλλεπάλληλες τροποποιήσεις, με τελευταία αυτή που επέφερε ο ν. 3772/2009 (ΦΕΚ Α 112/10.7.2009), προκειμένου να ανταποκρίνεται κάθε φορά αφενός στις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες, αφετέρου στην επιδιωκώμενο εξανθρωπισμό του ποινικού δικαίου και συνακόλουθα στην μέγιστη δυνατή αποφυγή της έκτισης των βραχυχρόνιων στερητικών της ελευθερίας ποινών. Ωστόσο, δεν θα πρέπει να παραβλέπει κανείς πως η διεύρυνση των περιπτώσεων μετατροπής της ποινής, πέρα από τις φιλελεύθερες λειτουργίες που εξυπηρετεί σε θεωρητικό επίπεδο, επιχειρείται κάθε φορά και για λόγους λιγότερους ιδεολογικούς: την αντιμετώπιση του υπερπληθυσμού των καταστημάτων κράτησης της χώρας. Ενδεικτικά, όταν ψηφίστηκε ο ν. 1941/1991, με τον οποίο αφενός αυξήθηκε το ανώτατο όριο μετατρεψιμότητας των περιοριστικών της ελευθερίας ποινών σε χρηματική ποινή στα δύο χρόνια, αφετέρου δε εισήχθη για πρώτη φορά ο θεσμός της κοινωφελούς εργασίας ως εναλλακτικός τρόπος έκτισης βραχυχρόνιων περιοριστικών της ελευθερίας ποινών, η χώρα αντιμετώπιζε μια «σωφρονιστική έκρηξη». Στην αιτιολογική έκθεση του νόμου, πέρα από τις πανηγυρικές εξαγγελίες για τον εξανθρωπισμό και τον εξευρωπαϊσμό της αντεγκληματικής πολιτικής της χώρας, γινόταν σαφής αναφορά στην επιδίωξη οι νέεες ρυθμίσεις να συμβάλλουν αποφασιστικά στην αποσυμφόρηση των καταστημάτων κράτησης.

Η αλλαγή που επιχειρεί ο ν. 3904/2010 δεν διαφέρει σημαντικά: Στην ατιολογική έκθεση γίνεται και πάλι αναφορά στην επιστημονικώς αποδεδειγμένη και γενικώς παραδεδεγμένη αποτυχία των βραχυχρόνιων περιοριστικών της ελευθερίας ποινών να επιτελέσουν τους ειδικοπροληπτικούς στόχους τους (γίνεται λόγος για βελτίωση του δράστη), ενώ συγχρόνως η έκτισή τους μπορεί να αποβεί καταστροφική λόγω του συγχρωτισμού με άλλους κρατουμένους, δράστες σοβαρότερων εγκλημάτων. Πέραν όμως των αρνητικών αποτελεσμάτων για τον καταδικάσθεντα, του οποίου η ποινή είτε δεν μετατράπηκε, είτε μετατράπηκε αλλά αδυνατεί να την καταβάλει, με αποτέλεσμα να πρέπει να την εκτίσει, ο νομοθέτης δεν μπορεί να παραβλέψει την επιβάρυνση που ενέχει αυτή η κατάληξη για την ίδια την πολιτεία, η οποία τελικώς θα υποχρεωθεί να τον σιτίσει!
Παραβλέποντας την αστοχία ως προς τα κίνητρα τροποποίησης του άρθρου, οι αλλαγές καθεαυτές έχουν αναμφίβολα μία θετική πλευρά: Καταρχήν, η δομή του άρθρου εμφανίζεται σαφώς βελτιωμένη και περισσότερο ξεκάθαρη. Κανόνας παραμένει πως η περιοριστική της ελευθερίας ποινή που δεν υπερβαίνει το ένα έτος μετατρέπεται υποχρεωτικά σε χρηματική ποινή ή πρόστιμο. Για τις μεγαλύτερες ποινές (έως 2 και έως 3 έτη) υπάρχει κλιμάκωση: η μετατροπή παραμένει ο κανόνας, αφού πλέον απαλείφθηκε η λέξη «μπορεί» και για τις ποινές έως 3 έτη, εκτός αν ο δράστης είναι υπότροπος (μόνο για τις ποινές έως 2 έτη) και το δικαστήριο κρίνει με ειδικά αιτιολογημένη απόφασή του ότι απαιτείται η μη μετατροπή προκειμένου να αποτραπεί ο δράστης από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων.

Στα θετικά σημεία της αλλαγής περιλαμβάνεται και η διάταξη της παρ. 2, η οποία ορίζει με τρόπο σαφή και περισσότερο αναλυτικό σε σχέση με την προισχύουσα μορφή, τα κριτήρια που θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του το δικαστήριο, προκειμένου να καθορίσει το ποσό της μετατροπής, έτσι ώστε η ποινή που επιβάλλεται να είναι πράγματι εξατομικευμένη και δίκαιη για τον συγκεκριμένο δράστη. Το χρηματικά όρια εντός των οποίων καθορίζεται το ποσό της μετατροπής (ανά ημέρα φυλάκισης και κράτησης κυμαίνονται μεταξύ των 3 και 100 € και 1 έως 30 € αντίστοιχα) μειώθηκαν ως προς το minimum και αυξήθηκαν ως προς το maximum, δημιουργώντας ένα ευρύ πεδίο επιλογής, οπότε επαφίεται πλέον στα δικαστήρια η λελογισμένη αντιμετώπιση κάθε ξεχωριστής περίπτωσης που φέρεται ενώπιον τους.

Σημαντική καινοτομία του νέου νόμου είναι η δυνατότητα καταβολής του ποσού της μετατροπής εντός προθεσμίας από 2 έως 3 έτη, σε δόσεις που καθορίζει το δικαστήριο, εφόσον εκτιμήσει ότι ο καταδικασθείς αδυνατεί να καταβάλει άμεσα το ποσό της μετατροπής ή ότι, ένεκα της άμεσης καταβολής, κινδύνευει η καταβολή της αποζημίωσης στο θύμα. Αντίστοιχει πρόβλεψη υπήρχε και στην προισχύουσα μορφή του άρθρου, όμως οι προυποθέσεις εφαρμογής της ήταν πολλές και δυσεκπλήρωτες1 .

Περαιτέρω, με την νέα παρ. 8 του αρ. 82 ΠΚ προβλέπεται πως αν μετά τη μετατροπή στερητικής της ελευθερίας ποινής σε χρηματική ή πρόστιμο, επέρχεται ουσιώδης αλλαγή των όρων της προσωπικής και οικονομικής κατάστασης εκείνου που καταδικάστηκε, αυτός μπορεί να ζητήσει από το ίδιο δικαστήριο προθεσμία ή διεύρυνση της προθεσμίας καταβολής της χρηματικής ποινής, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τα δύο έτη, ή τροποποίηση του ύψους της μετατροπής ή ακόμη μετατροπή της χρηματικής ποινής σε προσφορά κοινωφελούς εργασίας, στο μέτρο που ορίζει το δικαστήριο. Έτσι αποφεύγεται κατά το δυνατόν η αναγκαστική έκτιση της περιοριστικής της ελευθερίας ποινής από δράστες που για αντικειμενικούς λόγους δεν δύνανται να είναι συνεπείς με την καταβολή του ποσού της μετατροπής και υπό τους όρους που αυτή έχει προβλεφθεί.

Ευρεία τροποποίηση επιχειρήθηκε και στο μέτρο της κοινωφελούς εργασίας. Ωστόσο, καίτοι διεθνώς η παροχή κοινωφελούς εργασία έχει καθιερωθεί ως αυτοτελής εναλλακτική ποινή για δράστες της λεγόμενης μικρής και μεσαίας εγκληματικότητας, προκειμένου αυτοί να μην αποκόβονται από το κοινωνικό σύνολο, αλλά μέσω της προσφοράς εργασίας προς αυτό να βελτιώνονται και να αποκαθιστούν τον δεσμό τους με την κοινωνία, στη χώρα μας διατηρεί έως και σήμερα τη μορφή που είχε όταν εισήχθει: παραμένει εναλλακτικός τρόπος έκτισης μιας βραχυχρόνιας στερητικής της ελευθερίας ποινής, η οποία έχει ήδη μετατραπεί σε χρηματική και ο καταδικασθείς συνήθως την επιλέγει διότι αδυνατεί να καταβάλει το ποσό της μετατροπής. Τούτο δε παρά την ρητή αναφορά στην αιτιολογική έκθεση του ν. 3904/2010 περί ενίσχυσης και απλούστευσης της νομοθεσίας περί εναλλακτικών ποινών, οι οποίες είναι στην πραγματικοτητα άγνωστες στο ελληνικό σύστημα ποινών.

Δεν μπορεί να παραβλεφθεί ωστόσο η εξυγίανση που επιχειρείται με το νέο νόμο, ο οποίος έρχεται να διορθώσει κάποιες χρόνιες αδυναμίες του θεσμού, οι οποίες οφείλονται περισσότερο στη βιασύνη με την οποία εισήχθη στο ποινικό δίκαιο και στην επιφανειακή μελέτη της διεθνούς εμπειρίας: Καταρχήν μειώθηκαν οι ώρες εργασίες που κατόπιν απόφασης του δικαστηρίου οφείλει να παράσχει ο δράστης και κυμαίνονται από 100 έως 240 ώρες για ποινή ως ένα έτος, 241 έως 480 ώρες για ποινή από ένα έως δύο έτη και 481 έως 720 ώρες για ποινή από δύο έως τρία έτη, ενώ προβλέπεται προθεσμία όχι μεγαλύτερη από τρία έτη για την εκτέλεση τους. Αξίζει να σημειωθεί ότι υπό το προισχύον δίκαιο, κάθε ημέρα φυλάκισης αντιστοιχούσε σε 4 ώρες εργασίες (πλην εξαιρέσεων που το δικαστήριο είχε την ευχέρεια να την αυξομείωσει σε 2 έως 6) και το διάστημα για την εκτέλεσή τους δεν έπρεπε να υπερβαίνει το τριπλάσιο της μετατρεπόμενης περιοριστικής της ελευθερίας ποινής. Για παράδειγμα, σε ποινή φυλάκισης ενός έτους ο δράστης εντός 3 ετών έπρεπε να εκτελέσει εργασία διάρκειας μεταξύ 730 (365 ημ. x 2 ώρες) και 2.190 (365 ημ. x 6 ώρες) ωρών, ενώ η «διάρκεια-βάση» ήταν οι 1.460 ώρες (365 μέρες x 4 ώρες), την στιγμή που σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες τα όρια ήταν πολύ χαμηλότερα. Σήμερα για την ίδια ποινή (έως ένα έτος) ο δράστης καλείται να εκτελέσει από 100 έως 240 ώρες εργασίας, με αποτέλεσμα η επιλογή της κοινωφελούς εργασίας ως εναλλακτικού τρόπου έκτισης της ποινής να φαντάζει πλέον πιο «ελκυστική» για τον καταδικασθέντα.

Σημαντική είναι επίσης η πρόβλεψη ελαστικότερων μέτρων από τον Εισαγγελέα Εκτέλεσης Ποινών σε περίπτωση που ο δράστης υπαιτίως δεν παρέχει ή παρέχει ελλιπώς ή πλημμελώς την εργασία. Μέχρι σήμερα, η μόνη συνέπεια για το δράστη σε αντίστοιχες περιπτώσεις ήταν η εκτέλεση του υπολειπόμενου μέρους της αρχικά επιβληθείσας ποινής (περιοριστικής της ελευθερίας ή χρηματικής). Με το νέο νόμο προβλέπονται κλιμακούμενα μέτρα τα οποία μπορεί να λάβει ο εισαγγελέας κατά του απείθαρχου καταδικασθέντα, βάση σαφών κριτηρίων2 και η εκτέλεση της στερητικής της ελευθερίας ποινής μόνο κατ’ εξαίρεση και ως έσχατο μέσο μπορεί να επιβληθεί.
Β. Στο ίδιο πνεύμα, ήτοι στην μέριμνα για τη μέγιστη δυνατή αποφυγή έκτισης των βραχυχρόνιων περιοριστικών της ελευθερίας ποινών κινείται και η τροποποίηση των αρ. 99 και 100 ΠΚ, που αφορούν την αναστολή εκτέλεσης της ποινής και την αναστολή υπό επιτήρηση, οι οποίες και αποτελούν τις δύο νέες μορφές αναστολής εκτέλεσης της ποινής.

Συγκεκριμένα, αυξήθηκε το ανώτατο όριο ποινής περιοριστικής της ελευθερίας η οποία αναστέλλεται υποχρεωτικά, από δύο σε τρία έτη, και εφόσον ο δράστης δεν έχει προηγούμενη καταδίκη σε ποινή περιοριστική της ελευθερίας έως ένα έτος, αντί 6 μηνών που ίσχυε έως σήμερα (αρ. 99 παρ. 1 ΠΚ). Το χρονικό διάστημα της αναστολής συρρικνώθηκε και κυμαίνεται μεταξύ του ενός και των τριών ετών, αντί τριών και πέντε.

Περαιτέρω, αντικαταστάθηκε το άρ. 100 ΠΚ και καταργήθηκε το αρ. 100Α ΠΚ, οπότε το νέο αρ.100 ΠΚ ρυθμίζει πλέον με τρόπο πιο δομημένο και συστηματικό την αναστολή των ποινών φυλάκισης άνω των τριών ετών, που επιβάλλονται σε πρωτόπειρους εγκληματίες (υπό την έννοια της παρ. 1 του αρ. 99 ΠΚ). Ειδικότερα, προβλέπεται ότι για αυτήν την κατηγορία ποινής η αναστολή εκτέλεσης χορηγείται υπό όρους και υπό την επίβλεψη επιμελητή κοινωνικής αρωγής για χρονικό διάστημα μεταξύ 3 και 5 ετών. Δίδεται ιδιαίτερη μέριμνα στην ανάπτυξη επικοινωνίας μεταξύ επιμελητή και δράστη, ώστε ο τελευταίος, μέσα από τακτικές συνεδρίες, να αντιληφθεί την πράξη του, να κατανοήσει τα κίνητρα και τις συνέπειες της και να συνειδητοποιήσει την σημασία αποφυγής νέας αξιόποινης πράξης στο μέλλον. Συνεπώς, ο δράστης βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος της πολιτείας, η οποία για πρώτη φορά τόσο ρητά αναλαμβάνει την υποχρέωση, αφού του επιβάλλει μια μάλλον βαριά ποινή απαλλάσσοντας τον από την εκτέλεσή της, να ενσκήψει σε αυτόν με ενδιαφέρον, ώστε πράγματι να τον βοηθήσει να βελτιωθεί. Επιπλέον, επιβάλλονται όροι στον δράστη, πολλοί από τους οποίους προϋπήρχαν στο αρ. 100Α ΠΚ (κυρίως διαφόρων ειδών απαγορεύσεις, πχ εξόδου από τη χώρα, απομάκρυνσης από συγκεκριμένο τόπο κ.λπ.), προβλέφθηκε ωστόσο ως όρος και η αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη το θύμα της αξιόποινης πράξης, που έως σήμερα προβλεπόταν με κάποια παραλλαγή ως αναμορφωτικό μέτρο για ανήλικους παραβάτες (αρ. 122 ΠΚ). Στα θετικά σημεία της νέας ρύθμισης περιλαμβάνεται τέλος η απεξάρτηση της χορήγησης της αναστολής από την προηγούμενη καταβολή των δικαστικών εξόδων.
Γ. Εισάγεται στη χώρα μας ο θεσμός της μερικής έκτισης της ποινής με την παρ.3 που προστίθεται στο αρ. 105. Εφόσον μια ποινή φυλάκισης δεν είναι μετατρέψιμη κατ’ αρθρ. 82, προκρίνεται ως συμφερότερη και ευνοϊκότερη για τον καταδικασθέντα η μερική έκτιση της (1/5) και η μετατροπή του επόμενου 1/5 της σε χρηματική ποινή ή παροχή κοινωφελούς εργασίας και έπειτα η υφ’ όρον απόλυση του κρατουμένου.

Επέρχεται επιπλέον διεύρυνση των περιπτώσεων ευεργετικού υπολογισμού των ημερών παραμονής στα σωφρονιστικά καταστήματα, πέραν από τους κρατούμενους που εργάζονται, σε ορισμένες κατηγορίες βαρέως πασχόντων και στις μητέρες που κρατούνται μαζί με τα ανήλικα τέκνα τους (έως 3 ετών), κίνηση η οποία μαρτυρά έναν στοιχειώδη εκσυγχρονισμό της σωφρονιστικής πολιτικής της χώρας. Η καταρχήν σωστή προσέγγιση για την επιλογή αυτήν ήταν να επωφεληθούν από το ευμενές μέτρο ευεργετικού υπολογισμού των ημερών και άλλες κατηγορίες κρατουμένων, οι οποίοι αδυνατούν να εργαστούν. Θα ήταν ωστόσο σημαντικό να επιχειρηθεί περαιτέρω διεύρυνση, περιλαμβάνοντας και άλλες κατηγορίες κρατουμένων, όπως όσους φοιτούν στα σχολεία δεύτερης ευκαιρίας των καταστημάτων κράτησης.
Δ. Η σημαντικότερη αλλαγή στο Ειδικό Μέρος του ΠΚ αφορά στην κωδικοποίηση των περιπτώσεων εξαλείψεως του αξιοποίνου και απαλλαγής από την ποινή σε περιπτώσεις εγκλημάτων κατά της ιδιοκτησίας και της περιουσίας όταν ο δράστης εμπράκτως μετανοήσει ή αποζημιώσει εντελώς το θύμα. Τα νέα άρθρα 384 και 406Α του ΠΚ ρυθμίζουν με τρόπο συστηματικό το ζήτημα, σε μια προσπάθεια του νομοθέτη να εισάγει στην ελληνική ποινική έννομη τάξη το θεσμό της ποινικής συνδιαλλαγής, με την συνακόλουθη προσθήκη του αρ. 308Β στον ΚΠΔ. Ζητούμενο παραμένει, πέραν από την προαγωγή της αποκατάστασης της κοινωνικής ειρήνης και της διασαλευθείσας ισορροπίας μέσω της προσέγγισης δράστη και θύματος, με θετικά αποτελέσματα και για τους δύο (η οικονομικής φύσεως ζημία του θύματος αποκαθίσταται, ενώ ο δράστης συνειδητοποιεί την πράξη του, αναλαμβάνει την ευθύνη για αυτή και εν τέλει αποφεύγει την στιγματιστική εμπειρία της ποινικής δίκης και της επιβολής και έκτισης ποινής), η αποσυμφόρηση των ποινικών δικαστηρίων και αρχών από υποθέσεις που έχουν ήδη «κλείσει».

Το αρ. 384 ΠΚ ρυθμίζει το ζήτημα για τα πλημμελήματα και κακουργήματα των αρ. 372-374, 375-377, 381 και 382 ΠΚ, προβλέποντας την εξής κλιμάκωση: Καταρχήν,  εξαλείφεται το αξιόποινο των ανωτέρω πράξεων όταν ο υπαίτιος οικειοθελώς και προτού εξεταστεί από τις αρχές αποδώσει το ξένο πράγμα ή ικανοποιήσει εντελώς τον ζημιωθέντα. Περαιτέρω, διαρκούσης της προκαταρκτικής εξέτασης αλλά πάντως πριν την άσκηση της ποινικής δίωξης, εφόσον ο δράστης αποδώσει το πράγμα και ο ζημιωθείς δηλώσει ότι δεν έχει άλλη αξίωση ή εφόσον ο δράστης ικανοποιήσει εντελώς τον ζημιωθέντα, καταβάλλοντος αποδεδειγμένα ή κατά δήλωση του παθόντος ή των κληρονόμων του το κεφάλαιο και τους τόκους υπερημερίας, δεν κινείται ποινική δίωξη και η υπόθεση τίθεται στο αρχείο με αιτιολογημένη πράξη του εισαγγελέα πλημμελειοδικών. Τέλος, και μόνο στα πλημμελήματα που προβλέπονται στα άρθρα 372, 373, 375-377, 381 και 382, αν ο δράστης μέχρι το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αποδώσει το πράγμα και δηλώσει ο παθών ή οι κληρονόμοι του ότι δεν έχουν άλλη αξίωση από την πράξη ή ικανοποιήσει εντελώς τον ζημιωθέντα, καταβάλλοντος αποδεδειγμένα ή κατά δήλωση του παθόντος ή των κληρονόμων του το κεφάλαιο και τους τόκους υπερημερίας. Για τα κακουργήματα, μετά την άσκηση ποινικής δίωξης, μόνη διέξοδος είναι η δικονομική διαδικασία ποινικής συνδιαλλαγής του αρ. 308Β ΠΚ.

Αντίστοιχη στη δομή και στην κλιμάκωση είναι και η ρύθμιση του αρ. 406Α, που αφορά στα πλημμελήματα και κακουργήματα των αρ. 386 – 406 ΠΚ (εξαιρουμένης φυσικά της πρόβλεψης περί απόδοσης του πράγματος). Ωστόσο, εξαιρούνται από την ευεργετική αυτή πρόβλεψη οι πράξεις απιστίας εις βάρος του Δημοσίου, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και ΟΤΑ α’ και β’ βαθμού.
Και στις δύο περιπτώσεις στην απόπειρα αρκεί δήλωση του παθόντος ότι ικανοποιήθηκε πλήρως. Η δήλωση του παθόντος περί εντελούς ικανοποίησης δεν επεκτείνεται σε όσους συμμέτοχους δεν την αποδέχονται.

ΙΙ. Αλλαγές στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο Ν. 3904/2010 δημοσιεύτηκε ενώ ακόμα λειτουργεί και συνεχίζει με εντατικούς ρυθμούς το έργο της η νομοπαρασκευαστική επιτροπή για την σύνταξη νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Ο νέος νόμος περιλαμβάνει κάποια προτεινόμενα από την Επιτροπή μέτρα, τα οποία κάτω από την πίεση της πραγματικότητας κρίθηκε απαραίτητο να ληφθούν άμεσα και αφορούν σε τρεις βασικούς τομείς: τη βελτίωση και επιτάχυνση της ποινικής δίκης, την αποκατάσταση εμφανώς δικαιοκρατικών ελλειμάτων και την άρση ενδοσυστηματικών αντινομιών. Πράγματι, όποιος έχει στην πράξη και την ελάχιστη επαφή με το σύστημα απονομής της ποινικής δικαιοσύνης μπορεί εύκολα να διαπιστώσει ότι είναι πολυδαίδαλο, συχνά δε χαοτικό για τον λιγότερο έμπειρο, καθώς πέρα του ΚΠΔ υπάρχει και η «παραδικονομία» των πολλών ειδικών ποινικών νόμων, δυσκίνητο και υπέρμετρα αυστηρό σε κάποιες εκφάνσεις του για τον κατηγορούμενο. Ο ΚΠΔ, με την παρούσα μορφή του, και ύστερα από τις αλλεπάλληλες τροποποιήσεις που έχει υποστεί, είναι ένα κείμενο με προβληματική δομή, χωρίς εσωτερική συνοχή και συστηματικότητα, όπως απαιτείται για έναν κώδικα δικονομίας, πολλές δε διατάξεις του είναι πλέον παρωχημένες – μην ξεχνάμε ότι ο ΚΠΔ τέθηκε σε ισχύ την 01.01.1951 – και δεν ανταποκρίνονται στις σύγχρονες δικαιϊκές απαιτήσεις. Επίσης, προβλέφθηκε πλέον ρητά, μετά από σωρεία καταδικών της χώρας μας από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ότι η παραβίαση δικαιωμάτων του κατηγορούμενου που του παρέχονται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα συνιστά λόγο απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας κατ’ αρ. 171 παρ.1 εδ. δ’ ΚΠΔ.

Η αλλαγή που επιχειρήθηκε ήταν ευρεία, με δεδομένο ότι επίκειται η σύνταξη νέου κώδικα, αφού τροποποιήθηκαν περισσότερα από 20 άρθρα, ενώ προστέθηκαν και κάποια νέα. Καλύπτει δε όλο το φάσμα της δικονομίας, από την προδικασία, την διαδικασία στο ακροατήριο και την καθ’ ύλην αρμοδιότητα των δικαστηρίων έως τα ένδικα μέσα κατά βουλευμάτων και αποφάσεων. Ωστόσο, καμία αλλαγή δεν έγινε σε διατάξεις του Κώδικα αναμφίβολα αναχρονιστικές και παρωχημένες, όπως οι σχετικές με το θεσμό του ποινικού μητρώου.

Α. 1 Η συντριπτική πλειοψηφία των τροποποιήσεων που επέφερε ο νέος νόμος αποσκοπούν σε ένα βασικό στόχο: την επιτάχυνση της διαδικασίας και την αποσυμφόρηση των υπερφορτωμένων δικαστηρίων. Στο στάδιο της προδικασίας συρρικνώθηκε η διάρκεια προκαταρκτικής εξέτασης (3 μήνες), προανάκρισης (3 μήνες) και κύριας ανάκρισης (8 μήνες) και η δυνατότητα παράτασής τους, ενώ η προανάκριση περιορίστηκε μόνο στα πλημμελήματα αρμοδιότητας τριμελούς πλημμελειοδικείου ή τα πλημμελήματα των προσώπων ειδικής δωσιδικίας, όταν έχει προηγηθεί Ένορκη Διοικητική Εξέταση ή συντρέχουν λόγοι που επιβάλλουν τη διεξαγωγή συγκεκριμένων ανακριτικών πράξεων. Επιπλέον, εισήχθη χρονικός περιορισμός για τον εισαγγελέα προς υποβολή πρότασης στο συμβούλιο προς έκδοση βουλεύματος (2 μήνες), ενώ και το συμβούλιο εντός μικρής προθεσμίας (2 ή 3 μηνών) υποχρεούται να εκδώσει βούλευμα. Τέλος, καταργήθηκε η δυνατότητα ασκήσεως ενδίκων μεσών κατά βουλεύματος από τον πολιτικώς ενάγοντα, ενώ ο κατηγορούμενος μπορεί να ασκήσει μόνο έφεση (και όχι αναίρεση) κατά βουλεύματος, και για δύο μόλις λόγους (απόλυτη ακυρότητα και εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης).

Με την τροποποίηση των σχετικών άρθρων επιχειρήθηκε εκτός από την επιτάχυνση της διαδικασίας και η αποκατάσταση κάποιων δικαιοκρατικών ελλειμμάτων της προδικασίας ως ίσχυε, προς όφελος του κατηγορούμενου και των δικαιωμάτων του. Έτσι, προβλέπονται ρητά οι προϋποθέσεις ανάσυρσης των δικογραφιών από το αρχείο, με κυριότερο στοιχείο την υποχρέωση του εισαγγελέα να καλεί τον μηνυόμενο ή τον «ύποπτο» σε παροχή εξηγήσεων. Περαιτέρω, τα συμβούλια, με την περάτωση της κύριας ανάκρισης και την παραπομπή του κατηγορούμενου στο ακροατήριο, αποφασίζουν εκτός από την απόλυση του προσωρινώς κρατούμενου ή την συνέχιση της προσωρινής κράτησης, και για τους περιοριστικούς όρους. Στην πράξη ήδη γινόταν δεκτή η σχετική αρμοδιότητα του συμβουλίου, ωστόσο ποτέ δεν είχε γίνει τροποποίηση του κειμένου του νόμου. Αναφορικά με τη διαδικασία στα συμβούλια πριν την έκδοση βουλεύματος, καθίσταται πλέον υποχρεωτική η εμφάνιση του συνηγόρου του διαδίκου ενώπιον του δικαστικού συμβουλίου, και σε εξαιρετικές περιπτώσεις και του ίδιου του αιτούντος διαδίκου, ώστε να διασφαλίζεται αφενός το δικαίωμα ακροάσεως, αφετέρου η αρχή της ισότητας των όπλων (ο εισαγγελέας παρίσταται στο συμβούλιο). Τέλος, οριοθετήθηκε σε οκτώ περιπτώσεις κακουργημάτων (όπλα, ναρκωτικά, φορολογικές και τελωνειακές παραβάσεις, είσοδος διαμονή κ.λπ. υπηκόων τρίτων χωρών, εμπρησμός δασών, διακεκριμένη κλοπή και ληστεία) η δυνατότητα απευθείας παραπομπής του κατηγορούμενου στο ακροατήριο με κλήση του Εισαγγελέα Εφετών και σύμφωνη γνώμη του προέδρου εφετών. Ο περιορισμός είναι σημαντικός, αφού σήμερα τυγχάνει κανονιστικά ευρείας εφαρμογής και απαντάται σε υπερβολικά πολλούς ειδικούς ποινικούς νόμους, έχοντας δημιουργήσει μια δικονομία εκτός ΚΠΔ, ενώ συνοδεύεται και από μια σειρά πρόσθετων εγγυήσεων για τον κατηγορούμενο, όπως η υποχρέωση του εισαγγελέα εφετών να ενημερώσει τον ενδιαφερόμενο για την πρόταση του, ώστε ο τελευταίος να ασκήσει το δικαίωμα ακροάσεως, ή η αφαίρεση της δυνατότητας από τον πρόεδρο εφετών να εκδώσει ένταλμα σύλληψης ή προσωρινής κράτησης.
2. Σε μια προσπάθεια εκσυγχρονισμού της ποινικής δικονομίας και παρακολούθησης των διεθνών τάσεων, εισήχθη στη χώρα μας με το αρ. 308Β ο θεσμός της ποινικής συνδιαλλαγής, ο οποίος προωθώντας την αποκατάσταση από το δράστη των ζημιών του οικονομικής φύσης εγκλήματος και την υποβάθμιση της αξίωσης βαρείας τιμώρισης του ικανοποιεί αφενός την αξίωση του θύματος για εντελή ικανοποίηση αφετέρου την ποινική αξίωση της πολιτείας για επίτευξη κοινωνικής ειρήνης. Στις κακουργηματικές μορφές των εγκλημάτων υπεξαίρεσης, απάτης, απάτης με Η/Υ, απιστίας και τοκογλυφίας, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών μετά από αίτημα του κατηγορουμένου που υποβάλλεται μέχρι την τυπική περάτωση της κύριας ανάκρισης, καλεί αυτοπροσώπως τον κατηγορούμενο και τον παθόντα ή τους συνηγόρους  τους, οι οποίοι εντός 15 ημερών συντάσσουν πρακτικό συνδιαλλαγής, στο οποίο βεβαιώνεται η απόδοση του ιδιοποιημένου πράγματος ή η εντελής ικανοποίηση του ζημιωθέντα. Κατόπιν, ο εισαγγελέας εφετών εισάγει την υπόθεση στο τριμελές εφετείο, το οποίο επικυρώνει το πρακτικό που υποδηλώνει την ενοχή του κατηγορούμενου και επιβάλλει μειωμένη ποινή (έως τρία έτη) εκτός αν κρίνει ότι ο δράστης θα πρέπει να μείνει ατιμώρητος. Η απόφαση αυτή ελέγχεται μόνο αναιρετικά. Η διαδικασία ισχύει για όποιον κατηγορούμενο την επιθυμεί, ενώ σε περίπτωση αποτυχίας της συνδιαλλαγής το σχετικό υλικό καταστρέφεται και δεν λαμβάνεται υπόψη επί ποινή απόλυτης ακυρότητας.
Β. Αναφορικά με την κύρια διαδικασία, προς επιτάχυνση της απονομής της δικαιοσύνης, οι τροποποιήσεις ξεκινούν από την αλλαγή της καθ’ ύλην αρμοδιότητας των ποινικών δικαστηρίων: Πλέον το Μονομελές Πλημμελειοδικείο δικάζει όλα τα πλημμελήματα για τα οποία ο νόμος απειλεί ποινή φυλάκισης με ελάχιστο όριο κατώτερο του ενός έτους, πλην της παράβασης καθήκοντος, της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και της συκοφαντικής δυσφήμησης δια του τύπου. Στην εισηγητική έκθεση του νόμου αναφέρεται ότι δεν αποκλείεται στο μέλλον η ανάθεση της εκδίκασης όλων των εγκλημάτων σε πρώτο βαθμό σε μονομελή δικαστήρια, ωστόσο αναγνωρίζεται ότι η ελληνική νομική πραγματικότητα είναι ακόμα δύσπιστη και ανέτοιμη μπροστά σε αυτό το βήμα. Περαιτέρω, περιορίζονται σημαντικά τα πρόσωπα ειδικής δωσιδικίας, σε μια προσπάθεια να αποσυμφορηθούν τα τριμελή εφετεία από τις πλημμεληματικές φύσεως υποθέσεις που καθυστερούν την εκδίκαση της κύριας ύλης των τριμελών εφετείων, ήτοι τα κακουργήματα. Θα ήταν ωστόσο συστηματικά ορθότερο να αναφέρεται ρητά στο νόμο ότι καταργούνται οι διατάξεις επιμέρους νόμων που θεσπίζουν ειδική δωσιδικία για ορισμένες κατηγορίες προσώπων, καθώς από τη διατύπωση της διάταξης σε συνδυασμό με την μεταβατική διάταξη του αρ. 34 εδ. στ΄ περί κατάργησης κάθε αντίθετης διάταξης και την εισηγητή έκθεση του νόμου όπου αναφέρεται πως μόνο τα αναφερόμενα στην παρ. 6 του αρ. 111 πρόσωπα απολαμβάνουν ειδικής δωσιδικίας, ενδέχεται να δημιουργηθούν πρακτικά προβλήματα και ασάφειες. Περαιτέρω, οριοθετείται αυστηρά η δυνατότητα του δικαστηρίου να αναβάλει την εκδίκαση της υπόθεσης, ώστε να εκλείψει το φαινόμενο υποθέσεις να χρονίζουν, αθώοι κατηγορούμενοι να εξακολουθούν να εκτίθενται ως εγκληματίες ή να παραγράφεται το αξιόποινο εν επιδικία.
Γ. Σε μια προσπάθεια νομικού εκπολιτισμού, προβλέφθηκαν για πρώτη φορά ιδιαίτερες δικάσιμοι για υποθέσεις με κατηγορούμενο προσωρινά κρατούμενο, τουλάχιστον τρεις μηνιαίως στα μεγαλύτερα εφετεία της χώρας, μέτρο που θα συμβάλει και στην αποσυμφόρηση των καταστημάτων κράτησης. Επίσης, επί απουσίας του κατηγορούμενου για κακούργημα από το ακροατήριο, σε περίπτωση που αυτός είναι άγνωστης διαμονής, η υπόθεση αναστέλλεται, ως ισχύει σήμερα, ενώ αν είναι γνωστής διαμονής δικάζεται σαν να ήταν παρών, αλλά του αναγνωρίζεται δικαίωμα ακύρωσης της διαδικασίας.
Δ. Τέλος, αυξήθηκαν τα όρια του εκκλητού των καταδικαστικών αποφάσεων, σε μια προσπάθεια άρσης αναφυεισών εφαρμοστικών διχογνωμιών, εξορθολογισμού των υπαρχόντων μεγεθών και επιτάχυνσης της δικαστικής εκκαθάρισης ήσσονος σημασίας υποθέσεων χωρίς να παραβλάπτεται το δικαίωμα προσφυγής σε ανώτερο δικαστήριο. Σημαντική καινοτομία αποτελεί το γεγονός πως πλέον προσβάλλονται με έφεση όλες οι αποφάσεις των δικαστηρίων ανηλίκων, είτε επιβάλλον αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέτρα (οπότε και θεωρούνται αθωωτικές) είτε οποιουδήποτε ύψους περιοριστική της ελευθερίας ποινή. Ανασταλτικό αποτέλεσμα έχει πλέον αυτοδικαίως κάθε ποινή φυλάκισης έως τριών ετών, ενώ για ανώτερες ποινές φυλάκισης το ανασταλτικό αποτέλεσμα ισχύει εκτός αν το δικαστήριο κρίνει αλλιώς. Τέλος στην κρίση του δικαστηρίου επαφίεται η ανασταλτική δύναμη της έφεσης επί αποφάσεων που επιβάλλον ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης.
Ε. Εντασσόμενες στη γενικότερη προβληματική για επιτάχυνση της διαδικασίας είναι και οι κυριότερες αλλαγές στους ειδικούς ποινικούς νόμους: Καταρχήν, αποποινικοποιούνται κάποιες ήσσονος σημασίας πράξεις (π.χ. η οφειλή μικροποσών στα ασφαλιστικά ταμεία) ενώ υποβιβάζονται από πλημμελήματα σε πταίσματα αρκετές άλλες, οι οποίες εμφανίζουν μικρή κοινωνική απαξία, απασχολούν εντούτοις σήμερα τα πλημμελειοδικεία, υπερφορτώνοντας τα σχετικά εκθέματα (π.χ. παραβάσεις ΚΟΚ, υγειονομικές παραβάσεις κ.λπ.). Στην τελευταία αυτή περίπτωση εντάσσεται και ο υποβιβασμός σε πταίσμα των παραβάσεων του ν. 2734/1999 περί εκδιδομένων προσώπων, που πλέον τιμωρούνται με πρόστιμο έως 3.000 ευρώ, από τις λίγες διατάξεις του νόμου που συζητήθηκε έντονα με αρνητικό πρόσημο από το ευρύ κοινό, χωρίς ωστόσο να μπορεί να λεχθεί ότι η πορνεία έγινε πταίσμα, ενώ σε καμία περίπτωση δεν υποβαθμίστηκε η μαστροπεία και η σεξουαλική εκμετάλλευση, που ούτως ή άλλως τιμωρούνται αυστηρά από τις οικείες διατάξεις του ΠΚ.

Στο σύνολό του ο ν. 3904/2010 είναι, να μας επιτραπεί η έκφραση, ένας «νόμος-σκούπα»: Με 36 άρθρα προσπαθεί το ακατόρθωτο, ήτοι την εξυγίανση, στο σύνολό του, ουσιαστικά και διαδικαστικά, ενός συστήματος που νοσεί, και μάλιστα βαριά. Οι αλλαγές που επιφέρει είναι αναγκαίες, αν και κάπως αποσπασματικές, ειδικά σε ό,τι αφορά στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Προβληματισμό δημιουργούν εξάλλου τα κίνητρα των αλλαγών, καθώς ενυπάρχει ο κίνδυνος η άκρα επιμέλεια για επιτάχυνση της διαδικασίας να επιφέρει βλάβη σε θεμελιώδη δικαιώματα του κατηγορουμένου. Κάποιες από τις επιχειρούμενες τροποποιήσεις φαντάζουν στην πράξη ανέφικτες, ειδικά ό,τι έχει σχέση με τους χρόνους, ήτοι το χρόνο περάτωσης της προδικασίας, τον περιορισμό των αναβολών κ.ο.κ. Θα ήταν ευχής έργον να μπορέσουν οι σχετικές διατάξεις πράγματι να εφαρμοστούν, αν και με την σημερινή εικόνα της ποινικής δικαιοσύνης φαντάζει ουτοπικό. Ωστόσο, είναι μία καλή αρχή, που ακόμα και αν δεν λειτουργήσει κατά γράμμα αλλά κατά προσέγγιση, οπωσδήποτε θα εξορθολογήσει τη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας στο σύνολό της. Δεν πρέπει εξάλλου να παραβλέψουμε το γεγονός πως αρκετές διατάξεις, έστω και με αμφισβητούμενα κίνητρα, θα λειτουργήσουν πράγματι υπέρ του κατηγορουμένου ή του ήδη κρατουμένου. Απομένει να δούμε στην πράξη αν ο ν. 3904/2010 θα εκπληρώσει τους γενεσιουργούς του στόχους και θα επιφέρει πράγματι τον πολυπόθητο εξορθολογισμό και τη βελτίωση του συστήματος απονομής της ποινικής δικαιοσύνης.

 

Υποσημειώσεις

1. Η παρ. 5 όπως ίσχυε προέβλεπε τις εξής προϋποθέσεις : ο δράστης α) βρίσκεται σε πρόδηλη και απόλυτη οικονομική αδυναμία, β) από την εκπαίδευσή του, τις επαγγελματικές του δυνατότητες και τα στοιχεία της προσωπικότητάς του γενικά πιθανολογείται ότι θα ανταποκριθεί στην υποχρέωση καταβολής και γ) έχει προηγουμένως ζητήσει τη μετατροπή της ποινής του σε παροχή κοινωφελούς εργασίας, αλλά το δικαστήριο έκρινε ότι η παροχή τέτοιας εργασίας από το συγκεκριμένο δεν είναι εφικτή για λόγους ανεξάρτητους από τη βούλησή του.
2. Συχνότητα και σοβαρότητα παράβασης, βαθμό υπαιτιότητας, τμήμα ποινής που εκτίθηκε

 

N.3994/2011: ΑΡΘΡΟ 70 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΕΝΣΗΜΟ ΣΤΙΣ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΤΙΚΕΣ ΑΓΩΓΕΣ

 

 

Ζητήματα Συνταγματικότητας και Διαχρονικού Δικαίου διάταξης άρθρου 70 ν.3994/2011

Ηλία Ι. Κλάππα, Δικηγόρου Πειραιά, Μέλους Δ.Σ. του Δ.Σ.Πειραιά
---------------------------------------------------------------------------------------------------

Το παρόν άρθρο βασίστηκε σε εισήγηση που παρουσιάστηκε στις 2-10-2011 στην 3η Επιστημονική Διημερίδα της Ένωσης Νομικών Δικαίου Ιδιωτικής Ασφάλισης και Αστικής Ευθύνης Τροχαίων Ατυχημάτων (ΕΝΔΙΑΑΕΤΑ), η οποία διοργανώθηκε το διήμερο 1/2/-10-2011 στο Ναύπλιο σε συνεργασία με τον Δικηγορικό Σύλλογο Ναυπλίου, με θέμα «Τροχαία Ατυχήματα και Ιδιωτική Ασφάλιση: Αστικά, Ποινικά και Δικονομικά ζητήματα μετά τις τελευταίες νομοθετικές ρυθμίσεις».

---------------------------------------------------------------------------------------------------

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Α Το ισχύον πλέον νομικό καθεστώς για το δικαστικό ένσημο μετά το ν.3994/2011
Β Αντισυνταγματικότητα και παραβίαση της ΕΣΔΑ από τη διάταξη του άρθρου 70 με την οποία επιβάλλεται δικαστικό ένσημο στις αναγνωριστικές αγωγές
Γ Ζητήματα αντισυνταγματικότητας και παράβασης της ΕΣΔΑ από την επιβολή τέλους δικαστικού ενσήμου χωρίς ανώτατο όριο
Δ Διαχρονικό δίκαιο
Ε Ανάγκη επαναφοράς προηγούμενου νομοθετικού καθεστώτος



(Οι αριθμοί εντός παρενθέσεως στο σώμα του κειμένου παραπέμπουν σε σημειώσεις που παρατίθενται μετά το τέλος όλου του κειμένου.)



Α Το ισχύον πλέον νομικό καθεστώς για το δικαστικό ένσημο μετά το ν.3994/2011


1 Η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου θεσμοθετήθηκε με το νόμο ΓπΟΗ/1912. Με την αυθεντική ερμηνεία της παραγράφου 2 του ανωτέρω νόμου που έγινε με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ.3 ν.δ. 1544/1942, οι αναγνωριστικές αγωγές εξαιρέθηκαν της υποχρέωσης καταβολής δικαστικού ενσήμου, όπως και οι αγωγές περί εξάλειψης υποθήκης και προσημείωσης και οι περί ακύρωσης του πλειστηριασμού. (1)
Συνεπώς, μέχρι τη θέση σε ισχύ του ν. 3994/2011, η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου προβλεπόταν μόνο για τις καταψηφιστικές αγωγές με περιουσιακό αντικείμενο ή χρηματικά αποτιμητές, δηλαδή για τις αγωγές που επιδιώκουν να εφοδιάσουν τον ενάγοντα με εκτελεστό τίτλο, εφόσον το αντικείμενό τους υπερβαίνει το ποσό των 15.000 δρχ. πλην των εργατικών διαφορών για τις οποίες ισχύει το ποσό του ορίου της εκάστοτε καθύλην αρμοδιότητας των Ειρηνοδικείων (άρθρο 71 ΕισΝΚΠολΔ) (2).

Πλέον, με τη διάταξη του άρθρου 70 του νέου νόμου τροποποιείται το άρθρο 7 παρ.3 ν.δ. 1544/1942, αφαιρούνται οι αναγνωριστικές αγωγές από την διάταξη με την οποία εξαιρούνταν από την καταβολή του δικαστικού ενσήμου και, κάνοντας ένα πραγματικό άλμα στο παρελθόν, επανερχόμαστε στο νομικό καθεστώς του 1912 και με τον τρόπο αυτό επεκτείνεται η υποχρέωση καταβολής τέλους δικαστικού ενσήμου και επί απλώς αναγνωριστικών αγωγών που έχουν περιουσιακό αντικείμενο ή είναι χρηματικά αποτιμητές, εφόσον το αντικείμενό τους υπερβαίνει τα ποσά τα οποία ανωτέρω αναφέρθηκαν. (3)

Το δικαστικό ένσημο είναι αναλογικό τέλος και από το έτος 1954 ανέρχεται σε 4%ο (4) επί του αντικειμένου της αγωγής(5), για τον προσδιορισμό του οποίου λαμβάνεται υπόψη, αντίθετα με ό,τι εσφαλμένως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του νόμου, μόνο το ποσό του κεφαλαίου και όχι οι αναλογούντες τόκοι, κατ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 9 εδ.β ΚΠολΔ (6).

2 H καταβολή του δικαστικού ενσήμου εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο και η παράλειψη καταβολής του έχει στην πολιτική δίκη ιδιαιτέρως δυσμενείς συνέπειες, καθώς σύμφωνα με το άρθρο 175 ΚΠολΔ συνεπάγεται πλασματική ερημοδικία του ενάγοντα με αποτέλεσμα να απορρίπτεται η αγωγή ως αβάσιμη αφού η ερήμην απόφαση θεωρείται ότι εκδίδεται επί της ουσίας (7). 

Οι ανωτέρω συνέπειες έχουν εφαρμογή και στις ειδικές διαδικασίες εκδίκασης των εργατικών, αυτοκινητικών και των μισθωτικών διαφορών καθώς και των διαφορών που αφορούν διατροφή και επιμέλεια τέκνων κατ ευθεία εφαρμογή του άρθρου 2 του ν. ΓπΟΗ/1912 σε συνδυασμό με το άρθρο 7 παρ.1 ν.δ. 1544/42, οι δε διατάξεις των άρθρων 672 και 649 παρ. 2 ΚΠολΔ που εφαρμόζονται σε περίπτωση ερημοδικίας του ενάγοντα στις διαδικασίες αυτές έχει κριθεί ότι δεν αφορούν στην μη προκαταβολή των τελών της δίκης στα οποία συμπεριλαμβάνεται και το δικαστικό ένσημο, αλλά στους άλλους λόγους μη εμφάνισης ή μη νόμιμης παράστασης κάποιου από τους διαδίκους.(8)

3 Κατά της απορριπτικής, ως άνω αποφάσεως, συγχωρείται το ένδικο μέσο της ανακοπής ερημοδικίας, προς τον σκοπό της καταβολής του δικαστικού ενσήμου, ακόμη και υπό το καθεστώς της νέας ρυθμίσεως του άρθρου 501 ΚΠολΔ, που κατήργησε την αναιτιολόγητη ανακοπή ερημοδικίας(9), ως επίσης επιτρέπεται άσκηση της έφεσης για την καταβολή του δικαστικού ενσήμου, μέχρι τη συζήτηση αυτής, γεγονός που συνεπάγεται την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης.(10)

Ανεξαρτήτως, όμως, της δυνατότητας αντιμετώπισης των συνεπειών της πλασματικής ερημοδικίας λόγω μη καταβολής του δικαστικού ενσήμου, με ανακοπή ερημοδικίας και με έφεση, ορθότερη δικαιοπολιτικά, συμβάλλουσα μάλιστα και στην οικονομία της δίκης, φαίνεται η ρύθμιση που ισχύει στην διοικητική δίκη, σύμφωνα την οποία η μη καταβολή του αναλογούντος δικαστικού ενσήμου δεν συνεπάγεται απόρριψη της αγωγής, αλλά αναστολή της προόδου της δίκης με απόφαση του Δικαστηρίου, ώστε να καταβληθεί το ελλείπον τέλος δικαστικού ενσήμου και μόνο αν ως τη νέα αυτή συζήτηση δεν καταβληθεί, τότε και μόνο απορρίπτεται η αγωγή και, μάλιστα, ως απαράδεκτη και όχι ως αβάσιμη (άρθρο 274 παρ.3 ΚΔιοικΔ, ως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 22 παρ.6 ν.3226/2004).

Στην πολιτική δίκη θα μπορούσε, χωρίς ζημία των δικονομικών διατάξεων, να επιτευχθεί παρόμοιο δικονομικό αποτέλεσμα και να μην απορριφθεί η αγωγή σε περίπτωση μη-καταβολής του αναλογούντος δικαστικού ενσήμου είτε με επίκληση και εφαρμογή του άρθρου 254 παρ.1 ΚΠολΔ για επανάληψη της δίκης προκειμένου να συμπληρωθεί το ελλείπον δικαστικό ένσημο(11), είτε με τη διαδικασία του άρθρου 227 παρ.1 ΚΠολΔ περί αναπλήρωσης τυπικών παραλείψεων, κατά την οποία ο ενάγων καλείται εντός της τασσόμενης προθεσμίας να καταβάλει το απαιτούμενο τέλος δικαστικού ενσήμου (12).

Β Αντισυνταγματικότητα και παραβίαση της ΕΣΔΑ από τη διάταξη του άρθρου 70 με την οποία επιβάλλεται δικαστικό ένσημο στις αναγνωριστικές αγωγές

1 Το δικαίωμα του πολίτη για παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια αποτελεί θεμελιώδες συνταγματικό δικαίωμα (άρθρο 20 παρ.1 Συντάγματος) (13), το οποίο κατοχυρώνεται και από την κυρωθείσα με το ν.δ. 53/1974 Ευρωπαϊκή Σύμβαση της Ρώμης του 1950 για τα δικαιώματα του ανθρώπου (ΕΣΔΑ άρθρα 6 και 13) και αποτελεί θεμελιώδη αρχή του κράτους δικαίου.

Ο ουσιαστικός νόμος καθορίζει τις ειδικότερες προϋποθέσεις για την άσκηση του δικαιώματος προσφυγής στη δικαιοσύνη θεσπίζοντας δικονομικές προϋποθέσεις, δαπανήματα και γενικότερα διατυπώσεις για την πρόοδο της δίκης, πλην όμως, ο κοινός νομοθέτης δεν έχει απεριόριστη εξουσία προσδιορισμού των προϋποθέσεων αυτών. Οι ρυθμίσεις του ουσιαστικού νόμου πρέπει να συνάπτονται προς την λειτουργία των δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης και δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να θέτουν αδικαιολόγητους δικονομικούς φραγμούς στην παροχή εννόμου προστασίας από τα Δικαστήρια, οι οποίοι ισοδυναμούν με κατάργηση, άμεση ή έμμεση, του σχετικού δικαιώματος, άλλως οι ρυθμίσεις αυτές είναι προδήλως αντισυνταγματικές(14) και αντίκειται στο άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ(15).

2 Η επιβολή φορολογικού βάρους με τη μορφή του τέλους δικαστικού ενσήμου μόνο στις καταψηφιστικές αγωγές δεν συνιστούσε στέρηση του δικαιώματος αυτού καθώς συναρτάτο με την εκτελεστότητα της απόφασης και όχι με την προσφυγή στη δικαιοσύνη, δεδομένου ότι το δικαίωμα προσφυγής στη δικαιοσύνη προστατευόταν επαρκώς με δυνατότητα άσκησης αναγνωριστικής αγωγής.
Η διαφορετική αντιμετώπιση της καταψηφιστικής από την αναγνωριστική αγωγή στο θέμα του δικαστικού ενσήμου, είχε επαρκή δικαιοπολιτική εξήγηση, καθώς οι αποφάσεις επί καταψηφιστικών αγωγών είναι το δίχως άλλο εκτελεστές, ενώ οι αποφάσεις επί των αναγνωριστικών αγωγών δεν είναι εκτελεστές, το δε Δημόσιο δεν στερείται του αναλογούντος δικαστικού ενσήμου που καταβάλλεται όταν η αναγνωριστική απόφαση γίνει, με τους όρους που στο νόμο προβλέπονται, εκτελεστή(16).

Η επέκταση του δικαστικού ενσήμου, όμως, και στις αναγνωριστικές αγωγές σημαίνει ότι πλέον καθίσταται δικονομική προϋπόθεση του παραδεκτού της παράστασης του διαδίκου, γεγονός προδήλως αντισυνταγματικό, καθώς, καθιστώντας δυσβάσταχτη οικονομικά την προσφυγή στη δικαιοσύνη(17), περιορίζει και σε πολλές περιπτώσεις(18) στερεί το συνταγματικό δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας(19). 

Στα πλαίσια αυτά, ο Άρειος Πάγος με την πρόσφατη υπ αριθμ. 675/2010 απόφασή του, έκρινε ότι η υποχρέωση καταβολής αναλογικού τέλους δικαστικού ενσήμου στις καταψηφιστικές αγωγές δεν αναιρεί το ατομικό δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας του διαδίκου «λαμβανομένου υπόψη ότι το εν λόγω δικαίωμα ικανοποιητικά προστατεύεται με την άσκηση αναγνωριστικού χαρακτήρα αγωγής».
Είναι προφανές ότι η νομική παραδοχή του Αρείου Πάγου περί της συνταγματικότητας του δικαστικού ενσήμου προϋπέθετε την απωλεσθείσα σήμερα δυνατότητα του πολίτη να προσφύγει στα δικαστήρια με αναγνωριστική αγωγή, η άσκηση της οποίας χωρίς υποχρέωση καταβολής δικαστικού ενσήμου προστατεύει ικανοποιητικά το συνταγματικό δικαίωμα παροχής εννόμου προστασίας(20).

3 Με την αιτιολογική έκθεση επί του σχεδίου νόμου για το άρθρο 70 φέρεται ως σκοπός της νέας διάταξης η αύξηση των δημοσίων εσόδων, πρόβλεψη που αποτυπώνεται και στην σχετική Έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους επί του σχεδίου νόμου (21).

Πλην όμως, σύμφωνα και με τον έντονο νομικό προβληματισμό που διατύπωσε η Επιστημονική Επιτροπή της Βουλής με την έκθεσή της επί του νομοσχεδίου(22) και κατά την πάγια νομολογία του ΣτΕ(23), η επίκληση αμιγώς ταμειακών αναγκών του δημοσίου χωρίς σύνδεση με τη λειτουργία των δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης, δεν είναι συνταγματικώς ανεκτή για τη θέσπιση προϋποθέσεων για την παροχή δικαστικής προστασίας.

Αντίστοιχη είναι και η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), κατά την οποία \\\\\\\\\\\\\\\"μόνο το δημοσιονομικό συμφέρον του Δημοσίου δεν μπορεί να αφομοιωθεί συλλήβδην σε ένα γενικότερο δημόσιο συμφέρον, το οποίο θα δικαιολογούσε σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση την παραβίαση των δικαιωμάτων του πολίτη (24).

4 Η υποχρεωτική επιβολή δικαστικού ενσήμου σε όλες τις αγωγές που έχουν περιουσιακό αντικείμενο ή είναι χρηματικά αποτιμητές δεν συνδέεται με τη λειτουργία των δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης ούτε μπορεί να δικαιολογηθεί επαρκώς από τις ταμειακές ανάγκες του δημοσίου από την «κινητοποίηση ενός πολυδάπανου δημόσιου μηχανισμού», όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση.

Πρώτον, γιατί η δικαιοσύνη δεν αποτελεί «μηχανισμό», όπως εσφαλμένα αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση, αλλά αποτελεί δημόσια λειτουργία, συνταγματικά κατοχυρωμένη και χρηματοδοτούμενη από τον δημόσιο προϋπολογισμό και δεν λειτουργεί με βάση την αρχή της ανταποδοτικότητας(25).

Δεύτερον, γιατί θα έπρεπε στην περίπτωση αυτή το σχετικό τέλος να επεκταθεί σε όλες τις αγωγές και όχι μόνο στις χρηματικά αποτιμητές, καθώς οι λοιπές αγωγές κινητοποιούν τον ίδιο πολυδάπανο «μηχανισμό» κατά την έκφραση της αιτιολογικής έκθεσης.

Φαίνεται, αντίθετα, ότι η ρύθμιση αποκτά αποτρεπτικό, καταρχήν, και, στη συνέχεια, κυρωτικό χαρακτήρα, ειδικά για τις χρηματικά αποτιμητές αγωγές, καθώς, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση, με την επέκταση του δικαστικού ενσήμου και στις αναγνωριστικές αγωγές επιδιώκεται «να αποτραπεί η συζήτηση προπετών και αβασίμων αγωγών».

Ο πολίτης, για λόγους καθαρά εισπρακτικούς, στερείται του δικαιώματος να προσφύγει στη δικαιοσύνη χωρίς να καταβάλει δικαστικό ένσημο για να εμποδίσει την παραγραφή του δικαιώματός του, να άρει υφιστάμενη αβεβαιότητα περί της ύπαρξης του δικαιώματος ή της έκτασής του, να εκδώσει αναγνωριστική απόφαση όταν υπάρχει αμφιβολία για τη φερεγγυότητα του οφειλέτη και για τη δυνατότητα εκτέλεσης της απόφασης κοκ, χωρίς βεβαίως όλα αυτά να μπορούν να θεωρηθούν προπετείς και αβάσιμες αγωγές.

Άλλωστε, κατά το Σύνταγμα, μόνο τα αρμόδια δικαστήρια και ουδείς άλλος, και βεβαίως όχι προκαταβολικά, μπορεί να κρίνει αν οι αγωγές είναι πράγματι προπετείς και αβάσιμες, προβλέπονται δε στον ΚΠολΔ επαρκείς ποινές (άρθρο 205)(26) και κυρώσεις (άρθρα 178-179, περί δικαστικής δαπάνης) για τις περιπτώσεις τέτοιων αγωγών, ώστε να μην χρειάζονται άλλες και σε καμία περίπτωση το δικαστικό ένσημο δεν μπορεί να αποτελέσει τέτοιου είδους κύρωση(27).

Συνεπαγωγικά, η κατάργηση της δυνατότητας προσφυγής στη δικαιοσύνη χωρίς να υποχρεωθεί ο προσφεύγων να καταβάλει το δικαστικό ένσημο αποτελεί συνταγματικά ανεπίτρεπτο περιορισμό που παρεμποδίζει την ανοιχτή πρόσβαση κάθε πολίτη στη δικαιοσύνη και ισοδυναμεί με έμμεση κατάργηση του προστατευόμενου και από την ΕΣΔΑ δικαιώματος παροχής εννόμου προστασίας, καθώς προσβάλλει την ίδια την υπόσταση του δικαιώματος(28).

Γ Ζητήματα αντισυνταγματικότητας και παράβασης της ΕΣΔΑ από την επιβολή τέλους δικαστικού ενσήμου χωρίς ανώτατο όριο 

Ανεξαρτήτως των ζητημάτων συνταγματικότητας της διάταξης για την επιβολή δικαστικού ενσήμου και στις αναγνωριστικές αγωγές, η νέα ρύθμιση και η συνεπαγόμενη αποσύνδεση του δικαστικού ενσήμου από την εκτελεστότητα της απόφασης γεννά ζήτημα αντισυνταγματικότητας πλέον του δικαστικού ενσήμου στο σύνολό του. 

1 Όπως ήδη αναφέρθηκε, το δικαστικό ένσημο είναι αναλογικό τέλος και προσδιορίζεται σε ποσοστό του αντικειμένου της αγωγής χωρίς ανώτατο όριο (πλαφόν) ως προς το ύψος του.
Το δικαστικό ένσημο είναι τέλος ανταποδοτικού χαρακτήρα, σύμφωνα με το σκοπό του, και συνδέεται με την παροχή συγκεκριμένης υπηρεσίας από το δημόσιο και δεν αποτελεί φόρο(29), καθώς φόρος είναι το δημοσιονομικό βάρος που επιβάλλεται για την εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος στο σύνολό του και όχι για μία επιμέρους παροχή ή υπηρεσία. Άλλωστε, δεν νοείται φόρος για νομιζόμενη αξίωση, όπως είναι αυτή που εισάγεται προς εκδίκαση με την αγωγή (αντικείμενο της δίκης), παρά μόνο για την επιδικαζόμενη με την απόφαση εκτελεστή αξίωση. 
Ως τέλος ανταποδοτικού χαρακτήρα, η καταβολή του δικαστικού ενσήμου πρέπει να τελεί σε σχέση αντιστοιχίας με την παρεχόμενη δημόσια υπηρεσία, καθώς αποσκοπεί στην κάλυψη του κόστους της υπηρεσίας αυτής.

Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (Δ.Ε.Κ)., το ύψος των ανταποδοτικών τελών πρέπει να είναι και ανάλογο με τη δαπάνη, στην οποία υποβάλλεται η Δημόσια Διοίκηση, άλλως, εάν το ύψος ενός τέλους είναι γενικώς άσχετο προς τα έξοδα, στα οποία υποβάλλεται η Διοίκηση, τότε δεν μπορεί να αποτελεί τέλος ανταποδοτικού χαρακτήρα (βλ. απόφαση Δ.Ε.Κ. της 2ας Δεκεμβρίου 1997, Fantask A/S κ.λπ. κατά Industriministeriet (Ehrvervministeriet), Συλλ. 1997 σελ. Ι-6783). 
Με την ισχύουσα πλέον διάρθρωση του θεσμού του δικαστικού ενσήμου, το καταβαλλόμενο τέλος στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων, δεν αντιστοιχεί στα έξοδα στα οποία υποβάλλεται το Δημόσιο για την οργάνωση και την εν γένει διαδικασία της δίκης, καθώς το κόστος της διεξαγωγής της δίκης δεν συνδέεται με το αντικείμενο της δίκης, όπως αυτό προσδιορίζεται στο εισαγωγικό δικόγραφο, αλλά σχετίζεται με την καθύλην αρμοδιότητα, δεδομένου ότι ο ίδιος δικαιοδοτικός μηχανισμός (αριθμός δικαστών, αριθμός δικών, δικαστικών αιθουσών) κινητοποιείται όταν πρόκειται για υποθέσεις της ίδιας καθ ύλην αρμοδιότητας.

Αυτό γίνεται ακόμη πιο εμφανές σε υποθέσεις με μεγάλο χρηματικό αντικείμενο όπου το ύψος του καταβλητέου του δικαστικού ενσήμου, ακριβώς επειδή δεν υπάρχει ανώτατο όριο (πλαφόν) είναι παντελώς αναντίστοιχο με το κόστος της δίκης. Για παράδειγμα το κόστος της δίκης μιας αυτοκινητικής διαφοράς με αντικείμενο 21.000 ευρώ είναι ακριβώς το ίδιο με το κόστος της δίκης με αντικείμενο 1.000.000 ευρώ, καθώς και οι δύο εμπίπτουν στην καθύλην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου και, κατ έφεση, του Μονομελούς Εφετείου και κινητοποιούν τον ίδιο δικαιοδοτικό μηχανισμό, πλην όμως, το δικαστικό τέλος που πρέπει να καταβληθεί στη δεύτερη περίπτωση είναι περίπου 50 φορές μεγαλύτερο απ ό,τι στην πρώτη περίπτωση με αποτέλεσμα να υπάρχει προφανώς ανόμοια αντιμετώπιση όμοιων δικονομικών καταστάσεων.

2 Επειδή ακριβώς στις περιπτώσεις των αναλογικών τελών, όπως αυτή του δικαστικού ενσήμου, έχει καθοριστική σημασία για την νομιμότητά του, η αντιστοιχία μεταξύ του ύψους του τέλους και της παρεχόμενης δημόσιας υπηρεσίας, η Ολομέλεια του ΣτΕ με τις υπ αριθ. 647/2004 και 3470/2007 αποφάσεις της, έκρινε ότι σε περιπτώσεις αναλογικού τέλους ή παραβόλου χωρίς να καθορίζεται ανώτατο όριο (οροφή), η σχετική υποχρέωση σε υποθέσεις κυρίως με μεγάλο χρηματικό αντικείμενο, καθίσταται δυσανάλογη σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνεπάγεται περιορισμό του δικαιώματος παροχής δικαστικής προστασίας.

Μάλιστα, όπως παγίως νομολογεί το Συμβούλιο της Επικρατείας, η δυνατότητα απαλλαγής του διαδίκου από τη σχετική υποχρέωση σε περίπτωση αδυναμίας λόγω ένδειας καταβολής του παραβόλου, δεν αρκεί προκειμένου να θεωρηθεί ότι πληρούνται οι εγγυήσεις για την παροχή αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, δεδομένου ότι με την επίμαχη ρύθμιση θίγονται τα δικαιώματα του μη ενδεούς διαδίκου, ο οποίος υφίσταται μία δυσανάλογη οικονομική επιβάρυνση, προκειμένου να εισάγει τις αξιώσεις του στο αρμόδιο Δικαστήριο. Η ως άνω ρύθμιση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι σύμφωνη με το άρθρο 20 παρ.1 του Συντάγματος, δεδομένου ότι η δυνατότητα προσφυγής στη δικαιοσύνη συναρτάται με την οικονομική κατάσταση του προσφεύγοντος στη δικαιοσύνη διαδίκου. 

Για το λόγο αυτό, αναλογικό τέλος χωρίς ανώτατο όριο έχει κριθεί αντισυνταγματικό ως αντίθετο με το άρθρο 20 παρ.1 του Συντάγματος και η διάταξη που το προβλέπει κρίθηκε ότι δεν είναι εφαρμοστέα όχι μόνο στις υποθέσεις με μεγάλο χρηματικό αντικείμενο, αλλά σε κάθε περίπτωση, ανεξαρτήτως του ύψους του τέλους, το οποίο θα προέκυπτε από την εφαρμογή των διατάξεων στη συγκεκριμένη διαφορά(30).

3 Ανάλογη είναι και η νομολογία του ΕΔΔΑ, το οποίο με πρόσφατη απόφασή του έκρινε ότι παραβιάζεται το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, όταν το ύψος του δικαστικού ενσήμου είναι υπερβολικό για το συνήθη διάδικο και δεν δικαιολογείται ούτε από τις περιστάσεις της υπόθεσης ούτε από την οικονομική κατάσταση των προσφευγόντων στη δικαιοσύνη(31). Μάλιστα, το ΕΔΔΑ προχώρησε περαιτέρω και έκρινε ότι η απόρριψη της αγωγής λόγω 
μη-καταβολής του δικαστικού ενσήμου αποτελεί παραβίαση του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ για τον σεβασμό της περιουσίας(32), δεδομένου ότι οι ενάγοντες είχαν νόμιμη προσδοκία για την ικανοποίηση της αξίωσής τους.

Κατά συνέπεια, το τέλος δικαστικού ενσήμου, το οποίο υποχρεωτικά πλέον καταβάλλεται για την προσήκουσα παράσταση του ενάγοντα στην πολιτική δίκη, ανεξάρτητα αν το αίτημα είναι καταψηφιστικό ή αναγνωριστικό, χωρίς πλέον δυνατότητα περιορισμού του ποσού για το οποίο καταβάλλεται δικαστικό ένσημο, όπως συνέβαινε με το καθεστώς προ του ν. 3994/11, είναι αντισυνταγματικό και αντίκειται στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, καθώς δεν υφίσταται ανώτατο όριο (πλαφόν) για το ύψος του ούτε συνδέεται με την καθύλην αρμοδιότητα και κατ επέκταση με το πραγματικό κόστος της δίκης και, κατά συνέπεια, η σχετική υποχρέωση είναι υπερβολική και δυσανάλογη σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνεπάγεται περιορισμό του δικαιώματος παροχής δικαστικής προστασίας.

Δ Διαχρονικό δίκαιο

1 Στο σχέδιο νόμου που τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση και το οποίο υποβλήθηκε για νομοτεχνική επεξεργασία στη Διεύθυνση Επιστημονικών Μελετών της Βουλής, δεν υπήρχε ειδική μεταβατική διάταξη, η οποία να αφορά στην τροποποίηση που προτεινόταν για το τέλος δικαστικού ενσήμου και την επέκτασή του στις αναγνωριστικές αγωγές.

Αντίστοιχα, η αιτιολογική έκθεση στο σχέδιο νόμου σιωπούσε πλήρως αναφορικά με τα ζητήματα διαχρονικού δικαίου που γεννώνται με την τροποποίηση της διάταξης αυτής του άρθρου 7 παρ. 3 ν.δ. 1544/1942, σχετικά με την επιβολή του δικαστικού ενσήμου στις αναγνωριστικές αγωγές(33).
Παρά το γεγονός ότι υπήρχαν στο σχέδιο νόμου πολλές άλλες μεταβατικές διατάξεις, οι οποίες παρέμειναν και στο τελικό κείμενο του νόμου, η Επιστημονική Επιτροπή της Βουλής επεσήμανε την παράλειψη και, συγκεκριμένα, επεσήμανε ότι 
«δεν προτείνεται μεταβατική διάταξη για τη διευκρίνιση της ενάρξεως ισχύος της εν λόγω ρυθμίσεως, ιδίως σε σχέση προς τις εκκρεμείς σε πρώτο ή σε δεύτερο βαθμό δίκες. Θα έχρηζε, επίσης, διευκρινίσεως το ζήτημα της υποχρεώσεως καταβολής δικαστικού ενσήμου για καταψηφιστική αγωγή, στην περίπτωση που αυτό έχει ήδη καταβληθεί για προηγούμενη αναγνωριστική αγωγή».

Για το λόγο αυτό, στο τελικό κείμενο του νόμου προστέθηκε μεταβατική διάταξη που περιλαμβάνεται στην παράγραφο 14 του άρθρου 72, σύμφωνα με την οποία 
«η παράγραφος 3 του άρθρου 7 του νομοθετικού διατάγματος 1544/1942 εφαρμόζεται στις αγωγές που ασκούνται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου». (34)

2 Χωρίς να διεκδικείται η αυθεντική ερμηνεία της διάταξης, η οποία είναι έργο του νομοθέτη και μόνο (35), μπορεί να ειπωθεί ότι από την τελολογική ερμηνεία της διάταξης στηριζόμενη στο χρόνο διατύπωσής της, μετά την παρέμβαση της Επιστημονικής Επιτροπής, και στο γεγονός ότι προστέθηκε επειδή κρίθηκε ότι δεν επαρκούσαν οι λοιπές μεταβατικές διατάξεις που υπήρχαν στο σχέδιο νόμου, συνάγεται ότι ο σκοπός του νομοθέτη ήταν η συμπερίληψη στο τελικό κείμενο ειδικής διάταξης που να ρυθμίζει αποκλειστικά και μόνο αυτή τα θέματα μεταβατικού δικαίου σχετικά με την καταβολή του τέλους δικαστικού ενσήμου.

Επίσης, από τη γραμματική ερμηνεία της διάταξης, προκύπτει ότι, προς αποφυγή οιωνδήποτε παρερμηνειών, στη διάταξη χρησιμοποιείται καταφατική διατύπωση και όχι αρνητική, αναφέρονται δηλαδή οι αγωγές που καταλαμβάνονται από τη διάταξη και όχι αυτές που δεν καταλαμβάνονται.
Η τυχόν αρνητική διατύπωση για τις αγωγές που δεν καταλαμβάνονται θα έπρεπε να είναι εξαντλητική, αλλιώς θα άφηνε περιθώρια αμφισβητήσεων για το αν καταλαμβάνονται και οι αναγνωριστικές και οι καταψηφιστικές αγωγές, για το αν καταλαμβάνονται οι καταψηφιστικές αγωγές που στη συνέχεια μετατρέπονται εν όλω ή εν μέρει σε αναγνωριστικές, για το αν καταλαμβάνονται οι εκκρεμείς αγωγές σε πρώτο ή δεύτερο βαθμό και ούτω καθεξής.

Προβλήματα ερμηνείας αυτού του είδους δεν προκύπτουν γιατί ο νομοθέτης με την καταφατική διατύπωση που χρησιμοποιεί για τις αγωγές στις οποίες εφαρμόζεται η τροποποιημένη διάταξη, εξαιρεί στο σύνολό τους όλες τις αγωγές κάθε είδους που ασκήθηκαν πριν την έναρξη ισχύος του ν. 3994/2011, ανεξάρτητα σε ποια φάση της δικαστικής διαδικασίας βρίσκονται.

3 Συνεπώς, το μόνο κριτήριο εφαρμογής της διάταξης είναι ο χρόνος άσκησης της αγωγής και δεν έχει καμία απολύτως επίδραση η διαδικαστική πράξη μετατροπής του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος σε καθ ολοκληρίαν ή εν μέρει αναγνωριστικό, η οποία δικονομικά συνιστά περιορισμό του αιτήματος της αγωγής κατ άρθρον 223 ΚΠολΔ και μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής κατ άρθρον 295 παρ.1 εδ.β ΚΠολΔ, καθώς η διαδικαστική αυτή πράξη αφορά αγωγή που ρητά και χωρίς αμφιβολία δεν καταλαμβάνεται από τη μεταβατική διάταξη του νόμου.

Η μεταβατική διάταξη του άρθρου 72 παρ.2 του ν.3994/2011 που αφορά στο δίκαιο που διέπει τις διαδικαστικές πράξεις επί εκκρεμών στον πρώτο βαθμό υποθέσεων, δεν μπορεί να εφαρμοστεί για το δικαστικό ένσημο ακόμη και στις περιπτώσεις που ο ενάγων προβαίνει στη διαδικαστική πράξη του περιορισμού ολόκληρου ή μέρους του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό μετά τη θέση σε ισχύ του νέου νόμου, εφόσον η διαδικαστική αυτή πράξη αφορά αγωγή ασκηθείσα προ της έναρξης ισχύος του νέου νόμου(36). 

Η διάταξη της παραγράφου 14 του άρθρου 72 ως ειδικότερη υπερισχύει κάθε άλλης μεταβατικής διάταξης του ίδιου νόμου, άρα και της μεταβατικής διάταξης της παραγράφου 2 του άρθρου 72.
Επίσης, η διάταξη της παραγράφου 14 του άρθρου 72 ως μεταγενέστερη υπερισχύει ασφαλώς της διάταξης του άρθρου 7 παρ.4 ν.δ.1544/1942 που ρυθμίζει το διαχρονικό δίκαιο που ίσχυε κατά τον χρόνο εισαγωγής του ανωτέρω νομοθετικού διατάγματος σε ισχύ (1942) (37).

Συνοψίζοντας, για αγωγές που ασκήθηκαν πριν την έναρξη ισχύος του ν.3994/2011, η οποία συμπίπτει κατ άρθρον 77 με τη δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (27-7-2011), είτε αυτές ήταν εξαρχής αναγνωριστικές είτε μετατράπηκαν εν μέρει ή καθ ολοκληρίαν σε αναγνωριστικές, είτε πριν είτε μετά την έναρξη ισχύος του νόμου, δεν οφείλεται δικαστικό ένσημο για το αναγνωριστικό αίτημα που τυχόν περιέχουν. Συνεπώς, οι ήδη ασκηθείσες αγωγές κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του νόμου δεν καταλαμβάνονται από τη νέα ρύθμιση.

Ε Ανάγκη επαναφοράς του προηγούμενου νομοθετικού καθεστώτος


Συμπερασματικά, λαμβάνοντας υπόψη τα σοβαρά προβλήματα αντισυνταγματικότητας και παραβίασης της ΕΣΔΑ που γεννά η ρύθμιση του άρθρου 70 του ν. 3994/2011, η ήδη λειτουργούσα νέα νομοπαρασκευαστική επιτροπή του Υπουργείου Δικαιοσύνης υπό τον Σύμβουλο Επικρατείας κ. Μιχαήλ Πικραμένο, η οποία καλείται να ολοκληρώσει το έργο της ως τις 15-10-2011, καλείται να προτείνει την επαναφορά του καθεστώτος περί του δικαστικού ενσήμου που υπήρχε πριν από τον ν. 3994/2011, καθώς η επέκταση του δικαστικού ενσήμου και στις απλώς αναγνωριστικές αγωγές, επηρεάζει τα δικονομικά και συνταγματικά δικαιώματα των πολιτών που προσφεύγουν αγωγικά στη δικαιοσύνη, αλλά και αυτών που ασκούν παρεμπίπτουσες αγωγές (αγωγές αναγωγής) είτε είναι φυσικά είτε είναι νομικά πρόσωπα (ασφαλιστικές ή άλλες εταιρίες και Επικουρικό Κεφάλαιο).

------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

( 1 ) Το δικαστικό ένσημο βαρύνει τις αγωγές, όχι δε και τις αιτήσεις λήψεως ασφαλιστικών μέτρων ή τις αιτήσεις της διαδικασίας της εκουσίας δικαιοδοσίας. Βλ. Βαθρακοκοίλης Β., ΕρμΚΠολΔ, Αθήνα 1994, τ. Α, σελ.984.
(2) ΑΠ 315/2010 ΝΟΜΟΣ
(3) Εάν η αγωγή απορριφθεί ως αβάσιμη και στη συνέχεια επανασκηθεί βάσει άλλης ιστορικής αιτίας, απαιτείται η εκ νέου καταβολή δικαστικού ενσήμου (ΠΠρΘεσσαλ 1616/1970 Αρμ. 25, 159). Αντιθέτως, αν η αγωγή απορριφθεί ως απαράδεκτη και επακολουθήσει εκ νέου παραδεκτή άσκησή της, δεν απαιτείται να επανακαταβληθεί δικαστικό ένσημο (ΕφΑθ 1074/1969 Αρμ. 23, 922).
(4) Επί του ποσού αυτού προβλέπονται προσαυξήσεις υπέρ του Ταμείου Νομικών και των Ταμείων Προνοίας. Δικηγόρων. Με την παρ.3 του άρθρου 42 του ν. 2294/1994 καταργήθηκε η είσπραξη ποσοστού 40% επί του δικαστικού ενσήμου για εξυπηρέτηση αναγκαστικού δανείου που είχε επιβληθεί με τις διατάξεις του ν. 2749/1922.
(5) Επί περιοδικών παροχών απροσδιορίστου χρόνου λαμβάνεται υπ\\\\\\\\\\\\\\\' όψιν το δεκαπλάσιο της ετησίας παροχής, επί αγωγής, περί νομής ακινήτου το εικοσαπλάσιο της ετησίας προσόδου, επί επικαρπίας η ψιλής κυριότητος το ήμισυ της αξίας της πλήρους κυριότητος (2 παρ. 3 ν. ΓπΟΗ\\\\\\\\\\\\\\\') και επί αγωγής διανομής ακινήτου η αναλογία του ενάγοντος (8 β.δ. 30.4/ 4.5.1920) επί του εικοσαπλασίου της ετησίας προσόδου (2 παρ. 3 ν. ΓπΟΗ\\\\\\\\\\\\\\\'). Επί υποκειμενικής ή αντικειμενικής σωρεύσεως γίνεται υπολογισμός χωριστά ως προς το ποσό κάθε σωρευομένης αγωγής, εκτός αν προέρχονται εκ της αυτής αιτίας.
(6) ΕφΑθ 2396/1989 ΕλΔνη 1990.874, ΕφΑθ 2593/1985 dsanet, ΠΠρΘεσ 27248/2006 ΝΟΜΟΣ
(7) ΑΠ 1107/2005 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 220/1999 ΕλΔνη 40.603. Η απόρριψη της αγωγής ως αβάσιμης μετά την κατάργηση του άρθρου 272 ΚΠολΔ με το άρθρο 13 παρ.2 ν.2915/2011 περί της ερημοδικίας του ενάγοντα και πριν την προσθήκη του νέου άρθρου 272 ΚΠολΔ με το άρθρο 30 του ν. 3994/2011 γινόταν με ευθεία εφαρμογή του άρθρου 2 του ν. ΓπΟΗ/1912 σε συνδυασμό με το άρθρο 7 παρ.1 ν.δ. 1544/42 (βλ. σχόλιο Ι.Ν. Κατρά κάτωθι της ΑΠ 1095/2006 ΕλΔνη 2009.464) .
(8) ΑΠ 315/2010 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 1392/1989 ΕλΔνη 1992.200, ΕφΑθ 7473/1987 ΕλλΔνη 1988.1985
(9) ΠΠρΘεσ 27248/2006 ΝΟΜΟΣ 
(10) ΕφΑθ 4572/2009 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 55/2009 ΝΟΜΟΣ
(11) Αξιομνημόνευτη είναι η απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών 1607/1994 (ΝΟΜΟΣ), η οποία τιμώντας το πνεύμα του νόμου δίχως να καταστρατηγεί το γράμμα του, σε υπόθεση αυτοκινητικού ατυχήματος που δεν είχε καταβληθεί το αναλογούν δικαστικό ένσημο αλλά ποσό που αντιστοιχούσε στο 1/10 του όλου δικαστικού ενσήμου, εφάρμοσε το άρθρο 254 ΚΠολΔ και διέταξε επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο με το σκεπτικό «ότι διαφαίνεται να συντρέχει περίπτωση τυπικής έλλειψης από παραδρομή», προκειμένου να συμπληρωθεί το δικαστικό ένσημο που αναλογεί στο ποσό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής. Όπως αναφέρεται στην απόφαση, η απάλειψη από το τελικό κείμενο της διάταξης του άρθρου 254 παρ. 1 ΚΠολΔ της φράσης «(κενά ή αμφίβολα σημεία) ως προς το πραγματικό υλικό και τας αποδείξεις» που υπήρχε στο σχέδιο της διάταξης, δηλώνει τη βούληση του νομοθέτη να μη θέσει περιορισμούς στην εξουσία του δικαστή αναφορικά με τους λόγους επανάληψη της δίκης.
(12) ΕφΠειρ 55/2009 σε Δίκη 2009 με σχόλιο Κ.Μπέη
(13) «Καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως ο νόμος ορίζει», σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ.1 του Συντάγματος.
(14) ΟλΣτΕ 3470/2007 ΝΟΜΟΣ, ΟλΣτΕ 647/2004 ΝοΒ 2004.1306. 
(15) Απόφαση ΕΔΔΑ της 24-5-2006 επί της υπόθεσης Λιακόπουλου κατά Ελλάδος (προσφυγή υπ αριθμ. 20627/2004)
(16) Βλ σχετικά και σχόλιο Κ.Μπέη κάτωθι της ΑΠ 9/2002 σε Δίκη 2002.686
(17) Ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση, ότι πράγματι λαμβάνεται υπόψη το δικαστικό ένσημο στον υπολογισμό της επιδικαζόμενης δικαστικής δαπάνης, το γεγονός αυτό αφορά στο χρόνο μετά την παροχή δικαστικής προστασίας και δεν εξισορροπεί τα εμπόδια που τίθενται στον πολίτη κατά το χρόνο προσφυγής του στη δικαιοσύνη
(18) Η επιβάρυνση της αναγνωριστικής αγωγής με δικαστικό ένσημο στερεί ουσιαστικά από τον πολίτη το δικαίωμα προσφυγής στη δικαιοσύνη για οικονομικούς και μόνο λόγους που δεν έχουν σχέση με την λειτουργία της δικαιοσύνης και κυρίως πλήττει τους ασθενέστερους οικονομικά πολίτες που θα στερηθούν το δικαίωμα εννόμου προστασίας δημιουργώντας απαράδεκτες κοινωνικές διακρίσεις στην πρόσβαση στη δικαιοσύνη. 
(19) Βλ. σχετικά Πρακτικά Συνεδρίασης της Βουλής ΡΟΔ΄ της Τρίτης 12 Ιουλίου 2011, Σύνοδος Β΄, Ομιλία Κωνσταντίνου Τζαβάρα, Βουλευτή.
(20) Η σημασία της άσκησης αναγνωριστικής αγωγής χωρίς επιβάρυνση με τέλος δικαστικού ενσήμου, για την κατοχύρωση του συνταγματικού δικαιώματος για παροχή εννόμου προστασίας, αποτυπώνεται στην αξιοσημείωτη απόφαση του Εφετείου Πειραιά 55/2009 (Δίκη 2009.246 με σχόλιο Κ.Μπέη). Στην απόφαση αυτή γίνεται αντιδιαστολή του αναγνωριστικού από το καταψηφιστικό αίτημα κάθε καταψηφιστικής αγωγής και παρότι δεν καταβλήθηκε από τον ενάγοντα το αναλογούν στο καταψηφιστικό αίτημα δικαστικό ένσημο, το Δικαστήριο δεν απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της, αλλά τη δίκασε κανονικά για το αναγνωριστικό αίτημα με το σκεπτικό ότι: «κάθε καταψηφιστική αγωγή, αναφορικά με το αντικείμενο της δίκης, δηλαδή τον ισχυρισμό του ενάγοντος ότι είναι ο δικαιούχος του επίδικου δικαιώματος, έχει σωρευτικώς δύο αναγκαία όσο και δεκτικά χωρισμού αιτήματα, ένα αναγνωριστικό και ένα καταψηφιστικό. Άρα σε περίπτωση μη καταβολής του τέλους δικαστικού ενσήμου, το καταψηφιστικό αίτημα απορρίπτεται ως ανυποστήρικτο, ενώ δικάζεται κανονικά το αναγνωριστικό αίτημα, το οποίο έτσι και αλλιώς δεν υπόκειται σε τέλος δικαστικού ενσήμου, τόσο όταν υποβάλλεται αυτοτελώς (με αναγνωριστική αγωγή), όσο και όταν σιωπηρώς εμπεριέχεται στο αίτημα της καταψηφιστικής αγωγής.»(Βλ σχετικά και σχόλιο Κ.Μπέη κάτωθι της ΑΠ 9/2002 σε Δίκη 2002.686.
(21) Σχετική πρόβλεψη για ενδεχόμενη αύξηση των εσόδων από την επέκταση του δικαστικού ενσήμου και στις αναγνωριστικές αγωγές γίνεται και στην υπ αριθμ 103/10/2011 της 1-6-2011 Έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους κατ άρθρον 75 παρ. 1 του Συντάγματος, επί του σχεδίου νόμου (ΦΕΚ Α 165/25-7-2011). Βέβαια, παραγνωρίζεται το ενδεχόμενο η νέα ρύθμιση να προκαλέσει πολλές νέες δίκες και πολύ περισσότερα αιτήματα από ό,τι στο παρελθόν για την χορήγηση του ευεργετήματος της πενίας κατ& άρθρον 194 επ. ΚΠολΔ, ώστε να καταστεί δυνατή η καταβολή των πολύ αυξημένων πλέον εξόδων της δίκης, ενδεχόμενο που θα σημάνει επιβάρυνση του προϋπολογισμού και θα εξανεμίσει την αναμενόμενη αύξηση των δικαστικών εξόδων από την επέκταση του δικαστικού ενσήμου και στις αναγνωριστικές αγωγές και βεβαίως θα προκαλέσει επιπλέον επιβάρυνση στη δικαστική ύλη. Επίσης, παραβλέπεται το ενδεχόμενο τα αυξημένα έξοδα της δίκης λόγω της αύξησης του καταβλητέου δικαστικού ενσήμου να έχουν ως έμμεσο αποτέλεσμα την αύξηση της δικαστικής ύλης αφού για λόγους οικονομικής αδυναμίας του ενάγοντα θα αποφεύγεται η σώρευση πολλών απαιτήσεων στην ίδια αγωγή και στη θέση της μίας δίκης για την ίδια υπόθεση είναι πιθανόν να έχουμε δύο ή και περισσότερες δίκες ώστε κάθε μία να χρηματοδοτείται από την προηγούμενη. 
(22) Έκθεση επί του νομοσχεδίου της Β΄ Διεύθυνσης Επιστημονικών Μελετών της Βουλής, 11-7-2011
(23) ΟλΣτΕ 1663/2009 ΑρχΝομ 2010.106, ΣτΕ 6/2010 ΝΟΜΟΣ, ΣτΕ 3072/2009 ΝΟΜΟΣ, ΣτΕ 2993/2007 Αρμ 2008.294
(24) Αξιοσημείωτες οι αποφάσεις που μνημονεύει η Επιστημονική Επιτροπή της Βουλής, οι οποίες είναι οι ακόλουθες: απόφαση Ε.Δ.Δ.Α. της 25.6.2009, προσφυγή 36963/2006, υπόθεση Ζουμπουλίδης κατά Ελλάδας υπ αριθμ. 2, απόφαση Ε.Δ.Δ.Α. της 22.5/1.12.2008, προσφυγή 33997/2006, υπόθεση Μεϊδάνης κατά Ελλάδας.
(25) Βλ. σχετικά απόφαση Διοικητικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιά της 28-6-2011 σχετικά με την αντίθεσή του στην επιβολή δικαστικού ενσήμου στις απλώς αναγνωριστικές αγωγές, www.dspeir.gr
(26) Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο ν.3994/2011 με το άρθρο 18 παρ.2 αυξάνει τις ποινές που κατά το άρθρο 205 ΚΠολΔ μπορεί ένα δικαστήριο να επιβάλει για προφανώς αβάσιμες αγωγές κλπ.
(27) Σημειώνεται ότι η επέκταση του δικαστικού ενσήμου στις απλώς αναγνωριστικές αγωγές, δεν θα θίξει μόνο τους προσφεύγοντες στη Δικαιοσύνη με κύριες αγωγές, αλλά επιπλέον θα επιβαρύνει και τις παρεμπίπτουσες αγωγές (αγωγές αναγωγής) φυσικών και νομικών προσώπων, μεταξύ άλλων και αυτές που ασκούν ασφαλιστικές εταιρείες και το Επικουρικό Κεφάλαιο. Είναι πιθανόν, οι παρεμπίπτουσες αγωγές να ασκούνται πλέον μετά την τελεσιδικία της κύριας αγωγής ώστε να καταβάλλεται δικαστικό ένσημο μόνο για την ήδη δικαστικά προσδιορισθείσα απαίτηση, γεγονός που θα σημάνει περισσότερες δίκες αντί μίας για την ίδια υπόθεση και κατ επέκταση θα σημάνει καθυστέρηση αντί επιτάχυνση της δικαιοσύνης. 
(28) Είναι πράγματι αντιφατικό και οξύμωρο, απόδειξη μίας νομοθετικής πολιτικής χωρίς πρόγραμμα και συγκεκριμένη φιλοσοφία, το γεγονός ότι ενώ καταργήθηκαν οι προεισπράξεις δικηγορικής αμοιβής με τον ν.3919/2011 προς το σκοπό, κατά το νομοθέτη, να μειωθεί το κόστος πρόσβασης του πολίτη στη δικαιοσύνη, την ίδια εποχή το κόστος πρόσβασης του πολίτη στη δικαιοσύνη εκτοξεύεται στα ύψη καθώς έχουν αυξηθεί δραματικά τα παράβολα της μήνυσης, της πολιτικής αγωγής, της προσφυγής κλπ, επιβλήθηκε ΦΠΑ στις δικηγορικές αμοιβές και ήδη επιβάλλεται δικαστικό ένσημο και στις αναγνωριστικές αγωγές
(29) Για τη διάκριση του φόρου από τα τέλη ανταποδοτικού χαρακτήρα βλ. Θ.Π. Φορτσάκη, Φορολογικό Δίκαιο, Γ Έκδοση, Αθήνα 2008, σελ. 22.
(30) Με την ΟλΣτΕ 647/2004 (ΝοΒ 2004.1306) κρίθηκε αντισυνταγματική ως αντίθετη στο άρθρο 20 παρ.1 του Συντάγματος η νομοθετική πρόβλεψη του άρθρου 171 Κ.Φ.Δ. καταβολής αναλογικού παραβόλου για την άσκηση έφεσης επί φορολογικών υποθέσεων. Επίσης, με το ίδιο σκεπτικό η ΟλΣτΕ 3470/2007 (ΝΟΜΟΣ) έκρινε αντισυνταγματική την διάταξη του άρθρου 277 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας σχετικά με την υποχρέωση καταβολής αναλογικού χρηματικού παραβόλου ως προϋπόθεση του παραδεκτού του ενδίκου μέσου της έφεσης σε χρηματικές φορολογικές διαφορές. Βλ., επίσης, ΣτΕ 2673/2008 ΝΟΜΟΣ, ΣτΕ 3738/2008 ΝΟΜΟΣ.
(31) Απόφαση ΕΔΔΑ της 24.5.2006, υπόθεση Weissman κατά Ρουμανίας (63945/00), ΕλλΔνη 50.965. Η απόφαση έκρινε ότι παραβιάστηκε το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου με την απόρριψη από τα ρουμανικά δικαστήρια της καταψηφιστικής αγωγής Ρουμάνων πολιτών κατά του Ρουμανικού Κράτους, με την οποία ζητούσαν την καταβολή 30.000.000 ευρώ ως διαφυγόντα κέρδη, λόγω μη καταβολής του αναλογούντος δικαστικού ενσήμου ύψους 320.000 ευρώ.
(32) Σύμφωνα με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, το οποίο κυρώθηκε συγχρόνως με την ΕΣΔΑ, δηλ. με το ν.δ.53/1974, «Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους, υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου, όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγωσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύι Νόμους, ους ήθελε κρίνει αναγκαίον, προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων».
(33) Ακριβώς λόγω της σιωπής της σε ζητήματα διαχρονικού δικαίου της νέας διάταξης, δεν μπορεί να γίνει χρήση της αιτιολογικής έκθεσης προκειμένου να ερμηνευθεί η διάταξη του άρθρου 72 παρ.14 του νέου νόμου. Άλλωστε, προσφυγή στην αιτιολογική έκθεση για την ερμηνεία μίας διάταξης επιτρέπεται όταν η διάταξη δεν είναι αρκετά σαφής και δεν αρκεί η γραμματική της ερμηνεία, γεγονός που δε συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση.
(34) Εκτός της προσθήκης αυτής που αφορά στο δικαστικό ένσημο στις αναγνωριστικές αγωγές, στο τελικό κείμενο του άρθρου που περιλαμβάνει τις μεταβατικές διατάξεις (άρθρο 73 στο σχέδιο νόμου που έλαβε τον αριθμό 72 στο τελικό νόμο) προστέθηκε και παράγραφος (άρθρο 72 παρ. 13)που ρυθμίζει θέματα διαχρονικού δικαίου σχετικά με την αρμοδιότητα των μονομελών δευτεροβάθμιων δικαστηρίων του άρθρου 19 ΚΠολΔ.
(35) Αυθεντική ερμηνεία ενός νόμου μπορεί να γίνει μόνο με μεταγενέστερο νόμο. Άρθρο 77 παρ.1 του Συντάγματος
(36) Η διάταξη του άρθρου 72 παρ. 2 του ν. 3994/2011 υπήρχε στο σχέδιο νόμου αριθμούμενη ως 73 παρ. 2 και παρόλα αυτά η Επιστημονική Επιτροπή της Βουλής στην έκθεσή της και εν συνεχεία ο ίδιος ο νομοθέτης έκρινε ότι δεν είναι αρκετή ούτε αυτή ούτε άλλη μεταβατική διάταξη του σχεδίου νόμου για τη ρύθμιση της έναρξης ισχύος της ρύθμισης του άρθρου 70 και για το λόγο αυτό προστέθηκε κατά την ψήφιση του νομοσχεδίου ειδική διάταξη που περιλαμβάνεται στο άρθρο 72 παρ. 14.
(37) Οι μεταβατικές διατάξεις δεν τροποποιούνται ούτε καταργούνται, καθώς εκ της φύσεώς τους αφορούν στο διαχρονικό δίκαιο που διέπει τον νόμο στον οποίο περιέχονται.

 

Η προπτωχευτική διαδικασία εξυγίανσης στην τελική της μορφή (άρ. 99 επ. ΠτωχΚ)

 

8/9/2011

Αλέξανδρος Ν. Ρόκας, Δρ. Νομικής, Δικηγόρος

Πριν λίγες μέρες, στις 6.9.2011, ψηφίστηκε από τη Βουλή των Ελλήνων το Νομοσχέδιο με τίτλο «Σύσταση ενιαίας Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Συμβάσεων και Κεντρικού Ηλεκτρονικού Μητρώου Δημοσίων Συμβάσεων - Αντικατάσταση του Έκτου Κεφαλαίου του ν. 3588/2007 (Πτωχευτικός Κώδικας) - Προπτωχευτική Διαδικασία Εξυγίανσης και άλλες διατάξεις», διαθέσιμο στην ιστοσελίδα: www.hellenicparliament.gr/UserFiles/bcc26661-143b-4f2d-8916-0e0e66ba4c50/s-dimosyn-pap.pdf. Το νομοσχέδιο αυτό, και συγκεκριμένα το άρ. 12 αυτού, μεταρρυθμίζει εκ βάθρων το 6ο κεφάλαιο του Πτωχευτικού Κώδικα, προσπαθώντας να συνδυάσει τα θετικά στοιχεία της διαδικασίας συνδιαλλαγής και της διαδικασίας των άρ. 44 επ. Ν. 1892/1990. Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι η συνοπτική παρουσίαση των τροποποιήσεων που επήλθαν στο νομοσχέδιο σε σχέση με τη μορφή που αυτό είχε όταν παρουσιάστηκε στο Υπουργικό Συμβούλιο στις 28.4.2011 (βλ. www.mindev.gov.gr/?p=4271). Να σημειωθεί ότι πολλές από αυτές τις τροποποιήσεις είναι αποτέλεσμα των συζητήσεων με τους εκπροσώπους κοινωνικών φορέων και τους βουλευτές στην αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή, δηλ. τη Διαρκή Επιτροπή Παραγωγής και Εμπορίου. Οι τροποποιήσεις αυτές έχουν ως εξής:

1) Διαγράφεται η δυνατότητα του δικαστηρίου να υπαγάγει στη διαδικασία επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν «σοβαρά οικονομικά προβλήματα», ύστερα από πρόταση του Εισηγητή της Μειοψηφίας κ. Κ. Χατζηδάκη καθώς και άλλων βουλευτών, καθώς θεωρήθηκε ότι η διατύπωση αυτή διευρύνει υπερβολικά το πεδίο εφαρμογής της διαδικασίας (άρ. 99 § 1). Έτσι, στη διαδικασία δύνανται να υπάγονται μόνο επιχειρήσεις που βρίσκονται σε επαπειλούμενη ή επελθούσα παύση πληρωμών, σε αντίθεση με τη διαδικασία συνδιαλλαγής, που αρκείτο σε «παρούσα ή προβλέψιμη οικονομική αδυναμία».

2) Για τις επιχειρήσεις που έχει επέλθει η παύση πληρωμών, η μη συνυποβολή αίτησης πτώχευσης από τον οφειλέτη δεν καθιστά απαράδεκτη την αίτηση για υπαγωγή στη διαδικασία εξυγίανσης (άρ. 99 § 6 εδ. β΄), σύμφωνα με την πρόταση της αντιπροέδρου του Δ.Σ.Α. κ. Ι. Καλαντζάκου. Πάντως, όπως διευκρινίζεται, δεν αποκλείεται η ευθύνη των διοικητών της επιχείρησης βάσει του άρ. 98 ΠτωχΚ. Να σημειωθεί, επίσης, ότι δεν τροποποιείται η § 8 του άρ. 99, σύμφωνα με την οποία αν ο οφειλέτης περιέλθει σε κατάσταση παύσης πληρωμών κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εξυγίανσης, οφείλει να υποβάλει αίτηση πτώχευσης (η εξέταση της οποίας αναστέλλεται), βάσει του άρ. 5 § 2. Συνεπώς, η επέλευση της παύσης πληρωμών μετά την έναρξη της διαδικασίας δεν σημαίνει το πέρας αυτής, όμως α) ενδέχεται το δικαστήριο να μην επικυρώσει τη συμφωνία, αν αυτή δεν αίρει την παύση πληρωμών (άρ. 106ζ § 3) και β) διατηρείται η ευθύνη διοικητών της επιχείρησης που δεν υποβάλλουν αίτηση πτώχευσης βάσει των άρ. 5 § 2 και 98, τα οποία τυγχάνουν εφαρμογής σε περίπτωση αποτυχίας της εξυγίανσης και κήρυξης της πτώχευσης.

3) Ανάμεσα στα στοιχεία που καταθέτει ο οφειλέτης με την αίτησή του, προστίθεται η βεβαίωση της αρμόδιας οικονομικής υπηρεσίας για τα χρέη προς το Δημόσιο (άρ. 100 § 2). Αν δεν καταθέσει τα σχετικά στοιχεία, η αίτησή του απορρίπτεται ως απαράδεκτη.

4) Για τους οφειλέτες που είναι φυσικά πρόσωπα, ως εμπειρογνώμονας δύναται να ορίζεται ελεγκτής και πτυχιούχος ανωτάτης σχολής, που είναι μέλος του Ο.Ε.Ε. και κάτοχος άδειας Λογιστή Φοροτεχνικού Α’ τάξεως (άρ. 100 § 4 εδ. β΄).

5) Επέρχεται μείωση του γραμματίου κατάθεσης κατά 1.000 ευρώ, το οποίο ανέρχεται στα 4.000 ευρώ, ή στα 7.000 ευρώ για τις ΑΕ ή στα 2.000 ευρώ όταν δε ζητείται διορισμός μεσολαβητή ή ο οφειλέτης είναι φυσικό πρόσωπο (άρ. 100 § 5). Η τροποποίηση αυτή ανάγεται στις παρατηρήσεις της ΕΣΕΕ, η οποία επιθυμούσε τη διεύρυνση του υποκειμενικού πεδίου εφαρμογής της διαδικασίας και στις μικρότερες επιχειρήσεις.

6) Κλητεύονται υποχρεωτικά το δημόσιο ή οι φορείς κοινωνικής ασφάλισης, όταν είναι πιστωτές (άρ. 100 § 6 εδ. γ΄).

7) Υπό το καθεστώς της διαδικασίας συνδιαλλαγής αλλά και σύμφωνα με την αρχική μορφή του Νομοσχεδίου, η ολιγόμηνη προθεσμία σύναψης της συμφωνίας άρχεται από τη δημοσίευση της απόφασης του δικαστηρίου στο Δελτίο Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ε.Τ.Α.Α., κάτι που επιβραδύνει τους ρυθμούς της διαδικασίας, καθώς ο επιφορτισμένος με τη δημοσίευση γραμματέας του δικαστηρίου ενδέχεται να καθυστερήσει τη δημοσίευση αυτή (βλ. Αλ. Ρόκα, Προπτωχευτική διαδικασία εξυγίανσης επιχειρήσεων, Εκδ. Σάκκουλα, 2011, σ. 51, 91). Η νεότερη μορφή του Νομοσχεδίου ορθώς ορίζει ότι η προθεσμία άρχεται από την έκδοση της απόφασης (άρ. 101 § 1 εδ. α΄).

8) Εφόσον συναινεί ο οφειλέτης και το 60% των απαιτήσεων των πιστωτών, η διαδικασία μπορεί να παραταθεί για 3 μήνες, συνεπώς να διαρκέσει συνολικά μέχρι 7 μήνες (άρ. 101 § 1 εδ. γ΄), σύμφωνα με την πρόταση του Εισηγητή της Μειοψηφίας κ. Κ. Χατζηδάκη.

9) Ο μεσολαβητής (ή, αν αυτός δεν υφίσταται, ο οφειλέτης) δύναται να ζητά, εκτός από τα πιστωτικά ιδρύματα, και από το δημόσιο και τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης να του παράσχουν εντός 10 ημερών πληροφορίες σχετικές με τις οφειλές προς αυτά. Δεν ορίζονται, όμως, οι συνέπειες παράβασης αυτής της υποχρέωσης.

10) Ορίζονται εποπτικού δικαίου συνέπειες σε περίπτωση παράβασης της υποχρέωσης που έχουν τα πιστωτικά ιδρύματα να παράσχουν πληροφορίες στο μεσολαβητή εντός προθεσμίας 10 ημερών (άρ. 102 § 4 εδ. ε΄).

11) Σε περίπτωση που διορίζεται ειδικός εντολοδόχος, η δικαστική απόφαση που τον διορίζει πρέπει να ορίζει τις πράξεις στις οποίες δύναται αυτός να προβαίνει και τη διάρκεια της εντολής (άρ. 102 § 6 εδ. γ΄). Η παρατήρηση αυτή ανάγεται στις παρατηρήσεις του Εισηγητή της Μειοψηφίας κ. Κ. Χατζηδάκη, ενώ για την ασάφεια της έκτασης των «ειδικών πράξεων» στην αρχική μορφή του Νομοσχεδίου βλ. Αλ. Ρόκα, Προπτωχευτική διαδικασία εξυγίανσης επιχειρήσεων, Εκδ. Σάκκουλα, 2011, σ. 54.

12) Εφόσον συντρέχει σπουδαίος επιχειρηματικός ή κοινωνικός λόγος, η αναστολή διώξεων μπορεί να επεκτείνεται και σε εγγυητές ή λοιπούς συνοφειλέτες του οφειλέτη (άρ. 103 § 2).

13) Τα προληπτικά μέτρα δε θίγουν το δικαίωμα καταγγελίας και απόδοσης του μισθίου σε περίπτωση σύμβασης μίσθωσης, εφόσον ο οφειλέτης είναι υπερήμερος ως προς την καταβολή(6 ή περισσότερων μηνιαίων μισθωμάτων (άρ. 103 § 3 εδ. γ΄).

14) Απαλείφεται η δυνατότητα εξαιρέσεων από τα προληπτικά μέτρα για σπουδαίο επιχειρηματικό λόγο, ιδίως προκειμένου να πραγματοποιηθούν καταβολές σε σημαντικό προμηθευτή που αρνείται να προβεί σε νέες παραδόσεις, αν δεν εξοφληθεί (άρ. 103 § 5). Να σημειωθεί ότι η απάλειψη αυτής της διάταξης είχε προταθεί από τον γράφοντα (βλ. Αλ. Ρόκα, Προπτωχευτική διαδικασία εξυγίανσης επιχειρήσεων, Εκδ. Σάκκουλα, 2011, σ. 60, 89). Πάντως, μία παρεμφερής ρύθμιση παραμένει στο άρ. 106ζ § 2 περ. δ΄ εδ. β΄, που επιτρέπει εξαιρέσεις από την αρχή της ισότητας των πιστωτών για σπουδαίο επιχειρηματικό λόγο (χωρίς όμως να αναφέρεται το παράδειγμα των προμηθευτών).

15) Στην άμεση επικύρωση συμφωνίας εξυγίανσης η κατάσταση πιστωτών μπορεί να έχει συνταχθεί ως 3 μήνες πριν την υποβολή της συμφωνίας στο δικαστήριο (άρ. 106β § 1 εδ. β΄).

16) Απαλείφεται το τεκμήριο του άρ. 106γ § 2 σχετικά με το πότε οι μέτοχοι αναμένεται να μη λάβουν μέρος στο προϊόν της εκκαθάρισης σε περίπτωση πτώχευσης («Τεκμαίρεται ότι συντρέχει η προηγούμενη περίπτωση όταν η λογιστική καθαρή θέση του οφειλέτη είναι αρνητική»).

17) Βελτιώνεται η διατύπωση του άρ. 106γ § 3.

18) Παρατείνεται το μέγιστο όριο της αναστολής διώξεων των μη συμβαλλόμενων πιστωτών μετά την επικύρωση της συμφωνίας από 3 σε 6 μήνες (άρ.106ε § 1 περ. η΄ εδ. β΄). Για το γεγονός ότι η τρίμηνη προθεσμία ήταν πολύ σύντομη βλ. Αλ. Ρόκα, Προπτωχευτική διαδικασία εξυγίανσης επιχειρήσεων, Εκδ. Σάκκουλα, 2011, σ. 72-73, 89.

19) Η συμφωνία εξυγίανσης συνοδεύεται υποχρεωτικά από επιχειρηματικό σχέδιο (business plan) χρονικής διάρκειας ίσης με αυτή της συμφωνίας, το οποίο εγκρίνεται από τον οφειλέτη και την προβλεπόμενη συμφωνία των πιστωτών (άρ.106ε § 7), σύμφωνα με την πρόταση του Εισηγητή της Μειοψηφίας κ. Κ. Χατζηδάκη. Έτσι, οι εμπλεκόμενοι γνωρίζουν και συμφωνούν σε μία ρεαλιστική πορεία της επιχείρησης στο άμεσο μέλλον.

20) Η δικαστική απόφαση που επικυρώνει τη συμφωνία εξυγίανσης ή που απορρίπτει την αίτηση επικύρωσής δημοσιεύεται στο Γ.Ε.ΜΗ. και το Δελτίο Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ε.Τ.Α.Α. με επιμέλεια του μεσολαβητή, εφόσον υπάρχει, ή διαφορετικά του οφειλέτη (άρ.106ζ § 5).

21) Συνεπεία της επικύρωσης της συμφωνίας εξαλείφεται το αξιόποινο των αδικημάτων έκδοσης ακάλυπτων επιταγών και καθυστέρησης οφειλών προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία (άρ.106η § 3 εδ. β΄), σύμφωνα με την πρόταση της αντιπροέδρου του Δ.Σ.Α. κ. Ι. Καλαντζάκου. Τα αδικήματα θα πρέπει να έχουν τελεστεί πριν τη σύναψη της συμφωνίας εξυγίανσης.

22) Δεν επιτρέπεται ο ορισμός δημοσίων υπαλλήλων που υπηρετούν σε οικονομικές υπηρεσίες ως εμπειρογνωμόνων, μεσολαβητών ή ειδικών εντολοδόχων (άρ.106ι § 1 εδ. β΄).

23) Επεκτείνεται το προνόμιο όσων χρηματοδότησαν την επιχείρηση σε περίπτωση μεταγενέστερης πτώχευσης και σε χρηματοδοτήσεις που έγιναν κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την αίτηση ανοίγματος διαδικασίας εξυγίανσης μέχρι την επικύρωση της συμφωνίας, στο μέτρο που η παροχή του προνομίου αυτού προβλέπεται από τη διαδικασία εξυγίανσης (άρ. 154 περ. α΄, όπως τροποποιείται από την § 5 του άρ. 13 του Νομοσχεδίου). Θα πρόκειται, λοιπόν, κυρίως για πιστωτές που χρηματοδότησαν με κάθε τρόπο την επιχείρηση κατά τη διάρκεια της διαδικασίας και είναι έτοιμοι να συναινέσουν σε συμφωνία, εφόσον το προνόμιο συμπεριλάβει και τις χρηματοδοτήσεις που παρείχαν πριν την επικύρωση της συμφωνίας. Συνεπώς, αν δεν προβλέπει κάτι η συμφωνία, χρηματοδοτήσεις προ της επικύρωσης της συμφωνίας δεν περιλαμβάνονται στο προνόμιο (κάτι που ήταν εν μέρει αμφισβητούμενο στο πλαίσιο της διαδικασίας συνδιαλλαγής, παρά τη σαφή διατύπωση των άρ. 105 § 4, 5 και 154 περ. α΄ ΠτωχΚ).

24) Η απόκτηση κινητών αξιών δεν γεννά υποχρέωση υποβολής δημόσιας πρότασης, εφόσον αποτελεί μέρος εξυγίανσης της εταιρίας βάσει των άρ. 99 επ. ΠτωχΚ (περ. η΄ του άρ. 8 του Ν. 3461/2006, όπως τροποποιείται με την § 7 του άρ. 13 του Νομοσχεδίου). Εννοείται ότι η απόκτηση αυτή γίνεται στο πλαίσιο επικυρωμένης συμφωνίας εξυγίανσης. Να σημειωθεί ότι ο νομοθέτης είχε παραλείψει να εντάξει στις εξαιρέσεις του άρ. 8 του Ν. 3461/2006, ο οποίος έκανε λόγο για τις διαδικασίες των άρ. 44 επ. Ν. 1892/1990, τις εξυγιαντικές διαδικασίες του έκτου και του εβδόμου κεφαλαίου του νέου ΠτωχΚ, και πλήρωση του κενού αυτού μπορούσε ενδεχομένως να γίνει βάσει της § 4 του άρ. 182 του ΠτωχΚ. Το Νομοσχέδιο προβλέπει μεν τις διαδικασίες του έκτου κεφαλαίου, παραλείπει όμως και πάλι το σχέδιο αναδιοργάνωσης του εβδόμου κεφαλαίου, αν και ούτως ή άλλως οι επιχειρήσεις που κηρύσσουν πτώχευση συνήθως διαγράφονται άμεσα από το Χρηματιστήριο.

25) Υπενθυμίζεται ότι έχει γίνει δεκτό, ότι επιχείρηση που είχε πετύχει συμφωνία του άρ. 44 Ν. 1892/1990, μπορεί να ζητήσει ένταξη στη διαδικασία συνδιαλλαγής (βλ. Αυγητίδη, ΧρΙΔ 2011, 301 επ.). Το Νομοσχέδιο διευκρινίζει ότι επιχειρήσεις που πέτυχαν συμφωνία συνδιαλλαγής, σύμφωνα με τα καταργηθέντα άρ. 99 επ. ΠτωχΚ, μπορούν να υποβάλουν αίτηση για ένταξη στη διαδικασία εξυγίανσης, εφόσον συντρέχουν οι σχετικές προϋποθέσεις (άρ. 14 § 1 του Νομοσχεδίου). Αυτονόητο είναι ότι και επιχειρήσεις που δεν πέτυχαν τη σύναψη συμφωνίας συνδιαλλαγής μπορούν να υποβάλουν αίτηση για ένταξη στη διαδικασία εξυγίανσης. Ασαφές παραμένει, αν επιχείρηση που πετυχαίνει συμφωνία εξυγίανσης μπορεί να ζητήσει στο μέλλον εκ νέου υπαγωγή στη διαδικασία.

26) Από τη θέση σε ισχύ του Νομοσχεδίου παρατείνονται για 60 μέρες οι εκκρεμούσες διαδικασίες συνδιαλλαγής (και όχι εξυγίανσης, όπως εσφαλμένα αναγράφεται) που βρίσκονται σε εξέλιξη, έστω κι αν λήξει η προθεσμία του άρ. 100 § 1 ΠτωχΚ (άρ. 14 § 2 εδ. β΄ του Νομοσχεδίου). Ορθώς παρέχεται αυτό το χρονικό διάστημα, ώστε τα μέρη να έχουν τη χρονική άνεση να προβούν στη σύναψη συμφωνίας με τους όρους του νέου νόμου, βάσει της μεταβατικής διάταξης του άρ. 14 § 2 εδ. α΄ του Νομοσχεδίου.

27) Η σημαντικότερη ίσως τροποποίηση που επήλθε στο Νομοσχέδιο είναι η εισαγωγή μιας ακόμη διαδικασίας, της ειδικής εκκαθάρισης (άρ. 106ια), στα πρότυπα της διαδικασίας του καταργηθέντος άρ. 46α Ν. 1892/1990, για την οποία βλ. Μάζη, Η ειδική εκκαθάριση των προβληματικών επιχειρήσεων, 2η έκδ., 2005. Η διαδικασία αυτή αφορά επιχειρήσεις ορισμένου μεγέθους και λαμβάνει χώρα με αίτηση του οφειλέτη ή πιστωτή, μετά την επέλευση των λόγων κήρυξης σε πτώχευση του άρ. 3 ΠτωχΚ, ενώ αναστέλλεται η εξέλιξή της εφόσον εκκρεμεί διαδικασία εξυγίανσης. Πολύ σημαντική καινοτομία είναι ότι απαιτείται βεβαίωση τράπεζας ότι υπάρχει αξιόχρεος επενδυτής που ενδιαφέρεται για την αγορά του ενεργητικού της επιχείρησης. Αναστολή διώξεων των πιστωτών χορηγείται μετά από αίτηση, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρ. 103.

 

Πρόσβαση στα έγγραφα και προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, με αφορμή πρόσφατες νομολογιακές εξελίξεις και νομοθετικές πρωτοβουλίες στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

 

Ευγενία Β. Πρεβεδούρου Επίκουρη καθηγήτρια Νομικής ΑΠΘ

 

Οι αλληλεπιδράσεις και τριβές μεταξύ των δικαιωμάτων της πρόσβασης στα έγγραφα, αφενός, και της προστασίας των προσωπικών δεδομένων και της ιδιωτικής ζωής, αφετέρου, των οποίων οι λεπτομέρειες εφαρμογής ρυθμίζονται από διαφορετικές νομοθετικές πράξεις, αποτέλεσαν αντικείμενο πρόσφατων αποφάσεων του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο φαίνεται να δίδει το προβάδισμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων. Την ίδια γραμμή ακολουθούν και οι σχετικές νομοθετικές πρωτοβουλίες της Επιτροπής για την τροποποίηση του νομικού πλαισίου της πρόσβασης, ενώ ο Ευρωπαίος Επόπτης Προσωπικών Δεδομένων τονίζει την ανάγκη ισόρροπης στάθμισης, προς αποτροπή του κινδύνου υποβάθμισης της διαφάνειας της δημόσιας δράσης, και προτείνει την προληπτική προσέγγιση (proactive approach) που καθορίζει την έκταση πρόσβασης στα προσωπικά δεδομένα ήδη κατά τον χρόνο της συλλογής τους.

(Προδημοσίευση από το περιοδικό ΤοΣ 1/2011)

Ι. Εισαγωγή

 

1. Κατά την εύστοχη διαπίστωση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή, «η νέα απειλή για τη διαφάνεια έγκειται στον υπέρμετρο ζήλο που επιδεικνύουν οι αρχές κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των κανόνων περί προστασίας των προσωπικών δεδομένων»[1]. Πράγματι, παρατηρείται ενίοτε η τάση καταστρατήγησης του σκοπού των σχετικών διατάξεων, ο οποίος συνίσταται στην προστασία του ατομικού δικαιώματος για τον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής (άρθρο 8 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών [ΕΣΔΑ]), και χρησιμοποίησής τους για την υπονόμευση της αρχής της διαφάνειας της δημόσιας δράσης[2]. Πρόκειται για το γνωστό πρόβλημα της εξισορρόπησης των, ενδεχομένως, αντιφατικών αρχών της διαφάνειας και των διαφόρων εκφάνσεών της, αφενός, και της προστασίας της ιδιωτικής ζωής, σε συνδυασμό με την προστασία των προσωπικών δεδομένων, αφετέρου. Κατά τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, «ο συγκερασμός της προστασίας των δεδομένων, της εμπιστευτικότητας και της πρόσβασης του κοινού στα έγγραφα αποτελεί πρόκληση τόσο στο επίπεδο της Ένωσης όσο και σε αυτό των κρατών μελών»[3]. Οι αναπόδραστες αλληλεπιδράσεις και τριβές μεταξύ των ως άνω γενικών αρχών του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και νυν –με την κατάρτιση και τη θέση σε ισχύ του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων– «ισοτίμων» θεμελιωδών δικαιωμάτων[4], τα οποία έχουν άλλωστε πολυσυλλεκτικό χαρακτήρα στο μέτρο που έκαστο αποτελεί στάθμιση πλειόνων «συνταγματικών» αρχών και αξιών[5], ρυθμίζονται δε διεξοδικά σε διαφορετικά νομοθετήματα[6], απασχόλησαν συχνά τη νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων, με αποκορύφωμα μια σειρά πρόσφατων αποφάσεων του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) του 2010, με τις οποίες διευκρινίστηκαν σημαντικές πτυχές του δικαιώματος πρόσβασης υπό το πρίσμα των σχετικών διατάξεων του Χάρτη.

 

Ι. Το νομικό πλαίσιο των δύο δικαιωμάτων

 

2. Η αρχή της διαφάνειας[7] έχει αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία στο πλαίσιο της ενωσιακής έννομης τάξης, καθόσον προβάλλεται ως αντιστάθμισμα του ελλείμματος δημοκρατικής νομιμοποίησης το οποίο προσάπτεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση και ως μέσον, αφενός, συμμετοχής των πολιτών στη διαδικασία λήψης αποφάσεων και, αφετέρου, επίτευξης αποτελεσματικότητας και υπευθυνότητας απέναντί τους. Ετσι, κατά το άρθρο 1 εδ. 2 ΣΕΕ[8], οι αποφάσεις της Ένωσης λαμβάνονται όσο το δυνατόν πιο ανοικτά, ενώ κατά το άρθρο 11 παρ. 3 ΣΕΕ, η Επιτροπή διασφαλίζει τη διαφάνεια των δράσεων της Ένωσης μέσω διαβουλεύσεων με τους ενδιαφερόμενους φορείς. Η ειδικότερη έκφανση της διαφάνειας, δηλαδή το δικαίωμα πρόσβασης σε έγγραφα των θεσμικών και λοιπών ενωσιακών οργάνων, κατοχυρώνεται στο άρθρο 15 της ενοποιημένης απόδοσης της ΣΛΕΕ, το οποίο εντάσσεται στις διατάξεις γενικής εφαρμογής και ορίζει ότι «[κ]άθε πολίτης της Ένωσης και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο κατοικεί ή έχει την καταστατική έδρα του σε ένα κράτος μέλος έχει δικαίωμα πρόσβασης σε έγγραφα των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών της Ένωσης, ανεξαρτήτως υποθέματος», αποτελεί δε ελαφρά τροποποίηση του άρθρου 255 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας[9]. Οι περαιτέρω αρχές που διέπουν αυτό το δικαίωμα καθώς και οι πρακτικές λεπτομέρειες και οι περιορισμοί της άσκησής του καθορίζονται από τον κανονισμό 1049/2001/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής[10]. Γενική κατοχύρωση του δικαιώματος πρόσβασης του κοινού στα έγγραφα του συνόλου του δημοσίου τομέα των κρατών μελών περιέχει η οδηγία 2003/98/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Νοεμβρίου 2003, για την περαιτέρω χρήση πληροφοριών του δημόσιου τομέα[11].

 

3. Περαιτέρω, το δικαίωμα πρόσβασης των πολιτών της Ένωσης σε έγγραφα τόσο των θεσμικών οργάνων και οργανισμών της Ένωσης όσο και των εθνικών οργάνων όταν εφαρμόζουν κοινοτικό δίκαιο κατοχυρώνεται με το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης[12], το οποίο αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για την ερμηνεία της σχετικής υποχρέωσης των αρχών αυτών, μετά δε τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Λισσαβώνας απέκτησε νομική δεσμευτικότητα και ίδιο νομικό κύρος με τις Συνθήκες[13]. Τέλος, το άρθρο 41 του Χάρτη, που αφορά γενικώς το δικαίωμα χρηστής διοίκησης, αναφέρει ως ειδικότερη πτυχή του το δικαίωμα κάθε προσώπου να έχει πρόσβαση στον φάκελό του (41 παρ. 2, στοιχείο β΄), ως απόρροια του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας στα πλαίσια διαδικασίας που μπορεί να καταλήξει σε επιβολή κυρώσεων, ιδίως προστίμων ή χρηματικών ποινών[14]. Πράγματι, στο πλαίσιο της έννομης τάξης της Ένωσης, προβλέπεται διάκριση μεταξύ του δικαιώματος πρόσβασης στα έγγραφα, γενικώς, και του δικαιώματος πρόσβασης στον φάκελο της υπόθεσης του αιτούντος, στα πλαίσια συγκεκριμένης διοικητικής διαδικασίας, το οποίο αποτελεί αμιγώς διαδικαστικό δικαίωμα που διαφέρει ποιοτικά από το προηγούμενο[15]. Ο σκοπός της πρόσβασης στον φάκελο έγκειται στο να εξασφαλισθεί[16] η αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων άμυνας, δηλαδή η επωφελέστερη άσκηση του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης[17]. Με άλλα λόγια, το μεν δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα έχει «αυταξία» και σκοπεί στην εδραίωση της διαφάνειας της ενωσιακής δράσης, ενώ το δικαίωμα πρόσβασης στον φάκελο έχει εργαλειακό χαρακτήρα και παρέχεται για την εξυπηρέτηση άλλων διαδικαστικών δικαιωμάτων. Τη σχέση των δύο δικαιωμάτων αποτυπώνει εναργώς η απόφαση της 26ης Ιουνίου 2010, C-139/2007, TechnischeGlaswerkeIlmenauGmbH : «το δικαίωμα λήψεως γνώσεως του διοικητικού φακέλου στο πλαίσιο κινηθείσας διαδικασίας εξετάσεως σύμφωνα με το άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ και το δικαίωμα προσβάσεως σε έγγραφα, δυνάμει του κανονισμού 1049/2001, διακρίνονται νομικώς, αλλά γεγονός παραμένει ότι καταλήγουν σε παρόμοια κατάσταση από λειτουργικής απόψεως. Ειδικότερα, ανεξαρτήτως της νομικής βάσεως που της αποδίδεται, η πρόσβαση στο φάκελο επιτρέπει στους ενδιαφερόμενους να λάβουν γνώση του συνόλου των παρατηρήσεων και των εγγράφων που υποβλήθηκαν στην Επιτροπή, και, κατά περίπτωση, να λάβουν θέση επί των στοιχείων αυτών με τις παρατηρήσεις τους, γεγονός που είναι ικανό να μεταβάλει τη φύση μίας τέτοιας διαδικασίας»[18]. Σημειωτέον ότι τέτοια διάκριση δεν φαίνεται να αναγνωρίζεται ρητώς στην ελληνική έννομη τάξη, δεδομένου ότι το άρθρο 5 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας διακρίνει μεταξύ του δικαιώματος πρόσβασης κάθε ενδιαφερομένου σε διοικητικά έγγραφα (παρ. 1) και του δικαιώματος πρόσβασης του έχοντος ειδικό έννομο συμφέρον σε ιδιωτικά έγγραφα τα οποία σχετίζονται με υπόθεσή του (παρ. 2).

 

4. Σε επίπεδο διεθνούς δικαίου, θα πρέπει να αναφερθεί η από 25 Ιουνίου 1998 Σύμβαση του Άαρχους (της Οικονομικής Επιτροπής των Ηνωμένων Εθνών για την Ευρώπη) σχετικά με την πρόσβαση στην πληροφόρηση, τη συμμετοχή του κοινού και την έννομη προστασία σε περιβαλλοντικές υποθέσεις, η οποία κυρώθηκε με τον Ν. 3422/2005[19]. Κατά τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ που αφορά την ελευθερία της πληροφόρησης δεν θεσπίζει δικαίωμα για πρόσβαση στα έγγραφα των δημοσίων αρχών[20], πλην όμως η άρνηση παροχής μιας πληροφορίας μπορεί να ελεγχθεί υπό το πρίσμα άλλων δικαιωμάτων που κατοχυρώνει η Σύμβαση, όπως το δικαίωμα του άρθρου 8 περί προστασίας του ιδιωτικού βίου ή το δικαίωμα 6 περί αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας. Δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα των δημοσίων αρχών συνάγεται από το άρθρο 19 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ΔΣΑΠ), που κυρώθηκε από την Ελλάδα με τον Ν. 2462/1997[21]. Τέλος, θα πρέπει να αναφερθεί και η Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Πρόσβαση στα Επίσημα Έγγραφα, η οποία υπογράφηκε στο Tromsø της Νορβηγίας στις 18 Ιουνίου 2009 και θα τεθεί σε ισχύ μετά την επικύρωσή της από δέκα τουλάχιστον κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης. Πρόκειται για την πρώτη διεθνή σύμβαση δεσμευτικής ισχύος που αναγνωρίζει «το δικαίωμα καθενός, χωρίς διακριτική μεταχείριση για κανένα λόγο, να έχει πρόσβαση, ύστερα από αίτηση, στα επίσημα έγγραφα που τηρούνται από δημόσιες αρχές»[22].

 

5. Το δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατοχυρώνεται στο άρθρο 39 ΣΕΕ σε συνδυασμό με το άρθρο 16 ΣΛΕΕ (πρώην άρθρο 286 της ΣΕΚ), το οποίο προβλέπει ότι «[τ]ο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ... θεσπίζουν τους κανόνες σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης, καθώς και από τα κράτη μέλη κατά την άσκηση δραστηριοτήτων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών. Η τήρηση των κανόνων αυτών υπόκειται στον έλεγχο ανεξάρτητων αρχών». Θα πρέπει επίσης να αναφερθούν η οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών[23], και ο κανονισμός (ΕΚ) 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών[24]. Η προαναφερθείσα οδηγία και ο εν λόγω κανονισμός περιέχουν όρους και περιορισμούς σχετικά με την άσκηση του δικαιώματος προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Τέλος, ρητή κατοχύρωση του δικαιώματος απαντά και στη διεξοδική διάταξη του άρθρου 8 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο στηρίζεται στο άρθρο 8 της ΕΣΔΑ και στη σχετική νομολογία του ΕΔΔΑ[25], αλλά και στη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της αυτοματοποιημένης επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα της 28ης Ιανουαρίου 1981 (Ευρωπαϊκή Σύμβαση 108), η οποία έχει κυρωθεί από όλα τα κράτη μέλη, από την Ελλάδα δε με τον Ν. 2068/1992[26].

 

6. Επομένως, υφίστανται ως προς αμφότερα τα υπό εξέταση δικαιώματα, αφενός, ρητή και πλήρης κατοχύρωση, και, αφετέρου, διεξοδικό νομικό πλαίσιο των πρακτικών λεπτομερειών άσκησής τους. Διαπιστώνεται, δηλαδή, συνάρθρωση πλειόνων κανόνων, διαφορετικών ιεραρχικών βαθμίδων. Σε αντιδιαστολή προς τα αντίστοιχα ελληνικά νομοθετήματα, ήτοι τον βασικό νόμο 2472/1997[27] και το άρθρο 5 του Κώδικα Διοικητικής Δικαδικασίας που κυρώθηκε με τον νόμο 2690/1999[28] και τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις του, οι προαναφερθέντες κοινοτικοί κανονισμοί 1049/2001/ΕΚ, περί πρόσβασης, και 45/2001/ΕΚ, περί προσωπικών δεδομένων, που εκδόθηκαν σε κοντινές ημερομηνίες, δεν αγνοούν ο ένας τον άλλον[29]. Ρητό σύνδεσμο μεταξύ τους αποτελεί η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 στοιχείο β΄, του μεταγενέστερου κανονισμού 1049/2001/ΕΚ, περί πρόσβασης, που ορίζει ότι «τα θεσμικά όργανα αρνούνται την πρόσβαση σε έγγραφο του οποίου η γνωστοποίηση θα έθιγε την προστασία της ιδωτικής ζωής και της ακεραιότητας του ατόμου, ιδίως σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία σχετικά με την προστασία των προσωπικών δεδομένων». Η αμφισημία της διάταξης αυτής δεν έλυσε το πρόβλημα της αναπόφευκτης σύγκρουσης των δύο θεμελιωδών δικαιωμάτων στην περίπτωση αίτησης για πρόσβαση σε έγγραφα που περιέχουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. Ειδικότερα, ανακύπτει το ερώτημα αν, σε κάθε περίπτωση αίτησης πρόσβασης σε έγγραφα που περιέχουν προσωπικά δεδομένα, εφαρμόζεται αυτομάτως ο κανονισμός περί προστασίας των προσωπικών δεδομένων (ο οποίος δεν προβλέπει πρόσβαση σε προσωπικά δεδομένα για λόγους διαφάνειας), ή μόνον υπό την προϋπόθεση ότι τα προσωπικά δεδομένα του εγγράφου θίγουν την προστασία της ιδιωτικής ζωής.

 

ΙΙ. Η απόφαση Βavarian Lager του Πρωτοδικείου: προβάδισμα στο δικαίωμα πρόσβασης

 

7. Το ως άνω ζήτημα της σχέσης και της συνδυασμένης εφαρμογής των δύο κανονισμών ήχθη ενώπιον του κοινοτικού δικαστή με αφορμή αίτηση εταιρίας –της Bavarian Lager– να της χορηγηθεί πρόσβαση στα πρακτικά συνεδρίασης της Επιτροπής με εκπροσώπους της βρετανικής κυβέρνησης και της συνομοσπονδίας ζυθοποιών της κοινής αγοράς, στο πλαίσιο υπόθεσης που την αφορούσε. Στα πρακτικά περιλαμβάνονταν τα ονόματα των μετεχόντων και η συμβολή εκάστου στη συζήτηση. Η Επιτροπή χορήγησε πρόσβαση στα πρακτικά, με την εξαίρεση των ονομάτων πέντε προσώπων, εκ των οποίων δύο είχαν αρνηθεί την κοινοποίηση των ονομάτων τους ενώ δεν κατέστη δυνατή η επικοινωνία με τα άλλα τρία, δεδομένου ότι η Bavarian Lager δεν απέδειξε τον σαφή και νόμιμο σκοπό ή την αναγκαιότητα της γνωστοποίησης αυτής, όπως απαιτεί ο κανονισμός περί προστασίας των προσωπικών δεδομένων. Η άρνηση της Επιτροπής προσεβλήθη με προσφυγή ακύρωσης ενώπιον του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κατά δε της απόφασης του Πρωτοδικείου ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης, η οποία κατέληξε στην εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης.

 

8. Συγκεκριμένα, με την απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 2007, Τ-194/04, The Bavarian Lager Co. Ltd κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων[30], ως αφετηρία της συλλογιστικής τέθηκε η ανωτέρω διαταξη του άρθρου 4, παρ. 1, στοιχείο β, του κανονισμού 1049/2010/ΕΚ, η οποία επιτρέπει την άρνηση πρόσβασης σε έγγραφα μόνον «εφόσον η κοινοποίηση μπορεί να θίξει την προστασία της ιδιωτικής ζωής και της ακεραιότητας του ατόμου, ιδίως σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία περί προστασίας προσωπικών δεδομένων, δηλαδή του κανονισμού 45/2001/ΕΚ». Υποστηρίχθηκαν δύο απόψεις σχετικά με την την έννοια της διάταξης: α) η άποψη ότι αυτή συνιστά παραπομπή στον κανονισμό 45/2001/ΕΚ περί προστασίας των προσωπικών δεδομένων, οπότε κάθε αίτηση πρόσβασης σε έγγραφο που περιέχει προσωπικά δεδομένα πρέπει να εξετάζεται επί τη βάσει του κανονισμού αυτού (θεωρία της παραπομπής), και β) η άποψη ότι μόνον εάν θίγεται η ιδιωτική ζωή[31] και η ακεραιότητα των ενδιαφερομένων θα εφαρμοστούν οι κοινοτικοί κανόνες περί προστασίας των προσωπικών δεδομένων (θεωρία του ορίου). Πράγματι, το γεγονός ότι η «ιδιωτική ζωή» αποτελεί ευρεία έννοια, σύμφωνα με τη νομολογία του ΕΔΔΑ[32], και ότι η προστασία των προσωπικών δεδομένων μπορεί να αποτελέσει πτυχή του δικαιώματος σεβασμού της ιδιωτικής ζωής[33] δεν σημαίνει ότι όλα τα προσωπικά δεδομένα είναι ικανά εκ της φύσεώς τους να θίξουν την ιδιωτική ζωή του ενδιαφερομένου[34]. Με άλλα, λόγια, μόνον εάν η προσβολή που συνεπάγεται η κοινοποίηση των προσωπικών δεδομένων υπερβαίνει το ως άνω όριο, αυτή μπορεί να αποκλειστεί. Τη θεωρία του ορίου υποστήριξαν η BavarianLager και ο Επόπτης Προσωπικών Δεδομένων, την υιοθέτησε δε και το Πρωτοδικείο, δεχόμενο ότι εάν η κοινοποίηση των προσωπικών δεδομένων δεν θίγει την προστασία της ιδιωτικής ζωής και της ακεραιότητας του υποκειμένου των δεδομένων, η άρνησή του δεν μπορεί να εμποδίσει την κοινοποίηση. Ενέταξε δηλαδή την αίτηση πρόσβασης στο πεδίο, πρωτίστως, του κανονισμού 1049/2001/ΕΚ, περί πρόσβασης, προκρίνοντας τη συσταλτική ερμηνεία των περιορισμών της. Μόνο τα προσωπικά δεδομένα που είναι δυνατόν να προξενήσουν συγκεκριμένη και ουσιαστική βλάβη στην ιδιωτική ζωή και στην ακεραιότητα του ατόμου υπό το πρίσμα του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ και της σχετικής νομολογίας του ΕΔΔΑ δικαιολογούν την εφαρμογή του κανονισμού 45/2001/ΕΚ. Περαιτέρω, το Πρωτοδικείο τόνισε ότι «ενδεχόμενη απαίτηση από τον αιτούντα να αποδείξει τον αναγκαίο χαρακτήρα της διαβίβασης των δεδομένων –κατά τις επιταγές του κανονισμού 45/2001/ΕΚ– θα ήταν αντίθετη προς τον σκοπό του κανονισμού 1049/2001/ΕΚ, δηλαδή την ευρύτερη δυνατή πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα των οργάνων»[35]. Η προσέγγιση αυτή δεν αποτελεί μόνο γραμματική ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 4 παρ. 1 του κανονισμού 1049/2001/ΕΚ, αλλά απηχεί και το πρόσφορο αποτέλεσμα της εξισορρόπησης των δύο διακυβευομένων θεμελιωδών δικαιωμάτων, ήτοι της πρόσβασης στα έγγραφα και της προστασίας των δεδομένων.

 

ΙΙΙ. H αντίδραση της Επιτροπής

 

9. Η έκβαση των ένδικων αυτών διαδικασιών συνδέθηκε με την ανάληψη νομοθετικών πρωτοβουλιών της Επιτροπής για την τροποποίηση του νομικού πλαισίου της πρόσβασης ενόψει εξισορρόπησης των δύο δικαιωμάτων. Η Επιτροπή αμφισβήτησε την ορθότητα των νομικών κρίσεων του Πρωτοδικείου με αίτηση αναίρεσης που άσκησε κατά της απόφασής του. Ενόσω εκκρεμούσε η αίτηση αναίρεσης και αφού πραγματοποίησε δημόσια διαβούλευση, η Επιτροπή ενέκρινε πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την πρόσβαση στα έγγραφα του Συμβουλίου και της Επιτροπής, προκειμένου να επιφέρει ουσιαστικές αλλαγές στον κανονισμό 1049/2001/ΕΚ, ενισχύοντας τη διαφάνεια[36]. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει συναφώς η γνωμοδότηση του Ευρωπαίου Επόπτη Προσωπικών Δεδομένων επί της πρότασης αυτής[37]. Συγκεκριμένα, ο Επόπτης παρατήρησε ότι δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή να τροποποιηθεί η ισχύουσα διάταξη πριν εκδοθεί η απόφαση του Δικαστηρίου. Επικέντρωσε την ανάλυσή του στη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 5 της πρότασης της Επιτροπής, η οποία άπτεται του λεπτού ζητήματος της σχέσης ανάμεσα στην πρόσβαση σε έγγραφα και στο δικαίωμα προστασίας της ιδιωτικής ζωής και των προσωπικών δεδομένων και αντικαθιστά το ισχύον άρθρο 4 παρ. 1 στοιχείο β΄ του κανονισμού 1049/2011/ΕΚ. Κατά την προτεινόμενη διάταξη, «τα διάφορα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα [πλην των ονομάτων, τίτλων και καθηκόντων των ασκούντων δημόσια λειτουργήματα, των δημοσίων υπαλλήλων και των εκπροσώπων ομάδων συμφερόντων κατά την άσκηση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων τους, τα οποία δημοσιοποιούνται, εκτός αν, λόγω ιδιαίτερων περιστάσεων, η δημοσιοποίηση των πληροφοριών αυτών μπορει να θίξει τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα] δημοσιοποιούνται σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν τη νόμιμη επεξεργασία των δεδομένων αυτών, οι οποίοι καθορίζονται από την κοινοτική νομοθεσία για την προστασία των φυσικών προσώπων όσον αφορά την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα».  Ο Επόπτης επισήμανε ευστόχως ότι η πρόταση αυτή δεν απηχεί την απόφαση του Πρωτοδικείου και δεν εξασφαλίζει εξισορρόπηση των δύο θεμελιωδών δικαιωμάτων, καθόσον υποχρεώνει την αρχή που αποφασίζει για μια αίτηση πρόσβασης σε έγγραφα να στηρίξει την απόφασή της όχι στον κανονισμό 1049/2001/ΕΚ, αλλά στον κανονισμό 45/2001/ΕΚ. Εμπνέεται δηλαδή από τη θεωρία της παραπομπής που υποστήριξε η Επιτροπή ενώπιον του Πρωτοδικείου και μετατοπίζει ρητώς το κριτήριο πρόσβασης στα έγγραφα από τον κανονισμό 1049/2001/ΕΚ στον κανονισμό 45/2001/ΕΚ. Η μόνη εξαίρεση από την εφαρμογή της θεωρίας της παραπομπής αφορά τη δημοσιοποίηση των ονομάτων, των τίτλων και των καθηκόντων των ασκούντων δημόσια λειτουργήματα, των δημοσίων υπαλλήλων και των εκπροσώπων ομάδων συμφερόντων κατά την άσκηση των επαγγελματικών τους δραστηριοτήτων. Με τη γνωμοδότησή του, ο Επόπτης υποστήριξε ότι η απόφαση του Πρωτοδικείου επιτυγχάνει «σωστή ισορροπία μεταξύ των δικαιωμάτων που προστατεύουν οι κανονισμοί 1049/2001 και 45/2001», τόνισε τη σημασία της διαφύλαξής της από τον νομοθέτη, σε περίπτωση τροποποίησης του οικείου καθεστώτος με ταυτοχρονη διασαφήνιση των σχετικών διατάξεων, και έλαβε θέση υπέρ της επικύρωσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης από το Δικαστήριο.

 

IV. Η απόφαση ΒαvarianLager του Δικαστηρίου: προβάδισμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων

 

10. Αφιστάμενη της προσέγγισης του Ευρωπαίου Επόπτη Προσωπικών Δεδομένων, η πολυαναμενόμενη απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) της 29ης Ιουνίου 2010, C-28/08 P, BavarianLager, επί της αίτησης αναίρεσης εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και ανέτρεψε το προβάδισμα που το Πρωτοδικείο (νυν Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ΓεΔΕΕ) είχε αναγνωρίσει στη διαφάνεια[38]. Ειδικότερα το Δικαστήριο έκρινε ότι η συσταλτική ερμηνεία της εξαίρεσης του άρθρου 4 παρ. 1 στοιχείο β΄, του κανονισμού 1049/2001/ΕΚ κατά την οποία η πρόσβαση σε έγγραφα με προσωπικά δεδομένα μπορεί να απαγορευθεί μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες προσβάλλεται η ιδιωτική ζωή ή η ακεραιότητα του ατόμου υπό το πρίσμα του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, αφενός, είναι αντίθετη προς το γράμμα της διάταξης και, αφετέρου, κατέστησε άνευ αντικειμένου σημαντικές διατάξεις του κανονισμού 45/2001/ΕΚ, όπως το άρθρο 8, που απαιτεί απόδειξη της ανάγκης πρόσβασης στα προσωπικά δεδομένα, και το άρθρο 18, που παρέχει δικαίωμα αντίταξης του υποκειμένου των δεδομένων στην επεξεργασία τους, στην οποία εντάσσεται και η δημοσιοποίησή τους. Το Δικαστήριο αναφέρθηκε στους διαφορετικούς σκοπούς των δύο κανονισμών, στον υποχρεωτικό χαρακτήρα των διατάξεων του κανονισμού 45/2001/ΕΚ και στην ανάγκη διασφάλισης της πλήρους εφαρμογής τους. Προς τούτο έκρινε ότι απαιτείται η ορθή ερμηνεία της διάταξης που θεμελιώνει την άμεση σχέση των δύο κανονισμών, η οποία είναι ενιαία και δεν διακρίνει μεταξύ επεξεργασίας που θίγει την προστασία της ιδιωτικής ζωής και επεξεργασίας που δεν τη θίγει. Επομένως, σε κάθε αίτηση για πρόσβαση σε έγγραφα που περιέχουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα εφαρμόζονται πλήρως οι διατάξεις του κανονισμού 45/2001/EK, περιλαμβανομένων και αυτών του άρθρου 8, που απαιτεί από τον αιτούμενο την πρόσβαση να αποδείξει την αναγκαιότητα δημοσίευσης των δεδομένων, και του άρθρου 18, σχετικά με το δικαίωμα του υποκειμένου των δεδομένων να αντιταχθεί στην επεξεργασία τους, στην οποία εντάσσεται και η διαβίβασή τους. Ορθώς λοιπόν, κατά το Δικαστήριο, η Επιτροπή θεώρησε ότι, ελλείψει συγκατάθεσης των υποκειμένων των δεδομένων, η BavarianLager έπρεπε να αποδείξει την ανάγκη κοινοποίησης των ονομάτων των προσώπων που μετείχαν στη συνεδρίαση που την αφορούσε (άρθρο 8, στοιχείο β΄ του κανονισμού 45/2001/ΕΚ). Εφόσον η αιτούσα δεν το έπραξε, ούτε η Επιτροπή μπορούσε να προβεί σε στάθμιση συμφερόντων ούτε το Δικαστήριο να την ελέγξει. Επομένως, η απόφαση δεν παρέχει κριτήρια και κατευθύνσεις για τη στάθμιση που απαιτεί το άρθρο 8 στοιχείο β΄του κανονισμού περί προστασίας δεδομένων.

 

11. Η προσέγγιση του Δικαστηρίου συνιστά σαφή και ανενδοίαστη προτίμηση της θεωρίας της παραπομπής η οποία, μάλιστα, βαίνει πέραν της προαναφερθείσας πρότασης κανονισμού που υπέβαλε η Επιτροπή και η οποία προέβλεπε τουλάχιστον τη δημοσιοποίηση των ονομάτων των ασκούντων δημόσια λειτουργήματα, των δημοσίων υπαλλήλων και των εκπροσώπων ομάδων συμφερόντων κατά την άσκηση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων τους. Περαιτέρω, η απόφαση BavarianLager θα έχει ως συνέπεια τη δυσχέρανση της πρόσβασης στα έγγραφα στο πλαίσιο άσκησης των δικαιωμάτων άμυνας, αφού ο ενδιαφερόμενος θα πρέπει να αποδείξει τεκμηριωμένα την ανάγκη διαβίβασης των στοιχείων του φακέλου χωρίς να γνωρίζει εκ των προτέρων το περιεχόμενό τους[39], ενώ κεντρικό σημείο του δικαιώματος πρόσβασης είναι ακριβώς η έλλειψη υποχρέωσης αιτιολογίας[40].

 

V. Διευκρινίσεις ως προς την εμβέλεια του δικαιώματος πρόσβασης και παγίωση της νομολογίας BavarianLager

 

12. Περαιτέρω αποφάσεις – σύγχρονες και μεταγενέστερες της BavarianLager – σε διαφορετικά πεδία της ενωσιακής δράσης, καταδεικνύουν ότι το Δικαστήριο δέχεται ότι ο κανονισμός 1049/2001/ΕΚ δεν λειτουργεί αυτόνομα, αλλά λαμβανομένων υπόψη των ιδιομορφιών του τομέα δραστηριότητας στον οποίο εντάσσεται η υπό κρίση περίπτωση και του νομικού καθεστώτος που τον διέπει.

 

Α) Συνάρθρωση του κανονισμού 1049/2001/ΕΚ με διαδικαστικούς ή δικονομικούς κανόνες

13. Η πρώτη απόφαση, της 29ης Ιουνίου 2010, C-139/07 P, C-139/07 P, Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Technische Glaswerke Ilmenau GmbH, αφορά την πρόσβαση τρίτων σε έγγραφα σχετικά με διαδικασίες εξέτασης κρατικών ενισχύσεων[41]. Ειδικότερα, το ζήτημα που απασχόλησε το Δικαστήριο ήταν αν το περιεχόμενο του φακέλου που έχει καταρτίσει η Επιτροπή σε εν εξελίξει διαδικασία έρευνας ενισχύσεων είναι εμπιστευτικό ή ο κανονισμός 1049/2001/ΕΚ παρέχει σε οιονδήποτε δικαίωμα πρόσβασης στο σύνολο των εγγράφων που βρίσκονται στην κατοχή της Επιτροπής. Η γενική εισαγγελέας J. Kokottτάχθηκε υπέρ της πλήρους αυτοτέλειας του κανονισμού 1049/2001/ΕΚ, υποστηρίζοντας ότι η εμβέλεια του απορρέοντος από τον κανονισμό δικαιώματος πρόσβασης σε έγγραφα δεν προϋποθέτει ότι ο αιτών χρειάζεται τις πληροφορίες προκειμένου να επιβάλει τη νομική του θέση, οπότε το δικαίωμα πρόσβασης υφίσταται αυτοτελώς έναντι της διαδικασίας έρευνας ενισχύσεων[42]. Το Δικαστήριο όμως υιοθέτησε την αντίθετη προσέγγιση, δεχόμενο ότι, κατά την ερμηνεία του κανονισμού 1049/2001/ΕΚ, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η έκταση του δικαιώματος πρόσβασης που αναγνωρίζουν ειδικά νομοθετήματα στο πλαίσιο των διοικητικών διαδικασιών. Κρίθηκε συγκεκριμένα ότι, αντίθετα προς τις περιπτώσεις όπου τα κοινοτικά όργανα ενεργούν υπό την ιδιότητα του νομοθέτη, οπότε θα πρέπει να εξασφαλίζεται ευρύτερη πρόσβαση στα έγγραφα κατ’ εφαρμογή της έκτης αιτιολογικής σκέψης του κανονισμού 1049/2001/ΕΚ, τα έγγραφα σχετικά με τις διαδικασίες εξέτασης κρατικών ενισχύσεων εμπίπτουν στο πλαίσιο των διοικητικών αρμοδιοτήτων που έχουν ειδικώς απονεμηθεί στα εν λόγω όργανα βάσει του άρθρου 88 ΕΚ. Επομένως, για την ερμηνεία της προβλεπόμενης στο άρθρο 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001/ΕΚ εξαίρεσης, πρέπει, αφενός, να λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι οι ενδιαφερόμενοι, πλην του οικείου κράτους μέλους, στις διαδικασίες εξέτασης κρατικών ενισχύσεων δεν έχουν δικαίωμα να λαμβάνουν γνώση των εγγράφων του διοικητικού φακέλου της Επιτροπής και, αφετέρου, να αναγνωρίζεται η ύπαρξη γενικού τεκμηρίου κατά το οποίο η γνωστοποίηση των εγγράφων του διοικητικού φακέλου θα έθιγε, κατ’ αρχήν, την προστασία του σκοπού έρευνας. Το γενικό αυτό τεκμήριο δεν αποκλείει το δικαίωμα των εν λόγω ενδιαφερομένων να αποδείξουν ότι συγκεκριμένο έγγραφο του οποίου ζητείται η γνωστοποίηση δεν καλύπτεται από το τεκμήριο αυτό ή ότι υπάρχει υπέρτερο δημόσιο συμφέρον που να δικαιολογεί τη γνωστοποίησή του δυνάμει του άρθρου 4, παρ. 2, του κανονισμού 1049/2001/ΕΚ. Η λύση αυτή λαμβάνει υπόψη την ιδιομορφία των διοικητικών διαδικασιών και συνεκτιμά τη συνάρθρωση των γενικών κανόνων του κανονισμού 1049/2001/ΕΚ και των ειδικών κανόνων του δικαίου του ανταγωνισμού (εν προκειμένω του κανονισμού 659/1999/ΕΚ)[43].

 

14. Η δεύτερη υπόθεση αφορά την πρόσβαση σε υπομνήματα της Επιτροπής στο πλαίσιο ένδικης διαδικασίας ενώπιον των δικαστηρίων της ΄Ενωσης. Πρόκειται για την απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 2010, στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-514/07 P, C-528/07 P και C-532/07 P, Βασίλειο της Σουηδίας κατά Association de la presse internationale ASBL (API) και Ευρωπαϊκή Επιτροπή (C-514/07 P), Association de la presse internationale ASBL (API) κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής (C-528/07 P) και Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Association de la presse internationale ASBL (API) (C-532/07 P)[44]. Toζήτημα που ανέκυψε εν προκειμένω ήταν κατά πόσον οι αρχές της διαφάνειας της ένδικης διαδικασίας και της δημοσιότητας της δίκης επιβάλλουν να παρέχεται στο κοινό δυνατότητα πρόσβασης στα υπομνήματα που υποβάλλονται στο Δικαστήριο από τους διαδίκους. Η λύση λαμβάνει υπόψη τις ιδιομορφίες της ένδικης διαδικασίας και τα ιδιαίτερα συμφέροντα που εμπλέκονται και αφορούν την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Πράγματι, τα υπομνήματα αποτελούν στοιχεία της ένδικης διαδικασίας και το Δικαστήριο είναι το πλέον αρμόδιο όργανο να εκτιμήσει ανεπηρέαστο εάν η πρόσβαση στα έγγραφα είναι ικανή να διαταράξει την ομαλή και αμερόληπτη διεξαγωγή της δίκης ή να προσβάλει άλλα νόμιμα συμφέροντα. Ακόμη και αν το Δικαστήριο κρίνει ότι τα υπομνήματα των διαδίκων εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1049/2001/ΕΚ, θα πρέπει να διευκρινιστεί υπό ποιους όρους επιτρέπεται η πρόσβαση στα έγγραφα. Ερμηνείας χρήζει εν προκειμένω το άρθρο 4[45] του κανονισμού που ρυθμίζει τις εξαιρέσεις από την πρόσβαση, οι οποίες, γενικώς, θα πρέπει να ερμηνεύονται στενά[46]. Ο γενικός εισαγγελέας PoiaresMaduroεύστοχα υποστήριξε ότι, στις εκκρεμείς υποθέσεις, θα πρέπει να αποφευχθεί η επιβολή ενός αυστηρού κανόνα κατά το παρόν στάδιο εξέλιξης της σχετικής νομικής θεωρίας και ότι, αντ’ αυτού, είναι προτιμότερο να υιοθετηθεί μια προσεκτική κατά περίπτωση προσέγγιση. Αντιθέτως, σε ό,τι αφορά περατωμένες υποθέσεις, είναι εύλογη η υιοθέτηση μιας γενικής αρχής ευνοϊκής προς την πρόσβαση στα έγγραφα.

 

15. Το Δικαστήριο φαίνεται, πάντως, να ερμηνεύει διασταλτικά την εξαίρεση από τον κανόνα της πρόσβασης. Επισημαίνει ότι ο αποκλεισμός της δικαιοδοτικής δραστηριότητας από το πεδίο εφαρμογής του δικαιώματος πρόσβασης στα έγγραφα, χωρίς να γίνεται διάκριση μεταξύ των διαφόρων σταδίων της διαδικασίας, δικαιολογείται με βάση την ανάγκη διασφάλισης, αφενός, της ισότητας των όπλων μεταξύ των διαδίκων και, αφετέρου της διεξαγωγής με απόλυτη ηρεμία, καθ’ όλη τη διάρκεια της ένδικης διαδικασίας, των συζητήσεων μεταξύ των διαδίκων, καθώς και της διάσκεψης του οικείου δικαστηρίου όσον αφορά την εκδικαζόμενη υπόθεση και, τέλος, της αποφυγής εξωτερικών πιέσεων. Κατά συνέπεια, πρέπει να αναγνωριστεί η ύπαρξη γενικού τεκμηρίου σύμφωνα με το οποίο η γνωστοποίηση των υπομνημάτων που ένα θεσμικό όργανο έχει καταθέσει στο πλαίσιο ένδικης διαδικασίας θίγει την προστασία της διαδικασίας αυτής υπό την έννοια του άρθρου 4, παρ. 2, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001/ΕΚ, ενόσω η εν λόγω διαδικασία είναι εκκρεμής. Εάν οι τρίτοι ήσαν σε θέση, βάσει του κανονισμού 1049/2001/ΕΚ, να αποκτήσουν πρόσβαση στα εν λόγω υπομνήματα, θα διακυβευόταν το σύστημα των δικονομικών κανόνων που διέπουν τις ένδικες διαδικασίες ενώπιον των δικαστηρίων της Ένωσης, αφού ούτε ο Οργανισμός του Δικαστηρίου ούτε οι Κανονισμοί Διαδικασίας προβλέπουν δικαίωμα πρόσβασης των τρίτων στα υπομνήματα που κατατίθενται στο Δικαστήριο στο πλαίσιο των ενδίκων διαδικασιών. Επομένως, στην περίπτωση εκκρεμούς ένδικης διαδικασίας, είναι δυνατή η άρνηση πρόσβασης, χωρίς συγκεκριμένη εκτίμηση εκάστου αιτηθέντος εγγράφου για να εξακριβωθεί αν, λαμβανομένου υπόψη του ειδικού περιεχομένου του, η γνωστοποίησή του θα έθιγε την προστασία της ένδικης διαδικασίας την οποία αφορούσε (άρθρο 4 του κανονισμού 1049/2001/ΕΚ). Ένα τέτοιο γενικό τεκμήριο δεν αποκλείει το δικαίωμα του ενδιαφερομένου να αποδείξει ότι συγκεκριμένο έγγραφο του οποίου ζητήθηκε η γνωστοποίηση δεν καλύπτεται από το εν λόγω τεκμήριο[47]. Αντίθετα, όταν η οικεία διαδικασία έχει περατωθεί με δικαστική απόφαση, οι θεωρήσεις περί αμερόληπτης διεξαγωγής της δίκης ή περί τήρησης της αρχής της ισότητας των όπλων που συνηγορούν υπέρ του απορρήτου των εγγράφων ενόσω εκκρεμεί η δίκη παύουν να υφίστανται. Μπορεί, ωστόσο, να υπάρξουν περιπτώσεις στις οποίες το απόρρητο να χρειάζεται να διατηρηθεί και μετά την έκδοση της απόφασης. Το Δικαστήριο έχει την ευθύνη και το αποκλειστικό προνόμιο, είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν αίτησης του ενδιαφερόμενου διαδίκου, να προσδιορίζει αυτές τις περιπτώσεις και να επιβάλλει στους διαδίκους ιδιαίτερες υποχρεώσεις περιορισμού της δημοσιοποίησης ή να την απαγορεύει εντελώς ακόμη και μετά το πέρας της διαδικασίας, όταν, για παράδειγμα, ζητείται η γνωστοποίηση υπομνημάτων που αφορούν ένδικη διαδικασία που έχει περατωθεί, πλην όμως αυτή συνδέεται με άλλη, ακόμη εκκρεμή, διαδικασία. Υπό τις περιστάσεις αυτές όμως, μόνο συγκεκριμένη εξέταση των εγγράφων στα οποία ζητείται η πρόσβαση μπορεί να παράσχει τη δυνατότητα στην Επιτροπή να κρίνει αν μπορεί να αρνηθεί τη γνωστοποίησή τους βάσει του άρθρου 4 παρ. 2 δεύτερη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001/EK[48]. Tέλος, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν μπορεί να τεκμαρθεί ότι η γνωστοποίηση των υπομνημάτων που κατατέθηκαν στο πλαίσιο διαδικασίας επί προσφυγής λόγω παράβασης κράτους μέλους που οδήγησε στην έκδοση δικαστικής απόφασης επί τη βάσει του άρθρου 226 ΕΚ θίγει τις δραστηριότητες έρευνας που δύνανται να καταλήξουν στην κίνηση διαδικασίας βάσει του άρθρου 228 ΕΚ η οποία αποσκοπεί απλώς στο να παρακινήσει το κράτος μέλος που δεν έχει συμμορφωθεί να εκτελέσει απόφαση επί προσφυγής λόγω παράβασης[49].

 

Β. Ενίσχυση της προστασίας των προσωπικών δεδομένων στο πλαίσιο των αιτήσεων πρόσβασης σε έγγραφα.

16. Και μετά τη BavarianLager, το Δικαστήριο έλαβε θέση άκρως προστατευτική των προσωπικών δεδομένων, με την απόφασητης 9ης Νοεμβρίου 2010, Volker und Markus Schecke GbR (C-92/09) και Hartmut Eifert (C-93/09), σχετική με τη δημοσιοποίηση πληροφοριών για τους δικαιούχους γεωργικών ενισχύσεων[50]]. T Κατά την εύστοχη επισήμανση της γενικής εισαγγελέα E. Sharpston, η υπόθεση εγείρει σημαντικά συνταγματικά ζητήματα από την άποψη του δικαίου της Ένωσης: κατ’ ουσίαν, αν ο σκοπός της επίτευξης διαφάνειας κατά τη διαχείριση χρηματοδοτήσεων της ΚΓΠ (που επιτάσσει τη δημοσίευση των ονομάτων των δικαιούχων κονδυλίων των εγγυητικών ταμείων) μπορεί κατ’ αρχήν να υπερισχύει του θεμελιώδους ατομικού δικαιώματος στον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής και των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και, εφόσον τούτο ισχύει, αν μπορεί να γίνει στάθμιση μεταξύ τους[51]]. Tratione temporis του Χάρτη, ο οποίος δεν είχε δεσμευτική ισχύ κατά τον χρόνο άσκησης του ενδίκου βοηθήματος της κύριας δίκης. Το Δικαστήριο προέβη σε συνδυασμό της νομολογίας του ΕΔΔΑ με τη δική του μόνο στο επίπεδο ελέγχου της τήρησης της αρχής της αναλογικότητας όσον αφορά τον περιορισμό θεμελιώδους δικαιώματος. Όσον αφορά τη σύγκρουση που ενδιαφέρει εν προκειμένω, επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο αναγνωρίζει στη διαφάνεια τη φύση σκοπού δημοσίου συμφέροντος ικανού να περιορίσει την άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων[52]]. T«τα θεσμικά όργανα οφείλουν να σταθμίζουν, προ της δημοσιοποιήσεως πληροφοριών που αφορούν φυσικά πρόσωπα, το συμφέρον της Ένωσης για διασφάλιση διαφάνειας των ενεργειών της και την προσβολή των δικαιωμάτων που αναγνωρίζουν τα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη. Δεν αναγνωρίζεται, όμως, αυτομάτως, υπεροχή του σκοπού της διαφάνειας έναντι του δικαιώματος στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ... ακόμη και σε περίπτωση διακυβεύσεως σημαντικών οικονομικών συμφερόντων»[53]. Δεδομένου ότι οι αποκλίσεις και οι περιορισμοί της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δεν πρέπει να υπερβαίνουν τα όρια του απολύτως αναγκαίου[54] και ότι είναι δυνατόν να προβλεφθούν μέτρα που θίγουν σε μικρότερο βαθμό, έναντι των φυσικών προσώπων, το εν λόγω θεμελιώδες δικαίωμα, συμβάλλοντας ταυτοχρόνως κατά τρόπο αποτελεσματικό στους σκοπούς της διαφάνειας της ενωσιακής δράσης, το Δικαστήριο έκρινε ότι το Συμβούλιο και η Επιτροπή, επιβάλλοντας τη δημοσιοποίηση των ονομάτων όλων των φυσικών προσώπων που είναι δικαιούχοι ενισχύσεων κοινοτικών εγγυητικών ταμείων, όπως επίσης και των αντιστοίχως ληφθέντων ποσών, υπερέβησαν τα όρια που επιβάλλει η τήρηση της αρχής της αναλογικότητας.. Τονίζει, λοιπόν, ότι. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην απόφαση αυτή παρουσιάζει η παροχή διευκρινίσεων για τη συνάρθρωση των πηγών προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην έννομη τάξη της Ένωσης, ειδικότερα δε των αρχών που απορρέουν από την ΕΣΔΑ, τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και πράξεις του παραγώγου δικαίου. Είναι χαρακτηριστικό ότι η νομιμότητα διαφόρων διατάξεων των κανονισμών σχετικά με τη χρηματοδότηση της ΚΓΠ αξιολογήθηκε αποκλειστικά επί τη βάσει των άρθρων 7 (προστασία της ιδιωτικής ζωής) και 8 (προστασία των προσωπικών δεδομένων) του Χάρτη, ενώ το Δικαστήριο δεν έκρινε σκόπιμο να αποφανθεί επί του προβλήματος της εφαρμογής .

 

VI. Οι προτάσεις του Ευρωπαίου Επόπτη Προσωπικών Δεδομένων για τον συνδυασμό των δύο δικαιωμάτων

 

17. Μετά την έκδοση της απόφασης του ΔΕΕ στην υπόθεση BavarianLager, που έκλεισε τη σχετική με τη σύγκρουση των δύο δικαιωμάτων συζήτηση, o Ευρωπαίος Επόπτης Προσωπικών Δεδομένων αναγνώρισε ότι πολλές από τις προηγούμενες παρατηρήσεις και προτάσεις του κατέστησαν άνευ αντικειμένου. Έτσι, με νέο κείμενό του της 24ης Μαρτίου 2011, προσαρμόζει τις προτάσεις του για την εξισορρόπηση των δύο θεμελιωδών δικαιωμάτων στην ερμηνεία του Δικαστηρίου[55]. Η βασική πρόταση του Ευρωπαίου Επόπτη έγκειται στην υιοθέτηση, από τα θεσμικά όργανα, της λεγόμενης προληπτικής προσέγγισης (proactiveapproach) σε αντιδιαστολή προς την προσέγγιση αντίδρασης (reactiveapproach). Τούτο σημαίνει ότι τα όργανα αυτά αξιολογούν και, στη συνέχεια, ενημερώνουν τα υποκείμενα των δεδομένων ήδη κατά τον χρόνο συλλογής των δεδομένων αυτών ως προς την έκταση κατά την οποία η επεξεργασία τους περιλαμβάνει ή ενδέχεται να περιλάβει τη δημοσιοποίησή τους, παρέχοντας ταυτόχρονα τη δυνατότητα να ασκήσουν τα δικαιώματά που αντλούν από τον κανονισμό περί προστασίας δεδομένων κατά το αρχικό αυτό στάδιο. Η στάθμιση, δηλαδή, πραγματοποιείται κατά τον χρόνο συλλογής των δεδομένων, και όχι εκ των υστέρων, κατά τον χρόνο υποβολής αίτησης πρόσβασης σε έγγραφα που τα περιέχουν (reactiveapproach)[56]. Η στάθμιση θα ευνοεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, τη μη κοινοποίηση (π.χ. ιατρικοί φάκελοι των υπαλλήλων της Ενωσης) και σε άλλες το αντίθετο (π.χ. δεδομένα σχετικά με τη δημόσια ή επαγγελματική δραστηριότητα προσώπου, όπως ο κατάλογος των διαπιστευμένων βοηθών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ο οποίος ενδέχεται να αποκαλύπτει τις πολιτικές απόψεις βοηθού, αλλά θα μπορεί, κατ’αρχήν, να δημοσιεύεται[57]). Η προληπτική αυτή προσέγγιση, αφενός, διευκολύνει τα θεσμικά όργανα, εφόσον μειώνει τη μεταγενέστερη επιβάρυνση των υπευθύνων για την επεξεργασία και των αρμοδίων για την διευθέτηση αιτήσεων περί πρόσβασης και, αφετέρου, αποτρέπει ή περιορίζει τη δημιουργία περίπλοκων και συγκρουσιακών καταστάσεων και χρονοβόρων δικαστικών διενέξεων όπως αυτή της BavarianLager. Κατά τον Ευρωπαίο Επόπτη, το αποτέλεσμα της στάθμισης μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να καθοριστεί από τον ίδιο τον νομοθέτη. Η νομική βάση για τη διαβίβαση προσωπικών δεδομένων εντοπίζεται στο άρθρο 5 στοιχείο β΄ του κανονισμού 45/2001/ΕΚ το οποίο ορίζει ότι η επεξεργασία προσωπικών δεδομένων πραγματοποιείται μόνον εφόσον είναι απαραίτητη για την εκπλήρωση εκ του νόμου επιβαλλόμενης υποχρέωσης του υπεύθυνου της επεξεργασίας, π.χ. ανάρτηση στο διαδίκτυο στοιχείων για την υπηρεσιακή κατάσταση των υπαλλήλων της ΕΕ. Η νομιμότητα της υποχρέωσης κρίνεται υπό το πρίσμα του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ και των άρθρων 7 και 8 του Χάρτη και ελέγχεται με γνώμονα την αρχή της αναλογικότητας. Ελλείψει ειδικής νομικής υποχρέωσης, τη στάθμιση πραγματοποιούν τα ίδια τα όργανα κατά τον χρόνο συλλογής των δεδομένων, ενημερώνοντας συναφώς τα εμπλεκόμενα πρόσωπα για τον σκοπό της επεξεργασίας, βάσει των διατάξεων του κανονισμού 45/2001/ΕΚ αλλά και διασφαλίζοντας το δικαίωμά τους να αντιταχθούν σε ενδεχόμενη διαβίβαση. Ο Επόπτης παρέχει συγκεκριμένες οδηγίες στα αρμόδια για τη στάθμιση όργανα, στηριζόμενος εν προκειμένω στις διατάξεις του κανονισμού 45/2001/ΕΚ. Επί τη βάσει της προληπτικής προσέγγισης, είναι σαφές ποιά δεδομένα μπορούν να διαβιβασθούν ήδη κατά τον χρόνο της συλλογής τους.

 

18. Ελλείψει αυτής της προληπτικής προσέγγισης, αιτήσεις πρόσβασης σε έγγραφα με δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα πρέπει να εξετάζονται επί τη βάσει του άρθρου 8 στοιχείο β΄ του κανονισμού 45/2001/ΕΚ: ο αποδέκτης θα πρέπει να  αποδεικνύει την αναγκαιότητα της διαβίβασης των δεδομένων (π.χ. ως αποδεικτικό στοιχείο σε ένδικη διαδικασία) και, σε περίπτωση αμφιβολίας, το όργανο να σταθμίσει τα συγκρουόμενα συμφέροντα, διασφαλίζοντας ότι δεν υφίστανται λόγοι να υποτεθεί ότι η διαβίβαση αυτή μπορεί να θίξει τα νόμιμα συμφέροντα του υποκειμένου των δεδομένων, όπως έγινε δεκτό με την απόφαση Bavarian Lager. Πάντως, σε μεταγενέστερη παρέμβασή του ενώπιον της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ο Επόπτης τόνισε ότι η λειτουργία των κανόνων περί προστασίας της ιδιωτικής ζωής και προσωπικών δεδομένων δεν έγκειται στην παρεμπόδιση της πρόσβασης του κοινού σε πληροφορίες που αφορούν προσωπικά δεδομένα, καθόσον μια τέτοια εφαρμογή θα έθιγε όχι μόνο τη διαφάνεια της ευρωπαϊκής διοίκησης αλλά και την ίδια την αξιοπιστία του όλου θεσμού περί προστασίας των προσωπικών δεδομένων. Αντίθετα οι σχετικοί κανόνες θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως μέσον καθορισμού των προϋποθέσεων υπό τις οποίες η πρόσβαση του κοινού στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα μπορεί να θεωρηθεί θεμιτή[58]. Αναφερόμενος εκ νέου στην απόφαση Bavarian Lager και στην προσέγγιση του Δικαστηρίου, ο Επόπτης επισήμανε ότι δεν θα πρέπει να συναχθεί από αυτή ότι πληροφορίες όπως τα ονόματα προσώπων που μετέχουν σε επαγγελματική σύσκεψη δεν μπορούν να γνωστοποιηθούν στο κοινό παρά μόνο με τη συναίνεσή τους. Αντιθέτως, η απόφαση πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η γνωστοποίηση στο κοινό θα ήταν σύμφωνη με τους κανόνες περί προστασίας των προσωπικών δεδομένων, εάν η Επιτροπή είχε ενεργήσει διαφορετικά κατά τον χρόνο καταγραφής των ονομάτων, εάν είχε δηλαδή υιοθετήσει την προαναφερθείσα προληπτική προσέγγιση.

 

19. Δύο περίπου έτη μετά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισσαβώνας, εξακολουθεί να υπάρχει προοπτική έκδοσης νέου κανονισμού σχετικά με την πρόσβαση του κοινού σε έγγραφα, προς αντικατάσταση του κανονισμού 1049/2001/ΕΚ[59]. Πάντως, οι συζητήσεις στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο κατέδειξαν ότι υπάρχει μεγάλη απόκλιση απόψεων σχετικά με την τροποποίηση του κανονισμού, οπότε η Επιτροπή περιόρισε την πρότασή της στην επέκταση του θεσμικού πεδίου εφαρμογής του σύμφωνα με την νέα νομική βάση όσον αφορά την πρόσβαση σε έγγραφα την οποία παρέχει το άρθρο 15 παρ. 3 ΣΛΕΕ[60]. Ανέφερε, ωστόσο, ότι η εν λόγω περιορισμένης έκτασης τροποποίηση δεν προδικάζει την τρέχουσα διαδικασία αναδιατύπωσης του κανονισμού επί τη βάσει της πρότασης που είχε υποβάλει τον Απρίλιο του 2008[61]. Πράγματι, παρά τις ad hoc νομολογιακές διευκρινίσεις και τις ευρηματικές κατασκευές των γενικών εισαγγελέων[62], είναι αναγκαία η πρόβλεψη γενικού νομικού πλαισίου το οποίο θα ενσωματώνει τις επιταγές που τάσσει συναφώς η Συνθήκη της Λισσαβώνας και θα παρέχει ουσιαστική καθοδήγηση στις αρμόδιες αρχές για την επίτευξη ορθής ισορροπίας μεταξύ των δύο ισοτίμων θεμελιωδών δικαιωμάτων.

 

[1] J. SödermanJuni 2001) (http://www.whi-berlin.de/documents/soederman.pdf)  σ. 16, αρ. περ. 86., Transparency as a fundamental principle of the European Union, (Vortrag am Walter Hallstein-Institut für Europäisches Verfassungsrecht der Humboldt-Universität zu Berlin am 19.

[2] Έγγραφο του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή J. Söderman, της 30ής Σεπτεμβρίου 2002 (www.ombudsman.europa.eu/letters/en/default.htm). Είναι χαρακτηριστικό ότι και στην ετήσια έκθεση του έτους 2003 του Κύκλου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του Συνηγόρου του Πολίτη επισημαίνεται ότι «μεταξύ των δικαιωμάτων του πολίτη στη διοικητική διαδικασία, εκείνο που φαίνεται να δοκιμάζεται περισσότερο –και είναι κατ’ εξοχήν κρίσιμο για την οργάνωση της έννομης προστασίας του εκάστοτε ιδιώτη– είναι το δικαίωμα πρόσβασης στα διοικητικά έγγραφα και, μάλιστα συχνά υπό το πρόσχημα της σύγκρουσής του με την ανάγκη προστασίας ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων», ΔτΑ 23/2004, σ. 931 (976).

[3] EEΠΔ, Η πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα και η προστασία των δεδομένων, περίληψη, Ιούλιος 2005, αρ. 1˙ CEPD, Communiqué de presse du 24 mars 2011, Protection des données et transparence : le CEDP actualise son guide de bonnes pratiques dans l’administration européenne (http://www.edps.europa.eu).

[4] Για την εξέλιξη του δικαιώματος πρόσβασης στα έγγραφα των κοινοτικών θεσμικών οργάνων, βλ. τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Léger της 10ης Ιουλίου 2001 στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 2001, C-353/99 P, Συμβούλιο κατά Hautala (Συλλογή 2001, σ. I-9565, σημεία 47 επ.), καθώς και τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Poiares Maduro της 18ης Ιουλίου 2007 στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2007, C-64/05 P, Σουηδία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2007, σ. I‑11389, σημεία 37 έως 40). Για την εξέλιξη του δικαιώματος της προστασίας της ιδιωτικής ζωής και της προστασίας των δεδομένων σύμφωνα με την οδηγία 95/46/ΕΚ, βλ. τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Ruiz-Jarabo Colomer της 22ας Δεκεμβρίου 2008 στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 7ης Μαΐου 2009, C-553/07, Rijkeboer (Συλλογή 2009, σ. Ι-3889, σημείο 18 επ.).

[5] Σχετικά με τη σημασία και τις συνέπειες της στάθμισης και εξισορρόπησης για τη διαμόρφωση του περιεχομένου των συνταγματικών κανόνων, βλ. S.-I. Koutnatzis, Kompromisshafte Verfassungsnormen: Grundlagen und Konsequenzen für die Auslegung und Anwendung der Verfassung, Nomos, Baden-Baden 2010. Για τις μεθόδους στάθμισης μεταξύ συνταγματικών αξιών, βλ., ενδεικτικά, A. Ruggeri, Θεωρία των πηγών του δικαίου και σταθμίσεις μεταξύ των συνταγματικών αξιών, ΤοΣ 6/2003, σ. 978.

[6] Βλ. τη διεξοδική ανάλυση του ζητήματος από τον H. Kranenborgσ. 1080. Για τη σχετική προβληματική στην ελληνική έννομη τάξη βλ., αντί πολλών, Σπ. Βλαχόπουλου, Διαφάνεια της κρατικής δράσης και προστασία προσωπικών δεδομένων, Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, 2007., Access to documents and data protection in the European Union: on the public nature of personal data, CMLR 2008,

[7] Kατά την Fr. Bignami, Three Generations of Participation Rights Before the European Commission, Law and Contemporary Problems, Vol. 68, 2004, σ. 61(68), η διαφάνεια υπό την έννοια της πρόσβασης σε όλες τις πληροφορίες σχετικά με τις δραστηριότητες της Κοινότητας αποτελεί τη δεύτερη γενιά δικαιωμάτων συμμετοχής των πολιτών (μετά τα δικαιώματα άμυνας με βασικό το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης) στη λήψη αποφάσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Βλ. και Α.-Ε. Psygkas, Revitalizing the “liberty of the ancients” through citizen participation in the legislative process, Annuaire International des Droits de l’Homme, vol. V/2010, σ. 719 (727).

[8] Μετά την έναρξη της ισχύος της Συνθήκης της Λισσαβώνας, την 1η Δεκεμβρίου 2009.

[9] Όπως επισημαίνει η γενική εισαγγελέας J. Kokott, στις προτάσεις της 8ης Σεπτεμβρίου 2008 στην υπόθεση C-139/07 P, Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Technische Glaswerke Ilmenau GmbH, σημείο 64, «με το άρθρο 1, παράγραφος 2, ΕΕ, το άρθρο 255, ΕΚ, το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και τον κανονισμό 1049/2001/ΕΚ ανατέθηκε στα θεσμικά όργανα ένα νέο, πρόσθετο καθήκον: οφείλουν να είναι σε θέση να παραδώσουν στον πολίτη τα ζητούμενα έγγραφα εφόσον δεν υφίστανται αντίθετα προστατευόμενα συμφέροντα». Σημειώνεται ότι, πριν από τη Συνθήκη του Άμστερνταμ και την προσθήκη του άρθρου 255 ΣΕΚ, το Δικαστήριο στήριξε την υποχρέωση των κοινοτικών οργάνων να επιτρέπουν την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφά τους στον δημοκρατικό χαρακτήρα των κοινοτικών οργάνων και στη διασφάλιση της χρηστής διοικήσεως κατά την εσωτερική τους λειτουργία τους (ΔΕΚ της 30ής Απριλίου 1996, C-58/94, Κάτω Χώρες κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1996, σ. Ι-2169, σκέψη 37).

[10] ΕΕ L 145, σ. 43. Στην έννομη τάξη της Ένωσης απαντούν και κανόνες πρόσβασης εγγράφων σε ειδικούς τομείς της διοικητικής δραστηριότητας. Αναφέρονται ενδεικτικώς η διαφάνεια των διαδικασιών συνάψεως δημοσίων συμβάσεων και ειδικότερα η ενημέρωση των υποψηφίων και των προσφερόντων, με τα άρθρα 41 της οδηγίας 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού

 

Subscribe to this RSS feed