Νομολογία

ΟλΑπ για το Επικουρικό Κεφάλαιο - Δημοσιεύθηκαν χθες, 28.4.2017, οι αποφάσεις υπ' αριθμούς 3,4 κι 5 της Ολομέλειας του ΑΠ που έκριναν αντισυνταγματικές διατάξεις του Ν 4092/2012 για το Επικουρικό Κεφάλαιο (Περιορισμός ευθύνης, τοκοφορίας κλπ)

Δημοσιεύθηκαν χθες, 28.4.2017, οι αποφάσεις της Ολομέλειας του ΑΠ υπ' αριθ. 3,4 και 5/2017 που έκριναν αντισυνταγματικές τις διατάξεις του του άρθρου 4 του Ν 4092/2012 για το Επικουρικό Κεφάλαιο (Περιορισμός ευθύνης, τοκοφορίας κλπ).

Στην Τακτική Ολομέλεια είχε παραπέμψει η ΑΠ 1025/2015 (η οποία επισυνάπτεται).

Πρόσθετη Παρέμβαση για να κριθούν αντισυνταγματικές οι διατάξεις αυτές είχε ασκήσει και ο Δικηγορικός Σύλλογος Πατρών.

Αχαϊκή Διοικητική Νομολογία έτους 2014 - Μάιος 2016

Εξεδόθη ο δεύτερος τόμος της Αχαϊκής Διοικητικής Νομολογίας που περιλαμβάνει αποφάσεις του Δ. Εφετείου και Δ. Πρωτοδικείου του έτους 2014.

Επισυνάπτεται σε μορφή pdf.

153/2016 ΜονΔΠρωτ Λάρισας: Εκτός νομοθετικής εξουσιοδότησης το πρόστιμο των 10.549,94 ευρώ που επιβάλλεται για κάθε εργαζόμενο που δεν έχει αναγραφεί στον πίνακα προσωπικού από τους ελεγκτές του Σ.ΕΠ.Ε.

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΙΣΑΣ (Γ' ΤΜΗΜΑ-ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ) ΑΠΟΦΑΣΗ 153/2016

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Μαΐου 2015, με δικαστή τον Στυλιανό Παπαδόπουλο, Πρωτόδικη Δ.Δ. και γραμματέα τη Χρυσάνθη Κατσιούλα, δικαστική υπάλληλο, για να δικάσει την προσφυγή με αριθμό κατάθεσης 52/28.1.2014, της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «................», που εδρεύει στη Λάρισα (οδός ............) και εκπροσωπείται από τον διαχειριστή ............, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Λάρισας Χρήστου Τσιαμπαλή, κατά του Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται στην προκειμένη περίπτωση, κατ' άρθρο 326 παρ. 4 του ν. 4072/2012 (ΦΕΚ Α' 86), από τον Προϊστάμενο του Περιφερειακού Κέντρου Πρόληψης Επαγγελματικού Κινδύνου (ΚΕ.Π.Ε.Κ.) Κεντρικής Ελλάδας και ήδη της Περιφερειακής Διεύθυνσης Επιθεώρησης Ασφαλείας και Υγείας στην Εργασία Θεσσαλίας - Στερεάς Ελλάδας του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας, για τον οποίο παραστάθηκε η εξουσιοδοτημένη υπάλληλος της ίδιας υπηρεσίας ................ Κατά τη συζήτηση οι διάδικοι ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν όσα αναφέρονται στα πρακτικά. Το Δικαστήριο αφού μελέτησε τη δικογραφία. Σκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο. 1. Επειδή, με την κρινόμενη προσφυγή, για την άσκηση της οποίας καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (σχετ. το με αριθμό .............., σειράς ................ διπλότυπο είσπραξης τύπου - Α της .... Δ.Ο.Υ. .............), επιδιώκεται η ακύρωση, άλλως η μεταρρύθμιση, της .................... πράξης επιβολής προστίμου των αρμόδιων Επιθεωρητών Εργασίας του Τμήματος Τεχνικής και Υγειονομικής Επιθεώρησης Λάρισας του Περιφερειακού ΚΕ.Π.Ε.Κ. Κεντρικής Ελλάδας του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας, με την οποία επιβλήθηκε σε βάρος της προσφεύγουσας πρόστιμο ύψους 10.549,44 ευρώ, για την αποδιδόμενη σ' αυτήν παράβαση της εργατικής νομοθεσίας και, ειδικότερα, του άρθρου 16 παρ. 5 εδ. α' του ν. 2874/2000, όπως ισχύει (διαπιστώθηκε η απασχόληση και η μη αναγραφή σε Πίνακα Απασχολούμενου Προσωπικού και Ωρών Εργασίας της εργαζόμενης ............. Με τέτοιο αντικείμενο, η προσφυγή αυτή αρμοδίως φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, για το λόγο δε ότι ασκήθηκε εμπρόθεσμα και σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί στην ουσία της. 2. Επειδή, στο άρθρο 16 του ν. 2874/2000 (ΦΕΚ Α' 286) ορίζεται ότι: «1. Κάθε εργοδότης υπαγόμενος στις διατάξεις του παρόντος υποχρεούται όπως μια φορά το χρόνο και κατά το χρονικό διάστημα από 15 Σεπτεμβρίου έως 15 Νοεμβρίου καταθέτει, καθ' οιονδήποτε τρόπο, στην αρμόδια υπηρεσία του Σ.ΕΠ.Ε. - Τμήμα Κοινωνικής Επιθεώρησης, εις διπλούν, πίνακα με την επωνυμία, το είδος, τον τόπο λειτουργίας και το Α.Φ.Μ. της επιχείρησης ο οποίος θα περιλαμβάνει τα παρακάτω στοιχεία ενός εκάστου των απασχολούμενων σε αυτή μισθωτών... 2. ....... 4. Με μέριμνα του εργοδότη το ένα αντίτυπο του ανωτέρω πίνακα παραλαμβάνεται από την υπηρεσία κατάθεσης σφραγισμένο και αναρτάται σε εμφανές σημείο του τόπου εργασίας χωρίς τη στήλη των καταβαλλόμενων αποδοχών προφυλασσόμενο κατάλληλα από τυχόν φθορές..... 5. (όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο υποπαρ. ΙΑ. 13 εδ. 1 του ν. 4093/2012, ΦΕΚ Α' 222) Ο εργοδότης υποχρεούται να καταθέσει συμπληρωματικούς πίνακες προσωπικού ως προς τα μεταβληθέντα στοιχεία: α) για την πρόσληψη νέου εργαζομένου, το αργότερο την ίδια ημέρα της πρόσληψης και πάντως πριν την ανάληψη υπηρεσίας από τον εργαζόμενο, β) ... Η κατάθεση συμπληρωματικών στοιχείων μπορεί γίνει γραπτά ή ηλεκτρονικά». 3. Επειδή, εξάλλου, στο άρθρο 24 του ν. 3996/2011 «Αναμόρφωση του Σώματος Επιθεωρητών Εργασίας, ρυθμίσεις θεμάτων Κοινωνικής Ασφάλισης και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α' 170) ορίζεται ότι: «1. (όπως το πρώτο εδάφιο της παραγράφου αυτής αντικαταστάθηκε με την παρ. 6 του άρθρου 23 του ν. 4144/2013, ΦΕΚ Α' 88) Στον εργοδότη που παραβαίνει τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας επιβάλλεται ύστερα από προηγούμενη πρόσκληση για παροχή εξηγήσεων: Α. Πρόστιμο για καθεμία παράβαση από τριακόσια (300) ευρώ μέχρι πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ με αιτιολογημένη πράξη είτε του αρμόδιου Προϊσταμένου Τμήματος Επιθεώρησης κατόπιν σχετικής εισήγησης του Επιθεωρητή Εργασίας που διενήργησε τον έλεγχο είτε του αρμόδιου Προϊσταμένου Περιφερειακής Διεύθυνσης Επιθεώρησης κατόπιν σχετικής εισήγησης του αντίστοιχου Προϊσταμένου Τμήματος Επιθεώρησης είτε του Ειδικού Επιθεωρητή Εργασίας που διενήργησε τον έλεγχο... 2. .........4. Προκειμένου περί των κάτωθι ευθέως αποδεικνυόμενων παραβιάσεων της νομοθεσίας, επιβάλλεται κατά περίπτωση διοικητική κύρωση της παρ. 1 περίπτωση Α' ή/και της παρ. 3 του άρθρου 26, μόλις αυτές διαπιστωθούν κατά δέσμια αρμοδιότητα του Επιθεωρητή Εργασίας που διενήργησε τον έλεγχο: α. στις περιπτώσεις της παρ. 3 του άρθρου 26 και β. στις εξής περιπτώσεις: αα. μη ανάρτηση πίνακα προσωπικού και προγράμματος ωρών εργασίας, ββ. μη επίδειξη βιβλίου αδειών, γγ. Μη επίδειξη ειδικού βιβλίου υπερωριών, δδ. μη επίδειξη βιβλίου ημερήσιων δελτίων απασχολούμενου προσωπικού οικοδομικών και τεχνικών έργων, εε. μη ανάρτηση κανονισμού εργασίας σε υπόχρεες επιχειρήσεις, στστ. μη επίδειξη εντύπων όρων ατομικών συμβάσεων εργασίας του προσωπικού, ζζ. μη επίδειξη εκκαθαριστικών σημειωμάτων αποδοχών προσωπικού για το τελευταίο τουλάχιστον τρίμηνο, ηη. μη χρήση ή/και μη χορήγηση Μέσων Ατομικής Προστασίας (ΜΑΠ) σε οικοδομικές εργασίες, θθ. μη επίδειξη της απαιτούμενης άδειας σε χειριστές Μηχανημάτων Έργου, ιι. μη επίδειξη πιστοποιητικού απαλλαγής από επικίνδυνα αέρια σε ναυπηγοεπισκευαστικές εργασίες, ιαια. μη επίδειξη πιστοποιητικού ελέγχου ανυψωτικών μηχανημάτων, ιβιβ. μη επίδειξη του βιβλίου δρομολογίων των οδηγών φορτηγών αυτοκινήτων και οδηγών τουριστικών λεωφορείων και ιγιγ. μη επίδειξη του βιβλιαρίου εργασίας των οδηγών τουριστικών λεωφορείων. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης καθορίζεται κάθε θέμα σχετικό με την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου, η συμπλήρωση των παραβάσεων όσο και η εισαγωγή εξαιρέσεων από αυτή. 5. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης κατηγοριοποιούνται οι παραβάσεις, καθορίζεται και ανακαθορίζεται το ύψος του προστίμου σε περίπτωση παραβίασης της εργατικής νομοθεσίας, καθώς και το ύψος του προστίμου του εδαφίου γ' της παρ. 9 του άρθρου 3 και προσδιορίζονται συγκεκριμένα ποσά ανά παράβαση της περίπτωσης Β' της παραγράφου 4. 6. Η πράξη επιβολής προστίμου κατά τα ανωτέρω κοινοποιείται με απόδειξη στον παραβάτη. Κατά της πράξης επιβολής προστίμου ασκείται προσφυγή ουσίας μέσα σε εξήντα ημέρες από την κοινοποίηση της ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου... 7. .......... 8. Με αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης μπορεί να τροποποιούνται τα όρια του προστίμου που προβλέπεται από την περίπτωση Α' της παραγράφου 1. 9. ...». Δυνάμει του άρθρου αυτού, εκδόθηκε η 27397/122/19.8.2013 απόφαση του Υπουργού και του Υφυπουργού Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλειας και Πρόνοιας «Επιβολή διοικητικών κυρώσεων για τις ευθέως αποδεικνυόμενες παραβάσεις της εργατικής νομοθεσίας, κατά δέσμια αρμοδιότητα του Επιθεωρητή Εργασίας» (ΦΕΚ Β' 2062), στο άρθρο 1 της οποίας ορίζεται ότι: «α) Ειδικός Επιθεωρητής Εργασίας ή Επιθεωρητής Εργασίας που διαπιστώνει τη μη αναγραφή εργαζομένου στον ισχύοντα πίνακα προσωπικού που τηρείται από τον εργοδότη, επιβάλλει διοικητική κύρωση (πρόστιμο) σύμφωνα με το άρθρο 3 της παρούσης, κατά δέσμια αρμοδιότητα, χωρίς προηγούμενη πρόσκληση του για παροχή εξηγήσεων ως κατωτέρω: Παράβαση: Μη αναγραφή εργαζομένου στον πίνακα προσωπικού. Επιβαλλόμενο πρόστιμο: ο κατώτατος νόμιμος νομοθετημένος μισθός, μη προσαυξημένος για κάθε τριετία προϋπηρεσίας επί (18) δεκαοκτώ μήνες εργασίας για κάθε αδήλωτο εργαζόμενο - υπάλληλο και το κατώτατο νόμιμο νομοθετημένο ημερομίσθιο, μη προσαυξημένο για κάθε τριετία προϋπηρεσίας επί τετρακόσιες τρεις (403) ημέρες εργασίας για κάθε αδήλωτο εργαζόμενο - εργατοτεχνίτη, ανάλογα με την ηλικιακή διάκριση που θεσπίζει η υποπαράγραφος ΙΑ 11 του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012. Συγκεκριμένα για κάθε αδήλωτο εργαζόμενο: Για υπάλληλο ηλικίας άνω των 25 ετών ........ 10.549,44 € ..........». 4. Επειδή, στην παρ. 2 του άρθρου 43 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «Ύστερα από πρόταση του αρμόδιου Υπουργού επιτρέπεται η έκδοση κανονιστικών διαταγμάτων, με ειδική εξουσιοδότηση νόμου και μέσα στα όρια της. Εξουσιοδότηση για έκδοση κανονιστικών πράξεων από άλλα όργανα της διοίκησης επιτρέπεται προκειμένου να ρυθμιστούν ειδικότερα θέματα ή θέματα με τοπικό ενδιαφέρον ή με χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτομερειακό». Με τη διάταξη αυτή παρέχεται στον κοινό νομοθέτη το δικαίωμα να μεταβιβάζει την αρμοδιότητα προς θέσπιση κανόνων δικαίου στην εκτελεστική εξουσία. Τίθεται δε ο κανόνας (εδάφιο πρώτο) ότι η νομοθετική εξουσιοδότηση παρέχεται προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ως αρχηγό της εκτελεστικής εξουσίας, ο οποίος ασκεί τη μεταβιβαζόμενη αρμοδιότητα με την έκδοση προεδρικών διαταγμάτων. Η νομοθετική εξουσιοδότηση, για να είναι νόμιμη, πρέπει να είναι ειδική και ορισμένη, δηλαδή να προβαίνει σε συγκεκριμένο προσδιορισμό του αντικειμένου της και να καθορίζει τα όριά της σε σχέση προς αυτό. Η εξουσιοδοτική, επομένως, διάταξη πρέπει να μην είναι γενική και αόριστη, ασχέτως αν είναι ευρεία ή στενή, αν περιλαμβάνει δηλαδή μεγάλο ή μικρό αριθμό περιπτώσεων, τις οποίες η Διοίκηση μπορεί να ρυθμίσει κανονιστικώς βάσει της νομοθετικής εξουσιοδότησης. Η ευρύτητα της εξουσιοδότησης, εφόσον το περιεχόμενο της είναι ορισμένο, δεν επηρεάζει το κύρος της. Περαιτέρω, με τη διάταξη του δεύτερου εδαφίου της παρ. 2 του ίδιου ως άνω άρθρου 43 προβλέπεται ότι φορέας της νομοθετικής εξουσιοδότησης μπορεί να είναι και άλλα, εκτός του Προέδρου της Δημοκρατίας, όργανα της Διοίκησης, εφόσον όμως παρέχεται εξουσιοδότηση προς ρύθμιση, μεταξύ άλλων, «ειδικότερων» θεμάτων. Ως ειδικότερα θέματα νοούνται εκείνα τα οποία αποτελούν, κατά το περιεχόμενο τους και σε σχέση με την ουσιαστική ρύθμιση που περιέχεται στο νομοθετικό κείμενο, μερικότερη περίπτωση ορισμένου θέματος που αποτελεί το αντικείμενο της νομοθετικής ρύθμισης. Απαιτείται, επομένως, στην περίπτωση αυτή, να περιέχει το νομοθετικό κείμενο όχι απλώς τον καθ' ύλη προσδιορισμό του αντικειμένου της εξουσιοδότησης, αλλά, επί πλέον, και την ουσιαστική ρύθμισή του, έστω και σε γενικό, ορισμένο, όμως, πλαίσιο, σύμφωνα προς το οποίο θα ενεργήσει η Διοίκηση προκειμένου να ρυθμίσει τα μερικότερα θέματα. Οι ανωτέρω ουσιαστικές ρυθμίσεις μπορούν να υπάρχουν τόσο στις διατάξεις του εξουσιοδοτικού νόμου όσο και σε διατάξεις άλλων νόμων σχετικών με τα θέματα που αποτελούν αντικείμενο της νομοθετικής εξουσιοδότησης (βλ. ΣτΕ 4242/2015, ΣτΕ 3070/2015, ΣτΕ 2325/2013, ΣτΕ 1210/2010 Ολομ.). 5. Επειδή, στο ανωτέρω άρθρο 24 παρ. 1 του ν. 3996/2011 θεσπίζεται ο γενικός κανόνας της επιβολής προστίμου εις βάρος του εργοδότη που παραβαίνει τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας. Το πρόστιμο αυτό κυμαίνεται από 300 ευρώ έως 50.000 ευρώ, η δε Διοίκηση, κατά την επιμέτρησή του, λαμβάνει υπόψιν της τη σοβαρότητα της παράβασης, την τυχόν επαναλαμβανόμενη μη συμμόρφωση στις υποδείξεις των αρμόδιων οργάνων, τις παρόμοιες παραβάσεις για τις οποίες έχουν επιβληθεί κυρώσεις στο παρελθόν, το βαθμό υπαιτιότητας, τον αριθμό εργαζομένων, το μέγεθος της επιχείρησης, τον αριθμό των εργαζομένων που θίγονται κλπ. Για συγκεκριμένες δε, απαριθμούμενες στην παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ευθέως αποδεικνυόμενες παραβάσεις προβλέπεται η δυνατότητα επιβολής έτερων διοικητικών κυρώσεων (χρηματικών κατά βάση), σωρευτικά ή διαζευκτικά με το πρόστιμο της παραγράφου 1. Οι λεπτομέρειες εφαρμογής της εν λόγω παραγράφου 4 ορίζεται ότι ρυθμίζονται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης. Με όμοια απόφαση δύναται να προσδιορίζονται συγκεκριμένα ποσά προστίμου για τις ως άνω ευθέως αποδεικνυόμενες παραβάσεις (απαριθμούμενες αποκλειστικά στην περ. β' της παρ. 4 του ίδιου άρθρου), να κατηγοριοποιούνται οι παραβάσεις της εργατικής νομοθεσία και να ανακαθορίζεται το ύψος του προστίμου που αυτές επισύρουν (παράγραφος 5), καθώς και να τροποποιούνται τα όρια του προστίμου της παραγράφου 1 (παράγραφος 8). Από τις διατάξεις αυτές δεν προκύπτει ότι χορηγήθηκε, στην περίπτωση επιβολής προστίμου για την παράβαση της μη αναγραφής εργαζομένου στον πίνακα προσωπικού, εξουσιοδότηση στον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης για θέσπιση συστήματος αντικειμενικής επιβολής προστίμου, κατ' απόκλιση από το διαγραφόμενο στο ανωτέρω άρθρο 24 παρ. 1 του ν. 3996/2011, διότι τούτο θα απαιτούσε ειδική σχετική πρόβλεψη στον εξουσιοδοτικό νόμο. Εξάλλου, ως τέτοια ειδική πρόβλεψη δεν μπορεί να θεωρηθεί η παρ. 5 του άρθρου 24 του νόμου αυτού, με την οποία παρέχεται η δυνατότητα στον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης να προσδιορίσει, με απόφαση του, συγκεκριμένα ποσά προστίμου, για τις ευθέως αποδεικνυόμενες παραβάσεις της εργατικής νομοθεσίας, που απαριθμούνται στην περ. β' της παρ. 4 του ίδιου ως άνω άρθρου, μεταξύ των οποίων, και εκείνη της μη ανάρτησης πίνακα προσωπικού και προγραμμάτων ωρών εργασίας, δεδομένου ότι η τελευταία συνιστά διαφορετική παράβαση, σε σχέση με την παράβαση της μη αναγραφής εργαζομένου σε πίνακα προσωπικού. Ακόμη, όμως, και αν θεωρηθεί ότι οι προαναφερόμενες εξουσιοδοτήσεις έχουν το συγκεκριμένο περιεχόμενο, στην περίπτωση αυτή, δεν θα ήταν σύμφωνες με το άρθρο 43 παρ. 2 εδ. β' του Συντάγματος, λόγω του γενικού και αόριστου χαρακτήρα τους. Πράγματι, για να ήταν σύννομη μία τέτοια εξουσιοδότηση θα έπρεπε να περιλαμβάνει αφενός, έστω και σε γενικό αλλά ορισμένο πλαίσιο, τα κριτήρια εκείνα που θα ήταν υποχρεωμένος ο κανονιστικός νομοθέτης να λάβει υπόψη του κατά τον προσδιορισμό του ύψους του αντικειμενικώς επιβαλλόμενου προστίμου, αφετέρου δε τις παραβάσεις τις οποίες αυτό αφορά, δεδομένου μάλιστα ότι τα συγκεκριμένα ζητήματα δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι συνιστούν θέματα τεχνικού ή λεπτομερειακού χαρακτήρα. Από τα παραπάνω, συνάγεται ότι η διάταξη του άρθρου 1 της 27397/122/19.8.2013 απόφασης του Υπουργού και του Υφυπουργού Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλειας και Πρόνοιας βρίσκεται εκτός εξουσιοδότησης και είναι, ως εκ τούτου, ανίσχυρη και μη εφαρμοστέα (πρβλ. ΣτΕ 2850/2015). 6. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα εξής: Στις 12.12.2013 οι αρμόδιοι Επιθεωρητές Εργασίας του ΚΕ.Π.Ε.Κ. Κεντρικής Ελλάδας ...διενήργησαν επιτόπιο έλεγχο στην επιχείρηση της προσφεύγουσας εταιρείας (αναψυκτήριο στη Λάρισα), για τον οποίο συντάχθηκε το .............. Δελτίο Ελέγχου. Κατά τον έλεγχο αυτό διαπιστώθηκε, μεταξύ άλλων, η απασχόληση ως σερβιτόρας και η μη αναγραφή της σε ισχύοντα Πίνακα Προσωπικού και Ωρών Εργασίας της .... Κατόπιν τούτων, εκδόθηκε η ................ πράξη επιβολής προστίμου των ίδιων ως άνω Επιθεωρητών, με την οποία επιβλήθηκε σε βάρος της, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 1 της 27397/122/19.8.2013 απόφασης του Υπουργού και του Υφυπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλειας και Πρόνοιας, κατά δέσμια αρμοδιότητα των Επιθεωρητών για την παραπάνω ευθέως αποδεικνυόμενη παράβαση της εργατικής νομοθεσίας, πρόστιμο ύψους 10.549,44 ευρώ, με την αιτιολογία ότι η προσφεύγουσα απασχολούσε ως σερβιτόρα στην επιχείρησή της, χωρίς να την έχει αναγράψει σε ισχύοντα Πίνακα Απασχολούμενου Προσωπικού και Ωρών Εργασίας, κατά παράβαση του άρθρου 16 παρ. 5 εδ. α' του ν. 2874/2000. 7. Επειδή, με τα δεδομένα αυτά, λαμβάνοντας υπόψη ότι η Διοίκηση επέβαλε το οικείο πρόστιμο κατά δέσμια αρμοδιότητα των αρμόδιων Επιθεωρητών Εργασίας, βάσει των ορισμών του άρθρου 1 της 27397/122/19.8.2013 απόφασης του Υπουργού και του Υφυπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλειας, δηλαδή βάσει διατάξεων κανονιστικής πράξης, που, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην πέμπτη σκέψη της παρούσας, βρίσκονται εκτός νομοθετικής εξουσιοδότησης, και ως εκ τούτου ανίσχυρων και μη εφαρμοστέων, το Δικαστήριο κρίνει, κατ' αυτεπάγγελτο έλεγχο (άρθρο 79 παρ.1 εδάφιο β' περίπτωση β' του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας), ότι παρανόμως επιβλήθηκε σε βάρος της προσφεύγουσας το επίδικο πρόστιμο με την προσβαλλόμενη πράξη, η οποία για το λόγο αυτό πρέπει να ακυρωθεί, ενώ παρέλκει ως αλυσιτελής η εξέταση των λοιπών λόγων της προσφυγής. 8. Επειδή, κατ' ακολουθία, η κρινόμενη προσφυγή πρέπει να γίνει δεκτή και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη ................... πράξη επιβολής προστίμου των αρμόδιων Επιθεωρητών Εργασίας του Τμήματος Τεχνικής και Υγειονομικής Επιθεώρησης Λάρισας του Περιφερειακού ΚΕ.Π.Ε.Κ. Κεντρικής Ελλάδας του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας. Τέλος, πρέπει να αποδοθεί στην προσφεύγουσα το καταβληθέν παράβολο (άρθρο 277 παρ. 9 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.2717/1999, ΦΕΚ Α' 97) και να απαλλαγεί το καθού η προσφυγή Ελληνικό Δημόσιο, κατ' εκτίμηση των περιστάσεων, από τα δικαστικά έξοδα της προσφεύγουσας (άρθρο 275 παρ. 1 εδ. ε' του ίδιου Κώδικα). ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Δέχεται την προσφυγή. Ακυρώνει την ................. πράξη επιβολής προστίμου των αρμόδιων Επιθεωρητών Εργασίας του Τμήματος Τεχνικής και Υγειονομικής Επιθεώρησης Λάρισας του Περιφερειακού Κέντρου Πρόληψης Επαγγελματικού Κινδύνου Κεντρικής Ελλάδας του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας. Διατάσσει να αποδοθεί στην προσφεύγουσα το καταβληθέν παράβολο. Απαλλάσσει το καθού η προσφυγή από τα δικαστικά έξοδα. Η απόφαση δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στις 4.3.2016. Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΧΡΥΣΑΝΘΗ ΚΑΤΣΙΟΥΛΑ

Επισκόπηση νομολογίας για την πολιτική αγωγή - του Πέτρου Πανταζή - Ένωση Ελλήνων Ποινικολόγων

 

Από την ιστοδελίδα της Ένωσης Ελλήνων Ποινικολόγων ( http://www.hcba.gr )
Άρθρο του Πέτρου Πανταζή: Eπισκόπηση νομολογίας για την πολιτική αγωγή


«Η δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής ως δικονομικό όχημα εισόδου του ζημιωθέντος στην ποινική δίκη (άρθρ. 68,82,83,84 ΚΠΔ)»  
ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ
Ι) Παράσταση πολιτικής αγωγής από τα νομικά πρόσωπα
Ζητήματα τυπικής νομιμοποίησης
ΑΠ 1129/2013
(Νόμος)
Περίληψη
Έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Ποινική ευθύνη εκδότη. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι. Έλλειψη αιτιολογίας. Απόλυτη ακυρότητα. Υπέρβαση εξουσίας. Υποβολή εγκλήσεως για λογαριασμό Α.Ε. Εκπροσώπηση Α.Ε. Υποκατάστατος του Δ.Σ. της Α.Ε. και διορισμός δικηγόρου από τον υποκατάστατο. Δεν απαιτείτο βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των μελών του Δ.Σ. Παράσταση πολιτικής αγωγής. Νόμιμη η παράσταση. Ποινής αναστολή. Ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 3 έτη. Αυτεπάγγελτη έρευνα από το Δικαστήριο των προϋποθέσεων χορήγησης αναστολής. Μετατροπή της ποινής σε χρηματική χωρίς να ερευνηθούν οι προϋποθέσεις χορήγησης της αναστολής. Αναιρεί εν μέρει την υπ΄ αριθμ. 31307/2012 απόφαση του Τριμ. Πλημμ. Αθηνών για υπέρβαση εξουσίας και μόνο ως προς τη διάταξη περί μετατροπής της ποινής. Απορρίπτει κατά τα λοιπά αναίρεση.
ΑΠ 751/2013
(Νόμος)
Περίληψη
Εκδοση ακάλυπτης επιταγής. Ποινική ευθύνη εκδότη και δη Διευθύνοντα Συμβούλου Α.Ε. Πραγματικά περιστατικά. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι. Υπέρβαση εξουσίας. Εκπροσώπηση Α.Ε. Υποβολη εγκλήσεως, για λογαριασμό Α.Ε. Υποβολή εγκλήσεως από απλό εντολοδόχο και όχι από υποκατάστατο Δ.Σ. (που ορίζεται στο καταστατικό). Απαιτείται προσκόμιση του πρακτικού του Δ.Σ. με θεωρημένο το γνήσιο των υπογραφών των μελών του Δ.Σ. Αναιρεί την υπ΄ αριθμ. 36486/2012 απόφαση του Τριμ. Πλημμ. Αθηνών για τον ως άνω λόγο, αφού το πρακτικό του Δ.Σ. δεν έφερε τις υπογραφές των μελών του Δ.Σ. και, κατά συνέπεια, η γενόμενη επ΄ αυτού θεώρηση ανύπαρκτων υπογραφών είναι μη σύννομη. Κηρύσσει απαράδεκτη την ποινική δίωξη. 5
ΑΠ 494/2013
(Νόμος)
Περίληψη
Ποινική Δικονομία. Εκδοση ακάλυπτης επιταγής κατ΄ εξακολούθηση. Υποβολή εγκλήσεως για λογαριασμό ΑΕ από τρίτο πρόσωπο. Υποβολή από εντολοδόχο. Διατυπώσεις. Υποβολή από υποκατάστατο όργανο του ΔΣ της ΑΕ. Κήρυξη ποινικής διώξεως απαράδεκτης, λόγω υποβολής από εντολοδόχο και μη προσκόμιση του πρακτικού του ΔΣ με βεβαίωση της γνησιότητας των υπογραφών των μελών. Αναίρεση Εισαγγελέως. Λόγοι. Υπέρβαση εξουσίας. Το Δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του διότι ο τρίτος ενεργούσε ως υποκατάστατος, καθ΄ όσον σύμφωνα με το καταστατικό της ΑΕ το ΔΣ είχε δικαίωμα να εξουσιοδοτεί και τρίτους στη διενέργεια πράξεων
εκπροσώπησης. Ως εκ τούτου δεν ήταν αναγκαία η βεβαίωση της υπογραφής των μελών του ΔΣ στο Πρακτικό. Αναιρεί την υπ΄ αριθμ. 2448/2012 απόφαση του Μον. Πλημμ. Κατερίνης για τον ως άνω λόγο.
ΑΠ 315/2013
(Νόμος)
Περίληψη
Πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ΄ εξακολούθηση. Υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Χρόνος τέλεσης της πράξης. Θεωρείται ο χρόνος κατά τον οποίο ενήργησε ο υπαίτιος ή όφειλε να ενεργήσει. Αδιάφορος ο χρόνος κατά τον οποίο επήλθε το αποτέλεσμα. Πραγματικά περιστατικά. Κατάρτιση πλαστών ιατρικών βεβαιώσεων μεsκοπό την παραπλάνηση των μελών Υγειονομικής Επιτροπής Υποκαταστήματος ΙΚΑ και προσκόμισή τους στην εν λόγω Επιτροπή. Υφαρπαγή ψευδούς γνωματεύσεως από την Επιτροπή με σκοπό την εξαπάτηση της Υπηρεσίας και τη λήψη άδειας ασθενείας. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι. Ελλειψη αιτιολογίας. Εσφαλμένη ερμηνεία. Ισχυρισμοί αυτοτελείς. Πραγματική πλάνη. Συγγνωστή νομική πλάνη. Αιτιολογημένη απόρριψή τους. Απόλυτη ακυρότητα. Παράσταση πολιτικής αγωγής για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης. Νομικά πρόσωπα. Παράσταση πολιτικής αγωγής από το νόμιμο εκπρόσωπο της παθούσας ΑΕ για λογαριασμό της. Δήλωση παραστάσεως για την ηθική βλάβη που υπέστη η ΑΕ μόνο για το έγκλημα της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως και όχι για την πλαστογραφία. Αιτίαση περί μη εκπροσώπησης της εταιρείας κατά τη συζήτηση ενώπιον του Εφετείου από τον παραστάντα. Δεν ασκεί επιρροή στη νομιμότητα της πολιτικής αγωγής, αφού η πληρεξουσιότητα που του είχε δοθεί δεν έχει ανακληθεί. Παραγραφή της αξίωσης για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Δεν προκύπτει από τα πρακτικά ότι προβλήθηκε σχετική ένσταση παραγραφής. Η εν λόγω απόσβεση της σχετικής αξιώσεως δεν λαμβάνεται υπ΄ όψιν αυτεπαγγέλτως. Εγγράφων ανάγνωση. Υπεράσπιση - υπερασπίσεως δικαιώματα. Λήψη υπ΄ όψιν μη αναγνωσθέντος εγγράφου. Το περιεχόμενό του, ωστόσο, προκύπτει από άλλα έγγραφα. Επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους. Επίμαχες βεβαιώσεις. Δεν ήταν αναγκαίο να αναγνωσθούν,διότι αποτελούν το σώμα του εγκλήματος της
πλαστογραφίας. Μη δόση του λόγου στον κατηγορούμενο επί της πολιτικής αξιώσεως. Δόθηκε ο λόγος στο συνήγορο της κατηγορουμένης πριν από την απαγγελία της αποφάσεως επί της ποινής και της αξιώσεως της πολιτικής αγωγής. Ωστόσο ο ίδιος περιορίστηκε μόνο στο ζήτημα της ποινής και δεν αναφέρθηκε σ΄ αυτό της πολιτικής αξιώσεως. Υπέρβαση εξουσίας. Χειροτέρευση της θέσεως. Επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης στην πολιτική αγωγή ίσου ύψους με το από το πρωτοβάθμιο επιδικασθέν ποσό, έστω και αν καταδικάστηκε για μία λιγότερη από τις μερικότερες πράξεις της πλαστογραφίας. Αφ΄ ενός η επιδίκαση έγινε μόνο για το έγκλημα της υφαρπαγής και αφ΄ ετέρου δεν συνιστά χειροτέρευση της θέσεως του κατηγορουμένου η επιδίκαση του ίδιου ποσού, ακόμα κι αν του επιβλήθηκε μικρότερη ποινή. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτει αναίρεση.

ΣυμβΑΠ 48/2007
(Π.Χρ.2007, σελ.594)
Περίληψη
Δικαστική εκπροσώπηση ΑΕ. Ανάθεση από το Δ.Σ. ανώνυμης
εταιρείας σε τρίτο πρόσωπο να ασκήσει μήνυση ή να δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής. Διατυπώσεις χορήγησης της σχετικής εντολής. Το πρακτικό του ΔΣ που περιέχει τη σχετική απόφασή του και το οποίο προσαρτάται στην εγχειριζόμενη
έγκληση, πρέπει να φέρει και βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής των μελών του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας στην περίπτωση που η πληρεξουσιότητα
παρέχεται με απλή έγγραφη δήλωση, ενώ δεν απαιτείται η διατύπωση αυτή στην περίπτωση που το πληρεξούσιο παρέχεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο.
ΙΙ) Διατυπώσεις της παράστασης πολιτικής αγωγής
1. Προδικασία
Α) Ρηματική εκφορά
ΟλΣυμβΑΠ 7/06
(Ποιν.Δικ.2006, σελ.551)
Περίληψη
Η δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής πρέπει να διατυπώνεται κατά τρόπο σαφή, βέβαιο και ανεπιφύλακτο, να μην τελεί υπό αναβλητική αίρεση ή προθεσμία και να μην αναφέρεται στο μέλλον, αλλά στο παρόν. Σε αντίθετη περίπτωση, είναι απαράδεκτη και δεν προσδίδει στον δηλούντα την ιδιότητα του πολιτικώς ενάγοντος, με συνέπεια να μην έχει δικαίωμα ασκήσεως ενδίκων μέσων κατά βουλευμάτων. Δεν είναι όμως απαραίτητη η χρήση συγκεκριμένου τρόπου εκφράσεως, αλλά αρκεί από το κείμενο της δηλώσεως ή και της διαλαμβάνουσας αυτή εγκλήσεως να μην δημιουργείται αμφιβολία για τη νομιμοποίηση του πολιτικώς ενάγοντος και να προκύπτει ότι το νόημα της διατυπωθείσας δήλωσής του ήταν η άμεση παράσταση αυτού κατά την προδικασία, με σκοπό την απόκτηση των δικαιωμάτων που ο νόμος παρέχει στον πολιτικώς ενάγοντα. Η περιεχόμενη στην έγκληση λεκτική διατύπωση «δηλώνω ότι θα παρασταθώ ως πολιτικώς ενάγων για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστην από την αξιόποινη συμπεριφορά του δράστη, για το ποσό των 44 ευρώ με επιφύλαξη του υπολοίπου» έχει το νόημα της άμεσης και ανεπιφύλακτης, κατά την υποβολή της εγκλήσεως, παραστάσεως του δηλούντος ως πολιτικώς ενά- γοντος. Το νόημα αυτό καθίσταται εναργέστερο αν συντρέχουν και άλλα στοιχεία, όπως είναι ο διορισμός δικηγόρου ως πληρεξουσίου και αντικλήτου του δηλούντος ή η συνυποβολή του γραμματίου καταθέσεως παραβόλου πολιτικής αγωγής. Εν προκειμένω, δεδομένου ότι η κατά τα ανωτέρω δήλωση του αναιρεσείοντος ήταν άμεση και ανεπιφύλακτη, –και όχι απλώς μία προαγγελία μελλοντικής παραστάσεώς του σε μη προσδιοριζόμενο χρόνο– αυτός απέκτησε την ιδιότητα του πολιτικώς ενάγοντος
και είχε ως εκ τούτου δικαίωμα στην άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (αντίθ. εισαγγ. πρότ.).

Β) Ειδολογική αποσαφήνιση της επελθούσας ζημίας
ΣυμβΑΠ 1542/09
(Π.Χρ.2010, σελ.478)
Περίληψη
Ο Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου ασκεί αναίρεση κατά οιουδήποτε βουλεύματος του συμβουλίου εφετών, εκτός αν ο νόμος ρητώς το απαγορεύει. – Η απάλειψη της φράσεως “ή του βουλεύματος” από το αρ. 476 παρ. 2 ΚΠΔ δεν αφορά τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. –
Παραδεκτώς ασκήθηκε η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου.
– Πότε δικαιούται ο πολιτικώς ενάγων να ασκήσει έφεση κατά του απαλλακτικού βουλεύματος του συμβουλίου πλημμελειοδικών. – Πότε είναι παραδεκτή η δήλωση παραστάσεως του πολιτικώς ενάγοντος. – Το αν αναφέρθηκε ή όχι στην δήλωση του πολιτικώς ενάγοντος ότι η παράσταση πολιτικής αγωγής αφορά αποζημίωση λόγω υλικής ζημίας ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης ερευνάται και αυτεπαγγέλτως σε οποιαδήποτε στάση της προδικασίας. – Πότε λαμβάνει χώρα παραδεκτώς η σχετική δήλωση περί παραστάσεως πολιτικής αγωγής όταν περιέχεται στην έγκληση. – Γίνεται δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. – Αναιρείται λόγω παράνομης απόρριψης της έφεσης ως απαράδεκτης το προσβαλλόμενο βούλευμα, με το οποίο κηρύχθηκε απαράδεκτη η έφεση της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας κατά απαλλακτικού βουλεύματος για απάτη με περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη ζημία άνω του ποσού των 73.000 ευρώ κατά συναυτουργία, επειδή δεν προέκυπτε αν με την δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής η εταιρεία επεδίωκε αποζημίωση για υλική ζημία ή χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή σωρευτικώς και τις δύο αξιώσεις, διότι σύμφωνα με την έγκληση η δήλωση αφορούσε αξίωση αποζημιώσεως για αποκατάσταση της προξενηθείσης περιουσιακής ζημίας και εφόσον το Συμβούλιο Εφετών δεν δέχθηκε ότι η εγκαλούσα πολιτικώς ενάγουσα είχε αποβληθεί της ποινικής διαδικασίας προ της εκδόσεως του πρωτοδίκου βουλεύματος, παρά τον νόμο απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεσή της κατ’ αυτού.
Γ) Παράβολο πολιτικής αγωγής – διορισμός αντικλήτου
ΣυμβΠλημΑιγ 45/11
(Ποιν.Δικ. 2012, σελ. 1092)
Περίληψη
Ορθώς δεν γνωστοποιήθηκε στην παθούσα από τον Ανακριτή η από 6.6.2011 διάταξή του για διενέργεια ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης, αφού η παθούσα δεν δήλωσε νομότυπα παράσταση πολιτικής αγωγής με την έγκλησή της την 1.6.2011, καθόσον δεν κατέβαλε το σχετικό τέλος ούτε διόρισε αντίκλητο και επομένως από τη μεταγενέστερη νομότυπη δήλωσή της ενώπιον του Εισαγγελέα και εντεύθεν, ήτοι από τις 20.6.2011, έφερε την ιδιότητα της πολιτικώς ενάγουσας και είχε δικαίωμα να απολαμβάνει τα σχετικά δικαιώματα. Περαιτέρω, από τη διατύπωση του άρθρου 207 παρ. 2 ΚΠΔ συνάγεται ότι δεν αποκλείεται ο διορισμός τεχνικού συμβούλου και μετά την έναρξη της πραγματογνωμοσύνης, ακόμη και μετά τη λήξη της, οπότε αναγκαστικά ο τεχνικός σύμβουλος θα μπορέσει να ασκήσει τα δικαιώματα που του παρέχονται από το σημείο του διορισμού του και έπειτα. Επί της ανακύψασας δε διαφοράς μεταξύ των διαδίκων για το ως άνω ζήτημα, θα πρέπει να αρθεί η διαφωνία υπέρ της πολιτικώς ενάγουσας και να επιτραπεί σε αυτήν να διορίσει τεχνικό σύμβουλο, ο οποίος θα εξετάσει το πρόσωπο που ήταν αντικείμενο της ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης, ήτοι τον κατηγορούμενο.
Δ) Συμβατότητα της υποχρέωσης διορισμού αντικλήτου με κανόνες αυξημένης τυπικής ισχύος
ΣυμβΑΠ 26/10
(Π.Χρ.2010, σελ.813)
Περίληψη 9
Ως “έδρα” του δικαστηρίου νοείται η πόλη στην οποία εδρεύει το δικαστήριο κατά τα φυσικά της όρια με τους συνοικισμούς της που αποτελούν συνέχεια ή προέκτασή της, κατά τρόπον ώστε, μαζί με αυτούς, να εμφανίζεται ως μία πόλη, ανεξαρτήτως του αν οι συνοικισμοί έχουν αναγνωρισθεί ως ιδιαίτεροι δήμοι ή κοινότητες. – Σε περίπτωση απαράδεκτης δήλωσης πολιτικής αγωγής, αυτός που προέβη σε αυτήν δεν αποκτά την ιδιότητα του πολιτικώς ενάγοντος και δεν νομιμοποιείται στην άσκηση ενδίκου μέσου εναντίον απόφασης ή βουλεύματος. – Η θέσπιση της υποχρέωσης του πολιτικώς ενάγοντος για τον διορισμό αντικλήτου στην έδρα του δικαστηρίου, εφόσον αυτός που κάνει την δήλωση δεν διαμένει μόνιμα εκεί, δεν παραβιάζει ούτε το δικαίωμα για παροχή έννομης προστασίας, ούτε το δικαίωμα για δίκαιη δίκη, αφού σκοπός της είναι η διευκόλυνση της συντόμευσης των επιδόσεων, συνεπώς δε και της προδικασίας. – Αναιρείται λόγω απολύτου ακυρότητος και υπερβάσεως εξουσίας το προσβαλλόμενο βούλευμα, με το οποίο έγινε τυπικώς δεκτή η έφεση του πολιτικώς ενάγοντος κατά απαλλακτικού βουλεύματος για ζωοκλοπή, διότι ο πολιτικώς ενάγων δεν διόρισε ούτε κατά την προδικασία με την δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής ούτε με την έφεσή του αντίκλητο δικηγόρο στην έδρα του δικαστηρίου.
Ε) Ο πληρεξούσιος δικηγόρος ως αντίκλητος
ΑΠ 496/2013
(Νόμος)
Περίληψη
Ψευδορκία μάρτυρα. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Ένορκες βεβαιώσεις και ψευδή τα βεβαιούμενα σε αυτές. Προϋποθέσεις για τέλεση ψευδορκίας δια ενόρκων βεβαιώσεων. Πρέπει να μπορούν να ληφθούν υπ΄ όψιν ως νόμιμο αποδεικτικό μέσο. Εξαιρέσεις. Προσκόμιση ενόρκων βεβαιώσεων σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων. Απόδειξη στα ασφαλιστικά μέτρα. Λήψη υπ΄
όψιν και μη πληρούντων τους όρους του νόμου αποδεικτικών μέσων, όπως και ένορκες
βεβαιώσεις που λήφθηκαν χωρίς προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου. Τελέστηκε ως εκ τούτου το έγκλημα με την προσκόμιση των ψευδών ενόρκων βεβαιώσεων σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων, ακόμα και αν ως αποδεικτικό μέσο δεν πληρούσαν τους όρους των νόμων. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι. Δεδικασμένο. Μη λήψη υπ΄όψιν αναγνωσθέντος αμετάκλητου βουλεύματος, με το οποίο κρίθηκε ως αληθές το περιεχόμενο του κρίσιμου τμήματος της κατάθεσης του κατηγορουμένου. Προϋποθέσεις δεδικασμένου. Αφ΄ ενός δεν προκύπτει ότι προβλήθηκε ένσταση δεδικασμένου και αφ΄ ετέρου τυχόν τέτοια ένσταση είναι απορριπτέα ως αόριστη. Δεν προσδιορίζεται αν υφίσταται ταυτότητα προσώπου και παράσταση πολιτικής αγωγής. Πολιτική αγωγή στην ψευδορκία μάρτυρος: ο διάδικος κατά του μάρτυρα που εξετάστηκε στην πολιτική δίκη, ο οποίος υφίσταται άμεση ηθική βλάβη. Αιτίαση περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης των μηνυτών, λόγω παράστασης αυτών ατομικά, και όχι ως εκπροσώπων εταιρείας. Απόρριψη ενστάσεως αποβολής τους, αφού οι πολιτικώς ενάγοντες υπέστησαν άμεση ηθική βλάβη ως διάδικοι στην πολιτική δίκη. Αιτίαση περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης των πολιτικώς εναγόντων, λόγω διορισμού δικηγόρου διορισμένου σε εκτός έδρας του Δικαστηρίου Πρωτοδικείο. Αφ΄ ενός δύναται κάθε δικηγόρος να παρίσταται σε ποινικές υποθέσεις κάθε ποινικού Δικαστηρίου και αφ΄ ετέρου η αιτίαση αυτή δεν ανάγεται στη νομιμοποίηση των πολιτικώς εναγόντων. Προϋποθέσεις παράστασης πολιτικής αγωγής. Διορισμός αντικλήτου στην έδρα του Δικαστηρίου, μόνον αν οι πολιτικώς ενάγοντες διέμεναν εκτός έδρας αυτού και μόνο για την προδικασία. Δεν ισχύει στην περίπτωση που υποβλήθηκε παράσταση αναφορικά με το συνήγορο στο ακροατήριο. Απορρίπτει αναίρεση.
ΣυμβΑΠ 52/10
(Ποιν.Δικ.2010, σελ.990)
Περίληψη
Αναιρείται το προσβαλλόμενο βούλευμα, διότι το Συμβούλιο Εφετών υπερέβη θετικά την εξουσία του με το να κάνει τυπικά δεκτή την έφεση του πολιτικώς ενάγοντα κατά του πρωτόδικου βουλεύματος, ενώ όφειλε να την έχει απορρίψει ως απαράδεκτη λόγω της μη νομότυπης δήλωσης παράστασης πολιτικής αγωγής από αυτόν, αφού διόρισε ως αντικλήτους, δικηγόρους που δεν υπηρετούσαν στην περιφέρεια του δικαστηρίου όπου κατατέθηκε η έφεση.
2. Ακροατήριο
Α) Ανήλικοι
ΑΠ 349/2014
(Νόμος)
Περίληψη
Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι. Απόλυτη ακυρότητα. Παράνομη παράσταση πολιτικής αγωγής.
Ενεργητική νομιμοποίηση. Καταδίκη για παραβίαση της προς διατροφή υποχρεώσεως κατά συρροή και κατ΄ εξακολούθηση. Παράσταση πρωτοδίκως της μητρός ως πολιτικώς ενάγουσας για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων, ως ασκούσα τη γονική μέριμνα. Παράσταση στο Εφετείο ατομικώς και όχι ως εκπρόσωπος των ανηλίκων. Αναιρεί την υπ΄ αριθ. 1333/2013 απόφαση του Τριμ. Πλημμ. Θεσ/κης για τον ως άνω λόγο.
ΑΠ 1313/12
(Ποιν.Δικ. 2013, σελ. 831)
Περίληψη
…Η δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, χωρίς μάλιστα προβολή καμίας αντιρρήσεως εκ μέρους του κατηγορουμένου, είναι νόμιμη, αφού έγινε για λογαριασμό του ανηλίκου, από μόνο τον πατέρα του, στα πλαίσια άσκησης της επιμέλειας του τέκνου του, προς το συμφέρον του, και με τη σιωπηρή συναίνεση της μητέρας του. Δεν ήταν αναγκαίο για τη νομιμότητα αυτής να εκτίθενται άλλα επί πλέον στοιχεία και περιστατικά, ήτοι η δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής και της μητέρας από κοινού με τον πατέρα για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου της. 11
ΑΠ 118/11
(Π.Χρ.2012, σελ.35)
Περίληψη
Ποιος δύναται να είναι δικαιούχος της χρηματικής ικανοποίησης επί παραστάσεως πολιτικής αγωγής. – Τι πρέπει να περιλαμβάνει επί ποινή απαραδέκτου η δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής. – Πώς κρίνεται το επιτρεπτό της παράστασης του πολιτικώς ενάγοντος και πώς η ουσιαστική βασιμότητα της αξίωσης. – Ποια είναι η έννοια του “παθόντος” που έχει δικαίωμα υποβολής εγκλήσεως στα κατ’ έγκλησιν διωκόμενα εγκλήματα. – Ποιος νομιμοποιείται ενεργητικά σε άσκηση πολιτικής αγωγής. – Πώς κρίνεται το αν ο αμέσως ζημιούμενος έχει έννομο συμφέρον για την άσκηση πολιτικής αγωγής. – Πώς ασκείται η πολιτική αγωγή όταν ο παθών είναι ανήλικος. – Η έγκληση πρέπει να υποβάλλεται μέσα σε ορισμένο χρόνο, αφού συνιστά διαδικαστική προϋπόθεση για την έγκυρη γένεση της ποινικής δίκης και η υποβολή της εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. – Πότε επέρχεται υπέρβαση εξουσίας λόγω μη νομότυπης υποβολής της έγκλησης. – Αναιρείται η προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση για απλή σωματική βλάβη ανηλίκου (μετά από μεταβολή της κατηγορίας από επικίνδυνη σωματική βλάβη) α) λόγω απόλυτης ακυρότητας, διότι έγινε εσφαλμένως δεκτή η παράσταση πολιτικής αγωγής του πατέρα του παθόντος ανηλίκου για την ηθική βλάβη που υπέστη ο ίδιος ατομικώς και όχι το ανήλικο τέκνο του, χωρίς να διευκρινίζεται γιατί παρίσταται μόνος ως πολιτικώς ενάγων ο πατέρας, αν του έχει ανατεθεί με δικαστική απόφαση αποκλειστικώς η άσκηση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας του παθόντος ανηλίκου τέκνου του και αν συντρέχει επείγουσα περίπτωση για να ενεργεί μόνος, χωρίς την σύμπραξη της μητέρας του ανηλίκου, η οποία εξετάσθηκε ως μάρτυρας υπερασπίσεως και δήλωσε ότι έχει την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων της και ότι δεν επιθυμεί την ποινική δίωξη της κατηγορουμένης μητέρας, της και β) λόγω υπερβάσεως εξουσίας, διότι η έγκληση υπεβλήθη μόνον από τον πατέρα του ανηλίκου, χωρίς να διερευνηθεί το εμπρόθεσμον αυτής και ο λόγος ένεκα του οποίου δεν συνέπραξε και η μητέρα του ανηλίκου
Β) Συνήγορος πολιτικής αγωγής
α) Εκπροσώπηση του πολιτικώς ενάγοντος
ΑΠ 1305/07
(Π.Χρ.2008, σελ.348)
Περίληψη
Εκείνος που δικαιούται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης μπορεί να υποβάλει την απαίτησή του στο ποινικό δικαστήριο, ωσότου αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, είτε αυτοπροσώπως είτε δι’ ειδικού πληρεξουσίου που διαθέτει έγγραφη προς τούτο πληρεξουσιότητα κατ’ αρ. 42 παρ. 2 ΚΠΔ. – Η δι’ ειδικού πληρεξουσίου παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στην ποινική δίκη δεν αντίκειται προς τις διατάξεις του αρ. 6 της ΕΣΔΑ και δεν φαλκιδεύει κανένα δικαίωμα του κατηγορουμένου, αφού ο τελευταίος έχει δικαίωμα κατ’ αρ. 327 παρ. 2 ΚΠΔ να ζητήσει από την αρμόδια αρχή να κλητεύσει υποχρεωτικά έναν τουλάχιστον μάρτυρα της εκλογής του αν κατηγορείται για πλημμέλημα και να ζητήσει από το δικαστήριο να διατάξει κρείσσονες αποδείξεις, προκειμένου να εξετασθούν και άλλοι μάρτυρες. – Απορρίπτεται ο περί ελλείψεως αιτιολογίας λόγος αναιρέσεως του κατηγορουμένου συνιστάμενος στην παρά τον νόμο παράσταση της πολιτικής αγωγής διά πληρεξουσίου.
β) Δήλωση παράστασης του πολιτικώς ενάγοντος
ΑΠ225/2013
(Νόμος)
Περίληψη
Ανθρωποκτονία εκ προθέσεως σε ήρεμη ψυχική κατάσταση. Απλή συνέργεια. Στοιχεία
αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Πραγματικά περιστατικά. Παροχή συνδρομής με την παραμονή στο τόπο της επίθεσης, παρέχοντας στο δράστη ηθική υποστήριξη, και την αναμονή του δράστη μέσα σε όχημα, προκειμένου να διαφύγει από τον τόπο μετά την επίθεση. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι. Ελλειψη αιτιολογιάς. Εσφαλμένη ερμηνεία. Απόλυτη ακυρότητα. Μέσα αποδείξεως. Εγγράφων ανάγνωση. Ανάγνωση ένορκης καταθέσεως απολειπόμενου μάρτυρα, του οποίου δεν βεβαιώθηκε η αδυναμία εμφανίσεώς του. Δεν εναντιώθηκε στην ανάγνωση ο κατηγορούμενος. Υπέρβαση εξουσίας. Πολιτική αγωγή και επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης,
λόγω ψυχικής οδύνης. Στοιχεία νομιμοποιήσεως πολιτικής αγωγής. Παράσταση πολιτικής αγωγής και στο Εφετείο, χωρίς να απαιτείται να επαναληφθεί η δήλωση παραστάσεως που έγινε στο πρωτόδικο. Επιδίκαση δικαστικής δαπάνης στους πολιτικώς ενάγοντες, καίτοι δεν ζητήθηκε. Επιδίκαση μη αιτηθέντος. Αναιρεί εν μέρει την υπ΄ αριθμ. 53/2011 απόφαση του ΜΟΕ Θράκης, και δη μόνο ως προς τη διάταξη της καταδίκης του αναιρεσείοντος στη δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγόντων. Απορρίπτει κατά τα λοιπά αναίρεση.
ΑΠ 480/2011
(Νόμος)
Περίληψη
Πλαστογραφία με χρήση κατ΄ εξακολούθηση. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Πραγματικά περιστατικά. Κατάρτιση πλαστών εγγράφων από τον κατηγορούμενο - παραγωγό ασφαλίσεων που αφορούσαν σε αίτηση μερικής εξαγοράς συνταξιοδοτικού συμβολαίου του εγκαλούντος, θέτοντας κατ΄ απομίμηση την υπογραφή του εγκαλούντος. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι. Απόλυτη ακυρότητα. Υπέρβαση εξουσίας. Παράνομη παράσταση πολιτικής αγωγής, στην κατ΄ έφεση δίκη και υπέρβαση εξουσίας με τη μη αυτεπάγγελτη αποβολή της πολιτικής αγωγής. Μεταβιβαστικό αποτέλεσμα εφέσεως. Νομιμοποίηση πολιτικώς ενάγοντος στην κατ΄ έφεση δίκη. Δεν απαιτείται να γίνεται μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας. Απορριπτέες οι αιτιάσεις, διότι αφ΄ ενός δεν ασκεί επιρροή για τη νομιμότητα της παράστασης της πολιτικής αγωγής στην κατ΄ έφεση δίκη το γεγονός ότι έγινε μετά και όχι πριν από την ανάπτυξη από τον Εισαγγελέα της εφέσεως, δεδομένου ότι η παράσταση πολιτικής αγωγής είχε γίνει δεκτή και ήταν νόμιμη στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και αφ΄ ετέρου δεν προβλήθηκε οποιαδήποτε αντίρρηση. Ελλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Μέσα αποδείξεως. Ανωμοτί κατάθεση πολιτικώς ενάγοντος. Συμπεριλαμβάνεται στους μάρτυρες κατηγορίας. Αίτημα γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης. Προβλήθηκε αορίστως, αφού δεν αναφέρει συγκεκριμένο γεγονός για την ακριβή διάγνωση και κρίση του οποίου απαιτούνται ειδικές γνώσεις. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτει αναίρεση.
ΑΠ 315/2011
(Νόμος)
Περίληψη
Πλημμεληματική απάτη κατ΄ εξακολούθηση. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Μερικότερες πράξεις απάτης. Πραγματικά περιστατικά. Ψευδείς παραστάσεις του κατηγορουμένου - δικηγόρου στο μηνυτή περί α) δήθεν κατατεθείσας αιτήσεως άρσεως προσωρινής κρατήσεως της κόρης του μηνυτή β) δήθεν διορισμού δεύτερου πραγματογνώμονος κλπ. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι. Ελλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Υπέρβαση εξουσίας. Χειροτέρευση της θέσεως. Κατ΄ εξακολούθηση έγκλημα - μερικότερες πράξεις. Δεν λήφθηκαν υπ΄ όψιν από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο οι μερικότερες πράξεις, για τις οποίες είχε παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής. Απόλυτη ακυρότητα. Παράταση πολιτικής αγωγής. Δεν παύει η ιδιότητα του εμφανιζομένου πρωτοδίκως πολιτικώς ενάγοντος στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ακόμη κι αν δεν εμφανιστεί, παρά μόνο αν δηλώσει παραίτηση από αυτή. Δικαίωμα παραστάσεως πολιτικής αγωγής στην απάτη έχει ο φορέας της περιουσίας που ζημιώθηκε, ο οποίος μπορεί να είναι και πρόσωπο διαφορετικό του εξαπατηθέντος (εν προκειμένω ο εγκαλών - πατέρας της πελάτισσας κατηγορουμένης του αναιρεσείοντος - δικηγόρου). Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτει αναίρεση.
γ) Παράσταση το πρώτον στη μετ’ αναβολή για κρείσσονες αποδείξεις δικάσιμο ΠλημμΧαλκ 271/2010
(Νόμος)
Περίληψη
Πολιτική αγωγή. Εάν η υπόθεση αναβληθεί για κρείσσονες αποδείξεις, νομίμως δηλώνεται παράσταση πολιτικής αγωγής το πρώτον στη μετ΄ αναβολή δίκη πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, διότι στη μετ΄ αναβολή δικάσιμο η υπόθεση συζητείται εκ νέου καθ` ολοκληρία. Γνωστοποίηση κατηγορίας. Αν ο κατηγορούμενος, που αγνοεί την ελληνική γλώσσα, παρίστατο κατά την προανάκριση ή την κύρια ανάκριση με διερμηνέα, ο οποίος του μετέφρασε τις σε βάρος του κατηγορίες, δεν είναι απαραίτητη η επίδοση σ΄ αυτόν και επίσημης μετάφρασης του κλητηρίου θεσπίσματος. Η ίδια λύση ισχύει και επί γνωστοποιήσεως της κατηγορίας από τον εισαγγελέα στον συλληφθέντα για αυτόφωρο αδίκημα στα πλαίσια του άρθρου 418 ΚΠΔ. Απορρίπτεται η σχετική ένσταση ακυρότητας γνωστοποιήσεως της κατηγορίας από τον εισαγγελέα ένεκα του ότι αυτή δεν έγινε με μετάφραση στη ρωσική γλώσσα την οποία ομιλούν, διότι οι κατηγορούμενοι, κατά την διενεργηθείσα προανάκριση, παρέστησαν με διερμηνέα, η οποία τους μετέφρασε τις εναντίον τους απαγγελθείσες κατηγορίες.
Λαθρεμπορία. Κηρύσσεται ένοχος ο πρώτος κατηγορούμενος, για απόπειρα
εισαγωγής εντός του τελωνειακού εδάφους της ελληνικής επικράτειας
εμπορευμάτων υποκείμενων σε δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις, που
ανέρχονται σε ποσό άνω των 30.000 ευρώ, χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις, ο
οποίος, με την ιδιότητα του πλοιάρχου, εισήλθε στα ελληνικά χωρικά ύδατα 14
επιχειρώντας να προσεγγίσει τις ελληνικές ακτές και να εισαγάγει παράνομα τα
εμπορεύματα που μετέφερε το πλοίο. Κηρύσσεται αθώος του παραπάνω
πλημμελήματος ο δεύτερος κατηγορούμενος, α` μηχανικός του πλοίου, διότι δεν
γνώριζε ούτε μπορούσε να γνωρίζει το είδος των μεταφερόμενων εμπορευμάτων,
αφού κάτι τέτοιο δεν συμπεριλαμβανόταν στα καθήκοντα του ως μηχανικού.
Δήμευση- απορρίπτεται η αίτηση της παρεμβαίνουσας, ως κυρίας και
παραλήπτριας των μεταφερόμενων εμπορευμάτων, εταιρίας και διατάσσεται η δήμευση αυτών (σιγαρέτων, τρακτόρων και εμπορευματοκιβωτίων), διότι η εταιρία αυτή δεν απέδειξε έλλειψη συμμετοχής ή γνώσεως της τελεσθείσας αξιόποινης πράξης.
Αντιθέτως, γίνεται δεκτή η σχετική αίτηση και διατάσσεται η απόδοση του
πλοίου στην έτερη παρεμβαίνουσα εταιρία, διότι απέδειξε ότι δεν γνώριζαν οι
εκπρόσωποί της την απόπειρα τέλεσης λαθρεμπορίας με το ενλόγω πλοίο.
Μεσεγγύηση. Στην περίπτωση που κατάσχονται μεταφορικά μέσα ως αντικείμενα
λαθρεμπορίας κλπ., ο Ο.Δ.Δ.Υ. ορίζεται ως αποκλειστικός μεσεγγυούχος.
Απορρίπτεται το σχετικό αίτημα αντικαταστάσεως του μεσεγγυούχου ως
μη νόμιμο, διότι αποκλειστικός μεσεγγυούχος εκ του νόμου είναι ο Ο.Δ.Δ.Υ.
Με σημείωση Α.Κ.Ζ. στον Αρμονόπουλο σελ. 713.
δ) Αγόρευση
ΑΠ 1757/10
(Π.Χρ.2011, σελ.686)
Περίληψη
Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως και για όλους τους λόγους. – Η υπεράσπιση της πολιτικής αγωγής αγορεύει μόνον επί της ενοχής του κατηγορουμένου και δεν δικαιούται να αγορεύσει και επί της ποινής, ούτε επί ζητημάτων που σχετίζονται με την ποινή, όπως για το αν η έφεση του καταδικασθέντος θα έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα ή για το αν το δικαστήριο είναι αρμόδιο να χορηγήσει την αναστολή. – Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής σχετικά με α) την αναστολή εκτελέσεως της ποινής κάθειρξης 20 ετών που επεβλήθη στον καταδικασθέντα για ανθρωποκτονία εκ προθέσεως και β) την αρμοδιότητα του συγκεκριμένου δικαστηρίου να προσδώσει στην έφεση του καταδικασθέντος ανασταλτικό αποτέλεσμα. – Αρμόδιο να αποφασίσει για το ανασταλτικό αποτέλεσμα της εφέσεως είναι το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, δηλαδή το ΜΟΔ, και όχι οι τακτικοί δικαστές του. – Άνευ υπερβάσεως εξουσίας χορηγήθηκε ανασταλτικό αποτέλεσμα στην έφεση του καταδικασθέντος από το ΜΟΔ.
3. Αίτημα αποζημίωσης – εξαίρεση από την τήρηση προδικασίας
ΑΠ 874/09
(Π.Χρ.2010, σελ.215)
Περίληψη
Η αρχή της ενασκήσεως της αξιώσεως από εκείνον που υπέστη ζημία συνεπεία τελέσεως αγροτικού αδικήματος με την υποβολή απλής αιτήσεως, υποβαλλομένης είτε στον αγρονόμο εγγράφως είτε στο ακροατήριο, καθώς και ο αποκλεισμός της αποκατάστασης της ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης ένεκα τέτοιου αδικήματος αναφέρονται μόνο σε παραβάσεις που κολάζονται σε βαθμό πταίσματος και εφαρμόζονται μόνο κατά την ενώπιον του πταισματοδικείου ή του αγρονόμου διαδικασία, επί των λοιπών δε αδικημάτων κατά των αγροτικών κτημάτων, που τιμωρούνται σε βαθμό πλημμελήματος, εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. – Η παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος είναι παράνομη όταν υπάρχει έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης και όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία που επιβάλλεται ως προς τον χρόνο και τον τρόπο ασκήσεως και υποβολής της πολιτικής αγωγής ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου. – Εκείνος που υπέστη ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη από την τέλεση εγκλήματος εις βάρος του μπορεί να υποβάλλει την περί χρηματικής ικανοποιήσεως αξίωσή του ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, ωσότου αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, χωρίς έγγραφη προδικασία. – Η παρά τον νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στο ακροατήριο επάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας. – Ορθώς έγινε δεκτή η παράσταση πολιτικής αγωγής των πολιτικώς εναγόντων για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποία είχαν υποστεί από την εις βάρος τους πράξη της αγροτικής κλοπής από κοινού κατά συρροή, αντικειμένου αξίας ανώτερης των 60 ευρώ, αφού η πράξη τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος, βάσει του προσδιορισθέντος κατά την κατηγορία ποσού της αξίας των κλαπέντων αγροτικών κινητών πραγμάτων.
 
ΙΙΙ) Παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος
1. Τα κρίσιμα ελαττώματα
ΑΠ 1084/2013
(Νόμος)
Περίληψη
Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι. Απόλυτη ακυρότητα. Ελλειψη ακροάσεως. Σύνθεση - συγκρότηση Δικαστηρίου. Δήλωση αποχής. Αφ΄ ενός από τα πρακτικά δεν προκύπτει ότι υπεβλήθη τέτοια αίτηση αποχής και αφ΄ ετέρου ο αναιρεσείων δεν επικαλείται κανένα λόγο για τον οποίο το μέλος της συνθέσεως του Δικαστηρίου διήγειρε υπόνοιες μεροληψίας. Τήρηση πρακτικων με φωνοληψία. Δυνητική η τήρηση αυτή, υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και η παραβίαση της διατάξεως αυτής ουδεμία ακυρότητα επιφέρει. Παράσταση πολιτικής αγωγής προς
υποστήριξη της κατηγορίας. Ενσταση αποβολής, της πολιτικής αγωγής στο δευτεροβάθμιο. Εφ΄ όσον τηρήθηκε η διαδικασία σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο της ασκήσεως της πολιτικής αγωγής και συντρέχουν οι όροι της ενεργητικής νομιμοποίησης, οποιαδήποτε άλλη πλημμέλεια δεν ασκεί επιρροή στη νομιμότητα της παραστάσεως. Μέσα αποδείξεως. Εξέταση πολιτικώς ενάγοντος χωρίς όρκο, ακόμα κι αν παρίσταται μόνο προς υποστήριξη της κατηγορίας. Κλητήριο θέσπισμα. Ακριβής καθορισμός της πράξεως. Ισχυρισμός περί ακυρότητας 16
του κλητηρίου θεσπίσματος που προβλήθηκε το πρώτον στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. Τυχόν ακυρότητα έχει καλυφθεί. Καταδίκη κατηγορουμένου στα έξοδα. Δεν υφίσταται λόγος αναιρέσεως που να αφορά στην καταδίκη του κατηγορουμένου στα έξοδα. Πλαστότητα εγγράφου και δη της απόφασης, λόγω μη καταγραφής των ερωτήσεων στις οποίες υπεβλήθη ένα μάρτυρας κατηγορίας. Δεν είναι αναγκαία η καταχώριση στα πρακτικά των ερωτήσεων. Προσβολή έτερων αποφάσεων ως πλαστών. Αφ΄ ενός ο ισχυρισμός προβλήθηκε αορίστως και αφ΄ ετέρου ήταν απαράδεκτος, ελλείψει εννόμου συμφέροντος, αφού οι υποτιθέμενες πλαστογραφίες είχαν υποκύψει σε παραγραφή. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτει αναίρεση.
ΑΠ 1161/09
(Ποιν.Δικ.2010, σελ.424)
… Περαιτέρω κατά το άρθρο 171 παρ. 2 του ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, η οποία λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και θεμελιώνει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, προκαλείται αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου. Παράνομη, δε, είναι η παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στο ακροατήριο σύμφωνα με τα άρθρα 63, 64 και 68 ΚΠΔ, όταν υπάρχει έλλειψη ως προς το χρόνο και τον τρόπο άσκησής της ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου ή ως προς την ενεργητική ή παθητική νομιμοποίηση του δικαιούχου, όχι δε και όταν υφίσταται άλλη έλλειψη ή πλημμέλεια ως προς την παράσταση ή την εκπροσώπηση του πολιτικώς ενάγοντος, η οποία δεν θίγει το συμφέρον του κατηγορουμένου ούτε πλήττει τη δημόσια τάξη. Έτσι, δεν είναι παράνομη η παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος, επί παραβιάσεως από αυτόν των διατάξεων για τα δικαστικά τέλη και έξοδα και τη σχετική νομιμοποίηση του πληρεξουσίου δικηγόρου του. Τέλος, δεν υπάρχει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο για παράνομη παράσταση πολιτικής αγωγής, από μόνο το λόγο ότι το δικαστήριο δεν εξέδωσε παρεμπίπτουσα απόφαση με την οποία να δέχεται την πολιτική αγωγή της οποίας ζητήθηκε η αποβολή από τον κατηγορούμενο. Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για απόλυτη ακυρότητα, που συνίσταται το μεν γιατί εσφαλμένα το Δικαστήριο που την εξέδωσε, δέχθηκε ότι η εγκαλούσα είναι η άμεσα παθούσα από την αξιόποινη πράξη της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας για την οποία καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, με τις διακρίσεις της συμμετοχικής δράσης του καθένα απ' αυτούς, το δε γιατί το ίδιο Δικαστήριο μετά την υποβολή από μέρους τους, της σχετικής ενστάσεως περί αποβολής της πολιτικής αγωγής, επιφυλάχθηκε να εκδώσει την επί της ενστάσεώς τους παρεμπίπτουσα απόφαση, την οποία δεν εξέδωσε μέχρι τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας. Ο σχετικός, όμως, ισχυρισμός, κατ' αμφότερα τα σκέλη του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και συγκεκριμένα κατά το πρώτο μέρος, γιατί η παθούσα, η οποία είχε το δικαίωμα της αποκλειστικής εκμεταλλεύσεως του ως άνω Ρ/Σ, νομιμοποιούνταν αυτή να παρασταθεί ως πολιτικώς ενάγουσα και να επιδιώξει την επιδίκαση της χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω της ηθικής βλάβης που αυτή υπέστη από την αξιόποινη συμπεριφορά των αναιρεσειόντων. Επίσης, και κατά το έτερο σκέλος του είναι α- βάσιμος, ο εν λόγω ισχυρισμός των αναιρεσειόντων γιατί δεν δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα στην περίπτωση που το Δικαστήριο, δεν εκδώσει παρεμπίπτουσα απόφαση ως προς τη νομιμότητα της πολιτικής αγωγής…

ΑΠ 2051/08
(Νόμος)
…Ι. Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναίρεσης της απόφασης, κατ` άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α` του ίδιου Κώδικα, η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, επιφέρει η παρά τον νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στο ακροατήριο. Τέτοια ακυρότητα υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του πολιτικώς ενάγοντος οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης για την άσκηση της πολιτικής αγωγής,
σύμφωνα με τις διατάξεις των αρθρ. 63 και 64 Κ.Π.Δ. και όταν παραβιάσθηκε η
διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και τον χρόνο της άσκησης και της υποβολής αυτής, κατά το αρθρ. 68 του ίδιου κώδικα. Εξάλλου από τον συνδυασμό των διατάξεων των αρθρ. 63 Κ. Π. Δ. και 614 και 932 Α. Κ., προκύπτει ότι δικαιούνται να παραστούν ως πολιτικώς ενάγοντες μόνον εκείνοι που ζημιώνονται άμεσα από το έγκλημα ή υφίστανται ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη από αυτό και όχι και εκείνοι που βλάπτονται έμμεσα, όπως τα μέλη του νομικού προσώπου, τα οποία δεν νομιμοποιούνται ενεργητικά στην άσκηση της πολιτικής αγωγής από αδίκημα που στρέφεται κατά νομικού προσώπου, το οποίο και μόνο ζημιώνεται άμεσα από αυτό (Ολ. Α.Π. 5/1994). Ηθική βλάβη μπορεί να υποστεί και το νομικό πρόσωπο από τον αντίκτυπο που έχει στην πίστη, το κύρος και την φήμη του η άδικη πράξη που διαπράχθηκε σε βάρος του, στην δήλωση του εκπροσώπου του οποίου, όταν παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων, δεν είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται η βλάβη, γιατί αυτή αναφέρεται στον ανωτέρω αντίκτυπο. Έτσι από τις προαναφερόμενες διατάξεις των αρθρ. 63, 64, 68 Κ.Π.Δ. συνάγεται ότι απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας προκαλείται μόνον οσάκις υπάρχει έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποιήσεως ή όταν δεν τηρήθηκε η επιβαλλομένη διαδικασία σχετικώς προς τον χρόνο και τον τρόπο ασκήσεως και
υποβολής της πολιτικής αγωγής εις το ποινικό δικαστήριο.
Οποιαδήποτε άλλη πλημμέλεια ή έλλειψη αναφερομένη στην παράσταση ή την εκπροσώπηση του πολιτικώς ενάγοντος δεν ασκεί επιρροή στην νομιμότητα της παραστάσεως, όπως επί εταιρίας η έλλειψη εγκρίσεως της Γενικής Συνελεύσεως (Α.Π. 1575/98, 2266/2002)…

2. Ειδικά η παράσταση το πρώτον στο εφετείο
ΑΠ 939/2013
(Νόμος)
Περίληψη
Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι. Απόλυτη ακυρότητα. Παράνομη παράσταση πολιτικής αγωγής. Νομιμοποίηση. Παράσταση πολιτικής αγωγής για λογαριασμό εταιρείας (ΕΠΕ) το πρώτον στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν είχε δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής για λογαριασμό εταιρείας, αλλά ατομικά. Αναιρεί την προσβαλλόμενη απόφαση για τον ως άνω λόγο.
ΑΠ 1026/11
(Νόμος)
Περίληψη
…Παράσταση πολιτικής αγωγής. Χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης. Παράσταση μητέρας-συζύγου ατομικά στο πρωτοβάθμιο και παράσταση για τα δύο ανήλικα τέκνα της, ως ασκούσα τη γονική μέριμνα αυτών, το πρώτον στο δευτεροβάθμιο. Η παράσταση για τα δύο ανήλικα τέκνα είναι παράνομη, γιατί ασκήθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου...
3. Χρόνος αποβολής της πολιτικής αγωγής
ΑΠ 1264/10
(Π.Χρ.2011, σελ.435)
Περίληψη
Εφόσον αμφισβητείται κατ’ ουσίαν από την υπεράσπιση του κατηγορουμένου η ενεργητική νομιμοποίηση του πολιτικώς ενάγοντος και η ύπαρξη της τελευταίας εξαρτάται από την εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, το δικαστήριο δύναται να αποφασίσει για την αποβολή της πολιτικής αγωγής μετά την λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας και τις αγορεύσεις των συνηγόρων χωρίς να γεννάται ακυρότητα από την μέχρι τότε παραμονή του πολιτικώς ενάγοντος στην επ’ ακροατηρίω διαδικασία.
ΑΠ 486/10
(Π.Χρ. 2011, σελ. 181)
Περίληψη
…Απορρίπτεται ο περί απολύτου ακυρότητος λόγος αναιρέσεως, συνιστάμενος αφενός μεν στο ότι η παράσταση πολιτικής αγωγής αποβλήθηκε μετά την λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας και τις αγορεύσεις των συνηγόρων, αφετέρου δε στο ότι ο πολιτικώς ενάγων κατέθεσε ενόρκως στο ακροατήριο...
ΑΠ 174/09
(Π.Χρ.2010, σελ.95)
Περίληψη
Πότε επέρχεται απόλυτη ακυρότητα λόγω παράνομης παράστασης της πολιτικής αγωγής. – Σε περίπτωση αθωώσεως του κατηγορουμένου και ασκήσεως 19
εφέσεως από τον εισαγγελέα, αυτός που νομίμως παρέστη ως πολιτικώς ενάγων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δικαιούται να παραστεί με την αυτή ιδιότητα και στην κατ’ έφεσιν δίκη, αλλά μόνον προς υποστήριξιν της κατηγορίας. – Σε περίπτωση ασκήσεως εφέσεως κατ’ αθωωτικής αποφάσεως από τον εισαγγελέα, αν ο πολιτικώς ενάγων δεν είχε παρασταθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν δικαιούται να παραστεί το πρώτον στο εφετείο ούτε προς υποστήριξη της κατηγορίας, τυχόν δε παρασταθείσα πολιτική αγωγή πρέπει να αποβληθεί πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, άλλως δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας. – Αναιρείται λόγω απολύτου ακυρότητος η προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία, αφού έγινε δεκτή η έφεση του Εισαγγελέως κατά της πρωτοδίκου αθωωτικής αποφάσεως για κλοπή και υπεξαίρεση, έγινε επίσης δεκτή και η παράσταση της δηλωθείσας το πρώτον στο εφετείο πολιτικής αγωγής για υποστήριξη της κατηγορίας, μετά δε το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας (που διεξήχθη με την παρουσία της πολιτικής αγωγής), η πολιτική αγωγή αποβλήθηκε, επειδή δεν είχε ασκηθεί και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο


ΙV) Προστασία του πολιτικώς ενάγοντος από το άρθρο 6 § 1 ΕΣΔΑ
ΕΔΔΑ – Απόφαση της 11.02.2010 (Υπόθεση Συγγελίδης κατά Ελλάδας)
(Πειρ.Νομ.2011, σελ.106)
… Α. Επί του παραδεκτού
1. Ισχυρισμοί των διαδίκων
23. Η Κυβέρνηση υποστήριξε ότι η άρνηση της ελληνικής Βουλής να άρει την ασυλία της Μ.Α. δεν δημιούργησε ζητήματα στη βάση του άρθρου 6 της Σύμβασης, διότι δεν έθιξε τα δικαιώματα αστικής φύσεως του προσφεύγοντα. Κατά πρώτον, υποστήριξε ότι η συμπεριφορά του προσφεύγοντα έδειξε ότι ο σκοπός της δήλωσης παράστασής του ως πολιτικής αγωγής ήταν κατά κύριο λόγο να επιτύχει την καταδίκη της κατηγορουμένης. Η Κυβέρνηση επεσήμανε ως προς τούτο ότι, όταν κατέθεσε τη μήνυσή του στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, ο προσφεύγων απλώς αξίωσε το συμβολικό ποσό των δέκα ευρώ, χωρίς να παραβλάπτεται η ικανοποίηση όλων των δικαιωμάτων του αστικής φύσεως ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων. Κατά δεύτερον, η Κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι ακόμα κι αν ο προσφεύγων κατάφερνε να επιτύχει μία καταδίκη σε βάρος την πρώην συζύγου του, αυτή δε θα ήταν «άμεσα αποφασιστική» καθώς οποιεσδήποτε συνέπειες της εν λόγω καταδίκης επί της συμμόρφωσής της προς τους όρους της πρόσβασης του προσφεύγοντος στο παιδί του θα ήταν αβέβαιες και αόριστες. Κατά τρίτον, η Κυβέρνηση υποστήριξε ότι η παρούσα προσφυγή δεν εμπίπτει στο πεδίο του άρθρου 6 παρ. 1 διότι η απόφαση αριθ. 528/2005, με την οποία η σύζυγος του προσφεύγοντος παρέλειψε να συμμορφωθεί, συνιστούσε προσωρινό μέτρο σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο...
… 2. Εκτίμηση του Δικαστηρίου
α) Ως προς την εφαρμογή του άρθρου 6 παρ. 1 της Σύμβασης.
 Σε ό,τι αφορά την αστική φύση της διαδικασίας, το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι η
Σύμβαση δεν παραχωρεί αφ’εαυτού το δικαίωμα της δίωξης ή καταδίκης τρίτων για ένα ποινικό αδίκημα. Προκειμένου να υπεισέρχεται στο πεδίο εφαρμογής της Σύμβασης, το εν λόγω δικαίωμα πρέπει να είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την εκ μέρους του θύματος άσκηση του δικαιώματός του να ασκήσει την αστική αγωγή που προσφέρεται από το εθνικό δίκαιο, έστω και ενόψει της επίτευξης μιας συμβολικής επανόρθωσης ή της προστασίας ενός δικαιώματος αστικής φύσεως, όπως το δικαίωμα της απόλαυσης μιας «καλής φήμης» (βλέπε Perez κατά Γαλλίας [GC], no.47287/99, παρ. 70, ECHR 2004-I).
28. Από τη νομολογία αυτή προκύπτει ότι το άρθρο 6 παρ. 1 της Σύμβασης εφαρμόζεται σε διαδικασίες που σχετίζονται με μηνύσεις με παράσταση πολιτικής αγωγής από τη στιγμή της δήλωσης παράστασης πολιτικής αγωγής, εκτός αν ο μηνυτής έχει παραιτηθεί κατά τρόπο μη διφορούμενο από την άσκηση του δικαιώματός του σε επανόρθωση (βλέπε πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση Perez, παρ. 66). 29. Εν προκειμένω, ο προσφεύγων δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής για ποσό που ισοδυναμούσε με δέκα ευρώ, όταν κατέθεσε μήνυση ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, στη βάση του άρθρου 232Α του Ποινικού Κώδικα. Συνεπώς, η διαδικασία ήταν αστικής φύσεως καθώς είχε οικονομική πτυχή, κάτι που προκύπτει από το ποσό των δέκα ευρώ, όσο συμβολικό κι αν είναι αυτό, για το οποίο ο προσφεύγων δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής (βλέπε Γώρου κατά Ελλάδας (αριθ.2) [GC], no. 12686/03, παρ. 24-26, 20 Μαρτίου 2009).
30. Επιπλέον, σε ό,τι αφορά το επιχείρημα της Κυβέρνησης που σχετίζεται με τον αποφασιστικό χαρακτήρα της διαδικασίας για το εν λόγω δικαίωμα, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι αυτή αφορούσε την αποζημίωση του προσφεύγοντος για την ηθική βλάβη που υπέστη λόγω της επικαλούμενης παραβίασης της απόφασης αριθ. 528/2005 από την πρώην σύζυγό του και όχι τη ρύθμιση της πρόσβασής του στον γιο του. Ως εκ τούτου, το δικαίωμα του προσφεύγοντος να αποζημιωθεί για την επικαλούμενη μη συμμόρφωση προς την απόφαση αριθ. 528/2005 διακυβευόταν άμεσα στην επίδικη διαδικασία (βλέπε Gorraiz Lizarraga και λοιποί κατά Ισπανίας, αριθ. 62543/00, παρ. παρ. 46-47, ECHR 2004-III).
31. Τέλος, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι παρόλο που η μήνυση που κατέθεσε ο προσφεύγων ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών βασιζόταν στην επικαλούμενη μη συμμόρφωση της πρώην συζύγου του προσφεύγοντος προς την προηγούμενη προσωρινή διαταγή, ωστόσο εισήγαγε ένα εντελώς αυτοτελές αίτημα αποζημίωσης για την ηθική βλάβη που υπέστη.
Συνεπώς, δεν μπορεί να θεωρηθεί από τη φύση της «προσωρινή». Λαμβανομένων υπόψη των παραπάνω, το Δικαστήριο θεωρεί ότι το άρθρο 6 παρ. 1 έχει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση και ότι οι ενστάσεις της Κυβέρνησης πρέπει να απορριφθούν…
…37. Επιπλέον, η Κυβέρνηση υποστήριξε ότι το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο δεν είχε περιορισθεί στην παρούσα υπόθεση δεδομένου ότι η εσωτερική διαταγή διασφάλιζε την πιθανότητα διεκδίκησης αποζημίωσης ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων για υλική ζημία και ηθική βλάβη που προκλήθηκαν λόγω της επικαλούμενης μη νόμιμης συμπεριφοράς της Μ.Α. Η Κυβέρνηση υποστήριξε ότι μία αστική αγωγή αποτελούσε ένα ένδικο μέσο ισοδύναμο με την παράσταση ως πολιτικής αγωγής στην ποινική διαδικασία κατά της Μ.Α. Η διεκδίκηση αστικής αποζημίωσης μόνο μέσω της ποινικής διαδικασίας θα υπονόμευε ολόκληρο τον σκοπό της χορήγησης ασυλίας στους βουλευτές, ήτοι την ελευθερία και τον αυθόρμητο χαρακτήρα των βουλευτικών συζητήσεων...
…Το Δικαστήριο διαφωνεί με αυτή την προσέγγιση. Όπως έχει ήδη παρατηρήσει σε πολλές περιπτώσεις, όταν η εσωτερική έννομη τάξη προσφέρει ένα ένδικο μέσο όπως η υποβολή μήνυσης με δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής, το Κράτος υποχρεούται να μεριμνά ώστε ο πολιτικώς ενάγων να απολαμβάνει τις θεμελιώδεις εγγυήσεις του άρθρου 6 (βλέπε Αναγνωστόπουλος κατά Ελλάδας, αριθ. 54589/2000, παρ. 32, 3 Απριλίου 2003)…
Αποκλίνουσα γνώμη του δικαστή Φλογαΐτη:
Δε συμφωνώ με την πλειοψηφία στην παρούσα υπόθεση. Κατανοώ ότι υφίστανται σημαντικά νομολογιακά προηγούμενα σε περιπτώσεις όπου κατατέθηκαν δηλώσεις παράστασης πολιτικής αγωγής σε ποινικές δίκες ενώπιον των δικαστηρίων. Πιστεύω, ωστόσο, ότι οι ιδιαιτερότητες της ελληνικής ποινικής διαδικασίας με εμποδίζουν 21
από το να δεχθώ ότι η επίδικη διαδικασία ήταν από τη φύση της αστική και, συνεπώς, από το να καταλήξω ότι το άρθρο 6 παρ. 1 έχει εφαρμογή.
Σύμφωνα με το ελληνικό ποινικό δίκαιο, μία ποινική δίκη έχει εξ ολοκλήρου δημόσιο χαρακτήρα: ο εισαγγελέας είναι εκείνος που αποφασίζει ποιον να συλλάβει, ασκούνται διώξεις στο όνομα του δημοσίου συμφέροντος, και είναι ευθύνη του εισαγγελέα η εισαγωγή μίας υπόθεσης ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου κατά ενός ατόμου που θεωρείται ύποπτο για παραβίαση του νόμου. Η ποινική δίκη γίνεται ως εκ τούτου ανάμεσα στον εκπρόσωπο του δημοσίου συμφέροντος και τον κατηγορούμενο.
Όταν το «θύμα» ενός εγκλήματος επιθυμεί να παρέμβει στη διαδικασία, μόνο ένας θεσμός του επιτρέπει να συμμετάσχει επισήμως στην ποινική δίκη: η αστική αγωγή.
Ο πολιτικώς ενάγων που αξιώνει αποζημίωση συμμετέχει στην ποινική δίκη με πρόσχημα τη διεκδίκηση αποζημίωσης για τη ζημία που υπέστη. Στην πραγματικότητα, επιδιώκει να αποδείξει την ενοχή του κατηγορουμένου παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως το άτομο που υπέφερε ως αποτέλεσμα του εγκλήματος και που επιδιώκει να αποκαλύψει την αλήθεια. Άλλως ειπείν, ζητώντας από το ποινικό δικαστήριο να του επιδικάσει αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη, ο πολιτικώς ενάγων στην πραγματικότητα επιζητεί την αναγνώριση του βασάνου του από τις δημόσιες αρχές και την απονομή δικαιοσύνης προς όφελός του. Τούτο θα συμβεί μόνο αν ο κατηγορούμενος κριθεί ένοχος για το έγκλημα με απόφαση του δικαστηρίου. Επιπλέον, η ικανοποίηση των αξιώσεων του πολιτικώς ενάγοντος που απορρέουν από το έγκλημα αποτελεί στοιχείο του δημόσιου σκοπού της ποινής, αφού όχι μόνο παρέχει επανόρθωση για τον πολιτικώς ενάγοντα αλλά είναι ομοίως σημαντική για την αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε στην κοινωνία.
Η συμμετοχή του πολιτικώς ενάγοντα που αξιώνει αποζημίωση στην ποινική δίκη ομοίως συμβάλλει στην επίτευξη μίας καλύτερης διάγνωσης της προσωπικότητας του κατηγορουμένου και σε μία μεγαλύτερη αποσαφήνιση, τόσο των ψυχολογικών συνθηκών υπό τις οποίες τελέστηκε το έγκλημα, όσο και των συνεπειών του. Όταν λαμβάνονται υπόψη αυτοί οι παράγοντες, τα εθνικά δικαστήρια μπορούν να εκτιμήσουν καλύτερα το επίπεδο ευθύνης του κατηγορούμενου και την προσήκουσα ποινή. Η παρουσία του πολιτικώς ενάγοντος είναι ομοίως αναγκαία προκειμένου τα δικαστήρια ή οι δημόσιες αρχές να κινούν με ταχύτητα τις ποινικές διαδικασίες. Το επιχείρημα ότι σκοπός του πολιτικώς ενάγοντα στην ποινική διαδικασία είναι να διασφαλίσει την ποινική καταδίκη του κατηγορουμένου ομοίως ενισχύεται από το γεγονός ότι α) το ποσό που αξιώνει ο πολιτικώς ενάγων ως αποζημίωση είναι πολύ μικρό, 10 ή 20 ευρώ, και συνήθως επιφυλάσσεται του δικαιώματος να εισάγει την υπόθεση ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων για μεγαλύτερη αποζημίωση, και β) η ποινική διαδικασία επιτρέπει στο θύμα να συμμετάσχει στην ποινική δίκη και να προσπαθήσει να διασφαλίσει την καταδίκη του κατηγορούμενου χωρίς να αξιώσει αστική αποζημίωση. Πιο συγκεκριμένα, τούτο είναι δυνατό σε περιπτώσεις όπου i) υπεύθυνος για την καταβολή αποζημίωσης για τη ζημία που προκλήθηκε από το έγκλημα είναι κάποιος τρίτος και όχι ο κατηγορούμενος, ii) οι δημόσιες αρχές ασκούν αστική αγωγή για ένα έγκλημα που σχετίζεται με φόρους και δασμούς, iii) o εισαγγελέας ασκεί έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, και γ) η διαδικασία δήλωσης παράστασης πολιτικής αγωγής είναι απλουστευμένη καθώς αυτή μπορεί να γίνει προφορικά στην πορεία της δίκης, μπορεί να διορισθεί δικηγόρος, η πολιτική αγωγή καλείται να εμφανισθεί ενώπιον του δικαστηρίου και έχει το δικαίωμα ακρόασης.

V) Επίκαιρα ζητήματα για προβληματισμό
Παράσταση πολιτικής αγωγής Δημοσίου ενώπιον ποινικών δικαστηρίων
Mε την ΠΟΛ. 1019/17-1-2014 (Παράσταση πολιτικής αγωγής Δημοσίου ενώπιον ποινικών δικαστηρίων) διευκρινίζονται ζητήματα σε νομολογιακή βάση σχετικά με την παράσταση πολιτικής αγωγής του Δημοσίου στις ποινικές δίκες. Η εγκύκλιος έχει ως εξής: "Σε συνέχεια του αριθ. πρωτ. ΔΝΥ Α 1168770 ΕΞ 2012/6.12.2012 εγγράφου μας, με το οποίο σας δόθηκαν οδηγίες για τη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων σε υποθέσεις φοροδιαφυγής μείζονος σημασίας, κοινοποιούμε σχετική νομολογία επί θεμάτων παράστασης του Δημοσίου ως πολιτικώς ενάγοντος (επιμέλεια: Πάρεδρος Ν.Σ.Κ. Ευθύμιος Τσάκας):
1. Το Δημόσιο δύναται να παρασταθεί ως πολιτικώς ενάγον για την αποκατάσταση της προκληθείσας περιουσιακής του ζημίας, χωρίς την έγγραφη προδικασία του άρθρου 68 παρ. 1 ΚΠοινΔικ. Κατά το άρθρο 5 του N.Δ. 2711/1953 , το Δημόσιο δύναται για οποιαδήποτε αξίωση αποζημίωσής του λόγω ποινικού αδικήματος (χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του ή αποκατάσταση της προκληθείσας περιουσιακής του ζημίας) να παρίσταται ως πολιτικώς ενάγον ενώπιον του ακροατηρίου του ποινικού δικαστηρίου, χωρίς την έγγραφη προδικασία του άρθρου 68 παρ. 1 ΚΠοινΔικ, δύναται δε ταυτόχρονα με τη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής να γνωστοποιεί τα ονοματεπώνυμα των εξεταστέων μαρτύρων του προς απόδειξη της αξίωσής του
(Α.Π. 14/1991 Ελλ.Δνη 1991, 1573, Α.Π. 268/1989 Ποιν.Χρον.1989, 846, Α.Π. 163/1987 Ποιν. Χρον. 1987, 395, Α.Π. 1162/1987 Ποιν. Χρον. 1987, 989, Α.Π. 11/1981 Ποιν. Χρον. 1981, 416).
2. Στη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής του Δημοσίου δεν απαιτείται ιδιαίτερη εξειδίκευση του τρόπου πρόκλησης της ηθικής βλάβης του.
Στη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής του νομικού προσώπου -επομένως και του Δημοσίου - δεν απαιτείται να γίνει ιδιαίτερη εξειδίκευση του τρόπου πρόκλησης της ηθικής βλάβης του, διότι αναφέρεται προφανώς στον αντίκτυπο, τον οποίο έχει στην πίστη και στο κύρος του νομικού προσώπου η διαπραχθείσα εις βάρος του κολάσιμη πράξη (Α.Π. 39/2003 Ποιν.Χρον. 2003, 893, Α.Π. 2266/2002 Ποιν.Χρον. 2003, 799, Α.Π. 1510/2002 Ποιν.Χρον.2003, 527, Α.Π. 575/1986 ΝοΒ 1986,1267).
3. Νόμιμη η παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος το πρώτον στη μετ’ αναβολή ποινική δίκη. Κατά το άρθρο 68 παρ. 1 και 2 του ΚΠοινΔικ, η πολιτική αγωγή ασκείται ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, ήτοι μέχρι την όρκιση του πρώτου μάρτυρα κατηγορίας. Όταν, όμως, αναβληθεί η ποινική δίκη για κρείσσονες αποδείξεις, δύναται ο άμεσα ζημιωθείς από το ποινικό αδίκημα- έστω και αν δεν είχε εμφανιστεί κατά την πρώτη συζήτηση - να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων, καθόσον, κατά τη νέα δικάσιμο, η ποινική υπόθεση εκδικάζεται εξαρχής (Α.Π. 58/1978 Ποιν.Χρον. 1978, 411, Α.Π. 536/1989 Ποιν.Χρον. 1990, 22, Α.Π. 852/1974 Ποιν.Χρον. 1975, 193, Α.Π. 178/1962, Ποιν.Χρον. 1962,442, Α.Π. 357/1964 Ποιν.Χρον. 1965, 19, Α.Π. 129/1957 Ποιν.Χρον. 1957,300, Α.Π. 410/1953 Ποιν.Χρον. 1954,73).
4. Απαράδεκτη η παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος το πρώτον ενώπιον του εφετείου. Η παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος το πρώτον ενώπιον του εφετείου προς επιδίωξη των αστικών αξιώσεών του - κατά παράλειψη του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας - είναι απαράδεκτη και επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της επ’ ακροατηρίω διαδικασίας, συνιστώσα λόγο αναιρέσεως κατ’ άρθρο 510 παρ.1 εδ. α΄ ΚΠοινΔικ (Α.Π. 1740/2002 Ελλ.Δνη 2003,1438, Α.Π. 70/2002 Ποιν.Χρ.2003,43, Α.Π.794/1990 Ποιν.Χρον.MA΄ 202, Α.Π.1212/1989 Ποιν.Χρον. Μ΄526, Α.Π. 1168/1989 Ποιν.Χρον. Μ΄, 452, Α.Π. 1251/1984 Ποιν.Χρον. ΛΕ΄ 314).
5. Σε περίπτωση έφεσης του εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης, ο πολιτικώς ενάγων παρίσταται στο εφετείο μόνο προς υποστήριξη της ενοχής.
Σε περίπτωση άσκησης έφεσης του εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης, ο πολιτικώς ενάγων - ο οποίος είχε παραστεί στην πρωτοβάθμια δίκη - δικαιούται να παραστεί στην κατ’ έφεση δίκη μόνο προς υποστήριξη της ενοχής του αθωωθέντος κατηγορουμένου, όχι όμως να επιδιώξει την επιδίκαση απαιτήσεών του, διότι στην περίπτωση αυτή εκκαλείται μόνο το ποινικό μέρος της απόφασης ως προς το οποίο και μόνο μεταβιβάζεται η υπόθεση, το δε αστικό μέρος της υπόθεσης δεν μεταβιβάζεται στο εφετείο (Α.Π. 115/2003 Ποιν.Χρον.2003, 904, Α.Π. 22/1995 Ποιν.Χρον. 1995, 312, Α.Π. 1744/1989 Ποιν.Χρον. 1990, 840, Α.Π. 103/1988 Ποιν.Χρον. 1988, 474).
Επειδή σε πολλές περιπτώσεις έχει παρατηρηθεί ότι τα δικαστήρια απορρίπτουν ως απαράδεκτη τη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής από υπαλλήλους ελεγκτικών Αρχών, απαιτώντας από το δηλούντα ιδιότητα δικηγόρου, κρίνεται σκόπιμο οι
υπάλληλοι που εκπροσωπούν το Δημόσιο ως πολιτικώς ενάγοντες να παραδίδουν στον Πρόεδρο του Δικαστηρίου, εκτός από τη σχετική εντολή, αντίγραφο της διάταξης νόμου και της σχετικής εγκυκλίου της Δ/νσης, βάσει της οποίας το Ελληνικό Δημόσιο δύναται να παρίσταται ως πολιτικώς ενάγον για τις αξιώσεις που απορρέουν από αδικήματα φοροδιαφυγής, εκπροσωπούμενο από τον Προϊστάμενο της αρμόδιας Φορολογικής Αρχής ή τον υπ’ αυτού οριζόμενο υπάλληλο, εφόσον τα αδικήματα φέρουν χαρακτήρα πλημμεληματικό ( άρθρο 21 παρ. 11 Ν.2523/1997 ).

ΑΠ 572/2015 [Μη εμπρόθεσμη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο - Νόμος επιεικέστερος - Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης]

 

ΑΠ 572/2015 [Μη εμπρόθεσμη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο - Νόμος επιεικέστερος - Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης]

ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ

Τεύχος 10/2015, Οκτώβριος

Ενότητα: Δ΄ ΕΘΝΙΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ, ΙIΙ. Οικονομικό Ποινικό Δίκαιο, Χρέη προς το Δημόσιο , σελ. 928

 

Πρόεδρος: Π. Ρουμπής, Αντιπρόεδρος

Μέλη: Κ. Φράγκος (Εισηγητής), Ι. Γιαννακόπουλος,
Β. Καπελούζος, Π. Πετρόπουλος

Εισαγγελέας: Ξ. Δημητρίου-Βασιλοπούλου, Αντεισαγγελέας

Δικηγόρος: Χ. Πετρωτός

Διατάξεις: άρθρα 25 [παρ. 1] Ν 1882/1990, 23 [παρ. 1] Ν 2523/1997, 34 [παρ. 1] Ν 3220/2004, 3 [παρ. 1] Ν 3943/2011, 2 [παρ. 1] ΠΚ, 510 [παρ. 1 στοιχ. Δ΄, Ε΄] ΚΠΔ

Μη εμπρόθεσμη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, Νόμος επιεικέστερος, Αναδρομικότητα, Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης

Αναιρείται εν μέρει ως προς την επιβληθείσα ποινή η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία η αναιρεσείουσα καταδικάσθηκε για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο. Συγκεκριμένα, σε περίπτωση συνδρομής χρεών βεβαιωθέντων, όπως στην προκειμένη περίπτωση ενός χρέους του 2008 και δύο χρεών της 1.11.2011, πριν και μετά την τροποποίηση του άρθρου 25 εδ. γ΄ Ν 1882/1990 με το άρθρο 3 παρ. 1 Ν 3943/31.3.2011, ως προς τις προβλεπόμενες ποινές, ανάλογα των ποσών χρέους, ορθότερο κρίνεται να γίνεται υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στο προϊσχύσαν ευμενέστερο δίκαιο (Ν 3220/2004), το Δικαστήριο δε οφείλει να εφαρμόσει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις με τιμώρηση επιεικέστερη για ένα ενιαίο αδίκημα μη καταβολής του συνόλου των χρεών και δεν πρέπει να γίνει διάσπαση των χρεών, διότι τότε θα είχαμε δύο συρρέοντα αδικήματα. Επομένως, αφού από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κήρυξε την κατηγορουμένη ένοχη για μη καταβολή τριών χρεών της προς το Δημόσιο, όχι κατ’ εξακολούθηση, και της επέβαλε για τα παραπάνω τρία χρέη μία ποινή φυλακίσεως 18 μηνών, με αναφορά και εφαρμογή ενιαία και του άρθρου 3 παρ. 1 του νεότερου Ν 3943/2011 που προβλέπει αυστηρότερο πλαίσιο ποινής φυλακίσεως, εσφαλμένα εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις.

Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με τη με αριθ. 941/2014 απόφασή του, καταδίκασε την αναιρεσείουσα σε ποινή φυλακίσεως δεκαοκτώ (18) μηνών, με τριετή αναστολή, για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, και δη τριών επί μέρους χρεών. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε η αναιρεσείουσα νομοτύπως και εμπροθέσμως την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, η οποία πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.

Κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν 1882/1990, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν 2523/1997, η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων ή προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ, σε καθυστέρηση πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται, ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους, και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης, κατά τις διακρίσεις των επόμενων εδαφίων της ίδιας παραγράφου του άρθρου αυτού, ανάλογα με το είδος του οφειλομένου χρέους και το ποσό της ληξιπρόθεσμης οφειλής. Με τη διάταξη αυτή προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις ενάρξεως της ποινικής ευθύνης από τη μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, ήτοι αυτή της μη καταβολής του χρέους που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί σε δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσεως και εκείνη της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Έτσι για την καθεμία από τις περιπτώσεις αυτές απαιτούνται διαφορετικά στοιχεία για τη συγκρότηση της αντίστοιχης αξιόποινης πράξεως. Περαιτέρω, με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν 2523/11.9.1997 αντικαταστάθηκε το ως άνω άρθρο 25 του Ν 1882/1990 και, αφενός μεν ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία, αφετέρου δε αυξήθηκε το ύψος του ποσού, το οποίο, όταν οφείλεται, καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής του και έτσι οι πράξεις που προηγουμένως ήταν αξιόποινες καθίστανται πλέον ανέγκλητες, αν το ύψος της ληξιπρόθεσμης οφειλής δεν υπερβαίνει το όριο του 1.000.000 δρχ. προκειμένου για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και τα 2.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά. Επομένως, κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 του Ν 2523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος τούτου, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ, ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος (χρόνος καταβολής) δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ο νόμος ως βεβαίωση χρεών εννοεί εκείνη που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση, πέραν των όσων προαναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για την καθεμία από τις ως άνω δύο κατηγορίες, αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής.

Τέλος, με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν 3220/2004, του οποίου η ισχύς άρχισε από την 1.1.2004, αντικαταστάθηκε εκ νέου το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν 1882/1990 και ορίζεται πλέον με αυτό ότι: Η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (ΔΟΥ) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της ΔΟΥ ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περ. α΄, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περ. α΄, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με το ανωτέρω άρθρο 34 του Ν 3220/2004, όπως αναφέρεται στην Εισηγητική Έκθεση του τελευταίου, επέρχονται ορισμένες τροποποιήσεις και βελτιώσεις, όσον αφορά την ποινική δίωξη των οφειλετών. Ειδικότερα, με την παρ. 1 του άρθρου αυτού: 1) Το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς τον χρόνο διαπράξεώς του, ανεξαρτήτως του ποσού καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις, όπως οι τόκοι και οι προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής ανεξαρτήτως του είδους χρέους (παρακρατούμενοι ή επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λπ.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη.

Στη συνέχεια η ως άνω διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 25 του Ν 1882/1990 αντικαταστάθηκε εκ νέου με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του Ν 3943/2011 (έναρξη ισχύος από 31.3.2011), που έχει ως εξής: «1. Όποιος δεν καταβάλλει τα βεβαιωμένα στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (ΔΟΥ) και τα τελωνεία χρέη προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) έως ένα μήνα, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, που αναφέρεται στην παρ. 5, υπερβαίνει το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περ. α΄, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περ. α΄ υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, δ) τριών τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περ. α΄ υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ. Χρόνος τέλεσης του αδικήματος είναι το χρονικό διάστημα από την παρέλευση των τεσσάρων μηνών μέχρι τη συμπλήρωση χρόνου αντίστοιχου με το 1/3 της κατά περίπτωση προβλεπόμενης προθεσμίας παραγραφής».

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από τον επισκοπούμενο πίνακα χρεών αποδεικνύεται, τα χρέη της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης βεβαιώθηκαν στη Β΄ ΔΟΥ Λάρισας την 4.6.2008 για το υπ' αριθ. 1 ποσού των 116.760,68 ευρώ και την 3.12.2010 για τα υπ' αριθ. 2 και 3 χρέη ποσών των 46.879,57 ευρώ και 52.810,73 ευρώ αντίστοιχα. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις του Ν 3220/2004, δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επί μέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου, και, συνεπώς, για τις πράξεις που τελέστηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους (δηλαδή πριν την 1.1.2004), εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις έναρξης και θεμελίωσης της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τέλεσής τους. Αντιθέτως, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέσθηκαν μετά από την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ. 1 του Ν 3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη, ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, των 50.000 ευρώ και των 120.000 ευρώ αντίστοιχα, είναι ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του Ν 3220/2004, από εκείνες του άρθρου 3 παρ. 1 του νέου Ν 3943/2011 και δεν τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, οι τελευταίες του Ν 3943/2011, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη, ενώ συγχρόνως διαφοροποιούνται και αυξάνονται και τα όρια του συνολικού χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη.

Συνεπώς, για τα χρέη που ο χρόνος καταβολής τους έπεται της 1.1.2004, εφαρμοστέες είναι οι ως άνω ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις του Ν 3220/2004, ενώ για πρόσθετα χρέη, ο χρόνος καταβολής των οποίων έπεται της 1.1.2004 και το δικαστήριο επιλαμβάνεται της εκδικάσεως της υποθέσεως μετά το άνω χρονικό διάστημα θα εφαρμοσθούν ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης, αλλά και περί επιβλητέας ποινής, και πάλιν οι ευνοϊκότερες σε κάθε περίπτωση διατάξεις του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε διά του άρθρου 34 παρ. 1 περ. γ΄ του Ν 3220/2004 που προβλέπει ποινή φυλακίσεως ενός τουλάχιστον έτους, όταν το συνολικό χρέος υπερβαίνει το ποσόν των 120.000 ευρώ και όχι οι δυσμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις του άνω άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε διά του προεκτεθέντος άρθρου 3 παρ. 1 του Ν 3943/31.3.2011, που προβλέπει αυστηρότερη ποινή φυλακίσεως ενός τουλάχιστον έτους, όταν το συνολικό χρέος υπερβαίνει το ποσόν των 50.000 ευρώ και τουλάχιστον τριών ετών, όταν το συνολικό χρέος υπερβαίνει το ποσόν των 120.000 ευρώ. Τούτο δε διότι, σε περίπτωση συνδρομής χρεών βεβαιωθέντων, όπως στην προκειμένη περίπτωση ενός χρέους του 2008 και δύο χρεών της 1.11.2011, πριν και μετά την τροποποίηση του άρθρου 25 εδ. γ΄ του Ν 1882/1990 με το άρθρο 3 παρ. 1 του νέου Ν 3943/31.3.2011, ως προς τις προβλεπόμενες ποινές, ανάλογα των ποσών χρέους, ορθότερο κρίνεται να γίνεται υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στο προϊσχύσαν ευμενέστερο δίκαιο (Ν 3220/2004), σύμφωνα με το άρθρο 2 ΠΚ και 7 παρ. 1β΄ του Συντ., το Δικαστήριο δε οφείλει να εφαρμόσει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις με τιμώρηση επιεικέστερη για ένα ενιαίο αδίκημα μη καταβολής του συνόλου των χρεών και δεν πρέπει να γίνει διάσπαση των χρεών, γιατί τότε θα είχαμε δύο συρρέοντα αδικήματα. Επομένως, αφού από την προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κήρυξε την κατηγορουμένη ένοχη, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2β΄ του ΠΚ, για μη καταβολή τριών χρεών της προς το Δημόσιο, όχι κατ' εξακολούθηση, και της επέβαλε για τα παραπάνω τρία χρέη, με χρόνους τελέσεως 1.12.2008 και 1.6.2011και 1.6.2011 αντίστοιχα, μία ποινή φυλακίσεως 18 μηνών, με αναφορά στη σελ. 29 και εφαρμογή ενιαία και του προαναφερθέντος άρθρου 3 παρ. 1 του νεότερου Ν 3943/2011, που προβλέπει αυστηρότερο πλαίσιο ποινής φυλακίσεως, εσφαλμένα εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και απέρριψε προβληθέντα σχετικό ισχυρισμό της κατηγορουμένης και είναι βάσιμος ο συναφής από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως. Ήτοι πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση εν μέρει κατά τις διατάξεις της που αφορούν την επιβληθείσα ποινή. Μετά από αυτά, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).

[...]

 

Subscribe to this RSS feed