ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΣΤΙΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ ΚΠΔ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗ (ΑΡΘΡΑ 45Β ΚΑΙ 45Γ) [του Αριστομένη Τζανετή, Επ. Καθηγητή Πανεπ. Αθηνών, δικηγόρου]

 

Τετάρτη, 17 Δεκεμβρίου 2014

 Ι. Ορολογικά ζητήματα

 Με τα άρθρα 45Β και 45Γ σχΚΠΔ εισάγεται για πρώτη φορά στην ελληνική έννομη τάξη ο αγγλοσαξωνικής προελεύσεως θεσμός του pleabargaining, στον οποίον ο κατηγορούμενος συνδιαλέγεται απευθείας με τις δικαστικές αρχές με αντικείμενο διαπραγμάτευσης την αποδοχή ή έστω τη μη εναντίωση στην σε βάρος του κατηγορία με αντάλλαγμα την επιβολή ηπιώτερης ποινής. Ακριβέστερη θα ήταν η απόδοση του pleabargaining με τον όρο “ποινική διαπραγμάτευση”, ο οποίος επιτρέπει την ορολογική διάκριση του νέου θεσμού από τον συγγενή, αλλά διαφορετικό θεσμό της «ποινικής συνδιαλλαγής», η οποία επέρχεται με συμφωνία του κατηγορουμένου με τον παθόντα (και όχι με τις δικαστικές αρχές) για άρση των συνεπειών του εγκλήματος. Βάσει των ανωτέρω ο χρησιμοποιούμενος στα άρθρα 45 Β και 45 Γ όρος “ποινική συνδιαλλαγή” δημιουργεί σύγχυση, αφού ο ίδιος ακριβώς χρησιμοποιείται στο ήδη ισχύον και διατηρούμενο στο σχΚΠΔ άρθρο 308Β ΚΠΔ, όπου όμως ρυθμίζεται το εντελώς διαφορετικό ζήτημα της επιεικούς ποινικής μεταχείρισης λόγω πλήρους αποκαταστάσεως της επελθούσας ζημίας.

 ΙΙ. Η ποινική συνδιαλλαγή στα κακουργήματα (α. 45 Γ)

 1. Πεδίο εφαρμογής

 Σύμφωνα με την προτεινόμενη ρύθμιση δεκτικά συνδιαλλαγής είναι: α) τα προβλεπόμενα στον ΠΚ κακουργήματα, που τιμωρούνται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και β) όλα τα κακουργήματα, που προβλέπονται σε ειδικούς ποινικούς νόμους ακόμη και τα τιμωρούμενα με κάθειρξη μέχρι είκοσι έτη (αρμοδιότητας Μονομελούς Εφετείου Κακ/μάτων), όπως λ.χ. φορολογικά κακουργήματα, νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, παραβάσεις του νόμου περί ναρκωτικών).

 Ο περιορισμός του πεδίου εφαρμογής του α. 45Γ σε συγκεκριμένες κατηγορίες κακουργημάτων θα δημιουργήσει πρακτικά προβλήματα εφαρμογής του νέου θεσμού σε περιπτώσεις συρροής εγκλημάτων, που δεν είναι στο σύνολό τους δεκτικά διαπραγμάτευσης. Παραδείγματα: Έγκλημα υπαγόμενο στο Ν. 1608/1950 (ανεπίδεκτο διαπραγμάτευσης) και νομιμοποίηση του προϊόντος του (δεκτικό διαπραγμάτευσης). Ή εγκληματική οργάνωση με την επιβαρυντική περίσταση του α. 187 παρ. 3 ή τρομοκρατική οργάνωση (187Α), τα μέλη της οποίας τελούν εγκλήματα, για τα οποία προβλέπεται πρόσκαιρη κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Ο περιοροσμός της δυνατότητας διαπραγμάτευσης σε ένα μόνο από τα συρρέοντα εγκλήματα θα λειτουργήσει ως αντικίνητρο για την υπαγωγή στο νέο θεσμό.

 2. Το περιεχόμενο του πρακτικού συνδιαλλαγής: Απαιτείται ομολογία;

 Σύμφωνα με την προτεινόμενη ρύθμιση στο συντασσόμενο πρακτικό διαπραγμάτευσης απλώς καταγράφεται η προτεινόμενη από τον Εισαγγελέα ποινή και ο τελικός χαρακτηρισμός της πράξης χωρίς ο κατηγορούμενος να λαμβάνει θέση επί της αποδιδόμενης σε αυτόν κατηγορίας. Αντιθέτως όλες οι ευρωπαϊκές χώρες, στις οποίες έχει εισαχθεί το pleabargaining (με εξαίρεση την Ιταλία, η οποία όμως έχει υιοθετήσει σύστημα κατ’ αντιδικίαν διεξαγωγής της δίκης), θέτουν ως προαπαιτούμενο για την έκπτωση της ποινής την ομολογία του κατηγορουμένου. Η απαίτηση να ομολογείται η πράξη στηρίζεται στη σκέψη ότι, όπου ισχύει εξεταστικό σύστημα, για την καταδίκη του κατηγορουμένου απαιτείται νόμιμη απόδειξη της ενοχής του, η οποία λόγω του ακρωτηριασμού της αποδεικτικής διαδικασίας μόνο στην ομολογία μπορεί να στηριχθεί. Αν δεν αξιωθεί ομολογία, τότε η καταδίκη, που έπεται του pleabargaining, δεν στηρίζεται σε κανένα αποδεικτικό μέσο με συνέπεια να παραβιάζεται το τεκμήριο αθωότητας (βλ. α. 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ).

 

 3. Διαπραγμάτευση μεταξύ Εισαγγελέα και κατηγορουμένου

  Ορθώς η προτεινόμενη ρύθμιση περιορίζει τη διαπραγμάτευση μεταξύ του Εισαγγελέα Εφετών και του κατηγορουμένου χωρίς ανάμιξη του Δικαστή. Η ρύθμιση είναι σύμφωνη με το αγγλοσαξωνικό πρότυπο, το οποίο έχει υιοθετηθεί σε Ιταλία και Γαλλία. Αντιθέτως η ενεργός ανάμιξη του δικαστή στη διαδικασία της ποινικής διαπραγμάτευσης, όπως ισχύει στη Γερμανία, είναι προβληματική, διότι φαλκιδεύει την ανεξαρτησία και αμεροληψία του.Ορθώς επίσης το σχέδιο εξαρτά την έναρξη της διαδικασίας διαπραγμάτευσης από την υποβολή σχετικού αιτήματος εκ μέρους του κατηγορουμένου. Αντιθέτως η δυνατότητα του Εισαγγελέα να αναλαμβάνει κατά την κρίση του πρωτοβουλία για την έναρξη διαπραγματεύσεων με τον κατηγορούμενο δεν είναι συμβατή με την αρχή nemoteneturseipsumaccusare υπό την έννοια ότι ο κατηγορούμενος ενδέχεται να εξαναγκασθεί να αποδεχθεί την προτεινόμενη από τον Εισαγγελέα ποινή φοβούμενος ότι, αν την απορρίψει, θα τού επιβληθεί δυσανάλογα υψηλή ποινή. Στις ανωτέρω αντιρρήσεις δεν εκτίθεται πάντως η προβλεπόμενη στο σχέδιο ( α. 45Γ παρ. 6) υποχρέωση του Προέδρου του Δικαστηρίου να υποδεικνύει υποχρεωτικά πριν την έναρξη της συζήτησης τη δυνατότητα εφαρμογής της διαδικασίας διαπραγμάτευσης. Στο βαθμό που η υπόδειξη αυτή είναι γενική και δεν εξαρτάται από την κρίση του δικαστηρίου ούτε υπόνοιες μεροληψίας δημιουργεί ούτε ενέχει οποιονδήποτε εξαναγκασμό του κατηγορουμένου σε ομολογία.

 4. Η υποχρεωτική επιβολή της συμφωνηθείσας στο πρακτικό διαπραγμάτευσης ποινής

  Σύμφωνα με την προτεινόμενη ρύθμιση το Μονομελές Εφετείο υποχρεούται να επικυρώσει το πρακτικό συνδιαλλαγής και να επιβάλει την προσυμφωνημένη μεταξύ Εισαγγελέα και κατηγορουμένου ποινή. Η έλλειψη διακριτικής ευχέρειας του ποινικού δικαστηρίου να επιβάλει στον κατηγορούμενο ποινή διαφορετική από τη συμφωνηθείσα αντιβαίνει στο α. 96 παρ. 1 Συντ, ενόψει του ότι η ποινή επιβάλλεται εν τοις πράγμασιν από τον Εισαγγελέα και όχι από το ποινικό δικαστήριο. Η εξομοίωση του Εισαγγελέα με τους δικαστικούς λειτουργούς δεν αποδυναμώνει την ανωτέρω αντίρρηση, διότι σύμφωνα με το Σύνταγμα η αποκλειστική δικαιοδοσία για την επιβολή των ποινικών κυρώσεων ανήκει στα ποινικά δικαστήρια. Προκειμένου να εξασφαλισθεί η εναρμόνιση του θεσμού της ποινικής διαπραγμάτευσης με το α. 96 Συντ θα πρέπει το ποινικό δικαστήριο να διατηρεί τη διακριτική ευχέρεια να μην επιβάλει την προσυμφωνημένη μεταξύ Εισαγγελέα και κατηγορουμένου ποινή. Η απαίτηση αυτή ικανοποιείται, αν θεωρηθεί η προσυμφωνηθείσα ποινή ως η ανώτατη δυνατή επιβλητέα, έτσι ώστε και η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου στην επιμέτρηση της ποινής να διαφυλάσσεται και το αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης να κατοχυρώνεται.

 5. Ο νομικός χαρακτηρισμός της πράξης στο πρακτικό διαπραγμάτευσης

  Εφόσον η αρχή της αναζήτησης της ουσιαστικής αλήθειας διατηρείται ως κατευθυντήρια αρχή του ελληνικού ποινικοδικονομικού συστήματος το ποινικό δικαστήριο δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση να ελέγξει αν η συμφωνηθείσα ποινή μπορεί να επιβληθεί από αυτόν με βάση τα πραγματικά περιστατικά και το νομικό χαρακτηρισμό, που έχει επιλέξει η κατηγορούσα αρχή. Γι’ αυτό θα έπρεπε το ποινικό δικαστήριο να διατηρεί την εξουσία, πριν καταγνώσει την προσυμφωνηθείσα ποινή, να ερευνήσει τη νομική βασιμότητα της κατηγορίας ή άλλους λόγους που αποκλείουν την ποινική ευθύνη και στην περίπτωση αυτή να αθωώσει παρά τo plea bargaining τον κατηγορούμενο ή να προσδώσει στην πράξη τον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό. Αντιθέτως το σχέδιο (άρθρο 45Β παρ. 2) αναθέτει τον τελικό νομικό χαρακτηρισμό της πράξης όχι στο ποινικό δικαστήριο, αλλά στον Εισαγγελέα (παραδόξως στο α. 45Γ επί κακουργημάτων φαίνεται να μην παρέχεται αντίστοιχη εξουσία στον Εισαγγελέα Εφετών). Η δέσμευση του ποινικού δικαστηρίου από το νομικό χαρακτηρισμό της πράξης στο πρακτικό διαπραγμάτευσης  αντιβαίνει στο α. 96 παρ. 1 Συντ.

 6. Η ποινική διαπραγμάτευση στα εγκλήματα που είναι και δεκτικά ποινικής συνδιαλλαγής κατ' άρθρο 308Β ΚΠΔ

 Τα κακουργήματα της υπεξαίρεσης, απάτης, απάτης με υπολογιστή, απιστίας και τοκογλυφίας είναι λόγω του ύψους της ύψους της προβλεπόμενης ποινής (κάθειρξη μέχρι δέκα έτη) είναι ταυτοχρόνως δεκτικά και ποινικής διαπραγμάτευσης είναι συγχρόνως και δεκτικά ποινικής συνδιαλλαγής κατ’ α. 308Β ΚΠΔ. Στο σχΚΠΔ οι δύο θεσμοί (ποινική διαπραγμάτευση – ποινική συνδιαλλαγή) συνυπάρχουν αυτοτελώς χωρίς να ρυθμίζεται η μεταξύ τους σχέση στο κοινό πεδίο εφαρμογής τους. Αυτό σημαίνει ότι στα προαναφερθέντα εγκλήματα παρέχεται στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να διαπραγματεύεται με τον Εισαγγελέα το ύψος της ποινής χωρίς να έχει αποκαταστήσει εν όλω ή εν μέρει την επελθούσα ζημία. Η ποινική συνδιαλλαγή φαίνεται επωφελέστερη για τον κατηγορούμενο από την ποινική διαπραγμάτευση, αφού στην πρώτη η ανώτατη ποινή που μπορεί να επιβληθεί είναι τρία έτη, ενώ στη δεύτερη έξι έτη (3/5 των 10 ετών). Ενόψει όμως του ότι η συμφωνηθείσα κατόπιν διαπραγμάτευσης ποινή φυλάκισης των 5 ετών αναστέλλεται υποχρεωτικά, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του α. 99 ΠΚ και δυνητικά και κάθε άλλη περίπτωση (α. 45Γ παρ. 7) δεν αποκλείεται ο κατηγορούμενος να αποφασίσει κατόπιν σταθμίσεως ότι είναι προτιμότερο γι' αυτόν να του επιβληθεί μία ποινή μεγαλύτερη των τριών ετών με ισχυρή πιθανότητα αναστολής και να διατηρήσει το παράνομο όφελος εκ του εγκλήματος αντί να αποκαταστήσει τη ζημία υπαγόμενος στη διαδικασία του α. 308Β ΚΠΔ. Για το λόγο αυτό θα ήταν ενδεδειγμένο να προβλεφθεί η δυνατότητα του Εισαγγελέα Εφετών να εξαρτήσει την έναρξη διαπραγματεύσεων από την προσπάθεια του κατηγορουμένου να αποκαταστήσει στο μέτρο των οικονομικών δυνατοτήτων την επενεχθείσα ζημία. Δι' αυτού του τρόπου οι θεσμοί της ποινικής διαπραγμάτευσης και της ποινικής συνδιαλλαγής θα μπορούσαν να συνδυασθούν για την επίτευξη του καλύτερου δυνατού αποτελέσματος.

 7. Διαδικαστικά – νομοτεχνικά ζητήματα

 7.1. Δεν διευκρινίζεται πώς εισάγεται η υπόθεση μετά την υπογραφή του πρακτικού διαπραγμάτευσης στο ακροατήριο του Μονομελούς Πλημ/κείου (ορθότερο να εισάγεται απευθείας από τον Εισαγγελέα Εφετών με κλητήριο θέσπισμα στα πρότυπα του ισχύοντος α. 308Β παρ. 6). Η ακριβής περιγραφή στο κλητήριο θέσπισμα της πράξης, που απετέλεσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης, είναι αναγκαία για τη θωράκιση του κατηγορουμένου από τον κίνδυνο νέας δίωξης της αυτής πράξης.

 7.2. Σύμφωνα με το α. 45Γ παρ. 1 το αίτημα του κατηγορουμένου για διαπραγμάτευση υποβάλλεται μέχρι την τυπική περάτωση της ανάκρισης. Συγχρόνως όμως προβλέπεται στο μεν α. 45Γ παρ. 2 εδ. β’ ότι ο Εισαγγελέας Πλημ/κών πριν καταρτίσει τον πρότασή του στο Συμβούλιο Πλημ/κών υποβάλει τη δικογραφία στον Εισαγγελέα Εφετών για τον ίδιο σκοπό (δηλ. διαπραγμάτευση), στο δε α. 45Γ παρ. 1 infine ότι ο Εισαγγελέας Εφετών έχει την ίδια υποχρέωση πριν προτείνει στον Πρόεδρο Εφετών την απευθείας εισαγωγή της υπόθεσης στο Μονομελές Εφετείο Κακ/μάτων. Αν το νόημα των ανωτέρω προβλέψεων είναι ότι στον κατηγορούμενο, που έχει απωλέσει το δικαίωμα να υποβάλει αίτημα διαπραγμάτευσης μέχρι το πέρας της ανάκρισης παρέχεται αυτεπαγγέλτως μία ακόμη ευκαιρία πριν υποβληθεί η εισαγγελική πρόταση, θα πρέπει να διευκρινισθεί ότι η τήρηση της διαδικασίας διαπραγμάτευσης υποδεικνύεται στον κατηγορούμενο υποχρεωτικά (και όχι κατά την κρίση του Εισαγγελέα Εφετών), διότι διαφορετικά η σχετική υπόδειξη παραβιάζει την αρχή της μη αυτοεπιβαρύνσεως και θίγει την αμεροληψία. Θα ήταν συστηματικώς ορθότερο και σύμφωνο με τη λογική της προτεινόμενης ρύθμισης να επεκταθεί χρονικά η δυνατότητα του κατηγορουμένου να υποβάλει αίτημα διαπραγμάτευσης και μετά το πέρας της ανάκρισης μέχρι την υποβολή της εισαγγελικής πρότασης.

 ΙΙΙ. Η ποινική συνδιαλλαγή στα πλημμελήματα (α. 45Β)

 1.Σύμφωνα με την προτεινόμενη ρύθμιση στα αυτεπαγγέλτως διωκόμενα πλημμελήματα ο Εισαγγελέας Πλημ/κών αυτεπαγγέλτως ή με αίτηση του κατηγορουμένου καλεί τον κατηγορούμενο σε ποινική διαπραγμάτευση πριν κινήσει την ποινική δίωξη ή διατάξει προκαταρκτική εξέταση. Επ’ αυτού παρατηρητέα τα ακόλουθα:

 1.1. Δεν διευκρινίζεται αν ο Εισαγγελέας υποχρεούται ή δύναται κατά την κρίση του να καλέσει τον κατηγορούμενο σε διαπραγμάτευση (υπό τη δεύτερη εκδοχή εγείρονται οι ήδη εκτεθείσες αντιρρήσεις).

 1.2. Η διάζευξη «πριν κινήσει την ποινική δίωξη ή διατάξει προκαταρκτική εξέταση» (α. 45Β παρ.1) ενέχει αντίφαση ως προς τη δυνατότητα του κατηγορουμένου να διαπραγματευθεί διαρκούσης της προκαταρκτικής εξέτασης.

 1.3. Δεν παρέχεται η δυνατότητα διαπραγμάτευσης στο στάδιο της προανάκρισης.

 1.4. Θα έπρεπε (κατ’ αντιστοιχία με τα προβλεπόμενα στα κακουργήματα) να παρέχεται η δυνατότητα διαπραγμάτευσης και στο ακροατήριο πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας.

 2. Η ανάγκη διαπραγμάτευσης μπορεί να ανακύψει και σε κατ’ έγκληση διωκόμενα πλημμελήματα, όταν ο παθών δεν ανακαλεί την έγκλησή του.

 3. Δεν προβλέπεται η δυνατότητα διαπραγμάτευσης στα πλημμελήματα ειδικής δωσιδικίας, στα οποία η επικύρωση του πρακτικού συνδιαλλαγής θα πρέπει να γίνει από το Μονομελές Εφετείο (και όχι το Μονομελές Πλημ/κείο).

 4. Κατά τα λοιπά ισχύουν οι ήδη διατυπωθείσες αντιρρήσεις για το περιεχόμενο του πρακτικού διαπραγμάτευσης, την υποχρεωτική επικύρωσή του από το Μονομελές Πλημ/κείο, την αδυναμία αθωώσεως του κατηγορουμένο όταν η πράξη δεν φέρει αξιόποινο χαρακτήρα κοκ).

Login to post comments
back to top