Μελέτες - Γνωμοδοτήσεις

Εφαρμογή του λόγου αποκλεισμού του άρθρου 14 § 3 ΚΠΔ στην απόφανση επί προσφυγής κατά κλητηρίου θεσπίσματος κατ’ άρθρον 322 ΚΠΔ

 

Μείζων δικαιοπολιτική ερμηνευτική αρχή επί ενδίκων μέσων η διάκριση Iudex a quo και Iudex ad quem , [του Βασιλείου Σταματόπουλου, δικηγόρου]


Δέον ευθύς εξαρχής να επισημανθεί ότι ο θεματικός πυρήνας του παρόντος μελετήματος παρουσιάζει ιδιαίτερο και, τρόπον τινά, πρωτογενές επιστημονικό ενδιαφέρον, καθόσον δεν έχει εισέτι αποτελέσει αντικείμενο πραγματεύσεως εκ μέρους του Ανωτάτου Ακυρωτικού. Υπ΄ αυτό το πρίσμα, ούτως ειπείν, το εν θέματι μελέτημα επιχειρεί μία συμβολή στην τελολογική – δικαιοσυστηματική ερμηνεία των άρθρων 14 § 3, 322 και 171 § 1 περ. α΄ ΚΠΔ.

Έχει παγίως νομολογηθεί από τον Άρειο Πάγο ότι δεν συντρέχει λόγος απόλυτης ακυρότητος λόγω κακής συνθέσεως του δικαστηρίου (171 § 1 περ. α΄ ΚΠΔ) συνιστών εντεύθεν λόγο αναιρέσεως κατά βουλεύματος ή απόφασης (484 § 1 περ.α΄ και 510 § 1 στοιχ. Α΄ ΚΠΔ) στις περιπτώσεις κατά τις οποίες i) ο εισαγγελέας του οποίου η πρόταση ενσωματώθηκε σε αναιρεθέν βούλευμα, συμμετάσχει στη μετ΄ αναίρεση δίκη (ή στο δικαστικό συμβούλιο που επελήφθη της υποθέσεως μετ΄ αναίρεση, βλ. σχετ. ΑΠ 2203/2006, με αντιθ. όμως προτ. Α. Ζύγουρα, ΠοινΔικ 2007, 969), ή ομοίως στις περιπτώσεις εκείνες ii) που ο εισαγγελέας της δευτεροβάθμιας δίκης είχε ασκήσει καθήκοντα εισαγγελέως και στο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλουμένη απόφαση (ΑΠ 954/2011, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1690/2003 ΠοινΔικ 2004. 287), καθώς και ότι στις ως άνω περιπτώσεις δεν παραβιάζεται το άρθρο 6 § 1 της ΕΣΔΑ. Αντιπαρερχόμενος, χάριν συντομίας, τις ουκ ολίγες αντίθετες επί του ζητήματος (βλ., λόγου χάριν, ΑΠ 451/1982, ΠοινΧρ ΛΓ΄, 14 που τάσσεται υπέρ της αναλογικής εφαρμογής των λόγων αποκλεισμού του άρθρου 14 ΚΠΔ) θέσεις που διατυπώνουν τόσο η θεωρία όσο και η νομολογία (ενδ. βλ. την υψίστης επιστημονικής πληρότητος πρόταση του αντεισαγγελέως του ΑΠ Α. Ζύγουρα, όπως αυτή διατυπώθηκε προσφυώς και ενσωματώθηκε στην ως άνω ΑΠ 2203/2006 και εις την οποίαν αιτιολογείται ενδελεχώς ο ενεργότατος ρόλος του εισαγγελέως στην ποινική δίκη και καταφάσκεται η εντεύθεν κακή σύνθεση ως λόγος απόλυτης ακυρότητος, όθεν και αναιρέσεως), αλλά και το ίδιο το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (υποθ. Huber κατά Ελβετίας), ουδείς δύναται να ισχυριστεί βασίμως ότι οι ανωτέρω αποφάσεις του Ανωτάτου Ακυρωτικού δεν απηχούν παγία νομολογία. Τουναντίον, ως τέτοια (παγία) την αναγνωρίζουμε άπαντες και στο πλαίσιο αυτό θα αναζητήσουμε την δικαιολογητική της βάση (ratio), ο πυρήν της οποίας άλλωστε επαναλαμβάνεται στη μείζονα όλων των ενδεικτικώς προαναφερθεισών (αλλά και πολλών άλλων) αποφάσεων του ΑΠ.

 

Όπως διαλαμβάνει συναφώς η παγία νομολογία του Ανωτάτου Ακυρωτικού, κληθείσα πλειστάκις να αποφανθεί (μόνον όμως) επί των ως άνω δύο κατηγοριών περιπτώσεων συμμετοχής του εισαγγελέως, δεν υφίσταται κακή σύνθεση του συμβουλίου ή του δικαστηρίου συνιστώσα λόγο αναιρέσεως δοθέντος ότι «από τη διάταξη του άρθρου 14 § 3 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι ο αποκλεισμός του δικαστή στην εκδίκαση της υπόθεσης κατ` έφεση μετά την αναίρεση της απόφασης ή του βουλεύματος, προϋποθέτει ότι αυτός έχει συμπράξει στην έκδοση της αναιρεθείσας απόφασης ή του αναιρεθέντος βουλεύματος, οπότε δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα αυτών και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 § 1 περ. α΄ ή 484 § 1 περ. α΄ σε συνδυασμό με το άρθρο 171 § 1 περ. α΄ του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της απόφασης ή του βουλεύματος. Ο Εισαγγελέας, όμως, ο οποίος είναι μεν δικαστικός λειτουργός κατά το άρθρο  88 § 5 του Συντάγματος, με τη συμμετοχή του στη σύνθεση του δικαστηρίου ή του δικαστικού συμβουλίου, όπου περιορίζεται απλώς να προτείνει την ενοχή ή την αθώωση του κατηγορουμένου ή την παραπομπή του στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου ή την απαλλαγή του από την κατηγορία κλπ, δεν συμπράττει στην έκδοση της απόφασης ή του βουλεύματος, πράγμα το οποίο προϋποθέτει ψήφο του δικαστή» (ούτως η ΑΠ 2203/ 2006) ή καθόσον «Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 14 § 3 και 171 § 1 εδ. α΄ του ΚΠΔ προκύπτει ότι κακή σύνθεση του δικαστηρίου της ουσίας, η ύπαρξη της οποίας ιδρύει τον, από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α΄ του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης, δεν υφίσταται όταν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που δικάζει έφεση του κατηγορουμένου, εκτελεί καθήκοντα Εισαγγελέα ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών, ο οποίος, με την αυτή ιδιότητα είχε ασκήσει καθήκοντα Εισαγγελέα κατά την εκδίκαση της ίδιας υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση. Ο κατά την § 3 του άρθρου 14 του ΚΠΔ αποκλεισμός του δικαστή στην εκδίκαση υπόθεσης κατ` έφεση προϋποθέτει ότι αυτός έχει συμπράξει στην έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης. Ο Εισαγγελέας όμως, ο οποίος είναι μεν δικαστικός λειτουργός, με τη συμμετοχή του στη σύνθεση του δικαστηρίου, όπου, αναφορικά με την εκδιδόμενη από αυτό απόφαση, περιορίζεται απλώς να αναπτύξει την κατηγορία και να προτείνει την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου, δεν συμπράττει στην έκδοση της απόφασης, η οποία προϋποθέτει ψήφο του δικαστή» (ούτως η ΑΠ 954/2011).          

Εκ των ανωτέρω παγίων πορισμάτων του ΑΠ παρατηρούμε ότι κοινός τόπος και στις δύο ως άνω κατηγορίες περιπτώσεων και εν ταυτώ μείζων βάση για την μη εφαρμογή του οικείου λόγου αποκλεισμού του άρθρου 14 § 3 ΚΠΔ επί του συμμετασχόντος εισαγγελέως και την ένεκα τούτου νόμιμη σύνθεση του οικείου δικαστικού σχηματισμού αποτελεί το γεγονός ότι ο εν συνεχεία μετασχών (είτε i) στην δευτεροβάθμια δίκη είτε ii) στη μετ’ αναίρεση διαδικασία) εισαγγελεύς δεν έχει συμπράξει στην έκδοση της εκκαλουμένης ή της αναιρεθείσης αντιστοίχως δικαστικής κρίσεως (απόφασης ή βουλεύματος). Φρονούμε ότι η εν θέματι παγία ως άνω αρεοπαγιτική δικαιολογητική βάση (ratio) που συνιστά ταυτοχρόνως και θεμελιώδες ερμηνευτικό επιχείρημα υπέρ της μη εφαρμογής του άρθρου 14 § 3 ΚΠΔ στις εν λόγω δύο κατηγορίες περιπτώσεων είναι εδραία, καθόσον άλλωστε συνάδει και με το γράμμα της σχετικής διατάξεως, αν ληφθεί υπόψιν και η φύση των καθηκόντων του εισαγγελέως βάσει των γενικών αρχών του ΚΠΔ και του ΚΟΔΚΔΛ. Βεβαίως επιφυλάξεις δικαιοπολιτικής φύσεως (όπως οι προρρηθείσες του Α. Ζύγουρα) είναι πάντοτε θεμιτές και σκόπιμες, ιδίως μάλιστα de lege ferenda. 

Τα δεδομένα όμως διαφοροποιούνται ουσιωδώς σε μία άλλη περίπτωση η οποία δεν έχει έως τώρα αχθεί ενώπιον του ΑΠ και η οποία διαφέρει κατά πολύ εν σχέσει με τις ως άνω δύο περιπτώσεις. Πρόκειται για την περίπτωση της προσφυγής του άρθρου 322 ΚΠΔ. Η περίπτωση αυτή είναι λίαν ιδιάζουσα λόγω της όλως ειδικής νομικής φύσεως (sui generis) του εν θέματι ενδίκου βοηθήματος. Συμφώνως προς παγία νομολογία του ΑΠ (βλ. σχετ. ΟλΑΠ 1345/1988, ΠοινΧρ ΛΘ΄, 311) αλλά και προς τα διαχρονικά διδάγματα της θεωρίας η προσφυγή αυτή (τόσο αυτή της § 1, όσο κατά μείζονα λόγο και αυτή της § 3 για τα πρόσωπα ειδικής δωσιδικίας) είναι οιονεί ή ειδικό ένδικο μέσο που βάλλει κατά πράξεως (κλητηρίου θεσπίσματος) του εισαγγελέως (πλημμελειοδικών - 322 § 1 - ή εφετών - 322 § 3) και απευθύνεται (μεταβιβαστικό αποτέλεσμα) ενώπιον δευτεροβάθμιας δικαιοδοτικής αρχής (εισαγγελέως εφετών ή συμβουλίου εφετών αντιστοίχως). Όθεν, ως διαγορεύει και η ως άνω Ολομέλεια του ΑΠ 1345/ 1988, εφαρμόζονται αναλογικώς επί της εν θέματι προσφυγής οι διατάξεις περί ενδίκων μέσων (λόγου χάριν τα άρθρα 462-476 ΚΠΔ).

Αντικείμενο προσβολής διά της προσφυγής του άρθρου 322 ΚΠΔ είναι το κλητήριο θέσπισμα του εισαγγελέως (πλημμελειοδικών - ή εφετών για τα πρόσωπα ειδικής δωσιδικίας). Υπό το πρίσμα, εξάλλου, ότι κατά τα ως άνω η προσφυγή του άρθρου 322 συνιστά οιονεί ένδικο μέσο που προσομοιάζει κατά το μάλλον ή ήττον με έφεση, είναι απολύτως σαφές ότι εν προκειμένω το εν λόγω κλητήριο θέσπισμα είναι ακριβώς η (οιονεί) εκκαλουμένη (εισαγγελική) πράξη, στην έκδοση της οποίας πράξης όμως όχι απλώς έχει συμπράξει ο εισαγγελεύς, αλλά είναι το μοναδικό κατά νόμον αρμόδιο όργανο για την έκδοσή της. Άλλως ειπείν, η εν θέματι προσφυγή ως sui generis ένδικο μέσο βάλλει κατά sui generis δικαστικής αποφάνσεως, ήγουν του κλητηρίου θεσπίσματος με το οποίο διαγιγνώσκεται ότι συντρέχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Η εισαγγελική αυτή διάγνωση είναι εν προκειμένω και κατ΄ εξαίρεση των γενικώς κρατούντων αμιγώς δικαιοδοτικού χαρακτήρος και γι΄ αυτό εξομοιώνεται ex lege με δικαστική απόφαση και υπόκειται ως εκ τούτου στο ένδικο μέσο της προσφυγής του άρθρου 322 ΚΠΔ. Εξάλλου, άπαντα τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται επιπλέον και με argumentum e contrario, αφού εάν το κλητήριο θέσπισμα δεν εξομοιωνόταν εκ του νόμου με δικαστική απόφαση, δεν θα υπέκειτο στο ένδικο μέσο της προσφυγής.

Υπ’ αυτό το πρίσμα και αποκλειστικώς και μόνον εντός του κλειστού και εξαιρετικού πεδίου εφαρμογής του άρθρου 322 ΚΠΔ είναι αυτόδηλον ότι συντρέχουν έτι περαιτέρω και a fortiori (argumentum a minore ad maius - αφού ο εισαγγελεύς δεν συνέπραξε απλώς στην έκδοση του κλητηρίου θεσπίσματος αλλά ο ίδιος το εξέδωσε ως μόνος κατά νόμον αρμόδιος) τόσο η ratio όσο και το γράμμα του άρθρου 14 § 3 ΚΠΔ ως λόγοι αποκλεισμού του εκδόσαντος το κλητήριο θέσπισμα εισαγγελέως από την περαιτέρω διαδικασία που ορίζει ως προς την εκδίκαση της προσφυγής το άρθρο 322 ΚΠΔ. Ήγουν, είναι τελολογικώς ανεπίτρεπτο καθήν στιγμήν ο προσφεύγων κατ’ άρθρον 322 ΚΠΔ προσάπτει μομφή (ένδικο μέσο - ΟλΑΠ 1345/ 1988) στη δικαστική κρίση του εισαγγελέως που εξέδωσε το προσβαλλόμενο κλητήριο θέσπισμα (iudex a quo), ο ίδιος εισαγγελεύς ως iudex ad quem πλέον να καλείται να αποφανθεί επί της ασκηθείσης κατά του ιδίου προσφυγής, είτε ως μόνος αρμόδιος (322 § 1 ΚΠΔ – η περίπτωση αυτή πάντως είναι πρακτικώς αδύνατο να ανακύψει), είτε (περίπτωση συνηθεστάτη) ως υποβάλλων πρόταση στο συμβούλιο εφετών (322 § 3 ΚΠΔ). Πρόκειται για αυταπόδεικτο λόγο αποκλεισμού του άρθρου 14 § 3 ΚΠΔ που ερείδεται ακριβώς στην κατάσταση σύγκρουσης καθηκόντων στην οποία περιέρχεται αυτοδικαίως ο εν λόγω εισαγγελεύς. Τυχόν δε επίκληση της γενικής αρχής του αδιαιρέτου της εισαγγελικής αρχής είναι εν προκειμένω λόγω και της κατάδηλης ειδικότητος της υπό ανάλυσιν περιπτώσεως άνευ επιρροής. Εξάλλου, κατά την κρατούσα θεωρία και νομολογία δεν ελλείπουν στο καθ΄ όλου ποινικό δικονομικό δίκαιο και περιπτώσεις αδήριτης ανάγκης κάμψης του αδιαιρέτου της εισαγγελικής αρχής για διαφορετικούς κάθε φορά λόγους. Σημειωτέον δε, τέλος, χάριν νομικής ακριβολογίας και πληρότητος ότι ο εν θέματι λόγος αποκλεισμού του εισαγγελέως δεν εκφεύγει του γράμματος, ούτε απαιτεί αναλογική εφαρμογή του άρθρου 14 § 3 ΚΠΔ, διάταξη η οποία εφαρμόζεται, ως εκ τούτου, (απολύτως) ευθέως βάσει της κατά τα ως άνω συστηματικής, τελολογικής αλλά και γραμματικής ερμηνείας των άρθρων 14 § 3 και 322 ΚΠΔ. Σε κάθε δε περίπτωση το θεμελιώδες αξίωμα στην ποινική, πολιτική και διοικητική δίκη ότι επί ενδίκων μέσων απαγορεύεται επί ποινή ακυρότητος ο ελεγχόμενος ως προς την ορθότητα της δικαιοδοτικής του απόφανσης να είναι ο ίδιος ταυτοχρόνως και ελέγχων, ερείδεται, πλέον των ανωτέρω, και σε διατάξεις αυξημένης τυπικής ισχύος, όπως στα άρθρα 20 § 1 του Συντάγματος και 6 § 1 της ΕΣΔΑ (ειδικότερο δικαίωμα πρόσβασης σε αμερόληπτο δικαστήριο), πολλώ δε μάλλον τη στιγμή που ο νόμος 3904/2010 ανήγαγε σε λόγο απόλυτης ακυρότητος την παραβίαση δικαιωμάτων που παρέχονται στον κατηγορούμενο από την ΕΣΔΑ (171 § 1 in fine ΚΠΔ).

Το δε άρθρο 14 § 3 ΚΠΔ ως εκτελεστικό των ανωτέρω υπερνομοθετικών διατάξεων στον χώρο της ποινικής δίκης πρέπει να εφαρμόζεται υπό το ερμηνευτικό φως των ανωτέρω και πάντοτε με γνώμονα ότι η προσφυγή του άρθρου 322 ΚΠΔ συνιστά σύμφωνα με την Ολομέλεια του ΑΠ ένδικο μέσο (ΟλΑΠ 1345/1988). Ειρήσθω εν παρόδω ότι ο καθηγητής Ν. Ανδρουλάκης στο κλασικό σύγγραμά του (Θεμελιώδεις έννοιες ποινικής δίκης) επιχειρώντας περαιτέρω μία ιεράρχηση των δύο μορφών προσφυγής του άρθρου 322, θεωρεί την προσφυγή των προσώπων ειδικής δωσιδικίας (322 § 3) ως (ακόμα πιο) γνήσιο ένδικο μέσο, που στρέφεται κατά της απόφανσης του εκδόσαντος (κατά μείζονα λόγο, και όχι απλώς συμπράξαντος) εισαγγελέως εφετών ότι συντρέχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής. Αποτελεί δε αποφευκτέα εννοιοκρατία αλλά και μείζονα αξιολογική αντινομία δικαίου τυχόν ισχυρισμός ότι επί της εν θέματι προσφυγής των προσώπων ιδιάζουσας δωσιδικίας «δεν δικάζει» ο εισαγγελεύς εφετών αλλά επ΄ αυτής αποφαίνεται το συμβούλιο εφετών, την στιγμήν που όπως i) έχει νομολογήσει παγίως και παλαιόθεν ο Άρειος Πάγος και ii) επιβεβαιώνει η καθημερινή δικαστηριακή πρακτική στα δικαστικά συμβούλια : «Η συντριπτική πλειονοψηφία των δικαστικών συμβουλίων αναφέρονται καθολικώς εις την εισαγγελικήν πρότασιν, η οποία ενσωματώνεται εις το βούλευμα και αποτελεί την αιτιολογίαν αυτού. Είναι δε επιτρεπτή η εξ ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη σε αυτό πρόταση του εισαγγελέα εφετών, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το συμβούλιο αποδέχεται όλα τα διαλαμβανόμενα σε αυτή» (ούτως κατά λέξη η ΑΠ 1381/ 2005 ΠοινΔικ 2006. 246).

Συνελόντι ειπείν, φρονούμε ότι συμφώνως προς τα ως άνω επιβάλλεται ένεκα λόγων δογματικών αλλά και δικαιοπολιτικών ο αποκλεισμός του εισαγγελέως που εξέδωσε το προσβαλλόμενο διά της προσφυγής του άρθρου 322 ΚΠΔ κλητήριο θέσπισμα από κάθε περαιτέρω και καθ΄ οιονδήποτε τρόπο συμμετοχή του ιδίου στην απόφανση επί της εν θέματι προσφυγής, καθώς και ότι ειδικώς στην περίπτωση της διατάξεως του άρθρου 322 § 3 ΚΠΔ (προσφυγή προσώπων ιδιαζούσης δωσιδικίας) συντρέχει λόγος απόλυτης ακυρότητος λόγω κακής συνθέσεως του δικαστηρίου (εν προκειμένω του δικαστικού συμβουλίου εφετών) επί τη βάσει ακριβώς μίας τελολογικής – δικαιοσυστηματικής ερμηνείας των άρθρων 171 § 1 περ. α΄ και 14 § 3 ΚΠΔ, συνιστών εντεύθεν λόγο αναιρέσεως κατά του βουλεύματος (484 § 1 περ. α΄ ΚΠΔ), οσάκις ο εκδώσας το προσβαλλόμενο κλητήριο θέσπισμα εισαγγελεύς εφετών υποβάλλει ο ίδιος την πρόταση στο επιλαμβανόμενο της προσφυγής συμβούλιο εφετών, καθόσον κατ΄ αυτόν τον τρόπο ο τελευταίος περιέρχεται ipso facto σε όλως αποφευκτέα κατάσταση σύγκρουσης καθηκόντων.


Βασιλείου Ηλ. Σταματόπουλου, Δικηγόρου, ΔΜΣ, Μέλους Ενώσεως Ελλήνων Δικονομολόγων, Καθηγητού Σχολής Αξιωματικών Ελληνικής Αστυνομίας

"Αναθεώρηση του Συντάγματος και εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας" [του Δημητρίου Ζιγκολη, Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Ροδόπης]

 

Δευτέρα, 22 Δεκεμβρίου 2014

Το τελευταίο χρονικό διάστημα, η επικείμενη εκλογή νέου Προέδρου της Δημοκρατίας σε συνδυασμό με την απαιτούμενη αυξημένη πλειοψηφία (180 ψήφοι), έφτασε στο σημείο να αποτελεί καθοριστικό παράγοντα της σταθερότητας η μη της Χώρας και να συναρτάται από αυτήν η οικονομική σταθερότητά της. Ήδη, πολλοί είναι αυτοί που προτείνουν στο πλαίσιο μιας αναθεώρησης του Συντάγματος, την αποσύνδεση της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας από την υποχρεωτική διάλυση της Βουλής (άρθρο 32 παρ. 4).

   Ι. Εισαγωγικά

   Σύμφωνα με το άρθρο 32 του Συντάγματος, για την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας, απαιτείται αυξημένη πλειοψηφία των δύο τρίτων του όλου αριθμού των βουλευτών. Αν δεν επιτευχθεί η πλειοψηφία αυτή στην πρώτη ή την δεύτερη ψηφοφορία, ακολουθεί τρίτη ψηφοφορία όπου πλέον απαιτείται πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των βουλευτών (ήτοι 180 θετικές ψήφοι). Μη επιτυγχανομένης αυτής της πλειοψηφίας, η Βουλή διαλύεται υποχρεωτικά και η νέα Βουλή εκλέγει τον πρόεδρο της Δημοκρατίας με απλή πλειοψηφία.

   Ο δικαιολογητικός λόγος της αυξημένης αυτής πλειοψηφίας, έγκειται στο ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι ρυθμιστής του πολιτεύματος (άρθρο 30 παρ. 1) και για το λόγο αυτό ενσαρκώνει τρόπον τινά την ευρύτερη εθνική ενότητα. Λησμονείται όμως το γεγονός ότι η αυξημένη αυτή πλειοψηφία δικαιολογούνταν ίσως λόγω των αυξημένων και ενισχυμένων αρμοδιοτήτων του Προέδρου της Δημοκρατίας σύμφωνα με το Σύνταγμα του 1975 όπως αυτό ψηφίσθηκε από την Ε' Αναθεωρητική Βουλή.

   Όμως μετά την αναθεώρηση του 1986 αποψιλώθηκαν οι αρμοδιότητες του Προέδρου της Δημοκρατίας, μεταφέροντας το κέντρο βάρους στην άσκηση της εκτελεστικής εξουσίας στον Πρωθυπουργό. Όμως η διάταξη του άρθρου 32 παρ. 4 του Συντάγματος παρέμεινε ως είχε. Μια ματιά στα Συντάγματα άλλων χωρών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης με πολίτευμα Προεδρεύομενης Δημοκρατίας, αποδεικνύει ότι η διάταξη του άρθρου 32 παρ. 4 του Συντάγματος αποτελεί παγκόσμια πρωτοτυπία, αφού σε καμία άλλη χώρα δεν συνδυάζεται η αδυναμία εκλογής προέδρου με την διάλυση της βουλής. 

 


 ΙΙ. Τα ισχύοντα σε άλλες χώρες με Πολίτευμα Προεδρευόμενης Δημοκρατίας.

    Οι όροι "Προεδρευόμενη" ή "Βασιλευόμενη" Δημοκρατία είναι όροι καθαρά ελληνικής εμπνεύσεως. Αντιθέτως στην ξένη ορολογία έχουν παγιωθεί οι όροι της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας (parliamentary Republic) και της κοινοβουλευτικής Μοναρχίας (parliamentary Monarchy) αντίστοιχα. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι τα συντάγματα άλλων χωρών αποφεύγουν να προσδιορίσουν επακριβώς το πολίτευμα της χώρας, αλλά περιορίζονται να τονίσουν τον βασιλευόμενο η αβασίλευτο χαρακτήρα του πολιτεύματος. Έτσι στο άρθρο 1 του Ιταλικού Συντάγματος αναφέρεται ότι "η Ιταλία είναι μια λαοκρατική δημοκρατία που θεμελιώνεται στην εργασία". Αντίστοιχα στο άρθρο 2 του γαλλικού συντάγματος αναφέρεται ότι "η Γαλλία είναι μια αδιαίρετη, κοσμική, λαοκρατική και κοινωνική δημοκρατία». Βλέπουμε ότι τα ξένα Συντάγματα δεν προσδιορίζουν επακριβώς το πολίτευμα της χώρας (προεδρική η προεδρευομενη δημοκρατία) αλλά διακηρύσσουν πανηγυρικά τον αβασίλευτο η βασιλευόμενο χαρακτήρα του πολιτεύματος.

   Στην Ιταλία, (άρθρο 83 παρ. 3) ο Πρόεδρος εκλέγεται από ειδικό εκλεκτορικό σώμα που αποτελείται από τα μέλη της Βουλής και της Γερουσίας και ίσο αριθμό εκλεκτόρων που ορίζονται από τις Περιφέρειες της Ιταλίας κατ' αναλογία πληθυσμού. Απαιτείται πλειοψηφία 2/3 μόνον έως την τρίτη ψηφοφορία. Σε κάθε επόμενη ψηφοφορία απαιτείται απλή πλειοψηφία. Σε καμία περίπτωση δεν διαλύεται η Βουλή ή η Γερουσία. Ορισμένες φορές, για την εκλογή Προέδρου της Ιταλίας έχουν απαιτηθεί έως και 20 ψηφοφορίες. Φυσικά η θητεία του υπηρετούντος προέδρου παρατείνεται μέχρι την εκλογή νέου. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας της Ιταλίας είναι εξοπλισμένος και με κάποιες "υπερεξουσίες". Έτσι, έχει την ανώτατη διοίκηση των ενόπλων δυνάμεων, προεδρεύει του ανώτατου συμβουλίου άμυνας και του ανώτατου δικαστικού συμβουλίου (άρθρο 87) μπορεί να διαλύσει την Βουλή και την Γερουσία αφού ακούσει την γνώμη των προέδρων τους (άρθρο 88), και επιλέγει το ένα τρίτο των μελών του Συνταγματικού Δικαστηρίου (άρθρο 135). Σύμφωνα δε με το άρθρο 89 παρ. 2 απαιτείται προσυπογραφή των πράξεων του από τον Πρωθυπουργό, μόνο όταν αυτές έχουν νομοθετική ισχύ.  

  Στην Γερμανία, ο Πρόεδρος εκλέγεται από ειδικό εκλεκτορικό σώμα που αποτελείται από τους Βουλευτές της Ομοσπονδιακής Βουλής και ίσο αριθμό εκλεκτόρων που ορίζουν κατ' αναλογία πληθυσμού οι Ομόσπονδες Χώρες. Σε κάθε περίπτωση απαιτείται απόλυτη πλειοψηφία (το ήμισυ συν ένα). Στην επαναληπτική ψηφοφορία αρκεί και η απλή πλειοψηφία. Οι αρμοδιότητες του είναι καθαρά τελετουργικές. Παρόμοια ισχύουν σε Προεδρευόμενες Δημοκρατίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπως η Τσεχία, η Ουγγαρία, η Λετονία, η Εσθονία. Σε άλλες προεδρευόμενες Δημοκρατίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως η Πορτογαλία, η Ιρλανδία, η Αυστρία, η Φιλανδία, η Πολωνία, η Βουλγαρία, η Σλοβενία, η Σλοβακία και η Κροατία, ο Πρόεδρος εκλέγεται με άμεση ψηφοφορία. Η γειτονική μας Μάλτα, πρωτοτυπεί, αφού ο πρόεδρος της Χώρας, δεν εκλέγεται, αλλά διορίζεται με απόφαση της βουλής για πενταετή θητεία, και μπορεί να παυθει ομοίως λόγω ανάρμοστης συμπεριφοράς (άρθρο 48 παρ. 3 εδ. Β’). Στην Λετονία, ο Προέδρος της Χώρας εκλέγεται από την βουλή με μυστική ψηφοφορία για περίοδο 4 ετών και για την εκλογή του απαιτούνται 51 βουλευτές επι συνόλου 100. Σε καμία περίπτωση δεν διαλύεται η Βουλή. Πάντως, υπάρχει η δυνατότητα καθαίρεσης του Προέδρου, μετα από πρόταση του ημίσεος του όλου αριθμού των βουλευτών και με πλειοψηφία 2/3. 

   Η σύγκριση με τα ισχύοντα σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, αποδεικνύει ότι η συνταγματική επιταγή του άρθρου 32 παρ. 4 του Συντάγματος αποτελεί νομικό παράδοξο και θα έλεγε κανείς, μια άστοχη επιλογή του συνταγματικού νομοθέτη. Και τούτο διότι άλλη είναι η αποστολή του Προέδρου της Δημοκρατίας και άλλη της Βουλής. Μετα την συνταγματική αναθεώρηση του 1986, η αποστολή του Προέδρου της Δημοκρατίας περιορίζεται ουσιαστικά στην εκτέλεση τελετουργικών καθηκόντων και είναι μάλλον διακοσμητικό στοιχείο του πολιτεύματος, αφού οι όποιες ρυθμιστικές του αρμοδιότητες, έχουν περιπεσει σε αχρησία. Π.χ. από την έναρξη ισχύος του Συντάγματος έως σήμερα κανένας Προέδρος δεν έχει κάνει χρήση του συνταγματικού προνομίου του, να αναπέμψει νόμο στη Βουλή για νέα συζήτηση (άρθρο 42 του Συντάγματος). Αντιθέτως, στην Γερμανία όπου ο πρόεδρος έχει ακόμη λιγότερες αρμοδιότητες, οι εκάστοτε Πρόεδροι έχουν αρνηθεί να υπογράψουν πάνω από 10 νομοσχέδια που είχε ψηφίσει η Βουλή.  

 


ΙΙΙ. Αναθεώρηση του Συντάγματος      

   Ενόψει της οικονομικής κρίσης αλλά και των θεσμικών στρεβλώσεων που έχουν διαπιστωθεί, έχουν ήδη κατατεθεί διάφορες προτάσεις για την αναθεώρηση του Συντάγματος. Κάποιοι προτείνουν την άμεση εκλογή του προέδρου της Δημοκρατίας με άμεση ψηφοφορία με παράλληλη ενίσχυση των ρυθμιστικών του αρμοδιοτήτων. Σε άλλη πρόταση που κατατέθηκε πρόσφατα, προτείνεται η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας από την Βουλή και εφ' όσον η εκλογή αποβεί άκαρπη, τότε και μόνο τότε θα γίνεται προσφυγή στον λαό, ο οποίος θα εκλέγει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας με άμεση και καθολική ψηφοφορία. 

   Αν ενισχυθούν οι εξουσίες του Προέδρου της Δημοκρατίας, αναπόφευκτα θα δημιουργηθεί ένας πολιτειακός "διπολισμός". Θα έχουμε έναν μάλλον ισχυρό Πρόεδρο και έναν επίσης ισχυρό Πρωθυπουργό. Ποιες θα είναι οι ασφαλιστικές δικλείδες σε περίπτωση "συγκατοίκησης", δηλ. Πρόεδρος από το κόμμα Α και Πρωθυπουργός από το κόμμα Β; Εάν υπάρξει διαφωνία σε καίρια ζητήματα μεταξύ Προέδρου και Πρωθυπουργού, πως θα επιλυθεί αυτή; Ποιος από τους δύο πολιτειακούς παράγοντες θα πρέπει να υποχωρήσει, ή πως θα επιτευχθεί συμβιβασμός; Πάντως, πολλές ταραγμένες περίοδοι της νεότερης ιστορίας μας είχαν ως απαρχή τους, καίριες διαφωνίες μεταξύ ανωτάτου άρχοντος και πρωθυπουργού (1915-1917 και το έτος 1965). Δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει ότι και στην Δημοκρατία της Βαϊμάρης, ο πρόεδρος της Γερμανίας εκλεγόταν από τον λαό και είχε αρμοδιότητες αποφασιστικής σημασίας.

   Κατά την άποψή μας, ο συντακτικός νομοθέτης θα πρέπει να αναθεωρήσει την διάταξη του άρθρου 34 παρ. 2 του Συντάγματος κατά την οποία η βουλή διαλύεται υποχρεωτικά σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί η απαραίτητη πλειοψηφία των τριών πέμπτων των μελών της βουλής. Θα μπορούσε κάλλιστα να καθιερώσει και τέταρτη ψηφοφορία όπου θα μπορεί να εκλεγεί πρόεδρος της Δημοκρατίας και με απλή πλέον πλειοψηφία η να καθιερώσει την   εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας από ειδικό εκλεκτορικό σώμα με απλή πλειοψηφία, λ.χ. από συνέλευση αποτελούμενη από τα μέλη της βουλής και ίσο αριθμό εκλεκτόρων που θα προτείνονται από τις Περιφέρειες. Βέβαια, ο αναθεωρητικός νομοθέτης θα μπορούσε να αναθεωρήσει και την διάταξη του άρθρου 110 του συντάγματος και να μεταβάλλει την  διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος, η οποία είναι εξαιρετικά δύσκολη αφού,  απαιτείται διάλυση της βουλής και τήρηση χρονοδιαγραμμάτων. Θα μπορούσε να προβλεφθεί ότι για την αναθεώρηση μη θεμελιωδών άρθρων του Συντάγματος απαιτείται πλειοψηφία 2/3 η 3/5 της βουλής χωρίς την προηγούμενη διάλυση της βουλής. Ο αναθεωρητικός νομοθέτης θα μπορούσε να προβλέψει και την ολική αναθεώρηση του συντάγματος (revision totale, Totalrevision), συμπεριλαμβανομένων και των θεμελιωδών διατάξεων του Συντάγματος. Ολική αναθεώρηση προβλέπεται στα Συντάγματα της Ελβετίας, της Αυστρίας, της Ισπανίας, της Γερμανίας και άλλων χωρών. Στην Γερμανία (άρθρο 146), στην Αυστρία ( άρθρο 44) όπως και στην Ελβετία με δημοψήφισμα μπορεί ο λαός να ψηφίσει νέο Σύνταγμα. Στη Ισπανία, τα νομοθετικά σώματα μπορούν με πλειοψηφία δυο τρίτων να ψηφίσουν την αναθεώρηση και των θεμελιωδών διατάξεων. Τα νομοθετικά σώματα (Κορτες) διαλύονται αυτοδικαίως και τα νέα νομοθετικά σώματα αποφαίνονται με αυξημένη πλειοψηφία. Εξ ολοκλήρου νέο σύνταγμα απέκτησαν πρόσφατα η Ελβετία και η Φιλανδία το1999, το Λιχτενστάιν (2003) και πρόσφατα η Τουρκιά (2014), η οποία είναι πλέον Προεδρική Δημοκρατία. Πάντως, υπάρχουν και Συντάγματα χωρών τα οποία δεν έχουν αναθεωρηθεί ποτέ! Είναι το ιαπωνικό σύνταγμα του 1947 και το σύνταγμα της Δανίας του 1953. Αντιθέτως, η Ελβετία αν και απέκτησε εξ ολοκλήρου νέο σύνταγμα το 1999, το έχει ήδη αναθεωρήσει πάνω από 13 φορές.  

IV. ΕΠΙΛΟΓΟΣ

   Ο συντακτικός νομοθέτης θα πρέπει να επιλύσει άμεσα και με απλό τρόπο το ζήτημα της εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας με τρόπο ώστε να ανταποκρίνεται στις σύγχρονες απαιτήσεις, αποσυνδέοντας την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας από την διάλυση της Βουλής και καθιερώνοντας απλή ή και σχετική πλειοψηφία. Μπορεί ακόμη να καθιερώσει ειδικό εκλεκτορικό σώμα. Αντιθέτως θα πρέπει να επικεντρωθεί στην δημιουργία εκείνων των ασφαλιστικών δικλείδων που θα αποτρέψουν τις θεσμικές στρεβλώσεις που οδήγησαν την χώρα στην κρίση. Έτσι μπορεί να καθιερώσει τον ουσιαστικό διαχωρισμό της εκτελεστικής από την νομοθετική εξουσία, να καθιερώνοντας το ασυμβίβαστο Υπουργού και Βουλευτή,  επαναπροσδιορίζοντας το περιεχόμενο της βουλευτικής ασυλίας καθώς και την ποινική ευθύνη των Υπουργών και να μεριμνήσει για την θωράκιση και της αληθινή πραγμάτωση της δικαστικής ανεξαρτησίας και της αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης, καθιερώνοντας λ.χ. Συνταγματικό Δικαστήριο. Θα μπορούσε πάντως να επιδείξει περισσότερη τόλμη, προσδιορίζοντας και το λεγόμενο «οικονομικό» και «κοινωνικό» Σύνταγμα.           

 

Σημείωση: πληροφορίες λήφθηκαν από το Βιβλίο των Μαυρια-Παντελη «Συνταγματικά κείμενα ελληνικά και ξένα» εκδόσεις Αντ.Α Σακκουλα 1996, καθώς και από την Γερμανογλωσση ιστοσελίδα www.verfassungen.de, η οποία περιέχει τα συντάγματα (ισχύοντα και προισχυσαντα) όλων των χωρών του κόσμου, και ενημερώνεται διαρκως.Στην ιστοσελίδα http://www.verfassungsvergleich.de/, υπάρχουν τα συντάγματα όλων σχεδόν των χωρών και στην αγγλική γλώσσα.

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΣΤΙΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ ΚΠΔ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗ (ΑΡΘΡΑ 45Β ΚΑΙ 45Γ) [του Αριστομένη Τζανετή, Επ. Καθηγητή Πανεπ. Αθηνών, δικηγόρου]

 

Τετάρτη, 17 Δεκεμβρίου 2014

 Ι. Ορολογικά ζητήματα

 Με τα άρθρα 45Β και 45Γ σχΚΠΔ εισάγεται για πρώτη φορά στην ελληνική έννομη τάξη ο αγγλοσαξωνικής προελεύσεως θεσμός του pleabargaining, στον οποίον ο κατηγορούμενος συνδιαλέγεται απευθείας με τις δικαστικές αρχές με αντικείμενο διαπραγμάτευσης την αποδοχή ή έστω τη μη εναντίωση στην σε βάρος του κατηγορία με αντάλλαγμα την επιβολή ηπιώτερης ποινής. Ακριβέστερη θα ήταν η απόδοση του pleabargaining με τον όρο “ποινική διαπραγμάτευση”, ο οποίος επιτρέπει την ορολογική διάκριση του νέου θεσμού από τον συγγενή, αλλά διαφορετικό θεσμό της «ποινικής συνδιαλλαγής», η οποία επέρχεται με συμφωνία του κατηγορουμένου με τον παθόντα (και όχι με τις δικαστικές αρχές) για άρση των συνεπειών του εγκλήματος. Βάσει των ανωτέρω ο χρησιμοποιούμενος στα άρθρα 45 Β και 45 Γ όρος “ποινική συνδιαλλαγή” δημιουργεί σύγχυση, αφού ο ίδιος ακριβώς χρησιμοποιείται στο ήδη ισχύον και διατηρούμενο στο σχΚΠΔ άρθρο 308Β ΚΠΔ, όπου όμως ρυθμίζεται το εντελώς διαφορετικό ζήτημα της επιεικούς ποινικής μεταχείρισης λόγω πλήρους αποκαταστάσεως της επελθούσας ζημίας.

 ΙΙ. Η ποινική συνδιαλλαγή στα κακουργήματα (α. 45 Γ)

 1. Πεδίο εφαρμογής

 Σύμφωνα με την προτεινόμενη ρύθμιση δεκτικά συνδιαλλαγής είναι: α) τα προβλεπόμενα στον ΠΚ κακουργήματα, που τιμωρούνται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και β) όλα τα κακουργήματα, που προβλέπονται σε ειδικούς ποινικούς νόμους ακόμη και τα τιμωρούμενα με κάθειρξη μέχρι είκοσι έτη (αρμοδιότητας Μονομελούς Εφετείου Κακ/μάτων), όπως λ.χ. φορολογικά κακουργήματα, νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, παραβάσεις του νόμου περί ναρκωτικών).

 Ο περιορισμός του πεδίου εφαρμογής του α. 45Γ σε συγκεκριμένες κατηγορίες κακουργημάτων θα δημιουργήσει πρακτικά προβλήματα εφαρμογής του νέου θεσμού σε περιπτώσεις συρροής εγκλημάτων, που δεν είναι στο σύνολό τους δεκτικά διαπραγμάτευσης. Παραδείγματα: Έγκλημα υπαγόμενο στο Ν. 1608/1950 (ανεπίδεκτο διαπραγμάτευσης) και νομιμοποίηση του προϊόντος του (δεκτικό διαπραγμάτευσης). Ή εγκληματική οργάνωση με την επιβαρυντική περίσταση του α. 187 παρ. 3 ή τρομοκρατική οργάνωση (187Α), τα μέλη της οποίας τελούν εγκλήματα, για τα οποία προβλέπεται πρόσκαιρη κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Ο περιοροσμός της δυνατότητας διαπραγμάτευσης σε ένα μόνο από τα συρρέοντα εγκλήματα θα λειτουργήσει ως αντικίνητρο για την υπαγωγή στο νέο θεσμό.

 2. Το περιεχόμενο του πρακτικού συνδιαλλαγής: Απαιτείται ομολογία;

 Σύμφωνα με την προτεινόμενη ρύθμιση στο συντασσόμενο πρακτικό διαπραγμάτευσης απλώς καταγράφεται η προτεινόμενη από τον Εισαγγελέα ποινή και ο τελικός χαρακτηρισμός της πράξης χωρίς ο κατηγορούμενος να λαμβάνει θέση επί της αποδιδόμενης σε αυτόν κατηγορίας. Αντιθέτως όλες οι ευρωπαϊκές χώρες, στις οποίες έχει εισαχθεί το pleabargaining (με εξαίρεση την Ιταλία, η οποία όμως έχει υιοθετήσει σύστημα κατ’ αντιδικίαν διεξαγωγής της δίκης), θέτουν ως προαπαιτούμενο για την έκπτωση της ποινής την ομολογία του κατηγορουμένου. Η απαίτηση να ομολογείται η πράξη στηρίζεται στη σκέψη ότι, όπου ισχύει εξεταστικό σύστημα, για την καταδίκη του κατηγορουμένου απαιτείται νόμιμη απόδειξη της ενοχής του, η οποία λόγω του ακρωτηριασμού της αποδεικτικής διαδικασίας μόνο στην ομολογία μπορεί να στηριχθεί. Αν δεν αξιωθεί ομολογία, τότε η καταδίκη, που έπεται του pleabargaining, δεν στηρίζεται σε κανένα αποδεικτικό μέσο με συνέπεια να παραβιάζεται το τεκμήριο αθωότητας (βλ. α. 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ).

 

 3. Διαπραγμάτευση μεταξύ Εισαγγελέα και κατηγορουμένου

  Ορθώς η προτεινόμενη ρύθμιση περιορίζει τη διαπραγμάτευση μεταξύ του Εισαγγελέα Εφετών και του κατηγορουμένου χωρίς ανάμιξη του Δικαστή. Η ρύθμιση είναι σύμφωνη με το αγγλοσαξωνικό πρότυπο, το οποίο έχει υιοθετηθεί σε Ιταλία και Γαλλία. Αντιθέτως η ενεργός ανάμιξη του δικαστή στη διαδικασία της ποινικής διαπραγμάτευσης, όπως ισχύει στη Γερμανία, είναι προβληματική, διότι φαλκιδεύει την ανεξαρτησία και αμεροληψία του.Ορθώς επίσης το σχέδιο εξαρτά την έναρξη της διαδικασίας διαπραγμάτευσης από την υποβολή σχετικού αιτήματος εκ μέρους του κατηγορουμένου. Αντιθέτως η δυνατότητα του Εισαγγελέα να αναλαμβάνει κατά την κρίση του πρωτοβουλία για την έναρξη διαπραγματεύσεων με τον κατηγορούμενο δεν είναι συμβατή με την αρχή nemoteneturseipsumaccusare υπό την έννοια ότι ο κατηγορούμενος ενδέχεται να εξαναγκασθεί να αποδεχθεί την προτεινόμενη από τον Εισαγγελέα ποινή φοβούμενος ότι, αν την απορρίψει, θα τού επιβληθεί δυσανάλογα υψηλή ποινή. Στις ανωτέρω αντιρρήσεις δεν εκτίθεται πάντως η προβλεπόμενη στο σχέδιο ( α. 45Γ παρ. 6) υποχρέωση του Προέδρου του Δικαστηρίου να υποδεικνύει υποχρεωτικά πριν την έναρξη της συζήτησης τη δυνατότητα εφαρμογής της διαδικασίας διαπραγμάτευσης. Στο βαθμό που η υπόδειξη αυτή είναι γενική και δεν εξαρτάται από την κρίση του δικαστηρίου ούτε υπόνοιες μεροληψίας δημιουργεί ούτε ενέχει οποιονδήποτε εξαναγκασμό του κατηγορουμένου σε ομολογία.

 4. Η υποχρεωτική επιβολή της συμφωνηθείσας στο πρακτικό διαπραγμάτευσης ποινής

  Σύμφωνα με την προτεινόμενη ρύθμιση το Μονομελές Εφετείο υποχρεούται να επικυρώσει το πρακτικό συνδιαλλαγής και να επιβάλει την προσυμφωνημένη μεταξύ Εισαγγελέα και κατηγορουμένου ποινή. Η έλλειψη διακριτικής ευχέρειας του ποινικού δικαστηρίου να επιβάλει στον κατηγορούμενο ποινή διαφορετική από τη συμφωνηθείσα αντιβαίνει στο α. 96 παρ. 1 Συντ, ενόψει του ότι η ποινή επιβάλλεται εν τοις πράγμασιν από τον Εισαγγελέα και όχι από το ποινικό δικαστήριο. Η εξομοίωση του Εισαγγελέα με τους δικαστικούς λειτουργούς δεν αποδυναμώνει την ανωτέρω αντίρρηση, διότι σύμφωνα με το Σύνταγμα η αποκλειστική δικαιοδοσία για την επιβολή των ποινικών κυρώσεων ανήκει στα ποινικά δικαστήρια. Προκειμένου να εξασφαλισθεί η εναρμόνιση του θεσμού της ποινικής διαπραγμάτευσης με το α. 96 Συντ θα πρέπει το ποινικό δικαστήριο να διατηρεί τη διακριτική ευχέρεια να μην επιβάλει την προσυμφωνημένη μεταξύ Εισαγγελέα και κατηγορουμένου ποινή. Η απαίτηση αυτή ικανοποιείται, αν θεωρηθεί η προσυμφωνηθείσα ποινή ως η ανώτατη δυνατή επιβλητέα, έτσι ώστε και η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου στην επιμέτρηση της ποινής να διαφυλάσσεται και το αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης να κατοχυρώνεται.

 5. Ο νομικός χαρακτηρισμός της πράξης στο πρακτικό διαπραγμάτευσης

  Εφόσον η αρχή της αναζήτησης της ουσιαστικής αλήθειας διατηρείται ως κατευθυντήρια αρχή του ελληνικού ποινικοδικονομικού συστήματος το ποινικό δικαστήριο δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση να ελέγξει αν η συμφωνηθείσα ποινή μπορεί να επιβληθεί από αυτόν με βάση τα πραγματικά περιστατικά και το νομικό χαρακτηρισμό, που έχει επιλέξει η κατηγορούσα αρχή. Γι’ αυτό θα έπρεπε το ποινικό δικαστήριο να διατηρεί την εξουσία, πριν καταγνώσει την προσυμφωνηθείσα ποινή, να ερευνήσει τη νομική βασιμότητα της κατηγορίας ή άλλους λόγους που αποκλείουν την ποινική ευθύνη και στην περίπτωση αυτή να αθωώσει παρά τo plea bargaining τον κατηγορούμενο ή να προσδώσει στην πράξη τον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό. Αντιθέτως το σχέδιο (άρθρο 45Β παρ. 2) αναθέτει τον τελικό νομικό χαρακτηρισμό της πράξης όχι στο ποινικό δικαστήριο, αλλά στον Εισαγγελέα (παραδόξως στο α. 45Γ επί κακουργημάτων φαίνεται να μην παρέχεται αντίστοιχη εξουσία στον Εισαγγελέα Εφετών). Η δέσμευση του ποινικού δικαστηρίου από το νομικό χαρακτηρισμό της πράξης στο πρακτικό διαπραγμάτευσης  αντιβαίνει στο α. 96 παρ. 1 Συντ.

 6. Η ποινική διαπραγμάτευση στα εγκλήματα που είναι και δεκτικά ποινικής συνδιαλλαγής κατ' άρθρο 308Β ΚΠΔ

 Τα κακουργήματα της υπεξαίρεσης, απάτης, απάτης με υπολογιστή, απιστίας και τοκογλυφίας είναι λόγω του ύψους της ύψους της προβλεπόμενης ποινής (κάθειρξη μέχρι δέκα έτη) είναι ταυτοχρόνως δεκτικά και ποινικής διαπραγμάτευσης είναι συγχρόνως και δεκτικά ποινικής συνδιαλλαγής κατ’ α. 308Β ΚΠΔ. Στο σχΚΠΔ οι δύο θεσμοί (ποινική διαπραγμάτευση – ποινική συνδιαλλαγή) συνυπάρχουν αυτοτελώς χωρίς να ρυθμίζεται η μεταξύ τους σχέση στο κοινό πεδίο εφαρμογής τους. Αυτό σημαίνει ότι στα προαναφερθέντα εγκλήματα παρέχεται στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να διαπραγματεύεται με τον Εισαγγελέα το ύψος της ποινής χωρίς να έχει αποκαταστήσει εν όλω ή εν μέρει την επελθούσα ζημία. Η ποινική συνδιαλλαγή φαίνεται επωφελέστερη για τον κατηγορούμενο από την ποινική διαπραγμάτευση, αφού στην πρώτη η ανώτατη ποινή που μπορεί να επιβληθεί είναι τρία έτη, ενώ στη δεύτερη έξι έτη (3/5 των 10 ετών). Ενόψει όμως του ότι η συμφωνηθείσα κατόπιν διαπραγμάτευσης ποινή φυλάκισης των 5 ετών αναστέλλεται υποχρεωτικά, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του α. 99 ΠΚ και δυνητικά και κάθε άλλη περίπτωση (α. 45Γ παρ. 7) δεν αποκλείεται ο κατηγορούμενος να αποφασίσει κατόπιν σταθμίσεως ότι είναι προτιμότερο γι' αυτόν να του επιβληθεί μία ποινή μεγαλύτερη των τριών ετών με ισχυρή πιθανότητα αναστολής και να διατηρήσει το παράνομο όφελος εκ του εγκλήματος αντί να αποκαταστήσει τη ζημία υπαγόμενος στη διαδικασία του α. 308Β ΚΠΔ. Για το λόγο αυτό θα ήταν ενδεδειγμένο να προβλεφθεί η δυνατότητα του Εισαγγελέα Εφετών να εξαρτήσει την έναρξη διαπραγματεύσεων από την προσπάθεια του κατηγορουμένου να αποκαταστήσει στο μέτρο των οικονομικών δυνατοτήτων την επενεχθείσα ζημία. Δι' αυτού του τρόπου οι θεσμοί της ποινικής διαπραγμάτευσης και της ποινικής συνδιαλλαγής θα μπορούσαν να συνδυασθούν για την επίτευξη του καλύτερου δυνατού αποτελέσματος.

 7. Διαδικαστικά – νομοτεχνικά ζητήματα

 7.1. Δεν διευκρινίζεται πώς εισάγεται η υπόθεση μετά την υπογραφή του πρακτικού διαπραγμάτευσης στο ακροατήριο του Μονομελούς Πλημ/κείου (ορθότερο να εισάγεται απευθείας από τον Εισαγγελέα Εφετών με κλητήριο θέσπισμα στα πρότυπα του ισχύοντος α. 308Β παρ. 6). Η ακριβής περιγραφή στο κλητήριο θέσπισμα της πράξης, που απετέλεσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης, είναι αναγκαία για τη θωράκιση του κατηγορουμένου από τον κίνδυνο νέας δίωξης της αυτής πράξης.

 7.2. Σύμφωνα με το α. 45Γ παρ. 1 το αίτημα του κατηγορουμένου για διαπραγμάτευση υποβάλλεται μέχρι την τυπική περάτωση της ανάκρισης. Συγχρόνως όμως προβλέπεται στο μεν α. 45Γ παρ. 2 εδ. β’ ότι ο Εισαγγελέας Πλημ/κών πριν καταρτίσει τον πρότασή του στο Συμβούλιο Πλημ/κών υποβάλει τη δικογραφία στον Εισαγγελέα Εφετών για τον ίδιο σκοπό (δηλ. διαπραγμάτευση), στο δε α. 45Γ παρ. 1 infine ότι ο Εισαγγελέας Εφετών έχει την ίδια υποχρέωση πριν προτείνει στον Πρόεδρο Εφετών την απευθείας εισαγωγή της υπόθεσης στο Μονομελές Εφετείο Κακ/μάτων. Αν το νόημα των ανωτέρω προβλέψεων είναι ότι στον κατηγορούμενο, που έχει απωλέσει το δικαίωμα να υποβάλει αίτημα διαπραγμάτευσης μέχρι το πέρας της ανάκρισης παρέχεται αυτεπαγγέλτως μία ακόμη ευκαιρία πριν υποβληθεί η εισαγγελική πρόταση, θα πρέπει να διευκρινισθεί ότι η τήρηση της διαδικασίας διαπραγμάτευσης υποδεικνύεται στον κατηγορούμενο υποχρεωτικά (και όχι κατά την κρίση του Εισαγγελέα Εφετών), διότι διαφορετικά η σχετική υπόδειξη παραβιάζει την αρχή της μη αυτοεπιβαρύνσεως και θίγει την αμεροληψία. Θα ήταν συστηματικώς ορθότερο και σύμφωνο με τη λογική της προτεινόμενης ρύθμισης να επεκταθεί χρονικά η δυνατότητα του κατηγορουμένου να υποβάλει αίτημα διαπραγμάτευσης και μετά το πέρας της ανάκρισης μέχρι την υποβολή της εισαγγελικής πρότασης.

 ΙΙΙ. Η ποινική συνδιαλλαγή στα πλημμελήματα (α. 45Β)

 1.Σύμφωνα με την προτεινόμενη ρύθμιση στα αυτεπαγγέλτως διωκόμενα πλημμελήματα ο Εισαγγελέας Πλημ/κών αυτεπαγγέλτως ή με αίτηση του κατηγορουμένου καλεί τον κατηγορούμενο σε ποινική διαπραγμάτευση πριν κινήσει την ποινική δίωξη ή διατάξει προκαταρκτική εξέταση. Επ’ αυτού παρατηρητέα τα ακόλουθα:

 1.1. Δεν διευκρινίζεται αν ο Εισαγγελέας υποχρεούται ή δύναται κατά την κρίση του να καλέσει τον κατηγορούμενο σε διαπραγμάτευση (υπό τη δεύτερη εκδοχή εγείρονται οι ήδη εκτεθείσες αντιρρήσεις).

 1.2. Η διάζευξη «πριν κινήσει την ποινική δίωξη ή διατάξει προκαταρκτική εξέταση» (α. 45Β παρ.1) ενέχει αντίφαση ως προς τη δυνατότητα του κατηγορουμένου να διαπραγματευθεί διαρκούσης της προκαταρκτικής εξέτασης.

 1.3. Δεν παρέχεται η δυνατότητα διαπραγμάτευσης στο στάδιο της προανάκρισης.

 1.4. Θα έπρεπε (κατ’ αντιστοιχία με τα προβλεπόμενα στα κακουργήματα) να παρέχεται η δυνατότητα διαπραγμάτευσης και στο ακροατήριο πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας.

 2. Η ανάγκη διαπραγμάτευσης μπορεί να ανακύψει και σε κατ’ έγκληση διωκόμενα πλημμελήματα, όταν ο παθών δεν ανακαλεί την έγκλησή του.

 3. Δεν προβλέπεται η δυνατότητα διαπραγμάτευσης στα πλημμελήματα ειδικής δωσιδικίας, στα οποία η επικύρωση του πρακτικού συνδιαλλαγής θα πρέπει να γίνει από το Μονομελές Εφετείο (και όχι το Μονομελές Πλημ/κείο).

 4. Κατά τα λοιπά ισχύουν οι ήδη διατυπωθείσες αντιρρήσεις για το περιεχόμενο του πρακτικού διαπραγμάτευσης, την υποχρεωτική επικύρωσή του από το Μονομελές Πλημ/κείο, την αδυναμία αθωώσεως του κατηγορουμένο όταν η πράξη δεν φέρει αξιόποινο χαρακτήρα κοκ).

"Το plea bargaining και η παρ’ ημίν ποινική συνδιαλλαγή. Ζητήματα αναφυόμενα κατά την εφαρμογή της τελευταίας" [Ευάγγελος Σ. Ζαμπίτης, Δικηγόρος, ΜΔΕ Ποινικού Δικαίου]

 

Α] Η αντιδικία στοιχείο της ανθρώπινης φύσης.

Το Ποινικό Δίκαιο ως μέσον επίλυσης της αντιδικίας και επιβολής της κοινωνικής ειρήνης.

Α.1] Η αντιδικία είναι στη φύση του ανθρώπου. Κατά τον Τόμας Χομπς (Thomas Hobbes), έναν από τους θεμελιωτές της πολιτικής φιλοσοφίας, της μελέτης δηλαδή της φύσης και της δικαιολόγησης των εξαναγκαστικών θεσμών, ο άνθρωπος έχει ως στόχο του την κυριαρχία, την προσωπική υπεροχή και τον πλουτισμό σε βάρος των υπολοίπων. Οι άνθρωποι, υπακούοντας στις επιθετικές, ως επί το πλείστον, ενορμήσεις τους, οδεύουν προς την αλληλοεξόντωσή τους, από φιλοδοξία, (από) φόβο, αλλά και (από) συμφέρον. “Είναι έτσι φτιαγμένος ο άνθρωπος που τα ίδια λίγο πολύ θα γίνουν και στο μέλλον”.

Σ’ αυτές τις απαισιόδοξες πλην ρεαλιστικές μάλλον θέσεις του, ο ίδιος ο Χομπς δίδει την εξής αισιόδοξη απάντηση: “Μόνον οι αμοιβαίες συμφωνίες είναι ικανές να εδραιώσουν την ομόνοια μεταξύ των ανθρώπων”.

Α.2] Σήμερα, οι βασικές αιτίες των διαφορών που εισάγονται στη Δικαιοσύνη, γενικότερα, αλλά και, ειδικότερα, ως οικονομικά αδικήματα, στην ποινική Δικαιοσύνη και συνιστούν την αντιδικία μεταξύ άνισων, πολλές φορές, υποκειμένων, είναι, εκτός του σκοπού για γρήγορο και παράνομο πλουτισμό, ο ανταγωνισμός και η εγωιστική πρόσληψη των εννόμων συμφερόντων.

Προϋπόθεση για τη δίκαιη επίλυση κάθε αντιδικίας είναι η εξουσιαστική και, γι’ αυτό, δεσμευτική και ανεξάρτητη απόφαση ενός αμερόληπτου τρίτου: του δικαστή. Η ποινική δίκη αποβλέπει[1] στην ανεύρεση της ουσιαστικής αληθείας, από τη μία πλευρά και την παράλληλη προστασία των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου από την άλλη. Η αρχή της δίκαιης δίκης αποτελεί την κορυφαία, τη θεμελιώδη πολιτισμική κατάκτησή μας[2].

Α.3] Το Κράτος, με το μονοπώλιο της απόλυτης εξουσίας του, επιδιώκει τη διατήρηση της κοινωνικής ειρήνης, με μέσον επιβολής της, εκτός άλλων, και το Ποινικό Δίκαιο. Μέσω (και) αυτού εκφράζει την εθνική του κυριαρχία, το οποίο ως έκφραση του μονοπωλίου εξουσίας ήταν και παραμένει δημόσιο δίκαιο, δηλαδή δίκαιο επιβολής κανόνων συμπεριφοράς και κυρώσεων.

Η θεμελιώδης έννοια της ποινικής αξιώσεως της πολιτείας και της ικανοποίησής της, γύρω από την οποίαν οικοδομείται το κατ’ εξοχήν δίκαιο καταναγκασμού, το ποινικό δίκαιο, είναι σύμφυτη με την αυθεντία του Κράτους. Βασικό ποιοτικό γνώρισμα της ποινικής δικαιοσύνης είναι ότι αυτή απονέμεται κυριαρχικά από το δικαστήριο, ανεξάρτητα από τη βούληση των εμπλεκομένων σε αυτήν παραγόντων[3]. Ο δημόσιος χαρακτήρας του ποινικού δικαίου προκύπτει και εκ του ότι αποτελεί το βασικό εργαλείο προστασίας του γενικού συμφέροντος, το οποίο εκπροσωπείται από την ιδέα του Κράτους.

Β] Η αμφισβήτηση του δημοσίου χαρακτήρα του Ποινικού Δικαίου:

Από την κλασσική μορφή απονομής της ποινικής δικαιοσύνης στην εναλλακτική μορφή του plea bargaining.


Β.1] Πέραν των άλλων, πολλών και ποικίλων, παραγόντων που αλλοιώνουν σε σημαντικό βαθμό το δημόσιο χαρακτήρα του ποινικού δικαίου, το plea bargaining –και αυτό– είναι σήμερα διεθνώς (και όχι μόνον στο δυτικό κόσμο) ένας θεσμός που αυξάνει την τάση αμφισβήτησης της αποτελεσματικότητος του Κράτους για την αντιμετώπιση των νέων μορφών εγκληματικότητος[4] που συνδέονται κυρίως με την παγκοσμιοποίηση[5] & [6], την αλλαγή που επήλθε στην παραδοσιακή τέλεση των εγκλημάτων[7] και την προσαρμογή σε επίπεδο μέτρων καταναγκασμού και ανακριτικών πράξεων[8].


Β.2] To plea bargaining, η διαπραγμάτευση δήλωσης ενοχής (κατά την ακριβή μετάφραση του όρου) γεννήθηκε[9] στις ΗΠΑ ήδη από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα, χωρίς νομοθετική εξουσιοδότηση λόγω της ανυπέρβλητης δυσκολίας των εκεί εισαγγελικών και δικαστικών αρχών να εποπτεύσουν και παρακολουθήσουν τον αυξανόμενο αριθμό των ποινικών υποθέσεων.

Συνιστά εναλλακτική μορφή απονομής της δικαιοσύνης[10], την καλουμένη και “αποκαταστατική”[11] και αποτελεί την ωφελιμιστική προσέγγιση της ποινικής δικαιοσύνης, καθώς καθιστά ελκυστικότερη και αποδοτικότερη τη συναινετική διεκπεραίωση των ποινικών υποθέσεων από την ατέρμονη και ουτοπική ενίοτε αναζήτηση της (ουσιαστικής) αληθείας. Οι δικονομικές διαπραγματεύσεις  οδηγούν στη συμβιβαστική δικαιοσύνη και τη συνακόλουθη κατάρρευση του εξεταστικού ιδεώδους[12].

Η δημοφιλία του εν λόγω θεσμού στο αγγλοσαξωνικό σύστημα απονομής του ποινικού δικαίου οφείλεται στην έντονη εκεί ανάγκη αποσυμφόρησης[13] της ποινικής Δικαιοσύνης αλλά και τη μείωση του κόστους[14], [15]. Το plea bargaining και η δι’ αυτού εύρεση εναλλακτικών (και “γρήγορων”!) τρόπων περαίωσης των ποινικών διαδικασιών[16], [17] ικανοποιεί καταρχήν το βασικό αίτημα της νέας παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας, βασικό χαρακτηριστικό της οποίας είναι –καλώς ή κακώς– η ταχύτητα σε κάθε τι που συμβαίνει ή κινείται δίπλα μας.

Ως κατά παρέκκλιση διαδικασία χαρακτηρίζεται και η “συμμετοχική δικαιοσύνη”, η οποία στοχεύει στη συμμετοχή στη λύση του προβλήματος όλων των ατόμων που εμπλέκονται σε μία διένεξη και στη δυνατότητα επίλυσης της διαφοράς τους σε ένα πλαίσιο μη κατηγορητικό. Τα δικαστήρια, εξάλλου, δεν ανταποκρίνονται πάντοτε στις ουσιαστικές ανθρώπινες ανάγκες, ίσως και μόνον εκ του γεγονότος ότι υποβάλλουν τους ανθρώπους σε μακροχρόνιους, δαπανηρούς και ψυχοφθόρους δικαστικούς αγώνες. Στη συμμετοχική δικαιοσύνη[18] κάθε διαφορά είναι μοναδική, λαμβανομένων υπ’ όψιν των περιστάσεων, των εμπλεκομένων μερών και των συνεπειών για τον καθένα. Εξάλλου, η δικαιοσύνη της συμμετοχής προϋποθέτει τη δυνατότητα όλων των μερών να συμμετέχουν πλήρως και με τη θέλησή τους στον επιγενόμενο διάλογο. Στη συμμετοχική δικαιοσύνη, τέλος, απορρίπτεται η ιδέα ότι για να είναι δίκαιη μια λύση πρέπει να είναι σύμφωνη με κανόνες που προϋπάρχουν. αντίθετα, βασικό της χαρακτηριστικό είναι ότι επιδιώκει να αλλάξει και να ρυθμίσει τις ανθρώπινες σχέσεις βασιζόμενη στην εθελούσια συμμετοχή όλων των εμπλεκομένων στη διαφορά.


Β.3] Υποστηρίζεται πάντως ότι η ποινική δικαιοσύνη και το plea bargaining είναι έννοιες αλληλοαποκλειόμενες[19]. Εν τούτοις, προ πολλού και στην Ελλάδα έχουν υιοθετηθεί τελείως διαφορετικές πρακτικές. Όπως προσφυώς σημειώνει η Εισαγγελέας Κα Πόπη Παπανδρέου, “αρκεί κανείς να παρατηρήσει τον τρόπο με τον οποίο διεξάγεται η ποινική δίκη όταν, αμέσως μετά την έναρξη της επ’ ακροατηρίω διαδικασίας, οι διάδικοι προσπαθούν, κωδικοποιημένα ή απροκάλυπτα, να γνωστοποιήσουν στο δικαστήριο ότι “τα βρήκανε” μεταξύ τους. Από τούδε και στο εξής ο τρόπος με τον οποίο διεξάγεται η “ποινική δίκη” μετά τη γνωστοποίηση αυτή, και υπό την προϋπόθεση ότι το Δικαστήριο την αποδέχεται σιωπηρά, συνιστά επίφαση διαδικασίας.”. Κατ’ άλλη διατύπωση, των υπέρμαχων δηλαδή του plea bargaining, η πρακτική αυτή υπήρχε ανέκαθεν ανάμεσά μας[20], [21].

Β.4] Ενόψει των ανωτέρω, εύλογα αναρωτιέται κανείς για το πόσο δημόσιο είναι ή, καλύτερα, εξακολουθεί, πράγματι, να είναι το Ποινικό Δίκαιο[22].

 

Γ] Η ελληνική εκδοχή της ποινικής συνδιαλλαγής (ΚΠΔ 308Β’).

Ο ρόλος του συνηγόρου –υπεράσπισης ιδίως– στη διαδικασία της ποινικής συνδιαλλαγής.


Γ.1] Σε ένα παγκοσμιοποιημένο  περιβάλλον και μία νέα τάξη πραγμάτων, με σοβούσα και διαρκώς αυξανόμενη την οικονομική κρίση, που αποτελεί πρόσφορο έδαφος για την εγκληματικότητα, το πρόβλημα στην καθυστέρηση της απονομής της Δικαιοσύνης στη χώρα μας συνεχώς (θα) επιτείνεται ως αποτέλεσμα και του διαρκώς διογκούμενου ποινικού συστήματος (inflation pénale).


Γ.2] Παρά ταύτα, ο έλληνας νομοθέτης, μόλις το έτος 2010, αποφάσισε να εισάγει μία φιλελεύθερη πράγματι εκδοχή του θεσμού και στη χώρα μας. Έως τότε, σε αντίθεση με τα συμβαίνοντα διεθνώς, θεωρούσε αυτάρεσκα (και εξακολουθεί ίσως έως και σήμερα να θεωρεί) ότι μπορεί με τις συνεχείς, πλην όμως αποσπασματικές, νομοθετικές παρεμβάσεις, να ικανοποιήσει την ποινική αξίωση της Πολιτείας μέσω της κλασσικής, φορμαλιστικής και εν τέλει αργής διαδικασίας.


Γ.3] Ο θεσμός της ποινικής συνδιαλλαγής που, έστω διστακτικά, εισήλθε στη νομοθεσία μας μπορεί μάλλον να δώσει διαφορετική ώθηση στη Δικαιοσύνη. Θα μπορούσε να μετατοπιστεί εν τοις πράγμασι η απονομή της σε μεγάλο βαθμό και στους Δικηγόρους. Και για να μη σπεύσει να ανησυχήσει ή προβάλλει αντιρρήσεις κανείς, ας αναλογιστούμε τι συμβαίνει στο Ηνωμένο Βασίλειο και αλλού, όπου, καταρχήν, σπανίως διανοείται κανείς να προσφύγει στα δικαστήρια χωρίς να προηγηθεί η διαδικασία της συνδιαλλαγής [ή της διαμεσολάβησης αν πρόκειται για αστική υπόθεση]. Οι δικηγόροι στο Ηνωμένο Βασίλειο συνεισφέρουν τις πολύτιμες υπηρεσίες τους στη Δικαιοσύνη επιτυγχάνοντας αποσυμφόρηση και εξοικονόμηση δαπανών για τους εντολείς τους[23]. Με τον τρόπο αυτό αναδεικνύεται ο ρόλος των δικηγόρων και ουσιαστικοποιείται η συλλειτουργία τους. Οι Εισαγγελείς και οι Δικαστές, δε, έχουν πολύ λιγότερες, σοβαρότερες υποθέσεις να εκδικάσουν, με άνεση χρόνου, με αποτέλεσμα η απονομή της Δικαιοσύνης να είναι ταχεία (πλην, εν τούτοις, πράγματι ακριβή εκεί) !!! Αυτά βεβαίως απαιτούν εκ θεμελίων αλλαγή νοοτροπίας και πρακτικών που ίσως δεν προλάβουμε να ζήσουμε.


Γ.4] Με την ποινική συνδιαλλαγή η διαλεκτική και δημόσια αντιπαράθεση των παραγόντων της δίκης μετατρέπεται πλέον σε διαλεκτική -μόνον- αντιπαράθεση, όχι όμως μεταξύ όλων των παραγόντων της δίκης, αλλά μεταξύ του συνηγόρου υπερασπίσεως και του συνηγόρου πολιτικής αγωγής, με τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών να (μπορεί να) έχει ένα σημαντικότατο ρόλο στη διαδικασία επίτευξης της συμφωνίας, αλλά και σε περίπτωση μη επίτευξης αυτής (: για τη διασφάλιση της μυστικότητος στην τελευταία περίπτωση).

Η ποινική συνδιαλλαγή και ο ποινικός συμβιβασμός, ως επιτυχής κατάληξη της πρώτης, αποτελεί μία δισεπίλυτη εξίσωση, με ετερόκλητους συντελεστές της τη σκοπιμότητα, τη δικαιότητα και την ασφάλεια δικαίου. Αποτελεί κάμψη της αρχής "κανένας δικαστής χωρίς κατήγορο" (:"nemo judex sine actore"), η οποία μεταβάλλεται πλέον στην αρχή "δικαστής χωρίς κατήγορο" αφού ο Εισαγγελέας, μετά την επιτυχή περάτωσή της, παύει πρώιμα να είναι κατήγορος –υπό την κλασσική έννοια– και εν συνεχεία μετέχει σε μία ταχύτερη, γνωστή και προδιαγεγραμμένη για όλους τους παράγοντες της δίκης διαδικασία, στα πλαίσια της οποίας μπορεί να εισηγηθεί ακόμη και τη μη επιβολή ποινής.


Γ.5] Με βάση πάντως και το ισχύον ήδη περί ποινικής συνδιαλλαγής νομικό πλαίσιο, της ΚΠΔ 308 Β’, ο συνήγορος μπορεί και πάλι να έχει καθοριστικό λειτουργικό ρόλο[24], του συλλειτουργού – θεσμικού παράγοντα της ποινικής δικαιοσύνης με την ιδιομορφία και πάλι και στη διαδικασία αυτή ότι, σε σχέση με τους λοιπούς λειτουργούς, έχει έναν αμιγώς μονόπλευρο ρόλο[25], αυτόν της υπεράσπισης του κατηγορουμένου, υπό διαφορετική πλέον οπτική, συναινετική και επ’ ωφελεία και πάλι του εντολέως του.


Αναφέρθηκε στην αρχή του παρόντος ως προϋπόθεση της δίκαιης επίλυσης κάθε αντιδικίας η απόφαση του αμερόληπτου δικαστή. Η προϋπόθεση αυτή μετατοπίζεται σε ικανό βαθμό από το δικαστή στους (μεροληπτικούς μεν πλην επιδιώκοντες ένα κοινό στόχο) συνηγόρους (: υπεράσπισης και πολιτικής αγωγής) και τον έχοντα εγγυητικό ρόλο εισαγγελέα, μετατίθεται δε χρονικά σε πολύ πρώιμο στάδιο, ήδη κατά την προδικασία, οι οποίοι προσδιορίζουν την απόφαση.


Γ.6] Ο συνήγορος υπεράσπισης, ειδικότερα, ενεργώντας στα πλαίσια της εντολής που του παρέχει ο κατηγορούμενος, μπορεί να επικαθορίζει, ήδη από την προδικασία, από κοινού με τον εισαγγελέα την απόφαση του δικαστηρίου. Αντί της ουσιαστικής αλήθειας βέβαια έχουμε πλέον τη συναινετική αλήθεια και, για κάποιους, την ιδιωτικοποίηση του Ποινικού Δικαίου. Δεδομένης όμως της ταύτισης της ουσιαστικής αλήθειας με τη δικονομική αλήθεια, τη σχετικοποιημένη δηλαδή αλήθεια[26] που είναι αποτέλεσμα των περιορισμών που θέτει χάριν άλλων υπέρτερων αγαθών και κατακτήσεων το ποινικό δικονομικό δίκαιο[27] η συναινετική αλήθεια μεταξύ δύο αντιδικούντων ιδιωτών είναι προτιμότερη και επωφελέστερη.


Περαιτέρω, η ανθρώπινη αντίληψη κατά τον Kant δεν είναι αποτέλεσμα μιας φυσιολογικής λειτουργίας κατά την οποίαν οι νοητικές εικόνες είναι πιστές απεικονίσεις της πραγματικότητος, αλλά συνδυάζονται με αυτό που ήδη γνωρίζουμε ή αναμένουμε. Η πραγματικότητα, τέλος, που συχνά εμφανίζει κάποιος (ή αντιδικεί γι’ αυτή) στηρίζεται, ηθελημένα ή όχι, σε εσφαλμένη προϋπόθεση (όπως και ο Άρειος Πάγος συχνά αναφέρει). Η πραγματικότητα τότε δεν είναι “ό,τι έχει συμβεί”, αλλά (είναι) συγκερασμός της βούλησης, των προσδοκιών, της εμπειρίας, της γνώσης και των ιδεολογικών επιρροών του.


Ενόψει των ανωτέρω καθίσταται απολύτως προφανές πως μία δικαστική απόφαση είναι δυνατό να μην είναι συνδεδεμένη με την ουσιαστική αλήθεια, ακόμη κι αν θεμελιώνεται σε νομικώς ορθή διαδικασία. Πολλούς, εξάλλου, συγγραφείς έχει απασχολήσει[28] η έννοια της αλήθειας στο δίκαιο και το πρόβλημα αν μπορεί να υπάρξει μία ή περισσότερες ορθές αποφάσεις. Στη Φιλοσοφία του Ποινικού Δικαίου φαίνεται να επικρατεί η άποψη πως η αλήθεια δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως κεκτημένο ενός αλάθητου, αλλά ως μία αέναη και βασανιστική εκκρεμότητα της Δικαιοσύνης.


Αλλά και πέραν τούτου, και η δικαιότητα της ποινής[29], πέραν του ότι αποτελεί κεντρικό ερώτημα του ποινικού δικαίου και όχι μόνον φιλοσοφικού χαρακτήρα, πρέπει να συνυπολογίζεται για την επιλογή ή όχι των συναινετικών διαδικασιών. Πόσο μπορεί η επιβολή ενός κακού σε έναν άνθρωπο, ο οποίος προηγουμένως επέφερε ένα κακό σε άλλον, να εναρμονιστεί με τις θεμελιακές πεποιθήσεις μας περί δικαιότητος, αναρωτιέται ο Bernd Shunemann[30], λόγος για τον οποίον στη θέση της δημόσιας ποινής αναζητούνται κυρώσεις που διαμορφώνονται και επιβάλλονται με διαπραγμάτευση ή διαμεσολάβηση, ενώ παρατηρούνται και ιδιωτικού χαρακτήρα παρεμβάσεις (όπως ιδιωτικές αστυνομίες, ιδιωτικές ποινές, ιδιωτικές φυλακές κλπ).


Ενόψει και όλων των ανωτέρω, το έτος 2010, ο νομοθέτης επέλεξε μία πιο φιλελεύθερη –πράγματι– έναντι των διεθνώς κρατούντων διάταξη (της ΚΠΔ 308 Β’) και η επιλογή του αυτή ήταν καταρχήν στην ορθή κατεύθυνση. Η συναινετική αλήθεια και ο ποινικός συμβιβασμός μέσω της ποινικής συνδιαλλαγής είναι επιβεβλημένη και μάλιστα –κατά την άποψή μας– όχι μόνον για τα πέντε (5) αδικήματα για τα οποία προβλέπει σήμερα η διάταξη, αλλά και για άλλα αδικήματα, παρεμφερούς φύσεως (όπως ιδίως η πλαστογραφία κλπ), ακόμη κι όταν στρέφονται αυτά (και) κατά του ελληνικού δημοσίου. Θα μπορούσε μάλιστα να είναι στο πνεύμα της επιτροπής Μανωλεδάκη έτσι ώστε τα δικαστήρια να οδηγούνται υποχρεωτικώς σε αθωωτική κρίση μετά την επιτυχή κατάληξη της συνδιαλλαγής. Η τελευταία, παρά το φιλελεύθερο πνεύμα της διατάξεως που τη διαπνέει, δεν είναι πλήρως απαλλαγμένη από τα ισχύοντα σε δικαιϊκά συστήματα της αλλοδαπής, όπου, ωστόσο, το plea bargaining μπορεί να εφαρμόζεται και για όλα ανεξαιρέτως, ακόμη και τα βιαιότερα, εγκλήματα (: ανθρωποκτονία εκ προθέσεως, ληστεία κλπ).


Γ.7] Στη χώρα μας αντίθετα η εφαρμογή του θεσμού της ποινικής συνδιαλλαγής, εάν δεν επέλθει γρήγορα η αναγκαία νομοθετική βελτίωση, ιδίως σε σχέση με την άνευ όρων αθώωση του επιτυχώς συνδιαλλαγέντος κατηγορουμένου, δεν φαίνεται να εκκινεί και πάντως στο βαθμό που έστω μερικώς θα ικανοποιούσε τη φιλόδοξη αρχική στόχευσή του, ενόψει της ούτως ή άλλως δυνατότητος “τακτοποιήσεως”[31] των διαφορών των οικονομικών εγκλημάτων έως και το ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, λύση που ωφελεί όλους τους παράγοντες με την ταχύτητα που επιτυγχάνεται έστω μετά από πολλά έτη εκκρεμοδικίας.


Έτσι λοιπόν ο νομοθέτης δεν έχει τολμήσει έως σήμερα αυτό που ήδη από μακρού γίνεται ορθά στην πράξη: Να ορίσει ως μόνο αποτέλεσμα της επιτυχούς συνδιαλλαγής (και άρα κίνητρο γι’ αυτήν) την αθώωση του κατηγορουμένου, ή, έστω, εναλλακτικά, να θέσει κριτήρια ευχερέστερης αθωώσεως ανάλογα με το στάδιο της επιτυχίας της συνδιαλλαγής. Εάν, φερ’ ειπείν, επιτυγχάνεται αυτή σε πολύ πρώιμο στάδιο, στην προκαταρκτική εξέταση αλλά και έως το τέλος της ανάκρισης, η αθώωση να είναι υποχρεωτική για το δικαστήριο, ενώ σε κάθε επόμενο δικονομικό στάδιο να τίθενται επιπλέον όροι για την αθώωση (: “περιστάσεις υπό συνεκτίμηση” κατά τη σημερινή διατύπωση κλπ).


Αναμφίβολα, η σοβούσα πολιτική και οικονομική συγκυρία και οι πανταχόθεν έμπλεες τιμωρητικού φορτίου –άκριτες εν τούτοις συχνά– αναφορές προφανώς και δεν λειτουργούν υπέρ της συναινετικής αλήθειας και του ποινικού συμβιβασμού. Οι επικριτές του θεσμού θεωρούν ότι αυτός καλλιεργεί την εσφαλμένη νοοτροπία που σχηματικά συμπυκνώνεται στη φράση: “εγκλημάτισε αλλά φρόντισε να μη σε πιάσουν. Και τότε ακόμα όμως, μπορείς να γλυτώσεις, αποζημιώνοντας το θύμα”[32].

Πράγματι, στη χώρα μας έχει επικρατήσει η ακόλουθη αλληλουχία σκέψεων και εικόνων για το σύστημα απονομής της ποινικής δικαιοσύνης:

[α] έγκλημα à [β] εκδίκαση υποθέσεως à [γ] απονομή Δικαιοσύνης.

Η αλληλουχία αυτή είναι σύμφωνη προς την ψυχολογική αρχή του “βλέπω όμοια αποτελέσματα” (: δίκη και απονομή Δικαιοσύνης) “να ακολουθούν όμοια αίτια” (: έγκλημα).

Ο νομοθέτης όμως αντελήφθη, έστω αργά σε σχέση με τα συμβαίνοντα διεθνώς, ότι η ως άνω παραδοσιακή αλληλουχία σκέψεων μετετράπη ήδη προ πολλού και με δική του ευθύνη στην αλληλουχία:

[α] έγκλημα à [β] καθυστερημένη εκδίκαση της υποθέσεως à [γ] όχι πάντοτε ουσιαστική απονομή της Δικαιοσύνης (λόγω νομοθετικής αλλαγής, παραγραφής κλπ).

Ο νέος θεσμός, εφόσον γίνουν αντιληπτά τα οφέλη του και από τους επικριτές του, μπορεί να αποδειχθεί ο μόνος σωτήριος για το ποινικό σύστημα, η αλληλουχία, δε, να αλλάξει ως εξής:

[α] έγκλημα à [β] ταχεία εκδίκαση της υποθέσεως (με plea bargaining) και [γ] ουσιαστική απονομή της Δικαιοσύνης [αθώωση κατά κανόνα (στα οικονομικά εγκλήματα) ή, κατ’ εξαίρεση, επιεικής για το δράστη και σε κάθε περίπτωση αποκατάσταση, αν όχι πλήρως, σε εύλογο πάντως μέτρο του θύματος].
Γ.8] Αποτελεί στοιχείο του νομικού πολιτισμού μας να διαθέτει ο κατηγορούμενος αποτελεσματική υπεράσπιση, η οποία του εξασφαλίζει τη δίκαιη δίκη, συνεισφέροντας στην ισότητα των όπλων. Σ’ αυτά τα πλαίσια ο συνήγορος υπεράσπισης είναι υποχρεωμένος να υπερασπίζεται μονομερώς τα συμφέροντα του εντολέα του – κατηγορουμένου.


Κατά τη διαδικασία της ποινικής συνδιαλλαγής, ο ρόλος του συνηγόρου, υπερασπίσεως ιδίως, δεν υποβιβάζεται ούτε διαφοροποιείται. Κινούμενος εντός των πλαισίων που θέτει ο νόμος [ΚΠΔ 308 Β’], δεν πρέπει να αφίσταται της κουλτούρας της δικαιοκρατικής ποινικής διαδικασίας. Και, εντός των πλαισίων που θέτει ο νέος θεσμός, δεν πρέπει να παύει να αποτελεί, με άλλη μορφή, το θεσμικό αντίβαρο στην κρατική εξουσία[33]. Και τούτο από την πρώτη κιόλας στιγμή της υποβολής αιτήσεως με την οποίαν ενεργοποιείται η σχετική διαδικασία. Στην αίτηση αυτή, ενόψει της γενικότητος της διατάξεως, μπορεί να εκφράζεται απλώς η βούληση για ενεργοποίηση της διαδικασίας. Σύμφωνα δε με την αρχή της μη αυτοενοχοποίησης αλλά και ενόψει της ρητής πρόβλεψης για απαλλαγή του κατηγορουμένου στη συνέχεια από το δικαστήριο, ενδείκνυται να διαληφθεί –και στην αρχική αίτηση ακόμη– αναφορά περί συνδρομής περιστάσεων ικανών να ενεργοποιήσουν την οικεία διάταξη για απαλλαγή του κατηγορουμένου. Ενόψει του χρόνου κατά τον οποίο γίνεται η δήλωση αυτή (στην αρχική αίτηση) είναι συνεπής προς το δικαιοκρατικό χαρακτήρα της δίκης ακόμη και στα πλαίσια της διαδικασίας αυτής, αφού η ίδια το επιτρέπει, αλλά και προς το τεκμήριο της αθωότητος, προς την αρχή της δίκαιης δίκης και της μη αυτοενοχοποίησης. Και τούτο διότι η ΚΠΔ 308 Β’ δεν αξιώνει παρά δήλωση – βεβαίωση ότι επιστράφηκε το ιδιοποιηθέν πράγμα ή ικανοποιήθηκε εντελώς ο παθών χωρίς να συνοδεύεται και από ομολογία – δήλωση ενοχής[34], στοιχείο που της προσδίδει ένα σαφώς πιο φιλελεύθερο πνεύμα από τις αντίστοιχες ρυθμίσεις διεθνώς.

Τούτο δίδει το δικαίωμα στο συνήγορο, ενεργώντας –και στη διαδικασία αυτή– όχι αντίθετα προς την αρχή της δίκαιης δίκης και της μη αυτοενοχοποίησης, να επιζητήσει και πετύχει κατά τη διαπραγμάτευσή του με το συνήγορο της πολιτικής αγωγής να συμπεριληφθούν στο πρακτικό δηλώσεις αποφάσκουσες την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Διά αυτών των δηλώσεων, οι οποίες θα αποτελούν κατ’ ουσίαν την έννοια των “περιστάσεων”, θα αχθεί το δικαστήριο σε απαλλαγή. Και όλα αυτά βεβαίως στην περίπτωση που τα δικαστήρια δείξουν δισταγμό στην απαλλαγή των κατηγορουμένων και πιστή τήρηση της διατάξεως για κατ’ εξαίρεση μόνον απαλλαγή του συνδιαλλαγέντος κατηγορουμένου.


Παράλληλα και σε καθαρά πρακτικό επίπεδο, σε περιπτώσεις αρνήσεως των συνηγόρων πολιτικής αγωγής να αποδεχθούν τα εύλογα αυτά αιτήματα του κατηγορουμένου και του συνηγόρου του, ουδόλως εμποδίζεται η υπογραφή ενός παράλληλου, δεύτερου πρακτικού – εμπιστευτικού συμφωνητικού [δίκην αντεγγράφου όπως παλαιότερα σε αστικές συμβάσεις], στο οποίο (μπορεί να) να αναφέρονται οι λόγοι της “παραχώρησης” αυτής του παθόντος και η αυτονόητη σε κάποιες περιπτώσεις ανεπιφύλακτη δήλωση του κατηγορουμένου για παραίτησή του από δικαιώματα για αποζημίωση, χρηματική ικανοποίηση (λόγω προσβολής της προσωπικότητος), για μη υποβολή εγκλήσεως για δυσφήμηση, ψευδή καταμήνυση κλπ.


Οι επιβεβλημένες αυτές ενέργειες του συνηγόρου υπερασπίσεως στοχεύουν όχι μόνον στη μονομερή υπεράσπιση του εντολέως – κατηγορουμένου, αλλά μπορεί να αποκαλύπτουν την ουσιαστική αλήθεια έναντι των ενίοτε υπερβολικών και διεκταμένων αιτιάσεων του πολιτικώς ενάγοντος.

Ο ρόλος του συνηγόρου στην ειρημένη διαδικασία προσαρμόζεται πλέον στη βούληση του κατηγορουμένου – εντολέως του να συνδιαλλαγεί και επιλύσει συναινετικά την αντιδικία του με τον πολιτικώς ενάγοντα στα πλαίσια της ΚΠΔ 308 Β’. Τούτο προϋποθέτει ότι ο εντολέας έχει ήδη αποφασίσει πως εξυπηρετούνται καλύτερα τα έννομα συμφέροντά του μέσω της ποινικής συνδιαλλαγής και όχι μέσω της αντιδικίας. Με βάση τα στοιχεία της δικογραφίας, τη θέση της νομολογίας και την εξ αυτών δυνατότητα πρόβλεψης σε όποιο δυνατό βαθμό του αποτελέσματος της δίκης, πρωτεύον καθήκον του συνηγόρου είναι η ενδελεχής ενημέρωση του κατηγορουμένου για την ισχύουσα ρύθμιση της συνδιαλλαγής, τους όρους, τις συνέπειες, τα οφέλη και μειονεκτήματα.


Κατά τη διαδικασία της ποινικής συνδιαλλαγής και στο βαθμό που μαζί με τους εντολείς του οι συνήγοροι (υπερασπίσεως και πολιτικής αγωγής) συνδιαμορφώνουν τους όρους της οικονομικής συμφωνίας, ελλοχεύει κάποτε ο κίνδυνος να θεωρηθούν αυτοί ως οιονεί επιμελητές ξένης περιουσίας. Όχι βεβαίως υπό τη στενή έννοια της ΠΚ 390, καθόσον για νομικούς λόγους δεν μπορεί ο δικηγόρος να είναι υποκείμενο τελέσεως του ειρημένου αδικήματος ει μη μόνον, υπό όρους, της ΠΚ 233 (περί απιστίας δικηγόρου) ή εσφαλμένης νομικής συμβουλής (:bad lawyering), αλλά αυτού που συναποφασίζει μαζί με τον εντολέα του την ποινική συνδιαλλαγή και τους όρους αυτής, με τον οποίο σημειωτέον μπορεί να έχει αντίθετη άποψη (να προχωρήσει ή να μη προχωρήσει στη διαδικασία αυτή).

Υπό την έννοια αυτή, η θέση του στη συγκεκριμένη διαδικασία αποκτά καθοριστικό λειτουργικό ρόλο αλλά και ευθύνη, ίσως μεγαλύτερη από αυτή της κλασσικής διαδικασίας της αντιδικίας, καθόσον η συμβουλή του προσδιορίζει και τον τρόπο της ικανοποίησης του παθόντος αλλά και, σε συνάρτηση προς αυτήν, και το αμιγώς ποινικό σκέλος, της μεταχείρισής του δηλαδή εν συνεχεία. Ενόψει δηλαδή του, ούτως ή άλλως, εκκυβεύματος υψηλού ρίσκου που διέπει την ποινική δίκη ο συνήγορος οφείλει να σταθμίσει όλες τις παραμέτρους και τα δεδομένα της δικογραφίας και της υποθέσεως εν γένει, νομικά και ουσιαστικά. Οφείλει επίσης, με ιδιαίτερη περίσκεψη, να συντελέσει στην εξεύρεση της καλύτερης δυνατής λύσεως, ισορροπώντας μεταξύ των αντίρροπων συμφερόντων και των απαιτήσεων του “αντιδίκου” και του συνηγόρου του, χωρίς να αποτελέσει ο ίδιος αιτία της ακύρωσης της διαδικασίας την οποίαν επιθυμεί ο πελάτης του. Σε πρακτικό μάλιστα επίπεδο, εφόσον επιτευχθεί η συμφωνία ο συνήγορος θα ήταν προτιμότερο και ασφαλέστερο για τον ίδιο να έχει συμβολαιογραφική εντολή με αναλυτική έκθεση της πληρεξουσιότητας, των ενεργειών που θα ακολουθήσουν, τους όρους κλπ.

Σημειώνεται πως στις ΗΠΑ ιδιαίτερα, αλλά και στο Ηνωμένο Βασίλειο, στη διαδικασία του plea bargaining, που κατά το στάδιο αυτό ομοιάζει περισσότερο με εμπορική διαπραγμάτευση παρά με ποινική διαδικασία, επιστρατεύονται οι πλέον φημισμένοι, οι καλύτεροι και οι εμπειρότεροι και, για το λόγο αυτό, και οι ακριβότεροι δικηγόροι, ο οποίοι εφαρμόζουν διάφορες ψυχολογικές τεχνικές προκειμένου να βελτιώνουν τη διαπραγματευτική θέση του πελάτη τους[35].


Γ.9] Όπως ορθώς επισημαίνει ο Καθηγητής Κος Καλφέλης “έτσι όπως είναι διατυπωμένη η διάταξη δίδει την εντύπωση ότι το Τριμελές (σ.σ.: και ήδη Μονομελές) Εφετείο ασκεί τη λειτουργική του εξουσία μέσα από μια τυπική – επικυρωτική διεργασία, γεγονός που είναι ασύμβατο με τη δικαιοδοτική λειτουργία, η μεταγενέστερη δε προσθήκη ότι μπορεί να μείνει και ατιμώρητος ο κατηγορούμενος είναι μάλλον ατυχής, γιατί είναι αδύνατο να καταλήξει σε μια απαλλακτική κρίση το αρμόδιο δικαστήριο, όταν δεν ενεργοποιεί μια αποδεικτική διαδικασία.”.

αι υπό το ισχύον εν τούτοις νομοθετικό πλαίσιο, αυτή η καταρχήν δυσχέρεια του δικαστηρίου να προχωρήσει σε αποδεικτική διαδικασία, τέτοια που να οδηγήσει σε απαλλαγή, μπορεί να αρθεί. Το δικαστήριο μπορεί να διαπιστώσει την ύπαρξη περιστάσεων, η συνεκτίμηση των οποίων οδηγεί στην αθώωση, κατά την ανάγνωση του πρακτικού συνδιαλλαγής που ούτως ή άλλως για να το επικυρώσει οφείλει προηγουμένως να αναγνώσει. Κατά τούτο συνίσταται, εν ταυτώ, και το καθήκον του συνηγόρου υπεράσπισης: Να έχει μεριμνήσει, κατά τη διαπραγμάτευσή του με το συνήγορο πολιτικής αγωγής, να συμπεριληφθούν στο πρακτικό στοιχεία αποφάσκοντα πλήρως την κατηγορία. Δεν αποκλείεται, κατά τις περιστάσεις, να επισυναφθούν στο πρακτικό –δίκην παραρτήματος– που αυτονόητα (θα) πρέπει και αυτό να αναγνωσθεί, ένορκες δηλώσεις και βεβαιώσεις, πραγματογνωμοσύνες κλπ, στις οποίες θα διαλαμβάνονται στοιχεία που θα μπορούν να υπαχθούν στην έννοια των περιστάσεων που εν συνεχεία θα αξιολογήσει το δικαστήριο. Η ανάδειξη κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο των περιστάσεων εκείνων που θα δικαιολογούσαν μία τέτοια κρίση είναι ο μόνος μάλλον τρόπος που απομένει στο συνήγορο υπεράσπισης για να επιζητήσει την αθώωση του κατηγορουμένου από το δικαστήριο εφόσον βεβαίως από τη νομολογιακή επεξεργασία του θεσμού διαφανεί μία προσήλωση των δικαστών στην επιβολή ποινών και όχι στην αθώωση (όπως γίνεται σήμερα κατά τον παραδοσιακό τρόπο της “τακτοποίησης” της υποθέσεως). Όλα αυτά αυτονόητα θα αποφεύγονταν εάν ο νομοθέτης όριζε, κατά το αντίστοιχο σχέδιο της Επιτροπής Μανωλεδάκη, ως μόνο αποτέλεσμα της επιτυχούς συνδιαλλαγής την αθώωση του κατηγορουμένου.

Ελλείψει, επομένως, αποδεικτικής επί της ενοχής διαδικασίας μόνη υπερασπιστική οδός για την αθώωση του κατηγορουμένου απομένει η ανάδειξη των στοιχείων του αποδεικτικού υλικού που θα μπορούσαν και στο πρακτικό συνδιαλλαγής να αναφέρεται ότι αποτελούν τη βάση μιας ανεπιφύλακτης δηλώσεως του παθόντος για μη συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος. Σε μία τέτοια περίπτωση το δικαστήριο που θα αναγνώσει το προς επικύρωση πρακτικό συνδιαλλαγής προδήλως μόνον σε απαλλακτική κρίση μπορεί να αχθεί[36]. Πρωτεύον, επομένως, καθήκον του συνηγόρου υπερασπίσεως αποτελεί το περιεχόμενο του πρακτικού συνδιαλλαγής.

Στις ΗΠΑ, η δήλωση μπορεί να λάβει πέντε (5) μορφές. Αντικείμενο συμφωνίας αποτελούν συνήθως[37] οι εξής δηλώσεις του κατηγορουμένου: ένοχος ή nolo contendere (συνώνυμο του “non contest”[38])[39]. Η τελευταία αυτή δήλωση παρουσιάζει και το μεγαλύτερο ενδιαφέρον[40], καθόσον σημαίνει ότι ο κατηγορούμενος δεν ομολογεί ενοχή, αλλά δεν αντικρούει και την κατηγορία. Αποδέχεται δηλαδή ποινή χωρίς ενοχή. Τούτο έχει ως πρακτικό αποτέλεσμα ότι η συγκεκριμένη δήλωση δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως αποδεικτικό στοιχείο ή τεκμήριο για την κρίση προδικαστικού ζητήματος ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου για τη συγκεκριμένη πράξη σε άλλο δικαστήριο ή άλλης δικαιοδοσίας (λχ αστικά δικαστήρια).

Στη χώρα μας η ποινική συνδιαλλαγή έχει τύχει ελάχιστης νομολογιακής επεξεργασίας καίτοι ο νόμος ισχύει από τα τέλη του 2010. Το κείμενο της διατάξεως, ενόψει του ότι δεν είναι εκ των προτέρων προσδιορισμένος ο αριθμός των εναλλακτικών ειδών δηλώσεων, παρέχει κάλλιστα τη δυνατότητα να διαλαμβάνεται στο πρακτικό συνδιαλλαγής όχι απλώς μία δήλωση αντίστοιχη του nolo contendere, αλλά και δήλωση αθωότητος ανεξάρτητη της ικανοποίησης του παθόντος συνισταμένης στις περιστάσεις που ο ίδιος ο νόμος προβλέπει ως προϋπόθεση απαλλαγής του κατηγορουμένου.


Η ανάδειξη των αποδεικτικών στοιχείων και η έκθεση και των νομικών ισχυρισμών είναι, επίσης, απολύτως αναγκαίοι προκειμένου το Μονομελές Εφετείο, υπό την επίφαση της “συνεκτίμησης των περιστάσεων” να οδηγείται ανέτως στην κρίση περί μη τιμωρίας του κατηγορουμένου. Μία τέτοια απόφαση και με λιτό ακόμη αιτιολογικό δύσκολα θα μπορούσε να αναιρεθεί, εφόσον θα υπήρχε ήδη η διαλαμβανόμενη στο πρακτικό κατηγορηματική αναφορά του παθόντος περί μη συνδρομής των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος. Ενόψει των ανωτέρω, ο θεσμός της ποινικής συνδιαλλαγής της ΚΠΔ 308Β’ μπορεί να χαρακτηρισθεί πολύ πιο φιλελεύθερος από τους αντίστοιχους κρατούντες σε άλλα δικαιϊκά συστήματα όπου, βεβαίως, εφαρμόζεται αδιακρίτως και όχι μόνον στα πέντε (5) συγκεκριμένα οικονομικά αδικήματα σε βάρος ιδιωτών (μόνον).

 Γ.10] Με αυτή τη σημαντική λειτουργική παρέμβαση των συνηγόρων (υπερασπίσεως και πολιτικής αγωγής) που από κοινού συντάσσουν το πρακτικό συνδιαλλαγής και με τη σημαίνουσας αξίας συμβολή του έχοντος την εν γένει επιστασία της διαδικασίας εισαγγελέως, ως εγγυητή της εν γένει διαδικασίας αλλά και της μυστικότητας ειδικότερα, σε περίπτωση αποτυχίας, επιτυγχάνεται ή, καλύτερα, ουσιαστικοποιείται η βασική σκέψη της Επιτροπής Μανωλεδάκη για το σχέδιο του ΚΠΔ που περιλαμβανόταν στην εισηγητική έκθεση αυτού. Εκεί, επί λέξει, αναφερόταν σχετικώς για τον αντίστοιχο θεσμό: “προέχει η ικανοποίηση του παθόντος και η αποκατάσταση των ειρηνικών σχέσεων  μεταξύ δράστη και θύματος και έπεται η ποινική αξίωση της πολιτείας. Όταν οι πρώτες έχουν επιτευχθεί, η τυφλή εμμονή στην τελευταία, προκειμένου ‘πάση θυσία’ να αποδοθεί μομφή στο δράστη της αξιόποινης πράξης, αποτελεί δυσανάλογο κακό γι’ αυτόν σε σχέση με το σκοπό που υπηρετεί η ποινή και εμφανίζεται συνεπώς ως καταχρηστική άσκηση της ποινικής καταστολής.”.


Γ.11] Εάν αλήθεια όλα αυτά έχουν επιτευχθεί και δεδομένης της μεταβαλλόμενης πολλές φορές αληθείας αλλά και των υπερβολών των μηνυτών πώς θα μπορούσε να μην αχθεί σε απαλλακτική κρίση ένα δικαστήριο, όταν δεν ξέρουμε, αλλά και δεν θα μάθουμε ποτέ, αν η ίδια αυτή υπόθεση (θα) έφθανε και στο ακροατήριο;


Αναφέρεται, ενδεικτικώς, για το αδίκημα της απάτης, πόσο ρευστά ως έννοια είναι ενίοτε κάποια από τα βασικά στοιχεία της υποστάσεως του εγκλήματος, έτσι ώστε να θεμελιώσουν ή και να καταλύσουν μία κατηγορία: Η γνώση του φερομένου ως ψευδούς γεγονότος από τον (φερόμενο ως) παθόντα ή η αξία του πράγματος ή η ιδιότητα αυτού ως παντελώς “άχρηστου” για τον παθόντα κλπ, όπως λχ ισχύει για το έγκλημα του βιασμού η ύπαρξη ή μη συναίνεσης.

Δεδομένων όλων των ανωτέρω, ακόμη και με το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο, υπάρχει η δυνατότητα σε όλους τους εμπλεκομένους παράγοντες, στο δικαστή, τον εισαγγελέα και προεχόντως στο συνήγορο, ενόψει ιδίως της πρωτοβουλίας του κατηγορουμένου – εντολέως του να ενεργοποιήσει με αίτησή του τη διαδικασία, να οδηγείται η πλειονότητα αν όχι το σύνολο των υποθέσεων, για τις οποίες κατέληξε επιτυχώς η ποινική συνδιαλλαγή, σε αθωωτική και μόνον κρίση, άλλως δεν πρέπει να ελπίζει κανείς στην ευρεία εφαρμογή της !!!


Δ] Επίμετρο.

 

Σύμφωνα με το γερμανό καθηγητή του Ποινικού Δικαίου, Eb Schmidt, “Αν εξαιρέσουμε τις πολεμικές συγκρούσεις, τίποτε άλλο δεν προξένησε τόσες συμφορές, βάσανα και δάκρυα στην ανθρωπότητα, όσο η κρατική δύναμη που εκδηλώνεται με τη μορφή της ποινικής λειτουργίας.”. Αναλογιζόμενοι όλοι ανεξαιρέτως οι εμπλεκόμενοι φορείς και παράγοντες τη φράση αυτή θα επεδίωκαν μάλλον με πάθος την καθιέρωση και εμπέδωση του θεσμού της ποινικής συνδιαλλαγής.

 

Κι επειδή η εισήγηση αυτή άρχισε με έναν Άγγλο φιλόσοφο, ταιριάζει ίσως να τελειώσει με μία φράση ενός μεγάλου Έλληνα, του Κωνσταντίνου Τσάτσου, που πρέπει όλοι μας να θυμόμαστε σε σχέση με την αέναη προσπάθεια του ανθρώπου να πετύχει το καλύτερο, ενδόμυχα πολλές φορές και το τέλειο:


“Πολλά όσα ήθελες και δεν μπόρεσες. Περισσότερα όσα μπορούσες και δεν θέλησες. Και ακόμη περισσότερα όσα δεν θέλησες και που έπρεπε και να θελήσεις και να μπορέσεις.


Όλοι σταματούμε μεσοδρομίς. Άλλοι μακρύτερα, άλλοι σιμότερα.


Από όλα αυτά τα ατελή ίσως να συντελείται στο άπειρο του χρόνου το τέλειο. Το τέλειο που και αν παύσει να υπάρχει, αρκεί που υπήρξε, αρκεί που ίσχυσε όπως η μαθηματική αλήθεια, που ίσχυσε πριν τη σκεφτεί ο άνθρωπος και που θα ισχύει και όταν θα πάψει ο άνθρωπος να υπάρχει”.-

Θεσσαλονίκη, 01.02.2014


[1] Βλ. Χριστόφορο ΑΡΓΥΡΌΠΟΥΛΟ, εναλλακτικές μορφές απονομής της Δικαιοσύνης, εκδήλωση στο Μέγαρο Μουσικής και Νικόλαο ΜΠΙΤΖΙΛΈΚΗ, ο οποίος επί λέξει αναφέρει πως: οι κανόνες του ποινικού δικαίου έχουν μια διπλή κοινωνικοπολιτική λειτουργία: αφενός να προστατεύσουν τα έννομα αγαθά από την αυθαιρεσία των προσβαλλόντων αυτά και αφετέρου να εγγυηθούν τις ελευθερίες των πολιτών απέναντι σε τυχόν αυθαιρεσίες εκ μέρους του ίδιου του μηχανισμού προστασίας, του ίδιου του ποινικού δικαίου.


[2] Για τη δίκαιη δίκη βλ. και: [α] Αργύριο ΚΑΡΡΆ, Ταχεία και δίκαιη ποινική δίκη (ανάμεσα στην αποτελεσματική και ορθή απονομή της ποινικής δικαιοσύνης), ΠΛόγ 2001, 5 επ., [β] Ηλία ΑΝΑΓΝΩΣΤΌΠΟΥΛΟ, Η παραβίαση του δικαιώματος δίκαιης δίκης. Προτάσεις θεραπείας, ΠοινΧρ 2004, 5, [γ] Αθανάσιο ΖΑΧΑΡΙΆΔΗ, Αρχή της αναλογικότητας και δίκαιη δίκη, ΠοινΧρ 2006, 873 & [δ] Μαρία ΚΑΪΆΦΑ – ΓΚΜΠΆΝΤΙ, Η πρόσφατη νομολογία του ΕΔΔΑ για την αστυνομική διείσδυση και το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, ΠοινΔνη 2011, 59.


[3] Ίδετε Πόπη ΠΑΠΑΝΔΡΈΟΥ, Διαγράμματα ΚΠΔ, εκδ. Νομ. Βιβλιοθήκης 2010, σελ. 3.


[4] Όπως τα εγκλήματα πολέμου, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητος, οργανωμένη (διασυνοριακή) εγκληματικότητα κλπ. Για την  έννοια του οργανωμένου εγκλήματος, ιδίως στην Ε.Ε. βλ.: [α] Αθανασία ΣΥΚΙΏΤΟΥ, Ευρωπαϊκή Ένωση – Οργανωμένο Έγκλημα – Παράνομη Διακίνηση Ανθρώπων: Μία ιδιόρρυθμη δυναμική-διαλεκτική σχέση, ΠοινΧρ 2008, 200 και [β] Μαρία ΚΑΪΑΦΑ – ΓΚΜΠΆΝΤΙ, Η έννοια του οργανωμένου εγκλήματος στην ΕΕ – Το ποινικό δίκαιο μεταξύ ασφάλειας και ελευθερίας των πολιτών, ΠοινΔνη 2003, 538.


[5] Βλ. Ηλία ΑΝΑΓΝΩΣΤΌΠΟΥΛΟ, Aπάτη και κοινοτική απάτη (άρθρα τέταρτο έως έκτο Ν. 2803/2000), ΠοινΧρ 2001, 759.


[6] Βλ. Ulrich Sieber, Η έννομη τάξη στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, ΠοινΧρ 2011, 721, όπου και περαιτέρω παραπομπές υπό τη σημείωση υπ’ αρ. 10, σύμφωνα με τον οποίο: “Η παγκοσμιοποιημένη αγορά και τεχνολογία, από την άλλη πλευρά, παραπέμπουν σε άλλες μορφές εξουσίας που πηγάζουν από διαφορετικούς κοινωνικοοικονομικούς σχηματισμούς. H παγκοσμιοποίηση γενικότερα επιφέρει θεμελιώδεις αλλαγές τόσο στην κοινωνία όσο και στο Δίκαιο. Μέσα από μια ιστορική προσέγγιση το καλούμενο και ως “δίκαιο της παγκοσμιοποίησης” εμφανίζει σήμερα παρόμοια χαρακτηριστικά με το “δίκαιο του Μεσαίωνα” και των πρώτων χρόνων της νεότερης εποχής: Πρόκειται κυρίως για την έλλειψη ενότητος μεταξύ κρατικής εξουσίας και έννομης τάξης αλλά και –σε στενή σύνδεση με την τελευταία– την αυξημένη σημασία που αποκτούν οι διαδικασίες διαπραγμάτευσης έναντι του θεσμοθετημένου εξαναγκασμού της εξουσίας, την έλλειψη σαφούς διαχωρισμού δημόσιου και ιδιωτικού δικαίου, τα ρευστά όρια μεταξύ Δικαίου και άλλων κανονιστικών τάξεων, καθώς και τη δικαιϊκή πολυμορφία που οφείλεται στους διαφορετικούς δικαιοθετούντες φορείς.”.


[7] Ίδετε Στέφανο ΠΑΎΛΟΥ, Η ποινική προστασία των μέσων πληρωμής στην Ε.Ε., ΠοινΧρ 2010, 353.


[8] Ίδετε: [α] Στέφανο ΠΑΎΛΟΥ, Το 'πάγωμα των τραπεζικών λογαριασμών' στην προδικασία για το έγκλημα της νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα (Ν. 2331/1995), ΠοινΧρ (ΝΕ) 2005, 769, [β] Ηλία Γ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΌΠΟΥΛΟ, «Πάγωμα» περιουσιακών στοιχείων: δικονομικό μέτρο ή πρόωρη δήμευση;, Εισήγηση στην Εταιρία Δικαστικών Μελετών την 24.11.2011 & [γ] Γιώργο ΔΗΜΉΤΡΑΙΝΑ,  Οι ανακριτικές διατάξεις δέσμευσης και απαγόρευσης εκποίησης των περιουσιακών στοιχείων του κατηγορουμένου υπό το πρίσμα των διατάξεων για την κατάσχεση και ειδική δήμευση των κρίσιμων περιουσιακών στοιχείωνΠΧρ 2008, σελ. 943.


[9] Βλ. Γρηγόριο ΚΑΛΦΈΛΗ, Οι ραγδαίες αλλαγές στο ευρωπαϊκό δικονομικό δίκαιο και ο πρόσφατος νόμος 3904/2010 για την ποινική συνδιαλλαγή, ΠοινΧρ 2011, 241, όπου περαιτέρω παραπομπή σε Fischer G., Plea Bargaining’s Triumph, 109 Yale L. J. 857, 865 (2000). Βλ. επίσης Friedman L., Crime and Punishment in American History, 1993, 237, 238.


[10] Βλ. Χρίστο ΜΥΛΩΝΌΠΟΥΛΟ, Ο θεσμός της [ποινικής] διαπραγμάτευσης (plea bargaining). Σκέψεις για τη θεωρητική θεμελίωση και την πρακτική λειτουργία του, ΠοινΧρ 2013, σελ. 81: όπου αναλυτικότερα: “Υπό την κλασική μορφή του ο θεσμός σημαίνει συμφωνία μεταξύ του κατηγορουμένου και των διωκτικών αρχών, βάσει της οποίας ο πρώτος αποδέχεται, άνευ δίκης, την κατηγορία ή μία από τις περισσότερες που τον βαρύνουν, με αντάλλαγμα την απαγγελία ηπιότερης ποινής στην πρώτη περίπτωση (sentence bargaining) ή την απαλλαγή του για τις λοιπές στη δεύτερη (count bargaining), ή ομολογεί ένα ελαφρότερο αδίκημα από εκείνο για το οποίο κατηγορείται (charge bargaining).”.


[11] Για την έννοια και σημασία των εναλλακτικών διαδικασιών στη σύγχρονη αντεγκληματική πολιτική βλ. αντί άλλων: Σταύρο – Όμηρο ΧΟΎΡΣΟΓΛΟΥ, Ο ποινικός συμβιβασμός στην γαλλική έννομη τάξη (Παρουσίαση των νέων άρθρων 41–2 και 41–3 γαλΚ.Π.Δ.), ΠοινΧρ 2000, 299.


[12] Βλ. Thomas Weigend, Η κατάρρευση του εξεταστικού ιδεώδους. Οι δικονομικές διαπραγματεύσεις εισβάλλουν στη γερμανική ποινική δίκη, ΠοινΧρ 2011, 167.


[13] Γρηγόριος ΚΑΛΦΈΛΗΣ, ό.π..


[14] Στο Ηνωμένο Βασίλειο διεξάγονται άτυπες διαπραγματεύσεις, συνήθως ιδιωτικά, μεταξύ συνηγόρων υπεράσπισης και δημοσίων κατηγόρων, ενώ υπάρχει επίσης και η εναλλακτική της οδηγίας “Goodyear” σύμφωνα με την οποία ζητούν οι κατηγορούμενοι να γνωρίζουν ενδεικτικά ποια θα είναι η πιθανή ετυμηγορία που ενδέχεται να τους επιβληθεί εφόσον δηλώσουν ένοχοι.


[15] Ίδετε εισήγηση του δικηγόρου Monty Raphael (της law firm ‘Peters & Peters’) που διοργάνωσε το European Criminal Bar Association (ECBA), στη Bratislava το 2008, με θέμα “Plea Bargaining and the role of the lawyer”, όπου: “Η περίπλοκη και συχνά διασυνοριακή φύση των ποινικών υποθέσεων, ιδίως του οικονομικού εγκλήματος, μπορεί να εκτινάξει το κόστος των ερευνών σε ιδιαίτερα μεγάλο και ασύμφορο ύψος. Οι έρευνες διαρκούν πολύ και συνεπάγονται την εκτεταμένη χρήση πόρων. Και όλα αυτά πριν ακόμη φτάσει η υπόθεση στην εκδίκαση όπου εκεί προκύπτουν ακόμα περισσότερα έξοδα. Το plea bargaining στοχεύει στην προτροπή όλο και περισσοτέρων κατηγορουμένων να δηλώνουν ένοχοι σε πρώιμο στάδιο σε υποθέσεις οικονομικού εγκλήματος κυρίως, καθώς και στη περικοπή κόστους και χρόνου που απαιτείται να δαπανηθούν για τις έρευνες που οδηγούν σε δίκες και αυτές καθ’ εαυτές τις δίκες υποθέσεων απάτης.”.


[16] Ίδετε Σπυρίδωνα ΑΔΆΜ, Plea bargaining στην ελληνική έννομη τάξη; Εξέταση του θεσμού και της πιθανότητας εισαγωγής του στη χώρα μας, στο διαδικτυακό τόπο http://www.theartofcrime.gr/assets /PLEA%20BARGAINING.pdf και, συγκεκριμένα, την υποσημείωση υπ’ αρ. 1, όπου επί λέξει: “Συχνότερα στη ξενόγλωσση βιβλιογραφία γίνεται λόγος για «εναλλακτική επίλυση (ιδιωτικών) διαφορών». Αυτός ο όρος είναι εν μέρει ακριβέστερος από το χρησιμοποιούμενο εδώ, εν μέρει όμως και ακατάλληλος. Ακριβέστερος ως προς το ότι ο όρος προέρχεται από τα αγγλοσαξωνικά δίκαια, όπου και η ποινική δίκη δεν αποτελεί παρά μίαν ακόμη «ιδιωτική διαφορά» επιδεχόμενη «επιλύσεως». Ακατάλληλος όμως κρίνεται ο όρος στο επίπεδο της χρήσης του εντός της ελληνικής έννομης τάξης, αφού οι ποινικές διαδικασίες εδώ δεν αποτελούν ούτε «διαφορές», ούτε πολύ περισσότερο προσλαμβάνουν «ιδιωτικό» χαρακτήρα. Η ποινική δίκη, λοιπόν, έχει την ιδιαίτερη φυσιογνωμία της και οι διάφοροι εναλλακτικοί τρόποι μόνο στην περαίωσή της μπορούν να στοχεύουν και όχι στην επίλυσή της.”.


[17] Βλ. Γρηγόριο ΚΑΛΦΈΛΗ, ό.π. από τον οποίο αντλούμε την πληροφορία ότι στις Ηνωμένες Πολιτείες το 95% των καταδικαστικών αποφάσεων το έτος 2011 προερχόταν από την ενεργοποίηση του ποινικού συμβιβασμού, με ευτυχή συνέπεια η διαδικασία αυτή να είναι η επικρατέστερη στα εκεί ποινικά Δικαστήρια. Ομοίως, ακόμη στη Γερμανία, το ίδιο έτος (: 2011) το 30% των ποινικών υποθέσεων εκκαθαρίστηκε συμβιβαστικά, με τις ευλογίες βέβαια και των Ανωτάτων Δικαστηρίων.


[18] Ίδετε Φώτη Χ. ΣΠΥΡΌΠΟΥΛΟ, Συνδιαλλαγή δράστη – θύματος στα πλαίσια της αποκαταστατικής και συμφιλιωτικής δικαιοσύνης στο διαδικτυακό τόπο: http://old.law.uoa.gr/crime-research/syndiallagi.pdf.


[19] Ίδετε Πόπη ΠΑΠΑΝΔΡΈΟΥ, ό.π..


[20] Βλ. Σπυρίδωνα ΑΔΆΜ, ό.π., όπου επί λέξει: “Σχεδόν όλοι το ξέρουν ..... σχεδόν όλοι το κάνουν, μόνο που κανείς δε μιλά ανοιχτά γι’ αυτό. Όσο και αν δεν ήθελαν να την αναγνωρίσουν όμως, αναπόφευκτο ήταν ότι κάποια στιγμή το θέμα θα κρινόταν από τα δικαστήρια, όπως άλλωστε και έγινε.”.


[21] Η ποινική συνδιαλλαγή έχει θεσμοθετηθεί στο νόμο περί οικογενειακής βίας (Ν. 3500/2006), περί ης βλ. Δημήτριο ΖΗΜΙΑΝΊΤΗ, ΠοινΔνη 2011, 1206, αλλά και στις ακόλουθες κατ’ ουσίαν διατάξεις του ουσιαστικού και δικονομικού ποινικού δικαίου: άρθρο 122 παρ. 1 εδ. ε΄ ΠΚ, στο άρθρο 45 Α’ ΚΠΔ, άρθρο 406 Α’ παρ. 2 ΠΚ.


[22] Ίδετε Άννα ΨΑΡΟΎΔΑ – ΜΠΕΝΆΚΗ, προς ένα ‘Ευρωπαϊκό Δίκαιο’; Σκέψεις με αφορμή το Σχέδιο Συνθήκης για τη θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης, ΠοινΧρ 2003, 961.


[23] Αναφέρεται, δίκην παραδείγματος, ότι υπόθεση ιατρικής αμελείας μπορεί να διευθετηθεί με διαπραγμάτευση μεταξύ δικηγόρων με την ακόλουθη διαδικασία: Η διαπραγμάτευση εκκινεί με μίαν απλή επιστολή, προς το νοσηλευτικό ίδρυμα, που συντάσσει ο δικηγόρος του παθόντος. Στην επιστολή περιγράφεται η αμελής ιατρική πράξη και η αντίστοιχη εξ αυτής ευθύνη και ζητείται η εύλογη αποζημίωση χωρίς αναφορά συγκεκριμένου ποσού καταρχήν. Οι διαπραγματεύσεις είναι άτυπες μεταξύ των δικηγόρων, των ιατρών και των συμβούλων των δύο πλευρών και διαρκούν για σημαντικό χρονικό διάστημα [έως και ένα (1) έτος συνήθως], πλην όμως τίθεται τις περισσότερες φορές ένα καταληκτικό χρονικό σημείο γι’ αυτή. Στο διάστημα αυτό, το όχι ασήμαντο κόστος των εμπλεκομένων παραγόντων βαρύνει την κάθε πλευρά, αυτονόητα όμως σε μικρότερο βαθμό την πλευρά του θύματος. Η διαπραγμάτευση καταλήγει συνήθως σε συμβιβασμό. Σημαντικότατος λόγος, εκτός της αβεβαιότητος του αποτελέσματος της δίκης, αποτελεί για την επίτευξη του συμβιβασμού και το πολύ μεγάλο κόστος που η διαδικασία αυτή (θα) έχει και για τις δύο (2) πλευρές σε περίπτωση προσφυγής στα δικαστήρια, το οποίο μπορεί να είναι έως και 3πλάσιο !!  Η διαπραγμάτευση περατώνεται με μία χρυσή τομή, η οποία στηρίζεται σε πραγματογνωμοσύνες και εκθέσεις δικηγόρων, συμβούλων και ιατρών, εκατέρωθεν. Τονιστέον ότι οι πραγματογνώμονες ιατροί δεν διανοούνται να καλύψουν τυχόν ευθύνη συναδέλφων τους (ακόμη και εργαζομένων στην ίδια Κλινική κλπ).

[24] Για το ρόλο του συνηγόρου ίδετε και: [α] Χριστόφορο Δ. ΑΡΓΥΡΌΠΟΥΛΟ, Ο θεσμικός ρόλος του συνηγόρου στην ποινική δίκη, ΠοινΧρ 1997 & [β] Στυλιανό ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΊΟΥ – ΓΟΝΑΤΆ, Ο ρόλος του συνηγόρου υπεράσπισης στη σημερινή εποχή, ΠοινΔνη 2013, 1006, ο οποίος εύστοχα τονίζει: Δεν είναι τυχαίο άλλωστε πως ο συνήγορος, σε αντίθεση με όλες τις λοιπές δικονομικές τάξεις, μόνο στην ποινική δίκη δεν ταυτίζεται με την έννοια του πληρεξουσίου δικηγόρου (όπως στα πολιτικά, διοικητικά κ.ο.κ. δικαστήρια), αλλά με αυτή ενός συλλειτουργού – θεσμικού παράγοντα της ποινικής δικαιοσύνης, με την ιδιομορφία ότι, σε σχέση με τους λοιπούς λειτουργούς, έχει έναν αμιγώς μονόπλευρο ρόλο, αυτόν της υπεράσπισης του κατηγορουμένου.

[25] βλ.: Στυλιανό ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΊΟΥ – ΓΟΝΑΤΆ, ό.π., ο οποίος αναφέρει ότι ο ρόλος αυτός έχει να κάνει με τη ρητή απαγόρευση της μη αποκάλυψης στο Δικαστήριο δυσμενών για τον εντολέα του στοιχείων. Βλ., σχετικώς, και: [α] Ελισάβετ ΣΥΜΕΩΝΊΔΟΥ – ΚΑΣΤΑΝΊΔΟΥ, Η παραβίαση της επαγγελματικής εχεμύθειας από το δικηγόρο και [β] Λάμπρο ΜΑΡΓΑΡΊΤΗ, Απιστία δικηγόρου, δημοσιευθέντα αμφότερα τα άρθρα στο περιοδικό Δίκαιο και Πολιτική, 1983, 7ο τεύχος, το μεν πρώτο, σελ. 119 επ. (ιδίως σελ. 128) και το δεύτερο, σελ. 129.


[26] Ίδετε Χρίστο ΜΥΛΩΝΌΠΟΥΛΟ, ό.π..


[27] Η έννοια της ουσιαστικής (ήτοι εν τέλει δικονομικής) αλήθειας στην ποινική δίκη είναι σχετική εάν, ενδεικτικώς, μόνον, αναλογιστεί κανείς τον περιορισμό που θέτει η ΚΠΔ 261, σύμφωνα με την οποία ο ανακριτής δεν μπορεί να υποχρεώσει δημοσίους υπαλλήλους να του παραδώσουν έγγραφα που αφορούν σε διπλωματικό ή στρατιωτικό μυστικό ή αναγόμενο στην ασφάλεια του κράτους ή σε μυστικό του λειτουργήματος ή του επαγγέλματός τους και, συνεπώς, η ουσιαστική αλήθεια σε μία τέτοια περίπτωση θα μείνει γράμμα κενό, ο μόνος δε πιθανός γνώστης αυτής θα είναι ο δημόσιος υπάλληλος που έχει πρόσβαση στα έγγραφα.


[28] Ίδετε και: [α] Γεώργιο ΜΗΤΣΌΠΟΥΛΟ, Θέματα γενικής θεωρίας και λογικής του δικαίου, σελ. 47, [β] Ulfrid NEUMANN, η Αλήθεια στο Δίκαιο. Ένας Μύθος;, ΠοινΧρ 2009, 577 και [γ] Κυριάκο ΚΏΤΣΟΓΛΟΥ, Περί της θεωρίας της μοναδικής ορθής απόφασης ή αλλιώς: reasonable minds may differ, ΠοινΔνη 2011, 509.


[29] Ίδετε Χριστόφορο ΑΡΓΥΡΌΠΟΥΛΟ, η δίκαιη ποινή ως πολιτισμικό κεκτημένο, 4ο συνέδριο Ένωσης Ελλήνων Ποινικολόγων, Θεσσαλονίκη, Νοέμβριος 2006.


[30] Ίδετε Bernd Schünemann, Το δικαιοφιλοσοφικό ερώτημα για τη δικαιότητα της ποινής, ΠοινΧρ 2013, 161.


[31] Ίδετε Αθανάσιο ΖΑΧΑΡΙΆΔΗ, κατ’ άρθρον ερμηνεία ΚΠΔ, Νομ. Βιβλιοθήκη, έκ. 2011, Β’ Τόμος, σελ. 1274, άρθρο 308 Β’ [όπου επί λέξει παρατηρείται: “η από πολλών ετών διαμορφωθείσα δικαστηριακή πρακτική στο χώρο των αδικημάτων οικονομικής (και όχι μόνον) φύσεως περί οικονομικής «τακτοποιήσεως» της υποθέσεως [και της συνακόλουθης απαλλαγής του κατηγορουμένου «ελλείψει δόλου» ή «λόγω αμφιβολιών»!] συνιστά από μόνη της ικανό λόγο να μην υποβάλει ο κατηγορούμενος αίτημα ενεργοποιήσεως της διαδικασίας κατά το πρώιμο στάδιο της προδικασίας, αλλά να αναμείνει το χρονοβόρο προσδιορισμό της υποθέσεως στο ακροατήριο, όπου, πλέον, να προτείνει στον ήδη εξαντλημένο και αποθαρρυμένο από κάθε άποψη παθόντα μία συμφέρουσα για τον ίδιο ποινική διαπραγμάτευση και διευθέτηση της διαφοράς τους.”], με τις περαιτέρω εκεί παραπομπές σε Νικόλαο ΑΝΔΡΟΥΛΆΚΗ, Αργύριο ΚΑΡΡΆ και Αδάμ ΑΠΑΔΑΜΆΚΗ.


[32] Βλ. Σπυρίδωνα ΑΔΆΜ, ό.π..


[33] Ίδετε σχετικώς: [α] Χριστόφορο ΑΡΓΥΡΌΠΟΥΛΟ, Ο θεσμικός ρόλος του συνηγόρου στην ποινική δίκη, ΠοινΧρ 1997, 929 & [β] Κρίτωνα ΚΟΚΚΙΝΆΚΗ, η απιστία δικηγόρου, σελ. 120 επ..


[34] Όπως πολύ εύστοχα επισημαίνει ο Κωνσταντίνος ΦΡΆΓΚΟΣ. Ίδετε, ειδικότερα, σε Κώδικα Ποινικής Δικονομίας Κωνσταντίνου ΦΡΆΓΚΟΥ, ερμηνεία και πρόσφατη νομολογία Αρείου Πάγου κατ’ άρθρο, εκδ. Σάκκουλα 2011, σελ. 668.


[35] Ίδετε Σπυρίδωνα ΑΔΆΜ, ό.π., όπου περαιτέρω παραπομπή στο εμπεριστατωμένο άρθρο του Stephanos BIBAS, Plea Bargaining Outside The Shadow Of Trial, Harvard Law Review Vol. 117 June 2004, σε σχέση με τις διάφορες εξω–νομικές / ψυχολογικές διαστάσεις του plea bargaining.


[36] Σημειώνουμε πως ο Άρειος Πάγος ταυτίζει την έννοια του ατιμώρητου με αυτή του αθώου.


[37] Οι άλλες τρεις επιλογές είναι:  αθώος, ότι έχει ήδη κριθεί η υπόθεση με αθωωτική ή καταδικαστική κρίση δικαστηρίου (δεδικασμένο) ή αθώος λόγω παράνοιας (insanity).


[38] Ίδετε Legal dictionary Charalampos STAMELOS & Despina CHATZIMANOLI, εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη.


[39] Κατά την απολογία του στην κλασσική διαδικασία ο κατηγορούμενος καλείται να επιλέξει μεταξύ 3 δυνατοτήτων. Ίδετε: Αριστομένη ΤΖΑΝΝΕΤΉ, Αναληθής άρνηση της κατηγορίας και απαγόρευση αυτοενοχοποίησης (με αφορμή το υπ' αριθμ. 4111/2003 βούλευμα Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών), ΠοινΧρ 2004, σελ. 764.


[40] Σπυρίδωνα ΑΔΆΜ, ό.π..

Subscribe to this RSS feed