"Το plea bargaining και η παρ’ ημίν ποινική συνδιαλλαγή. Ζητήματα αναφυόμενα κατά την εφαρμογή της τελευταίας" [Ευάγγελος Σ. Ζαμπίτης, Δικηγόρος, ΜΔΕ Ποινικού Δικαίου]

 

Α] Η αντιδικία στοιχείο της ανθρώπινης φύσης.

Το Ποινικό Δίκαιο ως μέσον επίλυσης της αντιδικίας και επιβολής της κοινωνικής ειρήνης.

Α.1] Η αντιδικία είναι στη φύση του ανθρώπου. Κατά τον Τόμας Χομπς (Thomas Hobbes), έναν από τους θεμελιωτές της πολιτικής φιλοσοφίας, της μελέτης δηλαδή της φύσης και της δικαιολόγησης των εξαναγκαστικών θεσμών, ο άνθρωπος έχει ως στόχο του την κυριαρχία, την προσωπική υπεροχή και τον πλουτισμό σε βάρος των υπολοίπων. Οι άνθρωποι, υπακούοντας στις επιθετικές, ως επί το πλείστον, ενορμήσεις τους, οδεύουν προς την αλληλοεξόντωσή τους, από φιλοδοξία, (από) φόβο, αλλά και (από) συμφέρον. “Είναι έτσι φτιαγμένος ο άνθρωπος που τα ίδια λίγο πολύ θα γίνουν και στο μέλλον”.

Σ’ αυτές τις απαισιόδοξες πλην ρεαλιστικές μάλλον θέσεις του, ο ίδιος ο Χομπς δίδει την εξής αισιόδοξη απάντηση: “Μόνον οι αμοιβαίες συμφωνίες είναι ικανές να εδραιώσουν την ομόνοια μεταξύ των ανθρώπων”.

Α.2] Σήμερα, οι βασικές αιτίες των διαφορών που εισάγονται στη Δικαιοσύνη, γενικότερα, αλλά και, ειδικότερα, ως οικονομικά αδικήματα, στην ποινική Δικαιοσύνη και συνιστούν την αντιδικία μεταξύ άνισων, πολλές φορές, υποκειμένων, είναι, εκτός του σκοπού για γρήγορο και παράνομο πλουτισμό, ο ανταγωνισμός και η εγωιστική πρόσληψη των εννόμων συμφερόντων.

Προϋπόθεση για τη δίκαιη επίλυση κάθε αντιδικίας είναι η εξουσιαστική και, γι’ αυτό, δεσμευτική και ανεξάρτητη απόφαση ενός αμερόληπτου τρίτου: του δικαστή. Η ποινική δίκη αποβλέπει[1] στην ανεύρεση της ουσιαστικής αληθείας, από τη μία πλευρά και την παράλληλη προστασία των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου από την άλλη. Η αρχή της δίκαιης δίκης αποτελεί την κορυφαία, τη θεμελιώδη πολιτισμική κατάκτησή μας[2].

Α.3] Το Κράτος, με το μονοπώλιο της απόλυτης εξουσίας του, επιδιώκει τη διατήρηση της κοινωνικής ειρήνης, με μέσον επιβολής της, εκτός άλλων, και το Ποινικό Δίκαιο. Μέσω (και) αυτού εκφράζει την εθνική του κυριαρχία, το οποίο ως έκφραση του μονοπωλίου εξουσίας ήταν και παραμένει δημόσιο δίκαιο, δηλαδή δίκαιο επιβολής κανόνων συμπεριφοράς και κυρώσεων.

Η θεμελιώδης έννοια της ποινικής αξιώσεως της πολιτείας και της ικανοποίησής της, γύρω από την οποίαν οικοδομείται το κατ’ εξοχήν δίκαιο καταναγκασμού, το ποινικό δίκαιο, είναι σύμφυτη με την αυθεντία του Κράτους. Βασικό ποιοτικό γνώρισμα της ποινικής δικαιοσύνης είναι ότι αυτή απονέμεται κυριαρχικά από το δικαστήριο, ανεξάρτητα από τη βούληση των εμπλεκομένων σε αυτήν παραγόντων[3]. Ο δημόσιος χαρακτήρας του ποινικού δικαίου προκύπτει και εκ του ότι αποτελεί το βασικό εργαλείο προστασίας του γενικού συμφέροντος, το οποίο εκπροσωπείται από την ιδέα του Κράτους.

Β] Η αμφισβήτηση του δημοσίου χαρακτήρα του Ποινικού Δικαίου:

Από την κλασσική μορφή απονομής της ποινικής δικαιοσύνης στην εναλλακτική μορφή του plea bargaining.


Β.1] Πέραν των άλλων, πολλών και ποικίλων, παραγόντων που αλλοιώνουν σε σημαντικό βαθμό το δημόσιο χαρακτήρα του ποινικού δικαίου, το plea bargaining –και αυτό– είναι σήμερα διεθνώς (και όχι μόνον στο δυτικό κόσμο) ένας θεσμός που αυξάνει την τάση αμφισβήτησης της αποτελεσματικότητος του Κράτους για την αντιμετώπιση των νέων μορφών εγκληματικότητος[4] που συνδέονται κυρίως με την παγκοσμιοποίηση[5] & [6], την αλλαγή που επήλθε στην παραδοσιακή τέλεση των εγκλημάτων[7] και την προσαρμογή σε επίπεδο μέτρων καταναγκασμού και ανακριτικών πράξεων[8].


Β.2] To plea bargaining, η διαπραγμάτευση δήλωσης ενοχής (κατά την ακριβή μετάφραση του όρου) γεννήθηκε[9] στις ΗΠΑ ήδη από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα, χωρίς νομοθετική εξουσιοδότηση λόγω της ανυπέρβλητης δυσκολίας των εκεί εισαγγελικών και δικαστικών αρχών να εποπτεύσουν και παρακολουθήσουν τον αυξανόμενο αριθμό των ποινικών υποθέσεων.

Συνιστά εναλλακτική μορφή απονομής της δικαιοσύνης[10], την καλουμένη και “αποκαταστατική”[11] και αποτελεί την ωφελιμιστική προσέγγιση της ποινικής δικαιοσύνης, καθώς καθιστά ελκυστικότερη και αποδοτικότερη τη συναινετική διεκπεραίωση των ποινικών υποθέσεων από την ατέρμονη και ουτοπική ενίοτε αναζήτηση της (ουσιαστικής) αληθείας. Οι δικονομικές διαπραγματεύσεις  οδηγούν στη συμβιβαστική δικαιοσύνη και τη συνακόλουθη κατάρρευση του εξεταστικού ιδεώδους[12].

Η δημοφιλία του εν λόγω θεσμού στο αγγλοσαξωνικό σύστημα απονομής του ποινικού δικαίου οφείλεται στην έντονη εκεί ανάγκη αποσυμφόρησης[13] της ποινικής Δικαιοσύνης αλλά και τη μείωση του κόστους[14], [15]. Το plea bargaining και η δι’ αυτού εύρεση εναλλακτικών (και “γρήγορων”!) τρόπων περαίωσης των ποινικών διαδικασιών[16], [17] ικανοποιεί καταρχήν το βασικό αίτημα της νέας παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας, βασικό χαρακτηριστικό της οποίας είναι –καλώς ή κακώς– η ταχύτητα σε κάθε τι που συμβαίνει ή κινείται δίπλα μας.

Ως κατά παρέκκλιση διαδικασία χαρακτηρίζεται και η “συμμετοχική δικαιοσύνη”, η οποία στοχεύει στη συμμετοχή στη λύση του προβλήματος όλων των ατόμων που εμπλέκονται σε μία διένεξη και στη δυνατότητα επίλυσης της διαφοράς τους σε ένα πλαίσιο μη κατηγορητικό. Τα δικαστήρια, εξάλλου, δεν ανταποκρίνονται πάντοτε στις ουσιαστικές ανθρώπινες ανάγκες, ίσως και μόνον εκ του γεγονότος ότι υποβάλλουν τους ανθρώπους σε μακροχρόνιους, δαπανηρούς και ψυχοφθόρους δικαστικούς αγώνες. Στη συμμετοχική δικαιοσύνη[18] κάθε διαφορά είναι μοναδική, λαμβανομένων υπ’ όψιν των περιστάσεων, των εμπλεκομένων μερών και των συνεπειών για τον καθένα. Εξάλλου, η δικαιοσύνη της συμμετοχής προϋποθέτει τη δυνατότητα όλων των μερών να συμμετέχουν πλήρως και με τη θέλησή τους στον επιγενόμενο διάλογο. Στη συμμετοχική δικαιοσύνη, τέλος, απορρίπτεται η ιδέα ότι για να είναι δίκαιη μια λύση πρέπει να είναι σύμφωνη με κανόνες που προϋπάρχουν. αντίθετα, βασικό της χαρακτηριστικό είναι ότι επιδιώκει να αλλάξει και να ρυθμίσει τις ανθρώπινες σχέσεις βασιζόμενη στην εθελούσια συμμετοχή όλων των εμπλεκομένων στη διαφορά.


Β.3] Υποστηρίζεται πάντως ότι η ποινική δικαιοσύνη και το plea bargaining είναι έννοιες αλληλοαποκλειόμενες[19]. Εν τούτοις, προ πολλού και στην Ελλάδα έχουν υιοθετηθεί τελείως διαφορετικές πρακτικές. Όπως προσφυώς σημειώνει η Εισαγγελέας Κα Πόπη Παπανδρέου, “αρκεί κανείς να παρατηρήσει τον τρόπο με τον οποίο διεξάγεται η ποινική δίκη όταν, αμέσως μετά την έναρξη της επ’ ακροατηρίω διαδικασίας, οι διάδικοι προσπαθούν, κωδικοποιημένα ή απροκάλυπτα, να γνωστοποιήσουν στο δικαστήριο ότι “τα βρήκανε” μεταξύ τους. Από τούδε και στο εξής ο τρόπος με τον οποίο διεξάγεται η “ποινική δίκη” μετά τη γνωστοποίηση αυτή, και υπό την προϋπόθεση ότι το Δικαστήριο την αποδέχεται σιωπηρά, συνιστά επίφαση διαδικασίας.”. Κατ’ άλλη διατύπωση, των υπέρμαχων δηλαδή του plea bargaining, η πρακτική αυτή υπήρχε ανέκαθεν ανάμεσά μας[20], [21].

Β.4] Ενόψει των ανωτέρω, εύλογα αναρωτιέται κανείς για το πόσο δημόσιο είναι ή, καλύτερα, εξακολουθεί, πράγματι, να είναι το Ποινικό Δίκαιο[22].

 

Γ] Η ελληνική εκδοχή της ποινικής συνδιαλλαγής (ΚΠΔ 308Β’).

Ο ρόλος του συνηγόρου –υπεράσπισης ιδίως– στη διαδικασία της ποινικής συνδιαλλαγής.


Γ.1] Σε ένα παγκοσμιοποιημένο  περιβάλλον και μία νέα τάξη πραγμάτων, με σοβούσα και διαρκώς αυξανόμενη την οικονομική κρίση, που αποτελεί πρόσφορο έδαφος για την εγκληματικότητα, το πρόβλημα στην καθυστέρηση της απονομής της Δικαιοσύνης στη χώρα μας συνεχώς (θα) επιτείνεται ως αποτέλεσμα και του διαρκώς διογκούμενου ποινικού συστήματος (inflation pénale).


Γ.2] Παρά ταύτα, ο έλληνας νομοθέτης, μόλις το έτος 2010, αποφάσισε να εισάγει μία φιλελεύθερη πράγματι εκδοχή του θεσμού και στη χώρα μας. Έως τότε, σε αντίθεση με τα συμβαίνοντα διεθνώς, θεωρούσε αυτάρεσκα (και εξακολουθεί ίσως έως και σήμερα να θεωρεί) ότι μπορεί με τις συνεχείς, πλην όμως αποσπασματικές, νομοθετικές παρεμβάσεις, να ικανοποιήσει την ποινική αξίωση της Πολιτείας μέσω της κλασσικής, φορμαλιστικής και εν τέλει αργής διαδικασίας.


Γ.3] Ο θεσμός της ποινικής συνδιαλλαγής που, έστω διστακτικά, εισήλθε στη νομοθεσία μας μπορεί μάλλον να δώσει διαφορετική ώθηση στη Δικαιοσύνη. Θα μπορούσε να μετατοπιστεί εν τοις πράγμασι η απονομή της σε μεγάλο βαθμό και στους Δικηγόρους. Και για να μη σπεύσει να ανησυχήσει ή προβάλλει αντιρρήσεις κανείς, ας αναλογιστούμε τι συμβαίνει στο Ηνωμένο Βασίλειο και αλλού, όπου, καταρχήν, σπανίως διανοείται κανείς να προσφύγει στα δικαστήρια χωρίς να προηγηθεί η διαδικασία της συνδιαλλαγής [ή της διαμεσολάβησης αν πρόκειται για αστική υπόθεση]. Οι δικηγόροι στο Ηνωμένο Βασίλειο συνεισφέρουν τις πολύτιμες υπηρεσίες τους στη Δικαιοσύνη επιτυγχάνοντας αποσυμφόρηση και εξοικονόμηση δαπανών για τους εντολείς τους[23]. Με τον τρόπο αυτό αναδεικνύεται ο ρόλος των δικηγόρων και ουσιαστικοποιείται η συλλειτουργία τους. Οι Εισαγγελείς και οι Δικαστές, δε, έχουν πολύ λιγότερες, σοβαρότερες υποθέσεις να εκδικάσουν, με άνεση χρόνου, με αποτέλεσμα η απονομή της Δικαιοσύνης να είναι ταχεία (πλην, εν τούτοις, πράγματι ακριβή εκεί) !!! Αυτά βεβαίως απαιτούν εκ θεμελίων αλλαγή νοοτροπίας και πρακτικών που ίσως δεν προλάβουμε να ζήσουμε.


Γ.4] Με την ποινική συνδιαλλαγή η διαλεκτική και δημόσια αντιπαράθεση των παραγόντων της δίκης μετατρέπεται πλέον σε διαλεκτική -μόνον- αντιπαράθεση, όχι όμως μεταξύ όλων των παραγόντων της δίκης, αλλά μεταξύ του συνηγόρου υπερασπίσεως και του συνηγόρου πολιτικής αγωγής, με τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών να (μπορεί να) έχει ένα σημαντικότατο ρόλο στη διαδικασία επίτευξης της συμφωνίας, αλλά και σε περίπτωση μη επίτευξης αυτής (: για τη διασφάλιση της μυστικότητος στην τελευταία περίπτωση).

Η ποινική συνδιαλλαγή και ο ποινικός συμβιβασμός, ως επιτυχής κατάληξη της πρώτης, αποτελεί μία δισεπίλυτη εξίσωση, με ετερόκλητους συντελεστές της τη σκοπιμότητα, τη δικαιότητα και την ασφάλεια δικαίου. Αποτελεί κάμψη της αρχής "κανένας δικαστής χωρίς κατήγορο" (:"nemo judex sine actore"), η οποία μεταβάλλεται πλέον στην αρχή "δικαστής χωρίς κατήγορο" αφού ο Εισαγγελέας, μετά την επιτυχή περάτωσή της, παύει πρώιμα να είναι κατήγορος –υπό την κλασσική έννοια– και εν συνεχεία μετέχει σε μία ταχύτερη, γνωστή και προδιαγεγραμμένη για όλους τους παράγοντες της δίκης διαδικασία, στα πλαίσια της οποίας μπορεί να εισηγηθεί ακόμη και τη μη επιβολή ποινής.


Γ.5] Με βάση πάντως και το ισχύον ήδη περί ποινικής συνδιαλλαγής νομικό πλαίσιο, της ΚΠΔ 308 Β’, ο συνήγορος μπορεί και πάλι να έχει καθοριστικό λειτουργικό ρόλο[24], του συλλειτουργού – θεσμικού παράγοντα της ποινικής δικαιοσύνης με την ιδιομορφία και πάλι και στη διαδικασία αυτή ότι, σε σχέση με τους λοιπούς λειτουργούς, έχει έναν αμιγώς μονόπλευρο ρόλο[25], αυτόν της υπεράσπισης του κατηγορουμένου, υπό διαφορετική πλέον οπτική, συναινετική και επ’ ωφελεία και πάλι του εντολέως του.


Αναφέρθηκε στην αρχή του παρόντος ως προϋπόθεση της δίκαιης επίλυσης κάθε αντιδικίας η απόφαση του αμερόληπτου δικαστή. Η προϋπόθεση αυτή μετατοπίζεται σε ικανό βαθμό από το δικαστή στους (μεροληπτικούς μεν πλην επιδιώκοντες ένα κοινό στόχο) συνηγόρους (: υπεράσπισης και πολιτικής αγωγής) και τον έχοντα εγγυητικό ρόλο εισαγγελέα, μετατίθεται δε χρονικά σε πολύ πρώιμο στάδιο, ήδη κατά την προδικασία, οι οποίοι προσδιορίζουν την απόφαση.


Γ.6] Ο συνήγορος υπεράσπισης, ειδικότερα, ενεργώντας στα πλαίσια της εντολής που του παρέχει ο κατηγορούμενος, μπορεί να επικαθορίζει, ήδη από την προδικασία, από κοινού με τον εισαγγελέα την απόφαση του δικαστηρίου. Αντί της ουσιαστικής αλήθειας βέβαια έχουμε πλέον τη συναινετική αλήθεια και, για κάποιους, την ιδιωτικοποίηση του Ποινικού Δικαίου. Δεδομένης όμως της ταύτισης της ουσιαστικής αλήθειας με τη δικονομική αλήθεια, τη σχετικοποιημένη δηλαδή αλήθεια[26] που είναι αποτέλεσμα των περιορισμών που θέτει χάριν άλλων υπέρτερων αγαθών και κατακτήσεων το ποινικό δικονομικό δίκαιο[27] η συναινετική αλήθεια μεταξύ δύο αντιδικούντων ιδιωτών είναι προτιμότερη και επωφελέστερη.


Περαιτέρω, η ανθρώπινη αντίληψη κατά τον Kant δεν είναι αποτέλεσμα μιας φυσιολογικής λειτουργίας κατά την οποίαν οι νοητικές εικόνες είναι πιστές απεικονίσεις της πραγματικότητος, αλλά συνδυάζονται με αυτό που ήδη γνωρίζουμε ή αναμένουμε. Η πραγματικότητα, τέλος, που συχνά εμφανίζει κάποιος (ή αντιδικεί γι’ αυτή) στηρίζεται, ηθελημένα ή όχι, σε εσφαλμένη προϋπόθεση (όπως και ο Άρειος Πάγος συχνά αναφέρει). Η πραγματικότητα τότε δεν είναι “ό,τι έχει συμβεί”, αλλά (είναι) συγκερασμός της βούλησης, των προσδοκιών, της εμπειρίας, της γνώσης και των ιδεολογικών επιρροών του.


Ενόψει των ανωτέρω καθίσταται απολύτως προφανές πως μία δικαστική απόφαση είναι δυνατό να μην είναι συνδεδεμένη με την ουσιαστική αλήθεια, ακόμη κι αν θεμελιώνεται σε νομικώς ορθή διαδικασία. Πολλούς, εξάλλου, συγγραφείς έχει απασχολήσει[28] η έννοια της αλήθειας στο δίκαιο και το πρόβλημα αν μπορεί να υπάρξει μία ή περισσότερες ορθές αποφάσεις. Στη Φιλοσοφία του Ποινικού Δικαίου φαίνεται να επικρατεί η άποψη πως η αλήθεια δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως κεκτημένο ενός αλάθητου, αλλά ως μία αέναη και βασανιστική εκκρεμότητα της Δικαιοσύνης.


Αλλά και πέραν τούτου, και η δικαιότητα της ποινής[29], πέραν του ότι αποτελεί κεντρικό ερώτημα του ποινικού δικαίου και όχι μόνον φιλοσοφικού χαρακτήρα, πρέπει να συνυπολογίζεται για την επιλογή ή όχι των συναινετικών διαδικασιών. Πόσο μπορεί η επιβολή ενός κακού σε έναν άνθρωπο, ο οποίος προηγουμένως επέφερε ένα κακό σε άλλον, να εναρμονιστεί με τις θεμελιακές πεποιθήσεις μας περί δικαιότητος, αναρωτιέται ο Bernd Shunemann[30], λόγος για τον οποίον στη θέση της δημόσιας ποινής αναζητούνται κυρώσεις που διαμορφώνονται και επιβάλλονται με διαπραγμάτευση ή διαμεσολάβηση, ενώ παρατηρούνται και ιδιωτικού χαρακτήρα παρεμβάσεις (όπως ιδιωτικές αστυνομίες, ιδιωτικές ποινές, ιδιωτικές φυλακές κλπ).


Ενόψει και όλων των ανωτέρω, το έτος 2010, ο νομοθέτης επέλεξε μία πιο φιλελεύθερη –πράγματι– έναντι των διεθνώς κρατούντων διάταξη (της ΚΠΔ 308 Β’) και η επιλογή του αυτή ήταν καταρχήν στην ορθή κατεύθυνση. Η συναινετική αλήθεια και ο ποινικός συμβιβασμός μέσω της ποινικής συνδιαλλαγής είναι επιβεβλημένη και μάλιστα –κατά την άποψή μας– όχι μόνον για τα πέντε (5) αδικήματα για τα οποία προβλέπει σήμερα η διάταξη, αλλά και για άλλα αδικήματα, παρεμφερούς φύσεως (όπως ιδίως η πλαστογραφία κλπ), ακόμη κι όταν στρέφονται αυτά (και) κατά του ελληνικού δημοσίου. Θα μπορούσε μάλιστα να είναι στο πνεύμα της επιτροπής Μανωλεδάκη έτσι ώστε τα δικαστήρια να οδηγούνται υποχρεωτικώς σε αθωωτική κρίση μετά την επιτυχή κατάληξη της συνδιαλλαγής. Η τελευταία, παρά το φιλελεύθερο πνεύμα της διατάξεως που τη διαπνέει, δεν είναι πλήρως απαλλαγμένη από τα ισχύοντα σε δικαιϊκά συστήματα της αλλοδαπής, όπου, ωστόσο, το plea bargaining μπορεί να εφαρμόζεται και για όλα ανεξαιρέτως, ακόμη και τα βιαιότερα, εγκλήματα (: ανθρωποκτονία εκ προθέσεως, ληστεία κλπ).


Γ.7] Στη χώρα μας αντίθετα η εφαρμογή του θεσμού της ποινικής συνδιαλλαγής, εάν δεν επέλθει γρήγορα η αναγκαία νομοθετική βελτίωση, ιδίως σε σχέση με την άνευ όρων αθώωση του επιτυχώς συνδιαλλαγέντος κατηγορουμένου, δεν φαίνεται να εκκινεί και πάντως στο βαθμό που έστω μερικώς θα ικανοποιούσε τη φιλόδοξη αρχική στόχευσή του, ενόψει της ούτως ή άλλως δυνατότητος “τακτοποιήσεως”[31] των διαφορών των οικονομικών εγκλημάτων έως και το ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, λύση που ωφελεί όλους τους παράγοντες με την ταχύτητα που επιτυγχάνεται έστω μετά από πολλά έτη εκκρεμοδικίας.


Έτσι λοιπόν ο νομοθέτης δεν έχει τολμήσει έως σήμερα αυτό που ήδη από μακρού γίνεται ορθά στην πράξη: Να ορίσει ως μόνο αποτέλεσμα της επιτυχούς συνδιαλλαγής (και άρα κίνητρο γι’ αυτήν) την αθώωση του κατηγορουμένου, ή, έστω, εναλλακτικά, να θέσει κριτήρια ευχερέστερης αθωώσεως ανάλογα με το στάδιο της επιτυχίας της συνδιαλλαγής. Εάν, φερ’ ειπείν, επιτυγχάνεται αυτή σε πολύ πρώιμο στάδιο, στην προκαταρκτική εξέταση αλλά και έως το τέλος της ανάκρισης, η αθώωση να είναι υποχρεωτική για το δικαστήριο, ενώ σε κάθε επόμενο δικονομικό στάδιο να τίθενται επιπλέον όροι για την αθώωση (: “περιστάσεις υπό συνεκτίμηση” κατά τη σημερινή διατύπωση κλπ).


Αναμφίβολα, η σοβούσα πολιτική και οικονομική συγκυρία και οι πανταχόθεν έμπλεες τιμωρητικού φορτίου –άκριτες εν τούτοις συχνά– αναφορές προφανώς και δεν λειτουργούν υπέρ της συναινετικής αλήθειας και του ποινικού συμβιβασμού. Οι επικριτές του θεσμού θεωρούν ότι αυτός καλλιεργεί την εσφαλμένη νοοτροπία που σχηματικά συμπυκνώνεται στη φράση: “εγκλημάτισε αλλά φρόντισε να μη σε πιάσουν. Και τότε ακόμα όμως, μπορείς να γλυτώσεις, αποζημιώνοντας το θύμα”[32].

Πράγματι, στη χώρα μας έχει επικρατήσει η ακόλουθη αλληλουχία σκέψεων και εικόνων για το σύστημα απονομής της ποινικής δικαιοσύνης:

[α] έγκλημα à [β] εκδίκαση υποθέσεως à [γ] απονομή Δικαιοσύνης.

Η αλληλουχία αυτή είναι σύμφωνη προς την ψυχολογική αρχή του “βλέπω όμοια αποτελέσματα” (: δίκη και απονομή Δικαιοσύνης) “να ακολουθούν όμοια αίτια” (: έγκλημα).

Ο νομοθέτης όμως αντελήφθη, έστω αργά σε σχέση με τα συμβαίνοντα διεθνώς, ότι η ως άνω παραδοσιακή αλληλουχία σκέψεων μετετράπη ήδη προ πολλού και με δική του ευθύνη στην αλληλουχία:

[α] έγκλημα à [β] καθυστερημένη εκδίκαση της υποθέσεως à [γ] όχι πάντοτε ουσιαστική απονομή της Δικαιοσύνης (λόγω νομοθετικής αλλαγής, παραγραφής κλπ).

Ο νέος θεσμός, εφόσον γίνουν αντιληπτά τα οφέλη του και από τους επικριτές του, μπορεί να αποδειχθεί ο μόνος σωτήριος για το ποινικό σύστημα, η αλληλουχία, δε, να αλλάξει ως εξής:

[α] έγκλημα à [β] ταχεία εκδίκαση της υποθέσεως (με plea bargaining) και [γ] ουσιαστική απονομή της Δικαιοσύνης [αθώωση κατά κανόνα (στα οικονομικά εγκλήματα) ή, κατ’ εξαίρεση, επιεικής για το δράστη και σε κάθε περίπτωση αποκατάσταση, αν όχι πλήρως, σε εύλογο πάντως μέτρο του θύματος].
Γ.8] Αποτελεί στοιχείο του νομικού πολιτισμού μας να διαθέτει ο κατηγορούμενος αποτελεσματική υπεράσπιση, η οποία του εξασφαλίζει τη δίκαιη δίκη, συνεισφέροντας στην ισότητα των όπλων. Σ’ αυτά τα πλαίσια ο συνήγορος υπεράσπισης είναι υποχρεωμένος να υπερασπίζεται μονομερώς τα συμφέροντα του εντολέα του – κατηγορουμένου.


Κατά τη διαδικασία της ποινικής συνδιαλλαγής, ο ρόλος του συνηγόρου, υπερασπίσεως ιδίως, δεν υποβιβάζεται ούτε διαφοροποιείται. Κινούμενος εντός των πλαισίων που θέτει ο νόμος [ΚΠΔ 308 Β’], δεν πρέπει να αφίσταται της κουλτούρας της δικαιοκρατικής ποινικής διαδικασίας. Και, εντός των πλαισίων που θέτει ο νέος θεσμός, δεν πρέπει να παύει να αποτελεί, με άλλη μορφή, το θεσμικό αντίβαρο στην κρατική εξουσία[33]. Και τούτο από την πρώτη κιόλας στιγμή της υποβολής αιτήσεως με την οποίαν ενεργοποιείται η σχετική διαδικασία. Στην αίτηση αυτή, ενόψει της γενικότητος της διατάξεως, μπορεί να εκφράζεται απλώς η βούληση για ενεργοποίηση της διαδικασίας. Σύμφωνα δε με την αρχή της μη αυτοενοχοποίησης αλλά και ενόψει της ρητής πρόβλεψης για απαλλαγή του κατηγορουμένου στη συνέχεια από το δικαστήριο, ενδείκνυται να διαληφθεί –και στην αρχική αίτηση ακόμη– αναφορά περί συνδρομής περιστάσεων ικανών να ενεργοποιήσουν την οικεία διάταξη για απαλλαγή του κατηγορουμένου. Ενόψει του χρόνου κατά τον οποίο γίνεται η δήλωση αυτή (στην αρχική αίτηση) είναι συνεπής προς το δικαιοκρατικό χαρακτήρα της δίκης ακόμη και στα πλαίσια της διαδικασίας αυτής, αφού η ίδια το επιτρέπει, αλλά και προς το τεκμήριο της αθωότητος, προς την αρχή της δίκαιης δίκης και της μη αυτοενοχοποίησης. Και τούτο διότι η ΚΠΔ 308 Β’ δεν αξιώνει παρά δήλωση – βεβαίωση ότι επιστράφηκε το ιδιοποιηθέν πράγμα ή ικανοποιήθηκε εντελώς ο παθών χωρίς να συνοδεύεται και από ομολογία – δήλωση ενοχής[34], στοιχείο που της προσδίδει ένα σαφώς πιο φιλελεύθερο πνεύμα από τις αντίστοιχες ρυθμίσεις διεθνώς.

Τούτο δίδει το δικαίωμα στο συνήγορο, ενεργώντας –και στη διαδικασία αυτή– όχι αντίθετα προς την αρχή της δίκαιης δίκης και της μη αυτοενοχοποίησης, να επιζητήσει και πετύχει κατά τη διαπραγμάτευσή του με το συνήγορο της πολιτικής αγωγής να συμπεριληφθούν στο πρακτικό δηλώσεις αποφάσκουσες την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Διά αυτών των δηλώσεων, οι οποίες θα αποτελούν κατ’ ουσίαν την έννοια των “περιστάσεων”, θα αχθεί το δικαστήριο σε απαλλαγή. Και όλα αυτά βεβαίως στην περίπτωση που τα δικαστήρια δείξουν δισταγμό στην απαλλαγή των κατηγορουμένων και πιστή τήρηση της διατάξεως για κατ’ εξαίρεση μόνον απαλλαγή του συνδιαλλαγέντος κατηγορουμένου.


Παράλληλα και σε καθαρά πρακτικό επίπεδο, σε περιπτώσεις αρνήσεως των συνηγόρων πολιτικής αγωγής να αποδεχθούν τα εύλογα αυτά αιτήματα του κατηγορουμένου και του συνηγόρου του, ουδόλως εμποδίζεται η υπογραφή ενός παράλληλου, δεύτερου πρακτικού – εμπιστευτικού συμφωνητικού [δίκην αντεγγράφου όπως παλαιότερα σε αστικές συμβάσεις], στο οποίο (μπορεί να) να αναφέρονται οι λόγοι της “παραχώρησης” αυτής του παθόντος και η αυτονόητη σε κάποιες περιπτώσεις ανεπιφύλακτη δήλωση του κατηγορουμένου για παραίτησή του από δικαιώματα για αποζημίωση, χρηματική ικανοποίηση (λόγω προσβολής της προσωπικότητος), για μη υποβολή εγκλήσεως για δυσφήμηση, ψευδή καταμήνυση κλπ.


Οι επιβεβλημένες αυτές ενέργειες του συνηγόρου υπερασπίσεως στοχεύουν όχι μόνον στη μονομερή υπεράσπιση του εντολέως – κατηγορουμένου, αλλά μπορεί να αποκαλύπτουν την ουσιαστική αλήθεια έναντι των ενίοτε υπερβολικών και διεκταμένων αιτιάσεων του πολιτικώς ενάγοντος.

Ο ρόλος του συνηγόρου στην ειρημένη διαδικασία προσαρμόζεται πλέον στη βούληση του κατηγορουμένου – εντολέως του να συνδιαλλαγεί και επιλύσει συναινετικά την αντιδικία του με τον πολιτικώς ενάγοντα στα πλαίσια της ΚΠΔ 308 Β’. Τούτο προϋποθέτει ότι ο εντολέας έχει ήδη αποφασίσει πως εξυπηρετούνται καλύτερα τα έννομα συμφέροντά του μέσω της ποινικής συνδιαλλαγής και όχι μέσω της αντιδικίας. Με βάση τα στοιχεία της δικογραφίας, τη θέση της νομολογίας και την εξ αυτών δυνατότητα πρόβλεψης σε όποιο δυνατό βαθμό του αποτελέσματος της δίκης, πρωτεύον καθήκον του συνηγόρου είναι η ενδελεχής ενημέρωση του κατηγορουμένου για την ισχύουσα ρύθμιση της συνδιαλλαγής, τους όρους, τις συνέπειες, τα οφέλη και μειονεκτήματα.


Κατά τη διαδικασία της ποινικής συνδιαλλαγής και στο βαθμό που μαζί με τους εντολείς του οι συνήγοροι (υπερασπίσεως και πολιτικής αγωγής) συνδιαμορφώνουν τους όρους της οικονομικής συμφωνίας, ελλοχεύει κάποτε ο κίνδυνος να θεωρηθούν αυτοί ως οιονεί επιμελητές ξένης περιουσίας. Όχι βεβαίως υπό τη στενή έννοια της ΠΚ 390, καθόσον για νομικούς λόγους δεν μπορεί ο δικηγόρος να είναι υποκείμενο τελέσεως του ειρημένου αδικήματος ει μη μόνον, υπό όρους, της ΠΚ 233 (περί απιστίας δικηγόρου) ή εσφαλμένης νομικής συμβουλής (:bad lawyering), αλλά αυτού που συναποφασίζει μαζί με τον εντολέα του την ποινική συνδιαλλαγή και τους όρους αυτής, με τον οποίο σημειωτέον μπορεί να έχει αντίθετη άποψη (να προχωρήσει ή να μη προχωρήσει στη διαδικασία αυτή).

Υπό την έννοια αυτή, η θέση του στη συγκεκριμένη διαδικασία αποκτά καθοριστικό λειτουργικό ρόλο αλλά και ευθύνη, ίσως μεγαλύτερη από αυτή της κλασσικής διαδικασίας της αντιδικίας, καθόσον η συμβουλή του προσδιορίζει και τον τρόπο της ικανοποίησης του παθόντος αλλά και, σε συνάρτηση προς αυτήν, και το αμιγώς ποινικό σκέλος, της μεταχείρισής του δηλαδή εν συνεχεία. Ενόψει δηλαδή του, ούτως ή άλλως, εκκυβεύματος υψηλού ρίσκου που διέπει την ποινική δίκη ο συνήγορος οφείλει να σταθμίσει όλες τις παραμέτρους και τα δεδομένα της δικογραφίας και της υποθέσεως εν γένει, νομικά και ουσιαστικά. Οφείλει επίσης, με ιδιαίτερη περίσκεψη, να συντελέσει στην εξεύρεση της καλύτερης δυνατής λύσεως, ισορροπώντας μεταξύ των αντίρροπων συμφερόντων και των απαιτήσεων του “αντιδίκου” και του συνηγόρου του, χωρίς να αποτελέσει ο ίδιος αιτία της ακύρωσης της διαδικασίας την οποίαν επιθυμεί ο πελάτης του. Σε πρακτικό μάλιστα επίπεδο, εφόσον επιτευχθεί η συμφωνία ο συνήγορος θα ήταν προτιμότερο και ασφαλέστερο για τον ίδιο να έχει συμβολαιογραφική εντολή με αναλυτική έκθεση της πληρεξουσιότητας, των ενεργειών που θα ακολουθήσουν, τους όρους κλπ.

Σημειώνεται πως στις ΗΠΑ ιδιαίτερα, αλλά και στο Ηνωμένο Βασίλειο, στη διαδικασία του plea bargaining, που κατά το στάδιο αυτό ομοιάζει περισσότερο με εμπορική διαπραγμάτευση παρά με ποινική διαδικασία, επιστρατεύονται οι πλέον φημισμένοι, οι καλύτεροι και οι εμπειρότεροι και, για το λόγο αυτό, και οι ακριβότεροι δικηγόροι, ο οποίοι εφαρμόζουν διάφορες ψυχολογικές τεχνικές προκειμένου να βελτιώνουν τη διαπραγματευτική θέση του πελάτη τους[35].


Γ.9] Όπως ορθώς επισημαίνει ο Καθηγητής Κος Καλφέλης “έτσι όπως είναι διατυπωμένη η διάταξη δίδει την εντύπωση ότι το Τριμελές (σ.σ.: και ήδη Μονομελές) Εφετείο ασκεί τη λειτουργική του εξουσία μέσα από μια τυπική – επικυρωτική διεργασία, γεγονός που είναι ασύμβατο με τη δικαιοδοτική λειτουργία, η μεταγενέστερη δε προσθήκη ότι μπορεί να μείνει και ατιμώρητος ο κατηγορούμενος είναι μάλλον ατυχής, γιατί είναι αδύνατο να καταλήξει σε μια απαλλακτική κρίση το αρμόδιο δικαστήριο, όταν δεν ενεργοποιεί μια αποδεικτική διαδικασία.”.

αι υπό το ισχύον εν τούτοις νομοθετικό πλαίσιο, αυτή η καταρχήν δυσχέρεια του δικαστηρίου να προχωρήσει σε αποδεικτική διαδικασία, τέτοια που να οδηγήσει σε απαλλαγή, μπορεί να αρθεί. Το δικαστήριο μπορεί να διαπιστώσει την ύπαρξη περιστάσεων, η συνεκτίμηση των οποίων οδηγεί στην αθώωση, κατά την ανάγνωση του πρακτικού συνδιαλλαγής που ούτως ή άλλως για να το επικυρώσει οφείλει προηγουμένως να αναγνώσει. Κατά τούτο συνίσταται, εν ταυτώ, και το καθήκον του συνηγόρου υπεράσπισης: Να έχει μεριμνήσει, κατά τη διαπραγμάτευσή του με το συνήγορο πολιτικής αγωγής, να συμπεριληφθούν στο πρακτικό στοιχεία αποφάσκοντα πλήρως την κατηγορία. Δεν αποκλείεται, κατά τις περιστάσεις, να επισυναφθούν στο πρακτικό –δίκην παραρτήματος– που αυτονόητα (θα) πρέπει και αυτό να αναγνωσθεί, ένορκες δηλώσεις και βεβαιώσεις, πραγματογνωμοσύνες κλπ, στις οποίες θα διαλαμβάνονται στοιχεία που θα μπορούν να υπαχθούν στην έννοια των περιστάσεων που εν συνεχεία θα αξιολογήσει το δικαστήριο. Η ανάδειξη κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο των περιστάσεων εκείνων που θα δικαιολογούσαν μία τέτοια κρίση είναι ο μόνος μάλλον τρόπος που απομένει στο συνήγορο υπεράσπισης για να επιζητήσει την αθώωση του κατηγορουμένου από το δικαστήριο εφόσον βεβαίως από τη νομολογιακή επεξεργασία του θεσμού διαφανεί μία προσήλωση των δικαστών στην επιβολή ποινών και όχι στην αθώωση (όπως γίνεται σήμερα κατά τον παραδοσιακό τρόπο της “τακτοποίησης” της υποθέσεως). Όλα αυτά αυτονόητα θα αποφεύγονταν εάν ο νομοθέτης όριζε, κατά το αντίστοιχο σχέδιο της Επιτροπής Μανωλεδάκη, ως μόνο αποτέλεσμα της επιτυχούς συνδιαλλαγής την αθώωση του κατηγορουμένου.

Ελλείψει, επομένως, αποδεικτικής επί της ενοχής διαδικασίας μόνη υπερασπιστική οδός για την αθώωση του κατηγορουμένου απομένει η ανάδειξη των στοιχείων του αποδεικτικού υλικού που θα μπορούσαν και στο πρακτικό συνδιαλλαγής να αναφέρεται ότι αποτελούν τη βάση μιας ανεπιφύλακτης δηλώσεως του παθόντος για μη συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος. Σε μία τέτοια περίπτωση το δικαστήριο που θα αναγνώσει το προς επικύρωση πρακτικό συνδιαλλαγής προδήλως μόνον σε απαλλακτική κρίση μπορεί να αχθεί[36]. Πρωτεύον, επομένως, καθήκον του συνηγόρου υπερασπίσεως αποτελεί το περιεχόμενο του πρακτικού συνδιαλλαγής.

Στις ΗΠΑ, η δήλωση μπορεί να λάβει πέντε (5) μορφές. Αντικείμενο συμφωνίας αποτελούν συνήθως[37] οι εξής δηλώσεις του κατηγορουμένου: ένοχος ή nolo contendere (συνώνυμο του “non contest”[38])[39]. Η τελευταία αυτή δήλωση παρουσιάζει και το μεγαλύτερο ενδιαφέρον[40], καθόσον σημαίνει ότι ο κατηγορούμενος δεν ομολογεί ενοχή, αλλά δεν αντικρούει και την κατηγορία. Αποδέχεται δηλαδή ποινή χωρίς ενοχή. Τούτο έχει ως πρακτικό αποτέλεσμα ότι η συγκεκριμένη δήλωση δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως αποδεικτικό στοιχείο ή τεκμήριο για την κρίση προδικαστικού ζητήματος ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου για τη συγκεκριμένη πράξη σε άλλο δικαστήριο ή άλλης δικαιοδοσίας (λχ αστικά δικαστήρια).

Στη χώρα μας η ποινική συνδιαλλαγή έχει τύχει ελάχιστης νομολογιακής επεξεργασίας καίτοι ο νόμος ισχύει από τα τέλη του 2010. Το κείμενο της διατάξεως, ενόψει του ότι δεν είναι εκ των προτέρων προσδιορισμένος ο αριθμός των εναλλακτικών ειδών δηλώσεων, παρέχει κάλλιστα τη δυνατότητα να διαλαμβάνεται στο πρακτικό συνδιαλλαγής όχι απλώς μία δήλωση αντίστοιχη του nolo contendere, αλλά και δήλωση αθωότητος ανεξάρτητη της ικανοποίησης του παθόντος συνισταμένης στις περιστάσεις που ο ίδιος ο νόμος προβλέπει ως προϋπόθεση απαλλαγής του κατηγορουμένου.


Η ανάδειξη των αποδεικτικών στοιχείων και η έκθεση και των νομικών ισχυρισμών είναι, επίσης, απολύτως αναγκαίοι προκειμένου το Μονομελές Εφετείο, υπό την επίφαση της “συνεκτίμησης των περιστάσεων” να οδηγείται ανέτως στην κρίση περί μη τιμωρίας του κατηγορουμένου. Μία τέτοια απόφαση και με λιτό ακόμη αιτιολογικό δύσκολα θα μπορούσε να αναιρεθεί, εφόσον θα υπήρχε ήδη η διαλαμβανόμενη στο πρακτικό κατηγορηματική αναφορά του παθόντος περί μη συνδρομής των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος. Ενόψει των ανωτέρω, ο θεσμός της ποινικής συνδιαλλαγής της ΚΠΔ 308Β’ μπορεί να χαρακτηρισθεί πολύ πιο φιλελεύθερος από τους αντίστοιχους κρατούντες σε άλλα δικαιϊκά συστήματα όπου, βεβαίως, εφαρμόζεται αδιακρίτως και όχι μόνον στα πέντε (5) συγκεκριμένα οικονομικά αδικήματα σε βάρος ιδιωτών (μόνον).

 Γ.10] Με αυτή τη σημαντική λειτουργική παρέμβαση των συνηγόρων (υπερασπίσεως και πολιτικής αγωγής) που από κοινού συντάσσουν το πρακτικό συνδιαλλαγής και με τη σημαίνουσας αξίας συμβολή του έχοντος την εν γένει επιστασία της διαδικασίας εισαγγελέως, ως εγγυητή της εν γένει διαδικασίας αλλά και της μυστικότητας ειδικότερα, σε περίπτωση αποτυχίας, επιτυγχάνεται ή, καλύτερα, ουσιαστικοποιείται η βασική σκέψη της Επιτροπής Μανωλεδάκη για το σχέδιο του ΚΠΔ που περιλαμβανόταν στην εισηγητική έκθεση αυτού. Εκεί, επί λέξει, αναφερόταν σχετικώς για τον αντίστοιχο θεσμό: “προέχει η ικανοποίηση του παθόντος και η αποκατάσταση των ειρηνικών σχέσεων  μεταξύ δράστη και θύματος και έπεται η ποινική αξίωση της πολιτείας. Όταν οι πρώτες έχουν επιτευχθεί, η τυφλή εμμονή στην τελευταία, προκειμένου ‘πάση θυσία’ να αποδοθεί μομφή στο δράστη της αξιόποινης πράξης, αποτελεί δυσανάλογο κακό γι’ αυτόν σε σχέση με το σκοπό που υπηρετεί η ποινή και εμφανίζεται συνεπώς ως καταχρηστική άσκηση της ποινικής καταστολής.”.


Γ.11] Εάν αλήθεια όλα αυτά έχουν επιτευχθεί και δεδομένης της μεταβαλλόμενης πολλές φορές αληθείας αλλά και των υπερβολών των μηνυτών πώς θα μπορούσε να μην αχθεί σε απαλλακτική κρίση ένα δικαστήριο, όταν δεν ξέρουμε, αλλά και δεν θα μάθουμε ποτέ, αν η ίδια αυτή υπόθεση (θα) έφθανε και στο ακροατήριο;


Αναφέρεται, ενδεικτικώς, για το αδίκημα της απάτης, πόσο ρευστά ως έννοια είναι ενίοτε κάποια από τα βασικά στοιχεία της υποστάσεως του εγκλήματος, έτσι ώστε να θεμελιώσουν ή και να καταλύσουν μία κατηγορία: Η γνώση του φερομένου ως ψευδούς γεγονότος από τον (φερόμενο ως) παθόντα ή η αξία του πράγματος ή η ιδιότητα αυτού ως παντελώς “άχρηστου” για τον παθόντα κλπ, όπως λχ ισχύει για το έγκλημα του βιασμού η ύπαρξη ή μη συναίνεσης.

Δεδομένων όλων των ανωτέρω, ακόμη και με το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο, υπάρχει η δυνατότητα σε όλους τους εμπλεκομένους παράγοντες, στο δικαστή, τον εισαγγελέα και προεχόντως στο συνήγορο, ενόψει ιδίως της πρωτοβουλίας του κατηγορουμένου – εντολέως του να ενεργοποιήσει με αίτησή του τη διαδικασία, να οδηγείται η πλειονότητα αν όχι το σύνολο των υποθέσεων, για τις οποίες κατέληξε επιτυχώς η ποινική συνδιαλλαγή, σε αθωωτική και μόνον κρίση, άλλως δεν πρέπει να ελπίζει κανείς στην ευρεία εφαρμογή της !!!


Δ] Επίμετρο.

 

Σύμφωνα με το γερμανό καθηγητή του Ποινικού Δικαίου, Eb Schmidt, “Αν εξαιρέσουμε τις πολεμικές συγκρούσεις, τίποτε άλλο δεν προξένησε τόσες συμφορές, βάσανα και δάκρυα στην ανθρωπότητα, όσο η κρατική δύναμη που εκδηλώνεται με τη μορφή της ποινικής λειτουργίας.”. Αναλογιζόμενοι όλοι ανεξαιρέτως οι εμπλεκόμενοι φορείς και παράγοντες τη φράση αυτή θα επεδίωκαν μάλλον με πάθος την καθιέρωση και εμπέδωση του θεσμού της ποινικής συνδιαλλαγής.

 

Κι επειδή η εισήγηση αυτή άρχισε με έναν Άγγλο φιλόσοφο, ταιριάζει ίσως να τελειώσει με μία φράση ενός μεγάλου Έλληνα, του Κωνσταντίνου Τσάτσου, που πρέπει όλοι μας να θυμόμαστε σε σχέση με την αέναη προσπάθεια του ανθρώπου να πετύχει το καλύτερο, ενδόμυχα πολλές φορές και το τέλειο:


“Πολλά όσα ήθελες και δεν μπόρεσες. Περισσότερα όσα μπορούσες και δεν θέλησες. Και ακόμη περισσότερα όσα δεν θέλησες και που έπρεπε και να θελήσεις και να μπορέσεις.


Όλοι σταματούμε μεσοδρομίς. Άλλοι μακρύτερα, άλλοι σιμότερα.


Από όλα αυτά τα ατελή ίσως να συντελείται στο άπειρο του χρόνου το τέλειο. Το τέλειο που και αν παύσει να υπάρχει, αρκεί που υπήρξε, αρκεί που ίσχυσε όπως η μαθηματική αλήθεια, που ίσχυσε πριν τη σκεφτεί ο άνθρωπος και που θα ισχύει και όταν θα πάψει ο άνθρωπος να υπάρχει”.-

Θεσσαλονίκη, 01.02.2014


[1] Βλ. Χριστόφορο ΑΡΓΥΡΌΠΟΥΛΟ, εναλλακτικές μορφές απονομής της Δικαιοσύνης, εκδήλωση στο Μέγαρο Μουσικής και Νικόλαο ΜΠΙΤΖΙΛΈΚΗ, ο οποίος επί λέξει αναφέρει πως: οι κανόνες του ποινικού δικαίου έχουν μια διπλή κοινωνικοπολιτική λειτουργία: αφενός να προστατεύσουν τα έννομα αγαθά από την αυθαιρεσία των προσβαλλόντων αυτά και αφετέρου να εγγυηθούν τις ελευθερίες των πολιτών απέναντι σε τυχόν αυθαιρεσίες εκ μέρους του ίδιου του μηχανισμού προστασίας, του ίδιου του ποινικού δικαίου.


[2] Για τη δίκαιη δίκη βλ. και: [α] Αργύριο ΚΑΡΡΆ, Ταχεία και δίκαιη ποινική δίκη (ανάμεσα στην αποτελεσματική και ορθή απονομή της ποινικής δικαιοσύνης), ΠΛόγ 2001, 5 επ., [β] Ηλία ΑΝΑΓΝΩΣΤΌΠΟΥΛΟ, Η παραβίαση του δικαιώματος δίκαιης δίκης. Προτάσεις θεραπείας, ΠοινΧρ 2004, 5, [γ] Αθανάσιο ΖΑΧΑΡΙΆΔΗ, Αρχή της αναλογικότητας και δίκαιη δίκη, ΠοινΧρ 2006, 873 & [δ] Μαρία ΚΑΪΆΦΑ – ΓΚΜΠΆΝΤΙ, Η πρόσφατη νομολογία του ΕΔΔΑ για την αστυνομική διείσδυση και το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, ΠοινΔνη 2011, 59.


[3] Ίδετε Πόπη ΠΑΠΑΝΔΡΈΟΥ, Διαγράμματα ΚΠΔ, εκδ. Νομ. Βιβλιοθήκης 2010, σελ. 3.


[4] Όπως τα εγκλήματα πολέμου, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητος, οργανωμένη (διασυνοριακή) εγκληματικότητα κλπ. Για την  έννοια του οργανωμένου εγκλήματος, ιδίως στην Ε.Ε. βλ.: [α] Αθανασία ΣΥΚΙΏΤΟΥ, Ευρωπαϊκή Ένωση – Οργανωμένο Έγκλημα – Παράνομη Διακίνηση Ανθρώπων: Μία ιδιόρρυθμη δυναμική-διαλεκτική σχέση, ΠοινΧρ 2008, 200 και [β] Μαρία ΚΑΪΑΦΑ – ΓΚΜΠΆΝΤΙ, Η έννοια του οργανωμένου εγκλήματος στην ΕΕ – Το ποινικό δίκαιο μεταξύ ασφάλειας και ελευθερίας των πολιτών, ΠοινΔνη 2003, 538.


[5] Βλ. Ηλία ΑΝΑΓΝΩΣΤΌΠΟΥΛΟ, Aπάτη και κοινοτική απάτη (άρθρα τέταρτο έως έκτο Ν. 2803/2000), ΠοινΧρ 2001, 759.


[6] Βλ. Ulrich Sieber, Η έννομη τάξη στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, ΠοινΧρ 2011, 721, όπου και περαιτέρω παραπομπές υπό τη σημείωση υπ’ αρ. 10, σύμφωνα με τον οποίο: “Η παγκοσμιοποιημένη αγορά και τεχνολογία, από την άλλη πλευρά, παραπέμπουν σε άλλες μορφές εξουσίας που πηγάζουν από διαφορετικούς κοινωνικοοικονομικούς σχηματισμούς. H παγκοσμιοποίηση γενικότερα επιφέρει θεμελιώδεις αλλαγές τόσο στην κοινωνία όσο και στο Δίκαιο. Μέσα από μια ιστορική προσέγγιση το καλούμενο και ως “δίκαιο της παγκοσμιοποίησης” εμφανίζει σήμερα παρόμοια χαρακτηριστικά με το “δίκαιο του Μεσαίωνα” και των πρώτων χρόνων της νεότερης εποχής: Πρόκειται κυρίως για την έλλειψη ενότητος μεταξύ κρατικής εξουσίας και έννομης τάξης αλλά και –σε στενή σύνδεση με την τελευταία– την αυξημένη σημασία που αποκτούν οι διαδικασίες διαπραγμάτευσης έναντι του θεσμοθετημένου εξαναγκασμού της εξουσίας, την έλλειψη σαφούς διαχωρισμού δημόσιου και ιδιωτικού δικαίου, τα ρευστά όρια μεταξύ Δικαίου και άλλων κανονιστικών τάξεων, καθώς και τη δικαιϊκή πολυμορφία που οφείλεται στους διαφορετικούς δικαιοθετούντες φορείς.”.


[7] Ίδετε Στέφανο ΠΑΎΛΟΥ, Η ποινική προστασία των μέσων πληρωμής στην Ε.Ε., ΠοινΧρ 2010, 353.


[8] Ίδετε: [α] Στέφανο ΠΑΎΛΟΥ, Το 'πάγωμα των τραπεζικών λογαριασμών' στην προδικασία για το έγκλημα της νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα (Ν. 2331/1995), ΠοινΧρ (ΝΕ) 2005, 769, [β] Ηλία Γ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΌΠΟΥΛΟ, «Πάγωμα» περιουσιακών στοιχείων: δικονομικό μέτρο ή πρόωρη δήμευση;, Εισήγηση στην Εταιρία Δικαστικών Μελετών την 24.11.2011 & [γ] Γιώργο ΔΗΜΉΤΡΑΙΝΑ,  Οι ανακριτικές διατάξεις δέσμευσης και απαγόρευσης εκποίησης των περιουσιακών στοιχείων του κατηγορουμένου υπό το πρίσμα των διατάξεων για την κατάσχεση και ειδική δήμευση των κρίσιμων περιουσιακών στοιχείωνΠΧρ 2008, σελ. 943.


[9] Βλ. Γρηγόριο ΚΑΛΦΈΛΗ, Οι ραγδαίες αλλαγές στο ευρωπαϊκό δικονομικό δίκαιο και ο πρόσφατος νόμος 3904/2010 για την ποινική συνδιαλλαγή, ΠοινΧρ 2011, 241, όπου περαιτέρω παραπομπή σε Fischer G., Plea Bargaining’s Triumph, 109 Yale L. J. 857, 865 (2000). Βλ. επίσης Friedman L., Crime and Punishment in American History, 1993, 237, 238.


[10] Βλ. Χρίστο ΜΥΛΩΝΌΠΟΥΛΟ, Ο θεσμός της [ποινικής] διαπραγμάτευσης (plea bargaining). Σκέψεις για τη θεωρητική θεμελίωση και την πρακτική λειτουργία του, ΠοινΧρ 2013, σελ. 81: όπου αναλυτικότερα: “Υπό την κλασική μορφή του ο θεσμός σημαίνει συμφωνία μεταξύ του κατηγορουμένου και των διωκτικών αρχών, βάσει της οποίας ο πρώτος αποδέχεται, άνευ δίκης, την κατηγορία ή μία από τις περισσότερες που τον βαρύνουν, με αντάλλαγμα την απαγγελία ηπιότερης ποινής στην πρώτη περίπτωση (sentence bargaining) ή την απαλλαγή του για τις λοιπές στη δεύτερη (count bargaining), ή ομολογεί ένα ελαφρότερο αδίκημα από εκείνο για το οποίο κατηγορείται (charge bargaining).”.


[11] Για την έννοια και σημασία των εναλλακτικών διαδικασιών στη σύγχρονη αντεγκληματική πολιτική βλ. αντί άλλων: Σταύρο – Όμηρο ΧΟΎΡΣΟΓΛΟΥ, Ο ποινικός συμβιβασμός στην γαλλική έννομη τάξη (Παρουσίαση των νέων άρθρων 41–2 και 41–3 γαλΚ.Π.Δ.), ΠοινΧρ 2000, 299.


[12] Βλ. Thomas Weigend, Η κατάρρευση του εξεταστικού ιδεώδους. Οι δικονομικές διαπραγματεύσεις εισβάλλουν στη γερμανική ποινική δίκη, ΠοινΧρ 2011, 167.


[13] Γρηγόριος ΚΑΛΦΈΛΗΣ, ό.π..


[14] Στο Ηνωμένο Βασίλειο διεξάγονται άτυπες διαπραγματεύσεις, συνήθως ιδιωτικά, μεταξύ συνηγόρων υπεράσπισης και δημοσίων κατηγόρων, ενώ υπάρχει επίσης και η εναλλακτική της οδηγίας “Goodyear” σύμφωνα με την οποία ζητούν οι κατηγορούμενοι να γνωρίζουν ενδεικτικά ποια θα είναι η πιθανή ετυμηγορία που ενδέχεται να τους επιβληθεί εφόσον δηλώσουν ένοχοι.


[15] Ίδετε εισήγηση του δικηγόρου Monty Raphael (της law firm ‘Peters & Peters’) που διοργάνωσε το European Criminal Bar Association (ECBA), στη Bratislava το 2008, με θέμα “Plea Bargaining and the role of the lawyer”, όπου: “Η περίπλοκη και συχνά διασυνοριακή φύση των ποινικών υποθέσεων, ιδίως του οικονομικού εγκλήματος, μπορεί να εκτινάξει το κόστος των ερευνών σε ιδιαίτερα μεγάλο και ασύμφορο ύψος. Οι έρευνες διαρκούν πολύ και συνεπάγονται την εκτεταμένη χρήση πόρων. Και όλα αυτά πριν ακόμη φτάσει η υπόθεση στην εκδίκαση όπου εκεί προκύπτουν ακόμα περισσότερα έξοδα. Το plea bargaining στοχεύει στην προτροπή όλο και περισσοτέρων κατηγορουμένων να δηλώνουν ένοχοι σε πρώιμο στάδιο σε υποθέσεις οικονομικού εγκλήματος κυρίως, καθώς και στη περικοπή κόστους και χρόνου που απαιτείται να δαπανηθούν για τις έρευνες που οδηγούν σε δίκες και αυτές καθ’ εαυτές τις δίκες υποθέσεων απάτης.”.


[16] Ίδετε Σπυρίδωνα ΑΔΆΜ, Plea bargaining στην ελληνική έννομη τάξη; Εξέταση του θεσμού και της πιθανότητας εισαγωγής του στη χώρα μας, στο διαδικτυακό τόπο http://www.theartofcrime.gr/assets /PLEA%20BARGAINING.pdf και, συγκεκριμένα, την υποσημείωση υπ’ αρ. 1, όπου επί λέξει: “Συχνότερα στη ξενόγλωσση βιβλιογραφία γίνεται λόγος για «εναλλακτική επίλυση (ιδιωτικών) διαφορών». Αυτός ο όρος είναι εν μέρει ακριβέστερος από το χρησιμοποιούμενο εδώ, εν μέρει όμως και ακατάλληλος. Ακριβέστερος ως προς το ότι ο όρος προέρχεται από τα αγγλοσαξωνικά δίκαια, όπου και η ποινική δίκη δεν αποτελεί παρά μίαν ακόμη «ιδιωτική διαφορά» επιδεχόμενη «επιλύσεως». Ακατάλληλος όμως κρίνεται ο όρος στο επίπεδο της χρήσης του εντός της ελληνικής έννομης τάξης, αφού οι ποινικές διαδικασίες εδώ δεν αποτελούν ούτε «διαφορές», ούτε πολύ περισσότερο προσλαμβάνουν «ιδιωτικό» χαρακτήρα. Η ποινική δίκη, λοιπόν, έχει την ιδιαίτερη φυσιογνωμία της και οι διάφοροι εναλλακτικοί τρόποι μόνο στην περαίωσή της μπορούν να στοχεύουν και όχι στην επίλυσή της.”.


[17] Βλ. Γρηγόριο ΚΑΛΦΈΛΗ, ό.π. από τον οποίο αντλούμε την πληροφορία ότι στις Ηνωμένες Πολιτείες το 95% των καταδικαστικών αποφάσεων το έτος 2011 προερχόταν από την ενεργοποίηση του ποινικού συμβιβασμού, με ευτυχή συνέπεια η διαδικασία αυτή να είναι η επικρατέστερη στα εκεί ποινικά Δικαστήρια. Ομοίως, ακόμη στη Γερμανία, το ίδιο έτος (: 2011) το 30% των ποινικών υποθέσεων εκκαθαρίστηκε συμβιβαστικά, με τις ευλογίες βέβαια και των Ανωτάτων Δικαστηρίων.


[18] Ίδετε Φώτη Χ. ΣΠΥΡΌΠΟΥΛΟ, Συνδιαλλαγή δράστη – θύματος στα πλαίσια της αποκαταστατικής και συμφιλιωτικής δικαιοσύνης στο διαδικτυακό τόπο: http://old.law.uoa.gr/crime-research/syndiallagi.pdf.


[19] Ίδετε Πόπη ΠΑΠΑΝΔΡΈΟΥ, ό.π..


[20] Βλ. Σπυρίδωνα ΑΔΆΜ, ό.π., όπου επί λέξει: “Σχεδόν όλοι το ξέρουν ..... σχεδόν όλοι το κάνουν, μόνο που κανείς δε μιλά ανοιχτά γι’ αυτό. Όσο και αν δεν ήθελαν να την αναγνωρίσουν όμως, αναπόφευκτο ήταν ότι κάποια στιγμή το θέμα θα κρινόταν από τα δικαστήρια, όπως άλλωστε και έγινε.”.


[21] Η ποινική συνδιαλλαγή έχει θεσμοθετηθεί στο νόμο περί οικογενειακής βίας (Ν. 3500/2006), περί ης βλ. Δημήτριο ΖΗΜΙΑΝΊΤΗ, ΠοινΔνη 2011, 1206, αλλά και στις ακόλουθες κατ’ ουσίαν διατάξεις του ουσιαστικού και δικονομικού ποινικού δικαίου: άρθρο 122 παρ. 1 εδ. ε΄ ΠΚ, στο άρθρο 45 Α’ ΚΠΔ, άρθρο 406 Α’ παρ. 2 ΠΚ.


[22] Ίδετε Άννα ΨΑΡΟΎΔΑ – ΜΠΕΝΆΚΗ, προς ένα ‘Ευρωπαϊκό Δίκαιο’; Σκέψεις με αφορμή το Σχέδιο Συνθήκης για τη θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης, ΠοινΧρ 2003, 961.


[23] Αναφέρεται, δίκην παραδείγματος, ότι υπόθεση ιατρικής αμελείας μπορεί να διευθετηθεί με διαπραγμάτευση μεταξύ δικηγόρων με την ακόλουθη διαδικασία: Η διαπραγμάτευση εκκινεί με μίαν απλή επιστολή, προς το νοσηλευτικό ίδρυμα, που συντάσσει ο δικηγόρος του παθόντος. Στην επιστολή περιγράφεται η αμελής ιατρική πράξη και η αντίστοιχη εξ αυτής ευθύνη και ζητείται η εύλογη αποζημίωση χωρίς αναφορά συγκεκριμένου ποσού καταρχήν. Οι διαπραγματεύσεις είναι άτυπες μεταξύ των δικηγόρων, των ιατρών και των συμβούλων των δύο πλευρών και διαρκούν για σημαντικό χρονικό διάστημα [έως και ένα (1) έτος συνήθως], πλην όμως τίθεται τις περισσότερες φορές ένα καταληκτικό χρονικό σημείο γι’ αυτή. Στο διάστημα αυτό, το όχι ασήμαντο κόστος των εμπλεκομένων παραγόντων βαρύνει την κάθε πλευρά, αυτονόητα όμως σε μικρότερο βαθμό την πλευρά του θύματος. Η διαπραγμάτευση καταλήγει συνήθως σε συμβιβασμό. Σημαντικότατος λόγος, εκτός της αβεβαιότητος του αποτελέσματος της δίκης, αποτελεί για την επίτευξη του συμβιβασμού και το πολύ μεγάλο κόστος που η διαδικασία αυτή (θα) έχει και για τις δύο (2) πλευρές σε περίπτωση προσφυγής στα δικαστήρια, το οποίο μπορεί να είναι έως και 3πλάσιο !!  Η διαπραγμάτευση περατώνεται με μία χρυσή τομή, η οποία στηρίζεται σε πραγματογνωμοσύνες και εκθέσεις δικηγόρων, συμβούλων και ιατρών, εκατέρωθεν. Τονιστέον ότι οι πραγματογνώμονες ιατροί δεν διανοούνται να καλύψουν τυχόν ευθύνη συναδέλφων τους (ακόμη και εργαζομένων στην ίδια Κλινική κλπ).

[24] Για το ρόλο του συνηγόρου ίδετε και: [α] Χριστόφορο Δ. ΑΡΓΥΡΌΠΟΥΛΟ, Ο θεσμικός ρόλος του συνηγόρου στην ποινική δίκη, ΠοινΧρ 1997 & [β] Στυλιανό ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΊΟΥ – ΓΟΝΑΤΆ, Ο ρόλος του συνηγόρου υπεράσπισης στη σημερινή εποχή, ΠοινΔνη 2013, 1006, ο οποίος εύστοχα τονίζει: Δεν είναι τυχαίο άλλωστε πως ο συνήγορος, σε αντίθεση με όλες τις λοιπές δικονομικές τάξεις, μόνο στην ποινική δίκη δεν ταυτίζεται με την έννοια του πληρεξουσίου δικηγόρου (όπως στα πολιτικά, διοικητικά κ.ο.κ. δικαστήρια), αλλά με αυτή ενός συλλειτουργού – θεσμικού παράγοντα της ποινικής δικαιοσύνης, με την ιδιομορφία ότι, σε σχέση με τους λοιπούς λειτουργούς, έχει έναν αμιγώς μονόπλευρο ρόλο, αυτόν της υπεράσπισης του κατηγορουμένου.

[25] βλ.: Στυλιανό ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΊΟΥ – ΓΟΝΑΤΆ, ό.π., ο οποίος αναφέρει ότι ο ρόλος αυτός έχει να κάνει με τη ρητή απαγόρευση της μη αποκάλυψης στο Δικαστήριο δυσμενών για τον εντολέα του στοιχείων. Βλ., σχετικώς, και: [α] Ελισάβετ ΣΥΜΕΩΝΊΔΟΥ – ΚΑΣΤΑΝΊΔΟΥ, Η παραβίαση της επαγγελματικής εχεμύθειας από το δικηγόρο και [β] Λάμπρο ΜΑΡΓΑΡΊΤΗ, Απιστία δικηγόρου, δημοσιευθέντα αμφότερα τα άρθρα στο περιοδικό Δίκαιο και Πολιτική, 1983, 7ο τεύχος, το μεν πρώτο, σελ. 119 επ. (ιδίως σελ. 128) και το δεύτερο, σελ. 129.


[26] Ίδετε Χρίστο ΜΥΛΩΝΌΠΟΥΛΟ, ό.π..


[27] Η έννοια της ουσιαστικής (ήτοι εν τέλει δικονομικής) αλήθειας στην ποινική δίκη είναι σχετική εάν, ενδεικτικώς, μόνον, αναλογιστεί κανείς τον περιορισμό που θέτει η ΚΠΔ 261, σύμφωνα με την οποία ο ανακριτής δεν μπορεί να υποχρεώσει δημοσίους υπαλλήλους να του παραδώσουν έγγραφα που αφορούν σε διπλωματικό ή στρατιωτικό μυστικό ή αναγόμενο στην ασφάλεια του κράτους ή σε μυστικό του λειτουργήματος ή του επαγγέλματός τους και, συνεπώς, η ουσιαστική αλήθεια σε μία τέτοια περίπτωση θα μείνει γράμμα κενό, ο μόνος δε πιθανός γνώστης αυτής θα είναι ο δημόσιος υπάλληλος που έχει πρόσβαση στα έγγραφα.


[28] Ίδετε και: [α] Γεώργιο ΜΗΤΣΌΠΟΥΛΟ, Θέματα γενικής θεωρίας και λογικής του δικαίου, σελ. 47, [β] Ulfrid NEUMANN, η Αλήθεια στο Δίκαιο. Ένας Μύθος;, ΠοινΧρ 2009, 577 και [γ] Κυριάκο ΚΏΤΣΟΓΛΟΥ, Περί της θεωρίας της μοναδικής ορθής απόφασης ή αλλιώς: reasonable minds may differ, ΠοινΔνη 2011, 509.


[29] Ίδετε Χριστόφορο ΑΡΓΥΡΌΠΟΥΛΟ, η δίκαιη ποινή ως πολιτισμικό κεκτημένο, 4ο συνέδριο Ένωσης Ελλήνων Ποινικολόγων, Θεσσαλονίκη, Νοέμβριος 2006.


[30] Ίδετε Bernd Schünemann, Το δικαιοφιλοσοφικό ερώτημα για τη δικαιότητα της ποινής, ΠοινΧρ 2013, 161.


[31] Ίδετε Αθανάσιο ΖΑΧΑΡΙΆΔΗ, κατ’ άρθρον ερμηνεία ΚΠΔ, Νομ. Βιβλιοθήκη, έκ. 2011, Β’ Τόμος, σελ. 1274, άρθρο 308 Β’ [όπου επί λέξει παρατηρείται: “η από πολλών ετών διαμορφωθείσα δικαστηριακή πρακτική στο χώρο των αδικημάτων οικονομικής (και όχι μόνον) φύσεως περί οικονομικής «τακτοποιήσεως» της υποθέσεως [και της συνακόλουθης απαλλαγής του κατηγορουμένου «ελλείψει δόλου» ή «λόγω αμφιβολιών»!] συνιστά από μόνη της ικανό λόγο να μην υποβάλει ο κατηγορούμενος αίτημα ενεργοποιήσεως της διαδικασίας κατά το πρώιμο στάδιο της προδικασίας, αλλά να αναμείνει το χρονοβόρο προσδιορισμό της υποθέσεως στο ακροατήριο, όπου, πλέον, να προτείνει στον ήδη εξαντλημένο και αποθαρρυμένο από κάθε άποψη παθόντα μία συμφέρουσα για τον ίδιο ποινική διαπραγμάτευση και διευθέτηση της διαφοράς τους.”], με τις περαιτέρω εκεί παραπομπές σε Νικόλαο ΑΝΔΡΟΥΛΆΚΗ, Αργύριο ΚΑΡΡΆ και Αδάμ ΑΠΑΔΑΜΆΚΗ.


[32] Βλ. Σπυρίδωνα ΑΔΆΜ, ό.π..


[33] Ίδετε σχετικώς: [α] Χριστόφορο ΑΡΓΥΡΌΠΟΥΛΟ, Ο θεσμικός ρόλος του συνηγόρου στην ποινική δίκη, ΠοινΧρ 1997, 929 & [β] Κρίτωνα ΚΟΚΚΙΝΆΚΗ, η απιστία δικηγόρου, σελ. 120 επ..


[34] Όπως πολύ εύστοχα επισημαίνει ο Κωνσταντίνος ΦΡΆΓΚΟΣ. Ίδετε, ειδικότερα, σε Κώδικα Ποινικής Δικονομίας Κωνσταντίνου ΦΡΆΓΚΟΥ, ερμηνεία και πρόσφατη νομολογία Αρείου Πάγου κατ’ άρθρο, εκδ. Σάκκουλα 2011, σελ. 668.


[35] Ίδετε Σπυρίδωνα ΑΔΆΜ, ό.π., όπου περαιτέρω παραπομπή στο εμπεριστατωμένο άρθρο του Stephanos BIBAS, Plea Bargaining Outside The Shadow Of Trial, Harvard Law Review Vol. 117 June 2004, σε σχέση με τις διάφορες εξω–νομικές / ψυχολογικές διαστάσεις του plea bargaining.


[36] Σημειώνουμε πως ο Άρειος Πάγος ταυτίζει την έννοια του ατιμώρητου με αυτή του αθώου.


[37] Οι άλλες τρεις επιλογές είναι:  αθώος, ότι έχει ήδη κριθεί η υπόθεση με αθωωτική ή καταδικαστική κρίση δικαστηρίου (δεδικασμένο) ή αθώος λόγω παράνοιας (insanity).


[38] Ίδετε Legal dictionary Charalampos STAMELOS & Despina CHATZIMANOLI, εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη.


[39] Κατά την απολογία του στην κλασσική διαδικασία ο κατηγορούμενος καλείται να επιλέξει μεταξύ 3 δυνατοτήτων. Ίδετε: Αριστομένη ΤΖΑΝΝΕΤΉ, Αναληθής άρνηση της κατηγορίας και απαγόρευση αυτοενοχοποίησης (με αφορμή το υπ' αριθμ. 4111/2003 βούλευμα Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών), ΠοινΧρ 2004, σελ. 764.


[40] Σπυρίδωνα ΑΔΆΜ, ό.π..

Login to post comments
back to top