Νομολογία

1025/2015 ΑΠ - Αντισυνταγματικότητα ρυθμίσεων περί Επικουρικού Κεφαλαίου.

1025/2015 ΑΠ
  
 
Αυτοκινητικό ατύχημα. Ευθύνη του Επικουρικού Κεφαλαίου (Ε.Κ.). Ποσοτικός περιορισμός στη καταβαλλόμενη από αυτό χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, μέχρι το ποσό των 6.000 ευρώ για κάθε δικαιούχο κατά τις διατάξεις του άρθ. 4 παρ. γ' του ν. 4092/2012. Υπολογισμός των τόκων που υποχρεούται να καταβάλλει σε κάθε περίπτωση το Ε.Κ. με επιτόκιο 6% ετησίως. Εφαρμογή της ρύθμισης και επί των ήδη γεγεννημένων αξιώσεων κατά του Ε.Κ., χωρίς ωστόσο να θίγονται οι αξιώσεις που έχουν επιδικαστεί με οριστική δικαστική απόφαση. Ζήτημα αντισυνταγματικότητας της ως άνω διάταξης και αντίθεσής της με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο και την ΕΣΔΑ. Κατά πλειοψηφία κρίση του αναιρετικού δικαστηρίου ότι αρνούμενο το Εφετείο να εφαρμόσει στην ένδικη διαφορά τις σχετικές διατάξεις του ν. 4092/2012 δεν παραβίασε το νόμο. Αντίθετη γνώμη μειοψηφίας. Κρίση αυτής και περί αντικατάστασης του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης. Παραδεκτή η άσκηση προσθέτων παρεμβάσεων των δικηγορικών συλλόγων στην υπό κρίση υπόθεση. Παραπέμπει το ζήτημα της συνταγματικότητας ή μη των σχετικών διατάξεων του Ν. 4092/2012 στη Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου. (Αφορά την υπ' αριθμ. 345/2013 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων).
 
 
  
Αριθμός 1025/2015 
 
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ 
 
Δ` Πολιτικό Τμήμα 
 
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Χαράλαμπο Καλαματιανό και Μαρία Χυτήρογλου, Αρεοπαγίτες.
 
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2015, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού εκ του νόμου διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία ".", της οποίας η άδεια λειτουργίας ανεκλήθη οριστικώς από την κατά νόμο Ανεξάρτητη Αρχή με την επωνυμία "Επιτροπή Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης" (ΕΠ.Ε.Ι.Α.), λόγω παραβάσεως νόμου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Γεώργιο Μανουσάκη, Αργυρώ Γρατσία - Πλατή και Βασίλειο Κούρτη, οι οποίοι δήλωσαν στο ακροατήριο ότι το αναιρεσείον παραιτείται από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τους 5ο και 6η των αναιρεσιβλήτων, καθώς και ως προς τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως. Των αναιρεσιβλήτων: 1) .χας .το γένος ..., 2)., 3) .4)., 5) . και 6)., όλων κατοίκων ., εκ των οποίων οι 1η, 2η, 3η και 4η εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Παναγιώτη Βρεττό και Δημήτριο Λαμπράκη, οι 1η και 2η εκπροσωπήθηκαν επίσης από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Κλάππα, ενώ οι 5ος και 6η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο. 
 
Του προσθέτως υπέρ του αναιρεσείοντος παρεμβαίνοντος: Σωματείου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα με την επωνυμία "ΕΝΩΣΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ρόκα.
 
Των προσθέτως υπέρ των αναιρεσιβλήτων παρεμβαινόντων: 1) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΑΤΡΩΝ", που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Λέοντα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, 2) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ - (ΔΣΘ)", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κοτζαμανίδη, 3) α. ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΘΗΝΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Ιωάννη Δρόσο και Αλέξανδρο Λεοντόπουλο - Βαμβέτσο και β. ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, για το οποίο παραστάθηκε ο Πρόεδρός του Γ.Σ. και διόρισε τους Ιωάννη Δρόσο και Αλέξανδρο Λεοντόπουλο - Βαμβέτσο πληρεξούσιους δικηγόρους του. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-1-2009 αγωγή των ήδη 1ης, 2ης, 3ης και 4ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αρτας και συνεκδικάστηκε με την από 4-6-2009 παρεμπίπτουσα αγωγή της ". ", στη θέση της οποίας ήδη έχει υπεισέλθει το αναιρεσείον. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 74/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 345/2013 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 7-1- 2014 αίτησή του, καθώς και το σωματείο με την επωνυμία "ΕΝΩΣΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ" με την από 2-1-2015 πρόσθετη παρέμβασή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Χατζηπαναγιώτης διάβασε την από 3-10-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή των δεύτερου, τρίτου και πέμπτου λόγων της από 7-1-2014 και με αριθμό κατάθεσης 1/2014 αίτησης αναίρεσης της υπ` αριθμ. 345/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων και την απόρριψη των λοιπών εξ αυτών. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος και του προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβαίνοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, της πρόσθετης παρέμβασης και την απόρριψη των προσθέτων υπέρ των αναιρεσιβλήτων παρεμβάσεων, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων κατέθεσαν έγγραφο για υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ζήτησαν την παραδοχή των προσθέτων υπέρ τους παρεμβάσεων και την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης, οι πληρεξούσιοι των προσθέτων υπέρ των αναιρεσιβλήτων παρεμβαινόντων ζήτησαν την παραδοχή των παρεμβάσεών τους και την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
 
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
 
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 295 § 1, 297, 298 και 299 Κ.Πολ.Δ., που κατά το άρθρο 573 § 1 του ίδιου Κώδικα εφαρμόζονται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η παραίτηση του αναιρεσείοντα, ολική ή μερική, από το δικόγραφο της αναίρεσης μπορεί να συντελεσθεί χωρίς τη συναίνεση του αναιρεσίβλητου, είτε με προφορική δήλωσή του, η οποία γίνεται πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης και καταχωρίζεται στα πρακτικά, είτε με δικόγραφο, το οποίο επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου, και επιφέρει την κατάργηση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης από Ατυχήματα Αυτοκινήτων" (του λοιπού Επικουρικό Κεφάλαιο), με δήλωση των πληρεξουσίων δικηγόρων του, η οποία έγινε ενώπιον του ακροατηρίου του Δικαστηρίου τούτου, πριν αυτό προχωρήσει στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, και καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης, παραιτήθηκε από το δικόγραφο της από 7.1.2014 υπό κρίση αίτησης αναίρεσης το μεν ως προς τους πέμπτο και έκτη των αναιρεσιβλήτων . και., αντίστοιχα, το δε ως προς τον θεμελιούμενο επί του αριθμού 9 περ. γ` του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πέμπτο κατά σειρά λόγο αυτής. Επομένως, ως προς τους εν λόγω αναιρεσίβλητους και τον προαναφερόμενο λόγο της αναίρεσης πρέπει η αίτηση αυτή να θεωρηθεί ως μη ασκηθείσα.
 
ΙΙ. Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο εκδοθείσα κατ` αντιμωλία των τεσσάρων πρώτων των ήδη αναιρεσιβλήτων και ερήμην των πέμπτου και έκτης εξ αυτών υπ` αριθμ. 345/2013 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, με την οποία απορρίφθηκε η από 31.5.2010 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ` αριθμ. 74/2010 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αρτας, έγινε δεκτή η δια των προτάσεων των τεσσάρων πρώτων εφεσιβλήτων και ήδη τεσσάρων πρώτων των αναιρεσιβλήτων ασκηθείσα αντέφεση και αφού εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη ως άνω απόφαση, κρατήθηκε και δικάστηκε κατ` ουσία η υπόθεση και έγινε εν μέρει δεκτή η από 5.1.2009 αγωγή αποζημίωσης από αδικοπραξία (τροχαίο ατύχημα) των ήδη τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων κατά των πέμπτου και έκτης των αναιρεσιβλήτων και της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία ".", στη δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθε ως εκ του νόμου διάδοχός της (άρθρ. 25 § 4 Ν. 489/1976) το ήδη αναιρεσείον. Η αίτηση, μετά και την κατά τα άνω παραίτηση από το δικόγραφο αυτής, το μεν ως προς τους πέμπτο και έκτη των αναιρεσιβλήτων, το δε ως προς τον πέμπτο λόγο αυτής, ασκήθηκε, όσον αφορά τους τέσσερις πρώτους αναιρεσίβλητους, νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 και 566 § 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, αναφορικά με τους εν λόγω τέσσερις πρώτους αναιρεσίβλητους, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της που αφορούν αυτούς (άρθρ. 577 § 3 Κ.Πολ.Δ.).
 
ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, 297, 298, 300, 330 εδ. β` και 914 του Α.Κ., προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει την ζημία και την επέφερε στην συγκεκριμένη περίπτωση. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται κατ` αρχήν από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα του ατυχήματος συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ` ένσταση, συνεπάγεται την μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή την μείωση του ποσού της (άρθρ. 300 ΑΚ). Ακόμη από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την συνδρομή ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του προαναφερόμενου πταίσματος. Αντιθέτως ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού κατά το οποίο εξ αυτού του λόγου πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911 ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, σύμφωνα με το οποίο άρθρο αυτή (υπαιτιότητα) κρίνεται κατά το κοινό δίκαιο. Περαιτέρω, η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ` εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παράβασης και του επελθόντος αποτελέσματος. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση γιατί δεν έχει καθόλου ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν, από το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς, τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που είναι, κατά το νόμο, αναγκαία για την εφαρμογή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να μην είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής του κανόνα αυτού του ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης, κατά τη διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της απόφασης ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως κατά το άρθρο 561 § 1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1416/2012, ΑΠ 1208/2011, ΑΠ 44/ 2003, ΑΠ 1702/2001). Τέλος, επί αδικοπραξίας, σύμφωνα με τα άρθρα 297 και 914 ΑΚ, οι αιτιολογίες πρέπει να καλύπτουν την υπαιτιότητα, την ζημία και τον αιτιώδη σύνδεσμο (ΑΠ 16/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, αναφορικά με την υπαιτιότητα των οδηγών των εμπλακέντων στο ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα οχημάτων, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "Την 1.5.2008 και ώρα 09.00` περίπου, ο πέμπτος εφεσίβλητος., ηλικίας 22 ετών, οδηγούσε το... ΕΙΧ αυτοκίνητο της μητέρας του - έκτης εφεσίβλητης, στην επαρχιακή οδό Αρτας - Κορωνησίας, με κατεύθυνση προς την Αρτα. Όταν έφθασε στο 2ο χιλιομετρικό σημείο, επειδή δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ενώ έβαινε με ταχύτητα μεγαλύτερη των 100 Χ/Ω, αντί του επιτρεπομένου, λόγω κατοικημένης περιοχής, ανωτάτου ορίου των 50 Χ/Ω και, παράλληλα, δεν τηρούσε αρκετή απόσταση από προπορευόμενο ΕΙΧ αυτοκίνητο, όπως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 12 § 1, 19 § 7 και 20 § 1 του ΚΟΚ ήταν υποχρεωμένος, όταν το προπορευόμενο όχημα μείωσε την ταχύτητά του, για να εισέλθει στη δεξιά, ως προς την κατεύθυνσή του, οδό προς Κωστακιούς, προκειμένου να αποφύγει την πτώση του επ` αυτού, πέδησε το αυτοκίνητό του, πλην, όμως, έχασε τον έλεγχό του, με συνέπεια να παρεκκλίνει της πορείας του πρώτα προς τα δεξιά και, στη συνέχεια, προς τα αριστερά και, κατά παράβαση του άρθρου 16 § 4 του ΚΟΚ, να εισέλθει και να καταλάβει το τμήμα του οδοστρώματος της ανωτέρω οδού που προοριζόταν για την αντίθετη κυκλοφορία. Με τον τρόπο αυτό, απέκλεισε την πορεία του... - 5... ΦΙΧ αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο ...., με συνοδηγό την πρώτη εφεσίβλητη - σύζυγό του, στην ίδια οδό, με αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή προς την Κορωνησία, με συνέπεια να προκληθεί, αναπόφευκτα πλέον, η σύγκρουση των δύο οχημάτων στο μέσον περίπου του ρεύματος κυκλοφορίας του., καθ` όσον το όχημα του. έπεσε με το εμπρόσθιο τμήμα του στο εμπρόσθιο επίσης τμήμα του αυτοκινήτου του . . Στο σημείο του ατυχήματος, η ανωτέρω οδός ήταν διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, ευθεία σε μεγάλο μήκος και στο οδόστρωμά της, συνολικού πλάτους (10,40) μέτρων, υπήρχε ειδική διαγράμμιση από παράλληλες λοξές λωρίδες, που πλαισιώνονταν από μία συνεχή γραμμή και η οποία διαγράμμιση διακοπτόταν στο ανωτέρω σημείο συμβολής της οδού αυτής με την οδό προς τους Κωστακιούς. Ο., βλέποντας το αυτοκίνητο του. . να εισέρχεται με τον παραπάνω τρόπο στο δικό του ρεύμα κυκλοφορίας και να κατευθύνεται κατ` επάνω του, επιχείρησε, προκειμένου να αποφύγει τη σύγκρουση των δύο οχημάτων, ελιγμό αλλαγής κατεύθυνσης προς τα αριστερά ως προς την κατεύθυνσή του, χωρίς, όμως, αποτέλεσμα. Το αυτοκίνητο του ., πριν εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, διέγραψε στο δικό του ρεύμα πορείας ίχνη πεδήσεως μήκους 26,50 μέτρων με τους δεξιούς και 22,50 μέτρων με τους αριστερούς τροχούς του. Στη συνέχεια, κλείνοντας προς τα αριστερά, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και, αφού διήνυσε διαγώνια απόσταση 43,60 μέτρων, διέγραψε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας νέα ίχνη πεδήσεως μήκους έξι (6) μέτρων, πριν επιπέσει με τον τρόπο που προαναφέρθηκε στο αυτοκίνητο του. . Μετά τη σύγκρουση, τα δύο οχήματα ακινητοποιήθηκαν στο ρεύμα πορείας προς την Κορωνησία, το μεν αυτοκίνητο του... στο μέσον του εν λόγω ρεύματος, με κατεύθυνση προς την Κορωνησία, το δε αυτοκίνητο του. . μπροστά από αυτό, κάθετα στο οδόστρωμα και με κατεύθυνση από το πεζοδρόμιο προς το κέντρο του ανωτέρω ρεύματος κυκλοφορίας. Κατά το εν λόγω ατύχημα, τραυματίστηκε θανάσιμα ο., ο οποίος υπέστη συγκεκριμένα βαριές κακώσεις θώρακα, από τις οποίες, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε αμέσως ο θάνατός του. Σύμφωνα μ` αυτά, το παραπάνω ατύχημα και τα αποτελέσματά του οφείλονται αποκλειστικά σε αμέλεια του. . Και τούτο, διότι αυτός, κατά παράβαση των διατάξεων του ΚΟΚ που προαναφέρθηκαν, δεν οδηγούσε το όχημά του με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, δεν μείωσε τη μέχρι τότε ταχύτητά του εντός των ανωτέρω νομίμων ορίων και δεν τηρούσε αρκετή απόσταση από το προπορευόμενο όχημα που προαναφέρθηκε, για την αποφυγή σύγκρουσης μ` αυτό, αν μείωνε, όπως έπραξε, την ταχύτητά του, με αποτέλεσμα, όταν το τελευταίο τούτο όχημα μείωσε, προκειμένου να πραγματοποιήσει τον παραπάνω ελιγμό του, την ταχύτητά του, να μη μπορέσει, παρά τον ελιγμό πεδήσεως που πραγματοποίησε, να ακινητοποιήσει με ασφάλεια το αυτοκίνητό του προ αυτού ή να διέλθει με ασφάλεια από τα αριστερά του, αλλά να χάσει τον έλεγχο του οχήματός του και να εισέλθει και να καταλάβει το τμήμα του οδοστρώματος που προοριζόταν για την αντίθετη κυκλοφορία, με συνέπεια να αποκλείσει την πορεία του αυτοκινήτου του., που κινούταν κανονικά εντός του τμήματος αυτού και να προκληθεί έτσι η σύγκρουση των δύο οχημάτων, αφού καρφώθηκε κυριολεκτικά με το αυτοκίνητό του πάνω στο αυτοκίνητο του. . Αντίθετα, αν ο.... οδηγούσε το όχημά του με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, παράλληλα δε είχε μειώσει την ταχύτητά του εντός των παραπάνω νομίμων ορίων και τηρούσε και αρκετή απόσταση από το προπορευόμενο όχημα, δεν θα έχανε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, όταν αναγκάστηκε να τροχοπεδήσει, για να μην πέσει πάνω στο προπορευόμενο όχημα όταν τούτο μείωσε την ταχύτητά του για να στρίψει δεξιά και, συνεπώς, δεν θα εισερχόταν στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και δεν θα συγκρουόταν μετωπικά με το αυτοκίνητο του., αλλά θα είχε τη δυνατότητα να ακινητοποιήσει με ασφάλεια το όχημά του προ του προπορευομένου οχήματος ή να διέλθει με ασφάλεια επίσης από τα αριστερά αυτού και το επίδικο ατύχημα θα είχε αποτραπεί. Επομένως, ο.. δεν έδειξε, κατά την οδήγηση του παραπάνω αυτοκινήτου, τη συμπεριφορά που θα έδειχνε ο μέσος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος του ίδιου τομέα επαγγελματικής δραστηριότητας, αν βρισκόταν υπό τις συνθήκες, υπό τις οποίες βρέθηκε αυτός κατά το χρόνο του ατυχήματος, αλλά, αντίθετα, παραβίασε τις διατάξεις του ΚΟΚ που προαναφέρθηκαν, η δε συμπεριφορά του αυτή βρίσκεται σε άμεση και απόλυτη αιτιώδη συνάφεια με το ανωτέρω ατύχημα και τα αποτελέσματά του. Αντίθετα, δεν βαρύνει κάποια αμέλεια το.... ως προς την πρόκληση του εν λόγω ατυχήματος. Διότι αυτός κινούνταν κανονικά εντός του τμήματος του οδοστρώματος της παραπάνω οδού που προοριζόταν για την κατεύθυνσή του, ενώ η αιφνιδιαστική και με τις ανωτέρω ειδικότερες συνθήκες και περιστάσεις είσοδος του οχήματος του. εντός του τμήματος αυτού, του στέρησε τη δυνατότητα οποιουδήποτε αποτελεσματικού αποφευκτικού ελιγμού του ατυχήματος. Η κρίση ως προς τα πραγματικά αυτά περιστατικά στηρίζεται...". Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες αναφορικά με τα ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ζητήματα της υπαιτιότητας των οδηγών των εμπλακέντων στο ένδικο ατύχημα οχημάτων και της ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ πράξεων ή παραλείψεων τούτων και του επελθόντος επιζημίου αποτελέσματος, οι οποίες καθιστούν δυνατό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των εφαρμοσθεισών από αυτό ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του ΑΚ, όπως και εκείνων των άρθρων 2 § 1 (ως προς την έννοια της οδού), 12 § 1 (κανόνες οδικής συμπεριφοράς), 16 § 1 (θέση οχημάτων επί της οδού) και 19 §§ 1, 2, 3 (ταχύτητα και απόσταση μεταξύ οχημάτων) του ΚΟΚ, τις οποίες και ουδόλως παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών. Συνεπώς, τα αντιθέτως προβαλλόμενα με τον από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. πρώτο κατά σειρά λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμα και απορριπτέα. IV. Από τη διάταξη του άρθρου 80 Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι αν σε δίκη, που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, δικαιούται, έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει το διάδικο αυτό, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου. Από την ίδια ως άνω διάταξη, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 68 Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον, προκύπτει περαιτέρω ότι αναγκαία διαδικαστική προϋπόθεση για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 90 περ. ζ` του ισχύοντος από 27.9.2013 Κώδικα Δικηγόρων (Ν. 4194/2013, ΦΕΚ 208 τ. Α`/27.9.2013), στους Δικηγορικούς Συλλόγους ανήκει, μεταξύ άλλων, και "η άσκηση παρεμβάσεων ενώπιον δικαστηρίων και κάθε αρχής για κάθε ζήτημα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού, οικονομικού ενδιαφέροντος και περιεχομένου που ενδιαφέρει τα μέλη του συλλόγου ή το δικηγορικό σώμα γενικότερα, καθώς και για κάθε ζήτημα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού ή οικονομικού ενδιαφέροντος. Για την υλοποίηση και επίτευξη αυτού του σκοπού οι Δικηγορικοί Σύλλογοι μπορούν να υποβάλλουν αγωγή, κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, αναφορά, μήνυση, δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής, αίτηση ακύρωσης, ουσιαστική προσφυγή και γενικά οποιοδήποτε ένδικο βοήθημα και μέσο οποιασδήποτε φύσης κατηγορίας ενώπιον κάθε δικαστηρίου ποινικού, πολιτικού, διοικητικού ουσίας ή ακυρωτικού ή Ελεγκτικού οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας στην Ελλάδα...". Στην προκειμένη περίπτωση οι Δικηγορικοί Σύλλογοι α) Αθηνών και Πειραιώς, με το από 16.12.2014 κοινό δικόγραφό τους, β) Πατρών, με το από 12.12.2014 δικόγραφο και γ) Θεσσαλονίκης, με το από 10.12.2014 δικόγραφο, άσκησαν πρόσθετες υπέρ των αναιρεσιβλήτων παρεμβάσεις, με τις οποίες α) επικαλούμενοι την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 90 περ. ζ` του Κώδικα Δικηγόρων και β) ισχυριζόμενοι ότι το ζήτημα της συνταγματικότητας ή μη και συνακόλουθα του εύρους της εφαρμογής των διατάξεων του γ` εδαφίου του άρθρου τέταρτου του Ν. 4092/2012, με το οποίο αντικαθίσταται η παράγραφος 2 του άρθρου 19 του ΠΔ/τος 237/1986 και με το οποίο τέταρτο άρθρο εισάγονται ποσοτικοί περιορισμοί α) ως προς το ύψος του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης το οποίο οφείλεται από το Επικουρικό Κεφάλαιο, που υπεισέρχεται στη δικονομική θέση της ασφαλιστικής εταιρίας η οποία πτώχευσε ή της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας, και β) ως προς το ποσοστό του οφειλομένου τόκου, τόσο για το πιο πάνω ποσό όσο και γενικότερα για την οφειλόμενη υπ` αυτού (Επικουρικού Κεφαλαίου) αποζημίωση, είναι ζητήματα γενικοτέρου κοινωνικού και οικονομικού ενδιαφέροντος που αφορούν την προστασία κάθε θύματος τροχαίου ατυχήματος, αλλά και των συγγενών αυτού, ζητούν την απόρριψη των δεύτερου και τρίτου κατά σειρά λόγων της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αιτίαση, συνισταμένη στην από το Εφετείο εσφαλμένη - κατά το αναιρεσείον ΕΚ - ερμηνεία και εφαρμογή των επιμάχων διατάξεων του ως άνω άρθρου 4, εδάφ. γ`, του Ν. 4092/ 2012. Συνεπώς, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, υφίσταται στο πρόσωπο των παρεμβαινόντων Δικηγορικών Συλλόγων έννομο συμφέρον προς άσκηση των παρεμβάσεων, του περί του αντιθέτου ισχυρισμού του αναιρεσείοντος απορριπτομένου ως αβασίμου, και, εφόσον αυτές (παρεμβάσεις) ασκήθηκαν παραδεκτά, πρέπει να συνεκδικασθούν με την αίτηση αναίρεσης. Περαιτέρω, το μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα σωματείο με την επωνυμία "Ένωση Ασφαλιστικών Εταιριών Ελλάδος", με το από 2.1.2015 δικόγραφο, άσκησε πρόσθετη υπέρ του αναιρεσείοντος ΕΚ παρέμβαση, με την οποία επικαλούμενο α) ότι μέλη του (παρεμβαίνοντος σωματείου) αποτελούν υποχρεωτικά όλες οι ασφαλιστικές εταιρίες που ασκούν εργασίες ασφάλισης αυτοκινήτων, οι οποίες και επιβαρύνονται δυνάμει του νόμου (άρθρα 18 § 1, 20 § 1 του Ν. 489/1976) με χρηματική εισφορά για την λειτουργία του αναιρεσείοντος και ότι η κατάφαση της συνταγματικότητας και εντεύθεν της εφαρμογής των προαναφερομένων επιμάχων διατάξεων του άρθρου τέταρτου, εδάφ. γ`, του Ν. 4092/2012 εμφανίζεται ως απολύτως αναγκαία, όχι μόνο για τη σωστή λειτουργία του ΕΚ αλλά και για την ίδια την επιβίωση αυτού και β) ότι ως εκ τούτου η έκβαση της ανοιγείσας δίκης αφορά τα συμφέροντα του συνόλου των ασφαλιστικών εταιριών - μελών του που ασκούν εργασίες ασφάλισης από ατυχήματα αυτοκινήτων, ζητεί την αποδοχή της αίτησης αναίρεσης. Συνεπώς, υφίσταται στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος Σωματείου έννομο συμφέρον προς άσκηση της παρέμβασης και εφόσον αυτή ασκήθηκε παραδεκτά πρέπει να συνεκδικασθεί με την αναίρεση.
 
V. Με τις διατάξεις των άρθρων 5, 6 §§ 1, 2, 5, 6 και 10 § 1 του ΠΔ/τος 237/1986 καθιερώθηκε η υποχρεωτική ασφάλιση της από αυτοκινητικά ατυχήματα ευθύνης, η οποία καλύπτει την έναντι τρίτων αστική ευθύνη εξαιτίας θανάτωσης ή σωματικής βλάβης ή ζημιών σε πράγματα, στην οποία περιλαμβάνεται και η χρηματική αξίωση για ψυχική οδύνη ή ηθική βλάβη, το δε ασφαλιστικό ποσό είναι τουλάχιστον ίσο με αυτό που καθορίζει κάθε φορά με αποφάσεις της η ΕΠ.Ε.ΙΑ για κάθε είδος κινδύνου που υπάγεται στην υποχρεωτική ασφάλιση. Εξάλλου, κατά το άρθρο 19 § 1 του ιδίου ως άνω ΠΔ/τος, το Επικουρικό Κεφάλαιο είναι υποχρεωμένο να καταβάλει στα πρόσωπα που ζημιώθηκαν την κατά την §2 του άρθρου αυτού αποζημίωση λόγω θανάτωσης ή σωματικών βλαβών ή υλικών ζημιών από αυτοκινητικά ατυχήματα και σε περίπτωση που αυτά προκαλούνται από ανασφάλιστο όχημα ή από όχημα αγνώστων στοιχείων ή ασφαλισμένο σε ασφαλιστική εταιρία που πτώχευσε ή της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε. Κατά την §2 του ίδιου άρθρου, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του από το Ν. 4092/2012, η αποζημίωση δεν μπορεί να υπερβεί τα κατά το άρθρο 6 § 5 κατώτατα όρια ασφαλιστικών ποσών του χρόνου του ατυχήματος. Η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. γ` του τέταρτου άρθρου του Ν. 4092/2012 (ΦΕΚ 220 τ. Α`/8.11. 2012) και ορίστηκε, ότι η αποζημίωση που καταβάλλει το Επικουρικό Κεφάλαιο για χρηματικές ικανοποιήσεις λόγω ψυχικής οδύνης δεν μπορεί να υπερβεί το ποσό των 6.000 ευρώ για κάθε δικαιούχο. Η ρύθμιση καταλαμβάνει και τις ήδη γεγεννημένες αξιώσεις κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου χωρίς πάντως να θίγει αξιώσεις που έχουν επιδικαστεί με οριστική δικαστική απόφαση και ότι οι τόκοι που υποχρεούται να καταβάλει το Επικουρικό Κεφάλαιο υπολογίζονται σε κάθε περίπτωση με επιτόκιο 6% ετησίως. Οι διατάξεις αυτές του Ν. 4092/2012 είναι ανίσχυρες για τους εξής λόγους: 1) Ο καθορισμός του ποσού των 6.000 ευρώ ως ανωτάτου ορίου για ψυχική οδύνη κάθε δικαιούχου προσκρούει ευθέως στην §4 του άρθρου της δεύτερης Οδηγίας 84/5/ΕΟΚ, κατά την οποία "κάθε κράτος μέλος ιδρύει ή εγκρίνει οργανισμό, αποστολή του οποίου είναι να αποζημιώνει, τουλάχιστον εντός των ορίων της υποχρέωσης ασφάλισης, τις υλικές ζημιές ή τις σωματικές βλάβες που προκαλούνται από οχήματα αγνώστων στοιχείων ή για τα οποία δεν έχει εκπληρωθεί η υποχρέωση ασφάλισης που προβλέπεται στην παρ. 1". Η διάταξη αυτή καλύπτει και την χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ενωσης (ΔΕΕ, C - 277/12 της 24.10.2013). Το επιβληθέν ανώτατο όριο των 6.000 ευρώ είναι αντίθετο και προς την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 § 1 εδάφ. δ` του Συντάγματος), διότι η παρέμβαση αυτή του νομοθέτη δεν είναι πρόσφορη για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, ήτοι για την εξασφάλιση της βιωσιμότητας του Επικουρικού Κεφαλαίου, αλλά ούτε και αναγκαία για την επίτευξη του σκοπού αυτού, αφού θα μπορούσε να επιτευχθεί το αποτέλεσμα αυτό με ηπιότερο τρόπο, είτε με το να προβλεφθεί μία έκτακτη επιδότησή του από τον κρατικό προϋπολογισμό, είτε με το να υποχρεωθεί αυτό να εξυγιάνει τα οικονομικά του μέσω της αύξησης των εσόδων του και του περιορισμού των λειτουργικών του δαπανών. 2) Η εφαρμογή της ανωτέρω ρύθμισης, η οποία περιορίζει με το ως άνω όριο την ευθύνη του Επικουρικού Κεφαλαίου και επί των ήδη γεγεννημένων αξιώσεων είναι ανίσχυρη, διότι είναι αντίθετη προς το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε (μαζί με τη σύμβαση) με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος, αυξημένη, έναντι των νόμων, ισχύ. Κατά τη διάταξη αυτή "παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της περιουσίας αυτού, ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύι Νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων". Με τη διάταξη αυτή κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως" και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα". Καλύπτονται έτσι τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο δικαστήριο, δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (Ολ.ΑΠ 6/2007, Ολ.ΑΠ 40/1998). Έτσι, η ανωτέρω διάταξη του Ν. 4092/2012, με το να περιορίσει δραστικά το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, καταργεί ουσιαστικά την αστική αυτή απαίτηση των δικαιούχων, που γεννήθηκε με το θάνατο συγγενικού προσώπου σε τροχαίο ατύχημα. Κατά συνέπεια, είναι ασυμβίβαστη προς τη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, αφού τείνει σε αδικαιολόγητη αποστέρηση περιουσιακού στοιχείου των ως άνω προσώπων χωρίς να συντρέχουν λόγοι δημόσιας ωφέλειας. Και τέτοιο λόγο δεν συνιστά το ταμειακό απλώς συμφέρον του Επικουρικού Κεφαλαίου. 3) Τέλος, η ανωτέρω διάταξη του ιδίου νόμου, κατά την οποία οι τόκοι που υποχρεούται να καταβάλει το Επικουρικό Κεφάλαιο υπολογίζονται σε κάθε περίπτωση με επιτόκιο 6% ετησίως, είναι ανίσχυρη λόγω αντιθέσεώς της με το άρθρο 4 § 1 του Συντάγματος, διότι αναγνωρίζει ευνοϊκή μεταχείριση υπέρ του Επικουρικού Κεφαλαίου σε σχέση με άλλα πρόσωπα ως προς το επιτόκιο που αυτά πληρώνουν, μεταξύ των οποίων και οι παθόντες τροχαίων ατυχημάτων, αλλά και λόγω αντίθεσης στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, αφού ενέχει προσβολή της περιουσίας του παθόντος, χωρίς συνδρομή λόγου δημοσίου συμφέροντος (Ολ.ΑΠ 5/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δικάζοντας επί της από 31.5.2010 έφεσης (αριθμ. κατ. 40/2010) του εκκαλούντος ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο" και της αντέφεσης που άσκησαν με τις προτάσεις τους οι εφεσίβλητες και ήδη αναιρεσίβλητες κατά της 74/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αρτας, με την οποία έγινε κατά ένα μέρος δεκτή η από 5.1.2009 (αριθμ. κατ. 3/2009) αγωγή αποζημίωσης από αδικοπραξία (τροχαίο ατύχημα) των αναιρεσιβλήτων και επιδίκασε σε αυτές χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν από το θάνατο συγγενούς τους (συζύγου και αδελφού) ποσά 40.000 ευρώ για την πρώτη, 25.000 ευρώ για τη δεύτερη και 15.000 ευρώ για καθεμία των λοιπών, απέρριψε κατ` ουσίαν την έφεση και δέχτηκε την αντέφεση, επιδικάζοντας, αντίστοιχα, 100.000, 60.000, 40.000 και 40.000 ευρώ για την ίδια αιτία. Αρνήθηκε δε να εφαρμόσει τις ανωτέρω διατάξεις του Ν. 4092/2012 ως αντίθετες στο Σύνταγμα, το Ευρωπαϊκό Δίκαιο και την ΕΣΔΑ. Κατά την κρατήσασα δε στο Δικαστήριο γνώμη της εκ τεσσάρων (4) εκ των μελών του απαρτιζομένης πλειοψηφίας, έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε το νόμο και πρέπει οι από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. αντίθετοι δεύτερος και τρίτος κατά σειρά λόγοι της αναίρεσης να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Ένα μέλος όμως του Δικαστηρίου και ειδικότερα ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Χατζηπαναγιώτης έχει, αναφορικά με την συνταγματικότητα ή μη των προαναφερομένων διατάξεων του ως άνω Ν. 4092/2012 και την αντίθεση αυτών προς το Ευρωπαϊκό Δίκαιο και την ΕΣΔΑ, την ακόλουθη γνώμη: Στο άρθρο 3 § 1 της Οδηγίας 72/166/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 24.4.1972 "περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των σχετικών με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία των αυτοκινήτων οχημάτων και με τον έλεγχο της υποχρεώσεως προς ασφάλιση της ευθύνης αυτής" προβλέπεται, ότι "κάθε κράτος μέλος λαμβάνει... όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε η αστική ευθύνη, η σχετική με την κυκλοφορία οχημάτων με συνήθη στάθμευση στο έδαφός του να καλύπτεται από ασφάλιση". Η υποχρέωση αυτή καλύπτεται με την πρόβλεψη της υποχρεωτικής κάλυψης με ασφάλιση του κυρίου ή κατόχου του αυτοκινήτου της έναντι τρίτων αστικής ευθύνης (άρθρ. 2 επ. Ν. 489/1976), καθώς και με την πρόβλεψη ποινικής και διοικητικής ευθύνης των προαναφερομένων κυρίου ή κατόχου σε περίπτωση κυκλοφορίας ανασφάλιστου αυτοκινήτου (άρθρ. 12 ως άνω νόμου). Περαιτέρω, στο άρθρο 1 § 4 της 84/5/ΕΟΚ δεύτερης Οδηγίας του Συμβουλίου της 30.12.1983 "Για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών των σχετικών με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία των αυτοκινήτων οχημάτων", ορίζεται ότι "κάθε κράτος μέλος ιδρύει ή εγκρίνει οργανισμό, αποστολή του οποίου είναι να αποκαθιστά, τουλάχιστον εντός των ορίων της υποχρέωσης ασφάλισης, τις υλικές ζημίες ή τις σωματικές βλάβες που προκαλούνται από όχημα αγνώστων στοιχείων ή για το οποίο δεν έχει εκπληρωθεί η υποχρέωση ασφάλισης της παραγράφου 1". Στα πλαίσια του ελληνικού δικαίου το ζήτημα τούτο είχε ήδη προβλεφθεί στα άρθρα 16 επ. του προαναφερόμενου Ν. 489/1976, που κωδικοποιήθηκε με το Π.Δ. 237/1986, με την ίδρυση νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Επικουρικό κεφάλαιο ασφάλισης ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων" και συντετμημένα "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ" (του λοιπού ΕΚ), το οποίο τελεί υπό την εποπτεία και τον έλεγχο του Υπουργού Ανάπτυξης, εδρεύει στην Αθήνα και διέπεται από τις διατάξεις του άνω νόμου. Παρατηρείται ότι, σύμφωνα με τη διατύπωση της εν λόγω διάταξης της άνω δεύτερης Οδηγίας, αυτή αφορά μόνο την περίπτωση της οδήγησης ανασφάλιστου ή αγνώστων στοιχείων αυτοκινήτου οχήματος, όχι δε και την περίπτωση της ανάκλησης της άδειας λειτουργίας του ασφαλιστή ή της πτώχευσής του, η δε επέκταση του θεσμού του ΕΚ και στις περιπτώσεις αυτές έγινε με το άρθρο 19 § 1 περ. δ` του Ν. 489/1976 κατ` επιλογή του έλληνα νομοθέτη. Στη συνέχεια, μέλη του ΕΚ καθίστανται υποχρεωτικά οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις που ασκούν ασφάλιση αστικής ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων, καθώς και τα Ν.Π.Δ.Δ. ή οι οργανισμοί κοινής ωφέλειας των οποίων τα οχήματα εξαιρούνται της υποχρεωτικής ασφάλισης (άρθρ. 18 Ν. 489/1976), για την εκπλήρωση δε του σκοπού του επιβάλλεται, εκ του νόμου, εισφορά υπέρ αυτού, το ανώτατο όριο της οποίας καθορίζεται με την εκάστοτε απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, υπολογιζόμενη σε ποσοστό επί των καθαρών ασφαλίστρων (5% κατ` ανώτατο όριο) του κλάδου αστικής ευθύνης από χερσαία οχήματα, η οποία βαρύνει κατά 70% τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις και κατά 30% τους ασφαλισμένους (άρθρ. 20 § 1 Ν. 489/1976). Από την νομοθεσία λοιπόν που το διέπει, τον τρόπο λειτουργίας του και τους σκοπούς που εξυπηρετεί, προκύπτει ότι, παρά την ιδιωτικού δικαίου νομική μορφή του, το ΕΚ επιτελεί δημόσια λειτουργία και έχει, ως εκ τούτου, δημόσιο χαρακτήρα, κατ` άλλη δε διατύπωση είναι ιδιότυπο νομικό πρόσωπο, ιδιωτικού μεν δικαίου κατά τον ιδρυτικό του νόμο, αποβλέπον όμως στην εκπλήρωση σκοπών δημοσίου συμφέροντος και επωμιζόμενο, σε ευρεία έννοια, αποστολή φορέα κοινωνικής ασφάλισης (Φιλ. Δωρής, ΝοΒ 1982, σελ. 897 επ. (901), Α. Κρητικός, Αποζημίωση από τροχαία αυτοκινητικά ατυχήματα, έκδοση 1998, αριθμ. 2194, σελ. 742). Περαιτέρω, με το τέταρτο άρθρο του Ν. 4092/ 2012, ο οποίος, σύμφωνα με το έβδομο άρθρο αυτού, ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 220 τ. Α`/8. 11.2012), εισήχθησαν περιορισμοί στις αποζημιώσεις που καταβάλλει το ΕΚ σε περίπτωση πτώχευσης του ασφαλιστή ή ανάκλησης της άδειας λειτουργίας του, καθώς επίσης και περιορισμοί στο ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης. Ειδικότερα, με το στοιχείο γ` του άνω άρθρου, αντικαταστάθηκε η §2 του άρθρου 19 του Π.Δ. 237/1986 και προβλέπεται πλέον, μεταξύ άλλων, α) ότι η αποζημίωση που καταβάλλει το ΕΚ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης δεν μπορεί να υπερβεί το ποσό των έξι χιλιάδων (6.000) ευρώ για κάθε δικαιούχο και β) ότι η αποζημίωση, στην περίπτωση πτώχευσης του ασφαλιστή ή άκαρπης εκτέλεσης σε βάρος του ασφαλιστή ή τέλος ανάκλησης της άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής εταιρίας, δεν καταβάλλεται ολόκληρη, αλλά με βάση τα ποσοστά που η διάταξη αυτή λεπτομερώς καθορίζει, κυμαινόμενα μεταξύ 70% έως 90%, μη δυνάμενη να υπερβεί, κατ` ανώτατο όριο, το ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ. Με την ίδια δε αυτή διάταξη, ορίστηκε περαιτέρω, ότι η εν λόγω ρύθμιση "καταλαμβάνει και τις ήδη γεγεννημένες αξιώσεις κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, χωρίς πάντως να θίγει αξιώσεις που έχουν επιδικαστεί με οριστική δικαστική απόφαση" και ότι "οι τόκοι που στις περιπτώσεις της προηγουμένης παραγράφου του παρόντος άρθρου υποχρεούται να καταβάλει το Επικουρικό Κεφάλαιο υπολογίζονται σε κάθε περίπτωση με επιτόκιο έξι τοις εκατό (6%) ετησίως". Επί των προαναφερομένων περιορισμών της ευθύνης του ΕΚ πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: α) Ο θεσμοθετηθείς ποσοτικός περιορισμός της οφειλόμενης από το ΕΚ χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης δεν αντίκειται στο προαναφερόμενο άρθρο 1 § 4 της 84/5/ΕΟΚ δεύτερης Οδηγίας του Συμβουλίου της 30.12.1983 (ήδη άρθρο 10 § 1 της 2009/103/ΕΚ κωδικοποιητικής Οδηγίας του Συμβουλίου της 16.9.2009). Τούτο δε διότι από τη διατύπωση της διάταξης αυτής και το πνεύμα της Οδηγίας, συνάγεται ότι επιτάσσει αυτή μόνο την αποζημίωση των θυμάτων τροχαίων ατυχημάτων και όχι και της οικογένειάς τους. Αυτό επιβεβαιώνεται και από την ρητή επίκληση στην 14η αιτιολογική σκέψη της ως άνω κωδικοποιητικής οδηγίας 2009/103/ΕΚ, της ανάγκης να εξασφαλιστεί μέσω του οργανισμού που προβλέπεται στο άνω άρθρο 1 § 4 ότι "το θύμα δεν θα παραμένει χωρίς αποζημίωση στην περίπτωση που το όχημα που προξένησε το ατύχημα δεν είναι ασφαλισμένο ή είναι αγνώστων στοιχείων". Συνεπώς, η Οδηγία δεν επιτάσσει την αποζημίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης κατά την έννοια του άρθρου 932 ΑΚ, για το λόγο ότι αυτή δεν συνιστά αξίωση αποζημίωσης του ίδιου του θύματος, αλλά τρίτων προσώπων, ήτοι της οικογένειάς του. Στη συνέχεια, από την αιτιολογική έκθεση του ως άνω Ν. 4092/2012 προκύπτει, ότι τόσο ο προαναφερόμενος περιορισμός όσο και ο περιορισμός της οφειλόμενης από το ΕΚ αποζημίωσης προβλέφθηκαν για να εξασφαλίσουν την βιωσιμότητα του ΕΚ, το οποίο παρουσιάζει έλλειμμα επτακοσίων εκατομμυρίων (700.000.000) ευρώ, ελήφθησαν δε αυτοί (περιορισμοί) κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης που περνά η Χώρα αλλά και της οικονομικής κρίσης του ΕΚ. Ενόψει δε του ότι το ΕΚ επιτελεί, κατά τα προαναφερόμενα, λειτουργία δημοσίου συμφέροντος και οιονεί κοινωνικής ασφάλισης, παραβίαση της καθιερούμενης με το άρθρο 25 § 1 του Συντάγματος αρχής της αναλογικότητας δεν προκύπτει. Και τούτο διότι η συνέχιση της επιβίωσης του ΕΚ συνιστά ωφέλεια ανώτερη από τον περιορισμό των δικαιωμάτων των ζημιουμένων, αφού, αν έπαυε η λειτουργία του ΕΚ, αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα μεγαλύτερη ζημία των ζημιουμένων, αλλά και του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο θα έφερε ευθύνη, έναντι, τουλάχιστον, της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη εφαρμογή της πιο πάνω κωδικοποιητικής Οδηγίας 2009/103/ΕΚ. β) Η αναδρομική ισχύς του Ν. 4092/2012 δεν προσκρούει ούτε στο άρθρο 17 § 1 Σ, ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι οι "γεγεννημένες αξιώσεις κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου" εμπίπτουν στην έννοια του όρου "περιουσία" και ότι, άρα, με τις ρυθμίσεις αυτές, και εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία δικαστικής ικανοποίησης των δικαιούχων, στερούνται αυτοί την περιουσία τους. Τούτο δε διότι: βα) με τις ρυθμίσεις αυτές επέρχεται απλός ποσοτικός περιορισμός και όχι ολοσχερής στέρηση των αξιώσεων των δικαιούχων, ενώ, σε κάθε περίπτωση, οι δικαιούχοι δεν εξαρτώνται για την ικανοποίηση των αξιώσεών τους αποκλειστικά από το ΕΚ, δεδομένου ότι διατηρούν το δικαίωμα να στραφούν, για το σύνολο των αξιώσεών τους ή συμπληρωματικά, κατά του υπαιτίου ή οποιουδήποτε άλλου υπόχρεου προσώπου, ββ) ο νομοθέτης μπορεί, με βάση τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, να θεσπίζει νόμους περιοριστικούς των περιουσιακών δικαιωμάτων για λόγους προστασίας του δημοσίου συμφέροντος και των δικαιωμάτων των άλλων και, επομένως, και νόμους με αναδρομική δύναμη, υπό την προϋπόθεση ότι σέβεται τα τελεσιδίκως κριθέντα (ΑΠ 1823/2005), γ) με την εν λόγω ρύθμιση ούτε το δεδικασμένο ανατρέπεται, ούτε καταργούνται εκκρεμείς δίκες ενώπιον αναιρετικού δικαστηρίου, ούτε θίγονται απαιτήσεις για τις οποίες έχουν εκδοθεί οριστικές απλώς αποφάσεις και δ) η αναδρομικότητα πρέπει να θεωρηθεί επιβεβλημένη για λόγους ισότητας, δηλαδή για να μην επαφεθεί ο περιορισμός των αποζημιώσεων στο τυχαίο γεγονός της έναρξης της τυπικής ισχύος του Ν. 4092/2012 και του χρόνου επέλευσης της ζημίας. Θα ήταν άνισο ο μία ημέρα πριν από την έναρξη της τυπικής ισχύος του άνω νόμου ζημιωθείς να μπορούσε να αξιώνει πλήρη αποζημίωση, ενώ ο μετά μία ημέρα ζημιωθείς μειωμένη αποζημίωση (βλ. Φ.Κ. Σπυρόπουλος, από 14.12.2012 γνωμοδότηση). γ) Το ευνοϊκό επιτόκιο του 6% για τους τόκους που βαρύνουν το ΕΚ δεν αντίκειται στο Σύνταγμα (άρθρ. 4 § 1) ή στην ΕΣΔΑ (άρθρ. 6 § 1) ή στη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και τούτο διότι επιβλήθηκε από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος (και όχι απλώς ταμειακού συμφέροντος), που σχετίζονται με την προστασία της περιουσίας του, προκειμένου να είναι σε θέση να εκπληρώνει την εγγυητική λειτουργία και τους δημόσιου χαρακτήρα σκοπούς του, αφού αυτό τελεί υπό την εποπτεία και τον έλεγχο του Κράτους, το οποίο είναι αναγκασμένο τελικά να καλύπτει από τον προϋπολογισμό του τις ανάγκες αυτού σε καταβολές αποζημιώσεων, λαμβανομένων υπόψη και των πολύ δυσχερών δημοσιονομικών στοιχείων των τελευταίων ετών, που αναγκάζουν το Κράτος σε περικοπές σε πολύ σημαντικότερους τομείς (π.χ. υγεία, κοινωνική πρόνοια), έτσι ώστε να δικαιολογούνται και περιορισμοί στον τομέα της κάλυψης των τροχαίων ατυχημάτων, τη στιγμή μάλιστα που παραμένει ακέραιη η ευθύνη του υπαίτιου οδηγού. Κατά τη γνώμη λοιπόν του μειοψηφούντος εισηγητή, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του και μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και κατ` ουσία εκδίκαση της υπόθεσης επιλήφθηκε αυτεπάγγελτα του θέματος του ελέγχου της συνταγματικότητας των ως άνω διατάξεων του Ν. 4092/2012 και δέχθηκε τα αντίθετα, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του νόμου τούτου και των διατάξεων των άρθρων 4, 17, 25 Σ, 6 § 1 ΠΠΠ της ΕΣΔΑ, 1 § 4 της 84/5/ΕΟΚ δεύτερης Οδηγίας του Συμβουλίου της 30.12.1983 και ήδη άρθρ. 10 § 1 της κωδικοποιητικής Οδηγίας 2009/103/ΕΚ του Συμβουλίου της 16.9. 2009 και, συνεπώς, οι ταύτα υποστηρίζοντες δεύτερος και τρίτος κατά σειρά λόγοι της αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμοι και έπρεπε να γίνουν δεκτοί. Περαιτέρω, κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο γνώμη της εκ τριών μελών του απαρτιζομένης πλειοψηφίας, η ίδια ως άνω διάταξη του άρθρου 4 παρ. γ` ν. 4092/2012, κατά το μέρος που αναφέρεται, ότι η ρύθμιση καταλαμβάνει και τις ήδη γεγενημένες αξιώσεις κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, χωρίς πάντως να θίγει αξιώσεις που έχουν επιδικαστεί με οριστική δικαστική απόφαση, είναι αντίθετη προς τη θεμελιώδη αρχή της ισότητας (άρθρ. 4 παρ. 1 του Συντάγματος), διότι, όπως συνάγεται από το περιεχόμενό της, κάνει διάκριση εφαρμογής του Ν. 4092/2012, ως προς το ανώτατο όριο ψυχικής οδύνης, σε εκείνους στους οποίους επιδικάστηκαν με πρωτόδικη απόφαση αξιώσεις χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, και σε εκείνους των οποίων επί ομοίων αξιώσεων απερρίφθη πρωτοδίκως η αγωγή, έγινε όμως κατ` έφεση δεκτή, στους οποίους και εφαρμόζεται η ανωτέρω διάταξη. Δύο μέλη του Δικαστηρίου, όμως, και ειδικότερα οι Αρεοπαγίτες Παναγιώτης Χατζηπαναγιώτης - εισηγητής και Χαράλαμπος Καλαματιανός έχουν, αναφορικά με την εφαρμογή ή μη στην προκειμένη υπόθεση των προαναφερομένων διατάξεων του ως άνω Ν. 4092/2012, την ακόλουθη γνώμη: Από τη διάταξη του άρθρου 533 § 2 Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε όταν δημοσιεύθηκε η πρωτόδικη απόφαση, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο προκειμένου να κρίνει την ορθότητα της εκκληθείσας πρωτόδικης απόφασης, εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο της δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης και όχι τον ισχύοντα κατά την κατ` έφεση δίκη νεώτερο νόμο, εκτός αν με αυτόν ορίζεται διαφορετικά ως προς την αναδρομική έναρξη της ισχύος του. Από τις διατάξεις όμως των άρθρων 533 § 2, 535 § 1 και 536 §§ 1, 2 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει, ότι αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κρίνοντας βάσιμο κάποιο λόγο έφεσης, εξαφανίσει την πρωτόδικη οριστική απόφαση και προβεί στην εκδίκαση της υπόθεσης κατ` ουσίαν, υποχρεούται να εφαρμόσει για τη διάγνωση της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της απόφασής του είτε έχει αναδρομική δύναμη, είτε δεν έχει αναδρομική δύναμη, εφόσον όμως στην τελευταία περίπτωση καταλαμβάνει (χρονικά) την επίδικη έννομη σχέση (Ολ.ΑΠ 7/2011). Περαιτέρω, οι προαναφερόμενες επίμαχες διατάξεις του τέταρτου άρθρου του Ν. 4092/2012, με τις οποίες αντικαταστάθηκε η παράγραφος 2 του άρθρου 19 του Π.Δ/τος 237/1986, ήτοι εκείνες με τις οποίες ορίζεται α) ότι η αποζημίωση που καταβάλλει το ΕΚ για χρηματικές ικανοποιήσεις λόγω ψυχικής οδύνης δεν μπορεί να υπερβεί το ποσό των 6.000 ευρώ για κάθε δικαιούχο και β) ότι οι τόκοι που υποχρεούται να καταβάλει το ΕΚ, τόσο για την ως άνω χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, όσο και για την συνολικά καταβαλλόμενη αποζημίωση για σωματικές βλάβες και υλικές ζημίες, όπως το ποσό αυτής ήδη ορίζεται με το εδάφιο γ` του ως άνω τέταρτου άρθρου του παραπάνω νόμου (βλ. για τα προ του νόμου τούτου ισχύοντα ποσά το άρθρο 6 § 5 Ν. 489/1976 που κωδικοποιήθηκε με το ΠΔ 237/1986), ρητά μνημονεύεται στο νόμο αυτό ότι καταλαμβάνουν και τις ήδη γεγεννημένες αξιώσεις κατά του ΕΚ, χωρίς πάντως να θίγονται αξιώσεις που έχουν επιδικαστεί με οριστική απόφαση. Από την τελευταία αυτή διάταξη (ήτοι την ορίζουσα ότι οι κατά τα άνω ρυθμίσεις του Ν. 4092/2012 καταλαμβάνουν και τις ήδη γεγεννημένες κατά του ΕΚ αξιώσεις, χωρίς να θίγονται αξιώσεις που έχουν επιδικασθεί με οριστική απόφαση) συνάγεται, ότι εάν οριστική απόφαση επιδικάζουσα ορισμένα ποσά κατά του ΕΚ εκδόθηκε πριν την έναρξη της ισχύος του Ν. 4092/2012, η δε κατ` αυτής έφεση συζητήθηκε μετά την έναρξη της ισχύος του ως άνω νόμου και με την απόφαση του Εφετείου διαφοροποιούνται τα ποσά που επιδικάσθηκαν πρωτοδίκως, τότε δεν ισχύουν οι προαναφερόμενοι ποσοτικοί περιορισμοί, αφού έχει ήδη προηγηθεί οριστική απόφαση πριν την έναρξη ισχύος του Ν. 4092/2012. Σύμφωνα λοιπόν με τα εκτιθέμενα στη μείζονα αυτή σκέψη και δεδομένου ότι α) ο Ν. 4092/2012 άρχισε να ισχύει από 8.11.2012, β) ότι η υπ` αριθμ. 74/2010 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αρτας, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 5.1.2009 αγωγή αποζημίωσης των ήδη αναιρεσιβλήτων, δημοσιεύθηκε στις 26.4.2010, ήτοι πριν την έναρξη της ισχύος του εν λόγω νόμου, γ) ότι η κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης από 31.5.2010 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος ΕΚ και η δια των προτάσεων των ήδη αναιρεσιβλήτων ασκηθείσα αντέφεση αυτών συζητήθηκαν στις 16.10.2013, ήτοι μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 4092/2012, και δ) ότι η ήδη αναιρεσιβαλλομένη υπ` αριθ. 345/2013 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του ΕΚ, έγινε δεκτή η αντέφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων, εξαφανίσθηκε η ως άνω πρωτόδικη απόφαση και στη συνέχεια, αφού κρατήθηκε και δικάσθηκε κατ` ουσία η υπόθεση, έγινε δεκτή η κατά τα άνω αγωγή και επιδικάσθηκαν στις ήδη αναιρεσίβλητες ποσά χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης μεγαλύτερα των πρωτοδίκως επιδικασθέντων, δημοσιεύθηκε στις 20. 11.2013, ήτοι μετά την έναρξη ισχύος του προαναφερόμενου Ν. 4092/ 2012, η ένδικη υπόθεση δεν καταλαμβάνεται από τις ρυθμίσεις του νόμου αυτού και, συνεπώς, δεν τίθεται θέμα εφαρμογής τους σ` αυτήν (ένδικη υπόθεση) και κατά λογική ακολουθία δεν τίθεται θέμα ελέγχου της συνταγματικότητας ή μη αυτών. Συνεπώς, το Εφετείο, το οποίο επιλαμβανόμενο αυτεπαγγέλτως του ελέγχου της συνταγματικότητας ή μη των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του πιο πάνω νόμου και το οποίο δεν εφάρμοσε αυτές ως αντισυνταγματικές, έσφαλε μεν ως προς την αιτιολογία πλην όμως ορθώς κατ` αποτέλεσμα έκρινε απορρίπτοντας την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος ΕΚ. Πρέπει λοιπόν, σύμφωνα με την γνώμη της κατά τα άνω μειοψηφίας, να αντικατασταθεί το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης με την προαναφερόμενη αιτιολογία περί μη εφαρμογής στην προκειμένη υπόθεση των επιμάχων προαναφερομένων διατάξεων του Ν. 4092/ 2012 (άρθρ. 578 Κ.Πολ.Δ.) και να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι επί του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. θεμελιούμενοι δεύτερος και τρίτος κατά σειρά λόγοι της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης. Τα ανωτέρω δε δεκτά γενόμενα από την μειοψηφούσα γνώμη δεν μεταβάλλονται και υπό την εκδοχή ακόμη της αντίθεσης προς την διάταξη του άρθρου 4 § 1 του Συντάγματος της μεταβατικής - κατ` ουσία - διάταξης του άρθρου 4 εδάφ. γ` του Ν. 4092/2012, σύμφωνα με την οποία η ρύθμιση του εν λόγω νόμου "καταλαμβάνει και τις ήδη γεγεννημένες αξιώσεις κατά του ΕΚ, χωρίς πάντως να θίγει αξιώσεις που έχουν επιδικαστεί με οριστική δικαστική απόφαση", με την οποία διάταξη, όπως από την διατύπωσή της προκύπτει, φέρεται να γίνεται διάκριση εφαρμογής του νόμου σε βάρος εκείνων ως προς τους οποίους απορρίφθηκε πρωτοδίκως η αγωγή, έγινε όμως δεκτή αυτή κατ` έφεση και εφαρμόζονται οι διατάξεις του νόμου. Τούτο δε, δηλαδή η μη διαφοροποίηση της μειοψηφούσας γνώμης και υπό την εκδοχή της κατά τα άνω αντισυνταγματικότητας της προαναφερόμενης διάταξης, διότι τυχόν αντισυνταγματικότητα αυτής (διάταξης) θα οδηγούσε και πάλι σε μη εφαρμογή του νόμου σε όλες τις εκκρεμείς υποθέσεις, είτε οι αγωγές είχαν γίνει δεκτές πρωτοδίκως είτε είχαν απορριφθεί.
 
VI. Κατόπιν πάντων των προαναφερομένων και λόγω του ότι το Τμήμα τούτο του Αρείου Πάγου αρνείται κατά πλειοψηφία (τέσσερα προς ένα) να εφαρμόσει τις παραπάνω διατάξεις του Ν. 4092/2012 ως αντισυνταγματικές, είναι υποχρεωμένο, κατ` εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 100 § 5 του Συντάγματος, 563 § 2β Κ.Πολ.Δ. και 23 § 2γ` και δ` του Ν. 1756/1988, να παραπέμψει στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τους αναφερόμενους στο ζήτημα τούτο δεύτερο και τρίτο κατά σειρά λόγους της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, επιφυλασσομένου να αποφασίσει για τον εναπομένοντα προς έρευνα τέταρτο κατά σειρά λόγο αυτής (αναίρεσης).
 
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
 
Παραπέμπει το ζήτημα της συνταγματικότητας ή μη των αναφερομένων στο σκεπτικό διατάξεων του Ν. 4092/2012 και τους αντίστοιχους, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. δεύτερο και τρίτο κατά σειρά λόγους της αναίρεσης, στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.
 
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2015.
 
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
 
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Ιουλίου 2015.
 
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ 

840/2015 ΑΠ (ΠΟΙΝ) - Η περιοριστική της ελευθερίας ποινή που μετατράπηκε σε χρηματική ή πρόστιμο κοινοφελούς εργασίας διατηρεί το χαρακτήρα της περιοριστικής της ελευθερίας ποινής.

840/2015 ΑΠ (ΠΟΙΝ) 
  
 
Συγχώνευση ποινών. Τρόπος καθορισμού συνολικής ποινής σε περίπτωση μετατροπής των επί μέρους ποινών σε παροχή κοινωφελούς εργασίας. Εφαρμοστέες διατάξεις. Ενδικα βοηθήματα κατά της σχετικής απόφασης. Η περιοριστική της ελευθερίας ποινή που μετατράπηκε σε χρηματική ή πρόστιμο ή παροχή κοινωφελούς εργασίας διατηρεί το χαρακτήρα της περιοριστικής της ελευθερίας ποινής, και επομένως είναι νοητός και επιβαλλόμενος ο καθορισμός συνολικής ποινής. Αναίρεση της απόφασης που έκρινε αντίθετα για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 94 και 82 ΠΚ και 551 ΚΠΔ. Αναιρεί την 22997/2014 ΜΠλημμ/κείου Θεσ/νίκης. Η απόφαση αυτή εισήχθη στη ΝΟΜΟΣ με επιμέλεια του συνδρομητή μας κου Παναγιώτη Σταυρούλη, δικηγόρου Θεσσαλονίκης. 
 
 
  
ΑΡΙΘΜΟΣ 840/2015
 
TO ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε` ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
 
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά-Εισηγήτρια, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αριστείδη Πελεκάνο και Δημήτριο Χονδρογιάννη, Αρεοπαγίτες.
 
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Ιανουαρίου 2015, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Σπυροπούλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου .............., κατοίκου Θεσσαλονίκης, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Σταυρούλη, περί αναιρέσεως της υπ` αριθμ. 22997/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
 
Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ` αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Σεπτεμβρίου 2014 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 910/2014.
 
Αφoύ άκουσε
 
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία πρότεινε να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές.
 
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
 
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1 του ΠΚ, 505 παρ. 1 και 551 παρ. 1, 2 και 3 του ΚΠΔ προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι, αν πρόκειται να εκτελεσθούν κατά του ίδιου προσώπου περισσότερες αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις για διαφορετικά εγκλήματα που συρρέουν, εφαρμόζονται οι ορισμοί του Ποινικού Κώδικα για τη συρροή, δηλαδή τα άρθρα 94 επ. αυτού, αν δε, μεταξύ των προς εκτέλεση αποφάσεων, υπάρχει και απόφαση που αμετάκλητα έχει καθορίσει συνολική ποινή, για τον καθορισμό της νέας συνολικής ποινής λαμβάνεται ως βάση η καθορισθείσα συνολική, ποινή, αν αυτή είναι βαρύτερη από τις ποινές που επιβλήθηκαν με τις άλλες αποφάσεις. Αν όμως η καθορισθείσα συνολική ποινή δεν είναι η βαρύτερη και δεν πρόκειται να αποτελέσει τη βάση της νέας επιμέτρησης, αλλά πρόκειται να συγχωνευθεί με άλλη βαρύτερη, τότε διασπάται και συγχωνεύονται οι επι μέρους ποινές με τον περιορισμό ότι δεν μπορεί να ληφθεί από αυτές μεγαλύτερο χρονικό διάστημα για το σχηματισμό νέας συνολικής ποινής απο αυτό που είχε ληφθεί προηγουμένως. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 82 παρ. 4 του ΠΚ «Μετά τη μετατροπή της στερητικής της ελευθερίας ποινής, το δικαστήριο εκτιμά αν εκείνος που καταδικάσθηκε μπορεί να καταβάλει αμέσως το σύνολο του ποσού της μετατροπής. Αν διαπιστωθεί ότι υπάρχει αδυναμία άμεσης καταβολής ή ότι η καταβολή θα συνεπαγόταν την αδυναμία καταβολής της αποζημίωσης στο θύμα, το δικαστήριο καθορίζει προθεσμία, από δύο ως τρία έτη, ώστε σε αυτήν να καταβάλει εκείνος που καταδικάστηκε το πιο πάνω ποσό σε δόσεις που ορίζει το ίδιο δικαστήριο» Ακόμη, κατά τη διάταξη της παρ. 5 του ιδίου άρθρου: «Αν εκείνος που καταδικάσθηκε δηλώσει ότι δεν θα μπορέσει να καταβάλει το ποσό της μετατροπής μέσα στην προθεσμία της προηγούμενης παραγράφου, το δικαστήριο μετατρέπει περαιτέρω τη χρηματική ποινή ή το πρόστιμο, εν όλω ή εν μέρει, σε παροχή κοινωφελούς εργασίας, εφόσον συμφωνεί ή το ζητά εκείνος που καταδικάσθηκε... ». Προσέτι, κατά την παρ. 9 του ιδίου άρθρου, «Η περιοριστική της ελευθερίας ποινή, που μετατράπηκε σε χρηματική ή πρόστιμο ή σε παροχή κοινωφελούς εργασίας, διατηρεί το χαρακτήρα της περιοριστικής της ελευθερίας ποινής και μετά τη μερική ή ολική απότιση της ποινής στην οποία έχει μετατραπεί». Τέλος κατά την παρ. 5 εδ. β` άρθρου 551 ΚΠΔ, κατά της απόφασης που αποφαίνεται για τον καθορισμό συνολικής ποινής επιτρέπεται αναίρεση στον καταδικασμένο και στον εισαγγελέα για όλους τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 510 παρ. 1 ιδίου Κώδικα, συνεπώς και για τον λόγο της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (510 παρ. 1 στοιχ. Ε). Εξάλλου, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που εδέχθη ότι απεδείχθησαν στη διάταξη που εφαρμόσθη, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία, όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διάφορο έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει.
 
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται για τους σκοπούς του αναιρετικού ελέγχου προκύπτουν τα εξής: Ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης μετά από αίτηση του αναιρεσείοντα εισήγαγε ενώπιον του Μονομελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης την υπόθεση για τον καθορισμό συνολικής ποινής των ποινών που είχαν επιβληθεί με τις εξής αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις: 1) Την υπ` αριθμ. 19595/2010 συγχωνευτική απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης, με την οποία του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλάκισης 36 μηνών. Με την 567/20-1-2014 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης μετατράπηκε το υπόλοιπο της ποινής σε παροχή - κοινωφελούς εργασίας, 2) Με την υπ` αριθμ. 103/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Ξάνθης, που επικυρώθηκε με την 878/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, με την οποία του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 10 μηνών. Με την υπ` αριθμ. 436/2013 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Ξάνθης μετατράπηκε σε παροχή κοινωφελούς εργασίας. 3) Με την υπ` αριθμ. 3510/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 6 μηνών, η οποία μετατράπηκε με την ίδια απόφαση σε παροχή κοινωφελούς εργασίας. 4) Με την υπ` αριθμ. 11270/2013 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 6 μηνών, η οποία μετατράπηκε με την ίδια απόφαση σε παροχή κοινωφελούς εργασίας. 5) Με την υπ` αριθμ. 2287/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 6 μηνών. Με την υπ` αριθμ. 1181/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης μετατράπηκε σε παροχή κοινωφελούς εργασίας. 6) Με την υπ` αριθμ. 8402/2012 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 6 μηνών με τριετή αναστολή, η οποία ανακλήθηκε και μετατράπηκε σε χρηματική, με την υπ` αριθμ. 3481/2013 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με την υπ` αριθμ. 13731/2013 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης μετατράπηκε σε παροχή κοινωφελούς εργασίας. 7) Με την υπ` αριθμ. 17814/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που επικυρώθηκε με την υπ` αριθμ. 5079/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 6 μηνών και χρηματική ποινή 600,00 ευρώ. Με την υπ` αριθμ. 3693/2013 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης μετατράπηκε σε παροχή κοινωφελούς εργασίας. 8) Με την υπ` αριθμ. 444/2014 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 30 ημερών, η οποία μετατράπηκε με την ίδια απόφαση σε παροχή κοινωφελούς εργασίας. Το δικαστήριο ακολούθως με την προσβαλλόμενη απόφαση του απέρριψε την ως άνω αίτηση του αναιρεσείοντα με το εξής αιτιολογικό: Ο αιτών με την από 23-6-2014 αίτησή του ζήτησε τον καθορισμό συνολικής εκτιτέας ποινής για τις αμέσως κατωτέρω αναφερόμενες καταδικαστικές αποφάσεις, κατά μετατροπή αυτής (συνολικής ποινής) σε παροχή κοινωφελούς εργασίας με τους όρους μετατροπής της ποινής βάσης, δοθέντος ότι όλες οι, μετατραπείσες σε χρηματικές, ποινές φυλάκισης που του επιβλήθηκαν με τις εν λόγω καταδικαστικές αποφάσεις μετατράπηκαν στη συνέχεια σε παροχή κοινωφελούς εργασίας με τις αναφερόμενες αποφάσεις, που καθόρισαν τον αριθμό των ωρών κοινωφελούς εργασίας και την προθεσμία παροχής της εργασίας αυτής. Ειδικότερα, ο αιτών αιτήθηκε τον καθορισμό συνολικής εκτιτέας ποινής, κατά μετατροπή αυτής σε παροχή κοινωφελούς εργασίας, για τις ποινές που του επιβλήθηκαν με τις ακόλουθες καταδικαστικές αποφάσεις: 1) Με την υπ` αριθμ. 19595/2010 συγχωνευτική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλάκισης 36 μηνών. Την ποινή αυτή εξέτισε εν μέρει κρατούμενος στο Αγροτικό Κατάστημα Κράτησης Κασσάνδρας, το δε υπόλοιπο ανεκτέλεστο μέρος της ποινής του μετατράπηκε σε χρηματική ποινή προς πέντε ευρώ ημερησίως, δυνάμει της` υπ` αριθμ. 120/18-1-2011 διάταξης της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Χαλκιδικής, με την οποία απολύθηκε από το ανωτέρω Κατάστημα Κράτησης και καθορίστηκε η καταβολή του ποσού της μετατροπής σε δύο ισόποσες δόσεις στις 1- 2-2013 και 1-6-2013, πλην, όμως, η διάταξη αυτή ανακλήθηκε με την υπ` αριθμ. 97/24-10-2013 διάταξη της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Χαλκιδικής, λόγω άπρακτης παρέλευσης της προθεσμίας καταβολής της πρώτης δόσης, που διέταξε την εκτέλεση της παραπάνω απόφασης. Ακολούθως, με την υπ` αριθμ. 567/20-1-2014 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης μετατράπηκε το υπόλοιπο της ποινής σε παροχή κοινωφελούς εργασίας. 2) Με την υπ` αριθμ. 103/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης, που επικυρώθηκε με την υπ` αριθμ. 878/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, που απέρριψε την ασκηθείσα έφεση του ως ανυποστήρικτη, του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 10 μηνών, που μετατράπηκε σε χρηματική προς δέκα ευρώ ημερησίως. Με την υπ` αριθμ. 436/2013 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης μετατράπηκε η ανωτέρω, μετατραπείσα σε χρηματική, ποινή σε παροχή κοινωφελούς εργασίας. 3) Με την υπ` αριθμ. 3510/2013 απόφαση του Α` Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που έκανε τυπικά δεκτή την ασκηθείσα έφεση του κατά της υπ` αριθμ. 4503/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 6 μηνών, η οποία μετατράπηκε με την ίδια απόφαση σε παροχή κοινωφελούς εργασίας. 4) Με την υπ` αριθμ. 11270/2013 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 6 μηνών, η οποία μετατράπηκε με την ίδια απόφαση σε παροχή κοινωφελούς εργασίας. 5) Με την υπ` αριθμ. 2287/201 2 .απόφαση του Α` Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 6 μηνών, η οποία μετατράπηκε με την υπ` αριθμ. 1181/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης σε παροχή κοινωφελούς εργασίας. 6) Με την υπ` αριθμ. 8402/2012 απόφαση του Γ` Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 6 μηνών με τριετή αναστολή, η οποία ανακλήθηκε και μετατράπηκε σε χρηματική με την υπ` αριθμ. 3481/2013 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Ακολούθως, με την υπ` αριθμ. 13731/2013 απόφαση του Α` Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης μετατράπηκε περαιτέρω σε παροχή κοινωφελούς εργασίας. 7) Με την υπ` αριθμ. 17814/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που επικυρώθηκε με την υπ` αριθμ. 5079/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε την ασκηθείσα έφεση του ως ανυποστήρικτη, του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 6 μηνών, που μετατράπηκε σε χρηματική προς δέκα ευρώ ημερησίως, και χρηματική ποινή 600,00 ευρώ. Ακολούθως, με την υπ` αριθμ. 3693/2013 απόφαση του Α` Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης η μετατραπείσα σε χρηματική ανωτέρω ποινή φυλάκισης μετατράπηκε περαιτέρω σε παροχή κοινωφελούς εργασίας. 8) Με την υπ` αριθμ. 444/2014 απόφαση του Γ` Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 30 ημερών, η οποία μετατράπηκε με την ίδια απόφαση σε παροχή κοινωφελούς εργασίας. Ο αιτών, με την κρινόμενη αίτηση του, διώκει επί της ουσίας τη συγχώνευση επί των ωρών κοινωφελούς εργασίας, που έχουν καθοριστεί με τις ανωτέρω καταδικαστικές αποφάσεις, τέτοια, όμως, συγχώνευση ουδόλως προβλέπεται από οποιαδήποτε ποινική διάταξη. Η μετατροπή των, ήδη μετατραπεισών σε χρηματικές, ποινών σε παροχή κοινωφελούς εργασίας αντιφάσκει προς το σχηματισμό συνολικής ποινής των ποινών αυτών, η δε εκτέλεση τυχόν τέτοιας συνολικής ποινής παρίσταται και δογματικά ανέφικτη, δεδομένου ότι σε περίπτωση που η ποινή αυτή υπερβαίνει τα πέντε έτη προσεγγίζουσα τα δέκα έτη, να καθίσταται τουλάχιστον προβληματική, αν όχι αδύνατη η εκτέλεση της, καθόσον με τη διάταξη του άρθρου 82 παρ. 5 ΠΚ, όπως το άρθρο 82 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 Ν. 3904/2010 (ΦΕΚ Α 21 8/23-12- 2010) και το δεύτερο εδάφιο της παρ. 5 του ανωτέρω άρθρου αντικαταστάθηκε με την υποπαράγραφο ΙΓ.1. εδαφ. 3 άρθρου πρώτου Ν.4093/2012 (ΦΕΚ Α 222/12-11-2012), προβλέπεται το κυμαινόμενο πλαίσιο ωρών παροχής κοινωφελούς εργασίας ανά συγκεκριμένο πλαίσιο επιβληθείσας ποινής φυλάκισης, έως τα πέντε κατ` ανώτατο όριο έτη φυλάκισης. Κατά συνέπεια, εφόσον το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται του καθορισμού συνολικής εκτιτέας ποινής επί πλειόνων καταδικαστικών αποφάσεων, οι επιβληθείσες ποινές των οποίων έχουν προηγουμένως μετατραπεί σε παροχή κοινωφελούς εργασίας, καθορίσει μία συνολική ποινή ανώτερη των πέντε ετών, ανακύπτει σαφώς ζήτημα εκτέλεσης της ποινής αυτής, αφού δεν προβλέπεται η έκτιση τέτοιας ποινής δια παροχής κοινωφελούς εργασίας, δεδομένου του προβλεπόμενου στη διάταξη του άρθρου 82 παρ. 5 ΠΚ ανώτατου ύψους της ποινής που μπορεί να μετατραπεί σε τέτοια παροχή. Το παρόν Δικαστήριο, εξάλλου, δεν ασπάζεται την άποψη ότι στην περίπτωση αυτή δύναται να τύχει αναλογικής εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 Ν. 1240/1982, κατά την οποία η συνολική ποινή φυλάκισης μετατρέπεται σε χρηματική, εφόσον η ποινή βάσης έχει μετατραπεί σε χρηματική ποινή, η δε μετατροπή της συνολικής ποινής γίνεται σύμφωνα με τους όρους μετατροπής της ποινής βάσης, με το σκεπτικό ότι. αυτή τυγχάνει παλαιότερη του θεσμού της παροχής κοινωφελούς εργασίας, η οποία εισήχθη με το άρθρο 29 παρ. 3 Ν. 1941/1991, και κατά λογική αναγκαιότητα και για την ταυτότητα του νομικού λόγου τυγχάνει εφαρμογής και επί μετατροπής της συνολικής ποινής σε παροχή κοινωφελούς εργασίας, αφού τόσο η μετατροπή σε χρηματική όσο και η μετατροπή σε κοινωφελή εργασία αποτελούν τρόπο έκτισης της επιβληθείσας στερητικής της ελευθερίας ποινής. Αντίθετα, κατά την προκρινόμενη από το Δικαστήριο αυτό ως ορθή γνώμη, η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 Ν. 1240/1982 αφορά μόνο στις στερητικές της ελευθερίας ποινές που έχουν μετατραπεί σε χρηματικές, ουδόλως δε συντρέχει πεδίο αναλογικής εφαρμογής της και επί των μετατραπεισών σε παροχή κοινωφελούς εργασίας ποινών, καθόσον, εφόσον ο νομοθέτης ήθελε να επιτρέψει και τη μετατροπή της συνολικής ποινής σε παροχή κοινωφελούς εργασίας κατά τους όρους της μετατροπής της ποινής βάσης θα το είχε ρητά προβλέψει κατά το χρόνο έκδοσης του Ν. 3904/2010, με το άρθρο 1 του οποίου προέβη σε ειδική και εξαντλητική ρύθμιση ως προς τους όρους, τις προϋποθέσεις και τα συγκεκριμένα πλαίσια ωρών εργασίας ανά επιβληθείσα ποινή φυλάκισης, καθώς και τις συνέπειες της ελλιπούς ή πλημμελούς εκ μέρους του καταδικασθέντος παροχής τέτοιας εργασίας. Επομένως, στην προκείμενη, περίπτωση, ο αιτών, ο οποίος, χωρίς να υποχρεούται προς τούτο, αιτήθηκε τη μετατροπή όλων των ποινών φυλάκισης, που του επιβλήθηκαν με τις εν λόγω καταδικαστικές αποφάσεις, σε παροχή κοινωφελούς εργασίας, δεσμεύτηκε από την αίτηση του αυτή για μετατροπή και οφείλει να παράσχει την εργασία, όπως αυτή καθορίστηκε από τις επί μέρους αποφάσεις. Συνακόλουθα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη».
 
Ετσι όμως που έκρινε το ανωτέρω δικαστήριο ότι δεν είναι νοητή η κατά τις διατάξεις των άρθρων 94 Π.Κ. και 551 του ΚΠΔ συγχώνευση των παραπάνω ποινών, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 82 παρ. 4, 5, 7, 9 ΠΚ, καθόσον από το συνδυασμό αυτών προκύπτει ότι το άνω δικαστήριο έπρεπε να προβεί στη συγχώνευση των εν λόγω ποινών, αφού, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η περιοριστική της ελευθερίας ποινή που μετατράπηκε σε χρηματική ή πρόστιμο ή παροχή κοινωφελούς εργασίας διατηρεί το χαρακτήρα της περιοριστικής της ελευθερίας ποινής, και επομένως αφού διατηρούσαν αυτό το χαρακτήρα, ήταν νοητός και επιβαλλόμενος ο καθορισμός συνολικής ποινής. Κρίνοντας, όμως, διαφορετικά με την προσβαλλόμενη απόφαση το ως άνω δικαστήριο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 82 παρ. 4, 5, 7, 9, 94 παρ. 1 και 551 παρ. 1 & 2 του ΚΠΔ, υποπίπτοντας, έτσι, η προσβαλλόμενη απόφαση στην πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ποινικής διάταξης και ως εκ τούτου ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης είναι βάσιμος. Κατ` ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση και κρίση στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση [άρθρο 519 ΚΠΔ].
 
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
 
Αναιρεί την υπ` αριθμ. 22997/2014 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
 
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή εκτός από αυτόν που δίκασε προηγουμένως.
 
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2015.
 
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Αυγούστου 2015.
 
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
 
Ε.Φ.

9/2015 ΑΠ (ΟΛΟΜ) - Η παραβίαση της αρχής αναλογικότητας κατά την επδίκαση της χρηματικής ικανοποίησης.

9/2015 ΑΠ (ΟΛΟΜ) 
  
 
Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από αδικοπραξία. Αρχή της αναλογικότητας. Η παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας κατά την επιδίκαση της χρηματικής ικανοποίησης καθώς και η υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας ως προς το ύψος του ποσού, ελέγχονται αναιρετικά ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ. Καταγγελία σύμβασης αποκλειστικής διανομής. Αξιώσεις διανομέα για χρηματική ικανοποίηση και ύψος αυτής. Παραπέμφθηκε στην Πλήρη Ολομέλεια με την υπ΄αριθ. Φ79/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου και απορρίπτει αίτηση αναίρεσης κατά της υπ΄αριθ. 4985/2011 Εφετείου Αθηνών. 
 
 
  
Αριθμός 9/2015 
 
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
 
ΣΕ ΠΛΗΡΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ 
 
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές της πλήρους Ολομελείας: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Νικόλαο Λεοντή, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Βιολέττα Κυτέα, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου και Παναγιώτη Ρουμπή, Αντιπρόεδρους του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Δημήτριο Κράνη, Χριστόφορο Κοσμίδη, Δημήτριο Κόμη, Αντώνιο Ζευγώλη, Ασπασία Καρέλλου Εμμανουήλ Κλαδογένη, Γεώργιο Σακκά, Χρυσούλα Παρασκευά, Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου, Μιχαήλ Αυγουλέα - Εισηγητή, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Πάνο Πετρόπουλο, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Βασίλειο Πέππα, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αθανάσιο Καγκάνη, Μαρία Χυτήρογλου, Ειρήνη Καλού, Αρτεμισία Παναγιώτου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Χρήστο Βρυνιώτη, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα, Ιωάννη Μαγγίνα, Σοφία Καρυστηναίου, Δήμητρα Κοκοτίνη και Διονυσία Μπιτζούνη, Αρεοπαγίτες (κωλυομένων των λοιπών Δικαστών της σύνθεσης).
 
Συνεδρίασε δημόσια στο Μέγαρό του, στις 23 Απριλίου 2015, με την παρουσία της Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
 
Της καλούσας - αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "....." πρώην ".......... ", που εδρεύει στην . και εκπροσωπείται νόμιμα. Παραστάθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπός της Θ. Μ. και διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο του τον Γεώργιο Σάμπαλο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
 
Της καθής η κλήση - αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "....." και το διακριτικό τίτλο ".........", η οποία εδρεύει στη Μυτιλήνη και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "............", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Καραγκούνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
 
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7 Μαρτίου 2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4347/2009 του ιδίου δικαστηρίου και 4985/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 21 Μαρτίου 2012 αίτησή της.
 
Εκδόθηκε η 979/2014 απόφαση του Α`1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία παρέπεμψε στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον τρίτο από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγο της αυτής αίτησης αναίρεσης. Με την από 14 Αυγούστου 2014 κλήση της καλούσας - αναιρεσείουσας η προκείμενη υπόθεση φέρεται στην πλήρη Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου.
 
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
 
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Αυγουλέας ανέγνωσε την από 8 Απριλίου 2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο παραπεμφθείς, με την υπ` αρ. 979/2014 απόφαση του Α`1 Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου, 3ος λόγος της από 21/3/2012 αιτήσεως της αναιρεσείουσας και την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης και για τα αντίστοιχα κεφάλαιά της.
 
Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων, αφού έλαβαν, κατά σειρά, το λόγο από τον Πρόεδρο, ανέπτυξαν και προφορικά τους σχετικούς ισχυρισμούς τους, που αναφέρονται και στις προτάσεις τους και ζήτησαν ο μεν της αναιρεσείουσας την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο δε της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του. Η Εισαγγελέας, αφού έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο, πρότεινε ότι παραδεκτά προβάλλεται ο τρίτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, ενδεχομένως να υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου στον προσδιορισμό επιδίκασης του ποσού αυτής. Κατόπιν αυτών ο Πρόεδρος έδωσε εκ νέου το λόγο στους πιο πάνω πληρεξουσίους των διαδίκων, οι οποίοι αναφέρθηκαν σε όσα προηγουμένως είχαν αναπτύξει.
 
Κατά την 12η Ιουνίου 2015, ημέρα που συγκροτήθηκε το δικαστήριο αυτό προκειμένου να διασκεφθεί για την ανωτέρω υπόθεση, ήταν απόντες οι Αρεοπαγίτες Kωνσταντίνος Φράγκος, Χριστόφορος Κοσμίδης, Δημήτριος Κόμης, Ασπασία Καρέλλου, Χρυσούλα Παρασκευά, Αθανάσιος Καγκάνης και Απόστολος Παπαγεωργίου. Παρά ταύτα, παρισταμένων, πλην αυτών, πλέον των είκοσι εννέα (29) μελών εκ των συμμετασχόντων στη συζήτηση της υπόθεσης, κατ` άρθρο 23 παρ. 2 του ν. 1756/1988, όπως ισχύει με την τροποποίηση με το άρθρο 44 του ν. 3659/2008, το δικαστήριο είχε την εκ του νόμου απαρτία για να διασκεφθεί.
 
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
 
Με την από 14-8-2014 κλήση της αναιρεσείουσας εταιρίας, νομίμως εισάγεται για συζήτηση η υπόθεση στο παρόν Δικαστήριο.
 
Αντικείμενο της ερευνωμένης υποθέσεως αποτελεί ο 3ος, κατά το β` σκέλος του, λόγος της από 10- 6-2013 αίτησης (για τον οποίο θα γίνει λόγος πιο κάτω) για αναίρεση των πληττομένων με το λόγο αυτό κεφαλαίων της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατάληξης της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Η αναιρεσείουσα, με την από 7-3-2006 αγωγή της, κατά 1) της ήδη αναιρεσίβλητης και 2) της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "......" (η οποία δεν είναι διάδικος), εξέθετε: `Οτι το έτος 1968 οι ιδρύτριες αυτής εταιρίες και στη συνέχεια και η ίδια, μετά τη σύσταση της το έτος 1993, είχαν αναλάβει άτυπα την αποκλειστική διανομή των προϊόντων (αλκοολούχα ποτά) της δεύτερης εναγόμενης στα Δωδεκάνησα, είτε συμβαλλόμενη με την πρώτη (ήδη αναιρεσίβλητη), που λειτουργούσε ως γενική αντιπρόσωπος της δεύτερης στην Ελλάδα, είτε απευθείας με την δεύτερη. Ότι το 2004 η άτυπη, αορίστου διάρκειας σύμβαση αποκλειστικής διανομής μεταξύ των εναγομένων καταρτίστηκε εγγράφως και η διάρκεια της ορίστηκε πενταετής από 1-4-2004 έως 31- 3-2009. Ότι με τη σύμβαση αυτή η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να παραγγέλνει και να προμηθεύεται μέσω της πρώτης εναγόμενης, τα προϊόντα παραγωγής και εκμετάλλευσης της δεύτερης, με σκοπό να τα πωλεί χονδρικώς και λιανικώς, ως μοναδική και αποκλειστική διανομέας αυτών στην περιοχή των Δωδεκανήσων. Ότι η αμοιβή της είχε συμφωνηθεί να περιλαμβάνεται στις τιμές μεταπώλησης των προϊόντων. Ότι οι εναγόμενες καθόριζαν τον τιμοκατάλογο των προϊόντων και τα ποσοστά εκπτώσεων με τα οποία πωλούσαν στην ενάγουσα και η τελευταία καθόριζε τις τιμές μεταπώλησης αυτών προκειμένου να επωφελείται των διαφορών από τις τιμές αγοράς. Ότι κατά τη διάρκεια της συνεργασίας της με τις εναγόμενες η ενάγουσα ενεργούσε οτιδήποτε για τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας, την καλύτερη παροχή υπηρεσιών και την αύξηση των πωλήσεων των εναγομένων. Ότι δημιούργησε μεγάλο και σταθερό κύκλο πελατών στην περιοχή των Δωδεκανήσων και προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις των εναγομένων με τους πελάτες αυτούς. Ότι η πρώτη εναγόμενη άκαιρα, παράνομα και καταχρηστικά κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση στις 3-6-2005, κατά τρόπο αντίθετο προς την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, εκμεταλλευόμενη καταχρηστικώς τη δεσπόζουσα αυτής θέση στη σχετική αγορά. Με βάση το ιστορικό αυτό η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη αφενός ενδοσυμβατική ευθύνη της πρώτης εναγομένης, λόγω άκαιρης, αδικαιολόγητης και καταχρηστικής καταγγελίας της επίδικης συμβάσεως κατά τις διατάξεις του ΠΔ 219/1991 και περί εντολής διατάξεων του ΑΚ και αφετέρου αδικοπρακτική συμπεριφορά αυτής (αρθρ. 914, 919, 281 ΑΚ και 2α Ν. 703/1977) ζήτησε να αναγνωριστεί, μετά από επιτρεπτή μεταβολή του αιτήματος με δήλωσή της στα πρακτικά από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, ότι οι εναγόμενες οφείλουν να της καταβάλουν εις ολόκληρον, εκτός των άλλων: Α) το ποσό των 382.139,62 ευρώ ως αποζημίωση πελατείας, που αντιστοιχεί με το μέσο ετήσιο όρο των κερδών που εισέπραξε από τις πωλήσεις των προϊόντων των εναγομένων κατά την τελευταία πενταετία, Β) το ποσό των 417.423 ευρώ ως διαφυγόν κέρδος (αποθετική ζημία) της (ενάγουσας), συνδεόμενο αιτιωδώς με την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης να καταγγείλει την επίδικη σύμβαση, μέχρι τη συμβατική λήξη της σύμβασης, Δ) Το ποσό των 92.659,00 ευρώ, ως θετική ζημία της ενάγουσας από αδιάθετα αποθέματα εμπορευμάτων, Ε) τα ποσά των 6.979 ευρώ και 14.964,60 ευρώ ως ζημία για τις απώλειες της ενάγουσας (διαφυγόντα κέρδη) από τη μη εκτέλεση από την πρώτη εναγόμενη των δύο παραγγελιών, άλλως τα ποσά των 1.974 ευρώ και 4.365 ευρώ, αντίστοιχα, και Ζ) το ποσό των 3.000.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίησή της για την ηθική βλάβη που υπέστη, καθότι η αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης, η οποία κατήγγειλε την επίδικη σύμβαση αιφνίδια, αδικαιολόγητα, καταχρηστικά και με πρόθεση ζημίας της, προσέβαλε την εμπορική της πίστη και φήμη της στην αγορά. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών) με την υπ` αρ. 4347/2009 οριστική του απόφαση, έκρινε την ένδικη αγωγή: Α) ως προς τις αγωγικές αξιώσεις για αποζημίωση πελατείας και για διαφυγόντα κέρδη, αόριστη, και Β) νόμιμη για τις λοιπές πιο πάνω αξιώσεις της. Στη συνέχεια, απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη ως προς τη δεύτερη εναγόμενη και έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως προς την πρώτη εναγομένη αναγνωρίζοντας ότι αυτή οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 72.243,5 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και ειδικότερα: α) το ποσό των 35.904,5 ευρώ, ως αποζημίωση από αδιάθετα αποθέματα εμπορευμάτων, β) τα ποσά 4.365 ευρώ και 1.974 ευρώ, για τις απώλειες (διαφυγόντα κέρδη) από τη μη εκτέλεση από την πρώτη εναγόμενη δύο παραγγελιών κατά παραδοχή της επικουρικής βάσης και γ) το ποσό των 30.000 ευρώ, για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη η ενάγουσα εξαιτίας της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγομένης. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε έφεση εκ μέρους της ενάγουσας (αναιρεσείουσας) κατά των απορριπτικών διατάξεων της πρωτοβάθμιας απόφασης, καθώς και αντέφεση εκ μέρους της εναγομένης (αναιρεσίβλητης). Επί των ενδίκων μέσων αυτών, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ` αρ. 4985/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία: Α) η αντέφεση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη και Β) η έφεση έγινε τυπικά δεκτή, στη συνέχεια δε απορρίφθηκε ως κατ` ουσίαν αβάσιμη, και επικυρώθηκε έτσι επικυρώνοντας έτσι η πρωτοβάθμια απόφαση. Κατά της αποφάσεως αυτής η αναιρεσείουσα άσκησε την ένδικη αίτησή της και το Α1 Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου με την 979/2014 απόφασή του: Α) αναίρεσε την προσβαλλόμενη απόφαση (δεχθέν συναφή λόγο της αίτησης), κατά το μέρος που το ουσιαστικό δικαστήριο απέρριψε ως αόριστες τις αγωγικές αξιώσεις της αναιρεσείουσας-ενάγουσας, όσον αφορά την αποζημίωση πελατείας και τα διαφυγόντα κέρδη και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκ νέου έρευνα στο ίδιο δικαστήριο. Και Β) παρέπεμψε, ομόφωνα, στην πλήρη Ολομέλεια, κατ` άρθρο 563 παρ. 2 ΚΠολΔ τον τρίτο λόγο της αίτησης, δεχθέν ότι πρόκειται για ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος, υπό την ακόλουθη διατύπωση: "Με τον τρίτο λόγο αιτιάται η αναιρεσείουσα την προσβαλλόμενη απόφαση ... για πλημμέλειες από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας κατά την εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρ. 25§1εδ (δ) του Συντάγματος και 932 ΑΚ το Εφετείο της επιδίκασε ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη της από την καταχρηστική από την πρώτη εναγομένη καταγγελία της μεταξύ τους σύμβασης αποκλειστικής διανομής το ποσό 30.000 ευρώ, που όμως είναι δυσανάλογα μικρό σε σχέση με αυτό που ζήτησε με την ένδικη αγωγή της και προκύπτει από τις συνθήκες της σε βάρος της αδικοπραξίας. Με δεδομένη, ωστόσο, την υφιστάμενη στη νομολογία διάσταση ως προς τη δυνατότητα ή όχι γα ελεγχθεί αναιρετικά το μέτρο της επιδικαζόμενης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ανακύπτει ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος, το οποίο φέρεται προς κρίση με τον ως άνω αναιρετικό λόγο, γι` αυτό ως προς το λόγο αυτό πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί κατά τα άρθρ. 563§2 εδ (β) ΚΠολΔ και 23§2 εδ (γ) , (δ) του Οργανισμού των Δικαστηρίων (ν. 1756/1988) στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, αφού η παρούσα απόφαση παραπομπής είναι ομόφωνη, προκειμένου να κριθεί, ειδικότερα εάν η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ποσό της επιδικαζόμενης λόγω ηθικής βλάβης χρηματικής ικανοποίησης κατά το άρθρ. 932 ΑΚ αποτελεί κρίση περί τα πράγματα που δεν ελέγχεται αναιρετικά ούτε μέσω της αρχής αναλογικότητας ή εάν αντίθετα η έννοια της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης κατά το παραπάνω άρθρο συνιστά αόριστη νομική έννοια, κατά την εξειδίκευση της οποίας ως προς το ποσό της επιδικαζόμενης χρηματικής υπόκειται, με έμμεση εφαρμογή και της αρχής της αναλογικότητας, σε αναιρετικό έλεγχο για υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου της ουσίας, δηλ. το ήδη παραπεμπόμενο στην πλήρη Ολομέλεια ζήτημα είναι ευρύτερο του συναφούς ζητήματος που έχει παραπεμφθεί στην τακτική ολομέλεια με τις 1141/2013 και 1942/2013 αποφάσεις του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου". Ο ρηθείς λόγος ερευνάται στην συνέχεια.
 
Μειοψήφισε όμως, σχετικώς ο Αντιπρόεδρος Νικόλαος Λεοντής ο οποίος διατύπωσε την ακόλουθη γνώμη: "Ο ερευνώμενος λόγος αναιρέσεως πρέπει να αξιολογηθεί προεχόντως ως αλυσιτελής και εντεύθεν ως απαράδεκτος. Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1, ΚΠολΔ, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως η αναίρεση της αποφάσεως και επομένως και η εξαφάνιση της μπορεί να είναι ολική ή μερική.
 
Ειδικότερα η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο της παραδοχής της αναιρέσεως, δηλαδή κατά το κεφάλαιο (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), το οποίο αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναιρέσεως, καθώς και εκείνα που συνέχονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα και επηρεάζονται από την παραδοχή του λόγου αναιρέσεως. Η έκταση αυτή της αναιρέσεως προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής αποφάσεως και κατισχύει κάθε- αντίθετης γενικής διατυπώσεως αυτής. Επομένως, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση. Αν η απόφαση αναιρεθεί μερικώς, ως προς ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης τότε μόνο ως προς αυτά εξαφανίζεται η απόφαση και η εξουσία του δικαστηρίου της παραπομπής, δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια, ως προς τα οποία διατηρείται το δε δικασμένο της αποφάσεως, το οποίο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εκτός από τα κεφάλαια που συνδέονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα και επηρεάζονται από την παραδοχή του λόγου αναιρέσεως οπότε συναναιρούνται. Οπως έχει αναφερθεί στην αρχή της παρούσης, η προσβαλλόμενη απόφαση αναιρέθηκε από εκείνη του Τμήματος Παραπομπής κατά το κεφάλαιο αυτής που αναφέρεται στη με στοιχ.(β) αξίωση της ενάγουσας από διαφυγόντα κέρδη ποσού 417.423,00 ευρώ, κατά την οποία η αγωγή αξιολογήθηκε, αντιθέτως από το δικαστήριο της ουσίας, ως ορισμένη και παραπέμφθηκε προς εκ νέου έρευνα στο ίδιο δικαστήριο. Προφανές είναι ότι η ουσιαστική βασιμότητα της εν λόγω αξιώσεως της θετικής ζημίας και ειδικότερα η έκταση αυτής, η οποία συνδέεται και ερείδεται στην άκαιρη και καταχρηστική καταγγελία της συνδέουσας τις διαδίκους συμβάσεως, στοιχειοθετούσα παράλληλα την αποδιδόμενη στην εναγομένη άδικη και υπαίτια από πρόθεση, πράξη, αρρήκτως συνάπτεται και επηρεάζει την θεμελιούμενη στην όμοιου περιεχομένου αδικοπραξία, αξίωση της ενάγουσας περί χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, με άμεση δικονομική συνέπεια να έχει αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και κατά το τελευταίο αυτής κεφάλαιο, αξιολογούμενο εντεύθεν του εναντιουμένου κατ` αυτού και παραπεμφέντος λόγου αναιρέσεως, ως άνευ αντικειμένου, αλυσιτελούς και απαραδέκτου".
 
Ως προς το στοιχείο του "ευλόγου" της χρηματικής ικανοποιήσεως, η κρατήσασα στην Ολομέλεια γνώμη έχει ως εξής: Κατά την έννοια του άρθρου 932 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι` αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ως κριτήρια: το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.
 
Συνεπώς, εφόσον ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, το "εύλογο" του επιδικαζόμενου ποσού, δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια και συνακόλουθα η σχετική κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη, κατά τούτο, εφαρμογή του νόμου (ΑΚ 932). Μειοψήφισαν εννιά (9) μέλη του δικαστηρίου: οι Αρεοπαγίτες Δημήτριος Κράνης, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Μαρία Χυτήρογλου, Παναγιώτης Κατσιρούμπας, Δημήτριος Τζιούβας, Σοφία Καρυστηναίου, Δήμητρα Κοκοτίνη και Διονυσία Μπιτζούνη, που έχουν την άποψη ότι η εύλογη χρηματική ικανοποίηση, κατά την έννοια του άρθρου 932 ΑΚ συνιστά αόριστη νομική έννοια (ελεγχόμενη για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση της εν λόγω διατάξεως), κατά την εξειδίκευση της οποίας, με κριτήρια αντικειμενικά, αντλούμενα από το σκοπό του κανόνα δικαίου στον οποίο περιέχεται, υπόκειται, με έμμεση εφαρμογή και η αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 παρ. του Συντάγματος.
 
Όσον αφορά το ζήτημα, αν η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (για τον προσδιορισμό του ποσού προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης), μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικά για παραβίαση ευθέως ή εκ πλαγίου της αρχής της αναλογικότητας, η κρατήσασα στην Ολομέλεια γνώμη, έχει ως εξής: Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρηση του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας". Με την νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων. Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από την ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου. Αλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει", και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Συγκεκριμένα πρέπει, τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.
 
Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ` αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κλπ). Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσης της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που όπως αναφέρθηκε απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου. Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλ. το ασκούμενο δικαίωμα έχει απολέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκηση του είναι απαγορευμένη.
 
Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα, και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου. Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλ. να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων. Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας.
 
Σημειώνεται ότι, κατά την γνώμη δέκα τριών μελών του της Ολομέλειας (Αθανασίου Κουτρομάνου, Σπυρίδωνος Μητσιάλη, Χρυσόστομου Ευαγγέλου, Αντωνίου Ζευγώλη, Εμμανουήλ Κλαδογένη, Γεωργίου Σακκά, Μιχαήλ Αυγουλέα, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Βασιλείου Πέππα, Ειρήνης Καλού, Δημητρίου Τζιούβα και Ιωάννου Μαγγίνα), η υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής ευχέρειας εκ μέρους του ουσιαστικού δικαστηρίου (ή της διοικήσεως) συνιστά μερικότερη περίπτωση της παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας και δεν θεμελιώνει διαφορετικό η αυτοτελή (έναντι της αναλογικότητας) αναιρετικό λόγο. Ενόψει αυτών, κατά την κρατήσασα στην Ολομέλεια γνώμη, αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση, από το δικαστήριο της ουσίας, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, ελέγχονται ως πλημμέλειες, του άρθρου 559 αρ. 1 και 19ΚΠολΔ.
 
Περαιτέρω, από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα. Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 Α Κ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ` εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση. Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ` αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι. Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος [άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος] με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων. Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας τους, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο".
 
Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του. Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ αναλόγως από τους αρ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων ης διακριτικής του ευχέρειας. Μειοψήφισαν όμως ένδεκα (11) μέλη της συνθέσεως. Εξ αυτών: Α) οι Αντιπρόεδροι Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Νικόλαος Λεοντής και Βασιλική Θάνου- Χριστοφίλου, διατύπωσαν την άποψη ότι η αρχή της αναλογικότητας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, δεν απευθύνεται στο δικαστή και επομένως, η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τον καθορισμό της οφειλόμενης χρηματικής ικανοποίησης δεν υπόκειται στον έλεγχο του ακυρωτικού υπό τους όρους της πιο πάνω διάταξης. Η σχετική, όμως, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ελέγχεται για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 932 ΑΚ, όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το ουσιαστικό δικαστήριο των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας. Β) οι Αρεοπαγίτες Ιωάννης Γιαννακόπουλος, Χρυσόστομος Ευαγγέλου, Γεώργιος Σακκάς, Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Πάνος Πετρόπουλος, Ευγενία Προγάκη, Χαράλαμπος Καλαματιανός και Αρτεμισία Παναγιώτου, διατύπωσαν την άποψη ότι η ως άνω κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν ελέγχεται αναιρετικώς ούτε όταν ενέχει παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, ούτε και όταν υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας.
 
Στην κρινόμενη υπόθεση το δικαστήριο της ουσίας, μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχτηκε ανελέγκτως τα εξής: "Η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) είναι εμπορική εταιρία με σκοπό την εισαγωγή, διανομή και εμπορία, τροφίμων, αλκοολούχων ποτών και οίνου στην περιφέρεια της Δωδεκανήσου. Συστήθηκε το έτος 1993 με βάση τη με αριθμ. ... 1/5-1-1993 πράξη σύστασης και καταστατικό του συμβολαιογράφου Καλύμνου ......, δημοσιευμένη στο ΦΕΚ 125415/4/93, μετά από μετατροπή και συγχώνευση των ομορρύθμων εταιριών με τις επωνυμίες "....... ". Η πρώτη εναγόμενη εταιρία με την επωνυμία ".........." και το διακριτικό τίτλο "....", τυγχάνει καθολική διάδοχος της αρχικής εναγομένης εταιρίας με την επωνυμία "........" και το διακριτικό τίτλο "......." και έχει ως αντικείμενο την παραγωγή, εμπορία και αντιπροσώπευση τροφών, οίνων και αλκοολούχων ποτών. Κατά το έτος 1994 η ολλανδική εταιρία με την επωνυμία "......" εξαγόρασε την αρχικώς πρώτη εναγομένη εταιρία "........". Στη συνέχεια η πιο πάνω εταιρία μεταβίβασε το σύνολο των μετοχών της στην ισπανική εταιρία "............" που ανήκει στον όμιλο ....... . H δεύτερη εναγόμενη είναι μία εκ των εταιρειών του πιο πάνω ομίλου, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η παραγωγή αλκοολούχων ποτών, ενώ παράλληλα έχει και τα δικαιώματα διάθεσης και εκμετάλλευσης ορισμένων αλκοολούχων ποτών του πιο πάνω ομίλου. Η πρώτη εναγόμενη εταιρία, η οποία από το έτος 1968 λειτουργούσε με την επωνυμία ".......", προμήθευε τις ιδρύτριες ομόρρυθμες εταιρίες της ενάγουσας με αλκοολούχα ποτά, τα οποία η τελευταία διένεμε στην περιοχή της Δωδεκανήσου, ενώ αυτές πραγματοποιούσαν αγορές προϊόντων και από τη δεύτερη εναγόμενη εταιρία. Κατά το έτος 1993, που ιδρύθηκε η ενάγουσα, εντάθηκε η συνεργασία αυτής με την πρώτη των εναγομένων και η μεταξύ τους σύμβαση μετεξελίχθηκε σε άτυπη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, χωρίς όμως να σταματήσουν και οι περιοδικές αγορές προϊόντων απευθείας από τη δεύτερη εναγόμενη, η οποία όμως λειτουργούσε ταυτόχρονα και ανεξάρτητα από την πρώτη εναγομένη. Ειδικότερα, η ενάγουσα εμπορευόταν και διέθετε στην περιοχή της Δωδεκανήσου στα πλαίσια της μεταξύ αυτής και της πρώτης εναγόμενης σύμβασης αποκλειστικής διανομής, μεταξύ άλλων, τα ουίσκι ....., και τα λικέρ ..... . Με βάση την σύμβαση αυτή η ενάγουσα προμηθευόταν αποκλειστικά από την πρώτη εναγομένη προϊόντα, τα οποία μεταπωλούσε σε τρίτους, στην περιοχή των Δωδεκανήσων, στο δικό της όνομα, για δικό της λογαριασμό και με δικό της επιχειρηματικό κίνδυνο και για τις πωλήσεις αυτές εξέδιδε τιμολόγια στο όνομα της, ενεργώντας έτσι ως αποκλειστικός διανομέας των πιο πάνω προϊόντων. Η ενάγουσα για την επίτευξη του σκοπού της πιο πάνω σύμβασης είχε αναπτύξει ένα εκτεταμένο και οργανωμένο δίκτυο διανομής, όπως καταστήματα, αποθηκευτικούς χώρους που λειτουργούσαν ως φορολογικές αποθήκες που εξυπηρετούσαν και την πρώτη εναγόμενη, μόνιμο προσωπικό, αγορές ή μισθώσεις οχημάτων τροφοδοσίας και μηχανογράφηση. Καθόλη τη διάρκεια της εμπορικής συνεργασίας και για την καλύτερη εξέλιξη της, η ενάγουσα προώθησε τα προϊόντα της πρώτης εναγομένης στην πιο πάνω περιοχή και δραστηριοποιήθηκε προς την κατεύθυνση της ανευρέσεως νέων πελατών, διευρύνοντας το πελατολόγιο της. Η εμπορία και διανομή των προϊόντων της πρώτης εναγομένης αποτελούσε το 40% τουλάχιστον της εμπορίας της ενάγουσας, αφού η τελευταία εμπορευόταν παράλληλα και προϊόντα άλλων εταιριών, όπως της εταιρίας ".... ", της εταιρίας ................. κ.α. Η πιο πάνω άτυπη σχέση αποκλειστικής διανομής μεταξύ της ενάγουσας και της πρώτης των εναγομένων μετατράπηκε στις 1-4-2004 σε έγγραφη σύμβαση αποκλειστικής διανομής ορισμένου χρόνου, πενταετούς διάρκειας με χρόνο λήξης 31-3-2009. Σύμφωνα με την πιο πάνω σύμβαση η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να αγοράζει από την πρώτη εναγόμενη τα αναφερόμενα στο παράρτημα 1 προϊόντα (αλκοολούχα ποτά), παραγωγής η εκμετάλλευσής της, κάποια από τα οποία παρήγαγε ή είχε το δικαίωμα διάθεσης η δεύτερη εναγόμενη, με σκοπό να τα πωλεί χονδρικώς ή λιανικώς, ως μοναδική και αποκλειστική διανομέας, στην περιοχή της Δωδεκανήσου. Επίσης, ανέλαβε την υποχρέωση να διατηρεί επαρκή αποθέματα (άρθρο 4.2.5), να καταβάλει το συμφωνηθέν τίμημα μέσα σε 90 ημέρες από την παραλαβή τους (άρθρο 7.3), ενώ σε περίπτωση υπερημερίας πάνω από τριάντα (30) ημέρες, θα όφειλε στην προμηθεύτρια το νόμιμο τόκο υπερημερίας, να μεταπωλεί τα προϊόντα αυτά στο δικό της όνομα και για λογαριασμό της και με δικό της κίνδυνο, φέροντας το βάρος οργάνωσης της επιχείρησής της. Επίσης, η ενάγουσα όφειλε να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για την αύξηση των πωλήσεων των προϊόντων, να ανταλλάσσει πληροφορίες με την πρώτη εναγόμενη, να συνεργάζεται μ` αυτήν σχετικά με την κατάσταση της τοπικής αγοράς, την πορεία των πωλήσεων και των προωθητικών ενεργειών, να διατηρεί κατάλληλο προσωπικό, διαμορφωμένους χώρους και εξοπλισμό για την αποθήκευση και διανομή των προϊόντων, να αποστέλλει κάθε μήνα, γραπτή αναφορά, σχετικά με τις δραστηριότητές της, τις συνθήκες της αγοράς και τις συνθήκες ανταγωνισμού (άρθρα 4), να διαβιβάζει εγγράφως τις προτάσεις της για το ετήσιο επιχειρηματικό πλάνο, να διαφημίζει τα προϊόντα και να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να επιτύχει το συμφωνημένο στόχο αγορών (άρθρα 4.2.13 και 8). Η πρώτη εναγόμενη από την πλευρά της όφειλε να προμηθεύει την ενάγουσα με τα προϊόντα παραγωγής ή εκμετάλλευσής της σε άριστη κατάσταση και κατάλληλα για διάθεση στην τοπική αγορά, σε ποσότητες ανάλογες των παραγγελιών. Να εκτελεί ταχέως τις παραγγελίες, να διαφημίζει, ενεργεί και συμμετέχει με κάθε τρόπο στα προωθητικές ενέργειες. Περαιτέρω, η αμοιβή της ενάγουσας είχε συμφωνηθεί να περιλαμβάνεται στις τιμές μεταπώλησης των προϊόντων. Ειδικότερα, η πρώτη εναγόμενη όριζε τον τιμοκατάλογο των προϊόντων και τα ποσοστά εκπτώσεων επ` αυτού, με τα οποία πωλούσε στην ενάγουσα. Στη συνέχεια, η ενάγουσα μεταπωλούσε αυτά λιανικώς και χονδρικώς σε τιμές που καθόριζε η ίδια, ώστε να επωφελείται των διαφορών από τις τιμές αγοράς των προϊόντων αυτών. Τέλος, ορίστηκε ότι αμφότερα τα μέρη διατηρούσαν το δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης με προηγούμενη έγγραφη ειδοποίηση τριάντα (30) ημερών, σε περίπτωση, μεταξύ άλλων λόγων, που το άλλο μέρος αθετήσει ουσιωδώς τις συμβατικές του υποχρεώσεις και δεν προβεί σε επανόρθωση μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την παραλαβή της ειδοποίησης του πρώτου μέρους (άρθρο 13.2.1). Ειδικότερα, ο προμηθευτής (πρώτη εναγόμενη) δικαιούταν να καταγγείλει τη σύμβαση με προηγούμενη γραπτή ειδοποίηση, σε περίπτωση που ο διανομέας (η ενάγουσα) δεν προέβαινε στην πληρωμή των ποσών που όφειλε στον προμηθευτή μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την ημέρα που αυτά γίνονταν ληξιπρόθεσμα. Η λύση της σύμβασης στην περίπτωση αυτή θα επερχόταν από την ημέρα της παραλαβής από το διανομέα της σχετικής ειδοποίησης του προμηθευτή (άρθρο 13.2.2). Με τη λήξη ή λύση της σύμβασης, όπως προαναφέρθηκε, ο διανομέας υποχρεούταν να επιστρέψει στον προμηθευτή το απόθεμα των προϊόντων που είχε τη στιγμή εκείνη στο κατάστημά του και ο προμηθευτής όφειλε να πιστώσει τον διανομέα με την αξία των εμπορευμάτων αυτών, εκτός και αν ο προμηθευτής του επέτρεπε, για μια περίοδο δύο (2) ημών από την ημερομηνία λήξης ή λύσης να πωλεί και να διανέμει τα προϊόντα αυτά σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις που ορίζονταν στη σύμβαση. Ο προμηθευτής θα δεχόταν μόνο τα προϊόντα που βρίσκονται σε άριστη κατάσταση και συσκευασία, και για τα οποία θα πίστωνε τον διανομέα με την αξία που είχε καταβάλλει (άρθρο 13). Εξάλλου, οι προβλεπόμενες από τη σύμβαση έγγραφες ειδοποιήσεις και δηλώσεις ορίστηκε ότι έπρεπε να διαβιβάζονται με συστημένη ταχυδρομική επιστολή και απόδειξη παραλαβής (άρθρο 15). Η πιο πάνω, συνεπώς, σύμβαση αποτύπωνε τη μέχρι εκείνη τη χρονική στιγμή (1-4-2004) επιτυχημένη αορίστου διάρκειας συνεργασία των δύο συμβαλλομένων μερών, η οποία πλέον θα συνεχιζόταν ενταγμένη μέσα σε ένα καθορισμένο χρονικό πλαίσιο, προσφέροντας ασφάλεια σε αμφότερα τα μέρη ως προς τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα τους. Μετά από αυτά, αφού, σε εκτέλεση της συνδέουσας τις διαδίκους συμβάσεως, όπως διαμορφώθηκε και λειτούργησε καθόλη τη μακρόχρονη διάρκεια της, η εναγομένη προμήθευε αποκλειστικά την ενάγουσα με τα προϊόντα της, τα οποία η τελευταία μεταπωλούσε σε τρίτους και για δικό της λογαριασμό με τιμές που καθόριζε η ίδια, διατηρώντας με δικά της έξοδα την κατάλληλη οργάνωση και υλικοτεχνική υποδοχή στην πιο πάνω περιοχή για την εκπλήρωση της διανομής και την προώθηση των προϊόντων της πρώτης εναγομένης, και γενικά προστάτευε τη φήμη και τα συμφέροντα της πρώτης εναγομένης εταιρείας. Από τα πιο πάνω προκύπτει ομοιότητα καταστάσεων και οικονομικών συμφερόντων με εκείνα του εμπορικού αντιπροσώπου και η ενάγουσα ως αποκλειστική διανομέας είναι κατά τον ίδιο με τον εμπορικό αντιπρόσωπο τρόπο ενταγμένη στο σύστημα διαθέσεως των προϊόντων της πρώτης εναγομένης. Ενόψει των προαναφερομένων σε συνδυασμό με το σκοπό της επίδικης σύμβασης, αλλά και τη ρητή διατύπωση στο έγγραφο αυτής, προκύπτει σαφώς ότι αυτή καταρτίστηκε χωρίς την ανάμειξη της δεύτερης εναγομένης απευθείας μεταξύ της πρώτης εναγομένης και της ενάγουσας και αφορούσε τα συμβληθέντα σ` αυτήν και μόνο μέρη. Δοθέντος, μάλιστα, ότι η πρώτη εναγομένη δεν δήλωσε κατά τη σύναψη της πιο πάνω σύμβασης στην ενάγουσα ότι ενεργεί επ` ονόματι και για λογαριασμό της δεύτερης εναγομένης, ως άμεσος αυτής αντιπρόσωπος, ούτε προκύπτει ότι μπορούσε να συναχθεί από περιστατικά ότι η πρώτη των εναγομένων ενεργούσε στη σύμβαση αυτή ως αντιπρόσωπος της δεύτερης αυτών. Εκτός όμως αυτού δεν προκύπτει η ύπαρξη στο πρόσωπο της πρώτης εναγομένης της προς αντιπροσώπευση εξουσίας με βάση την οποία αυτή μπορούσε να καταρτίσει την επίμαχη σύμβαση ως άμεσος αντιπρόσωπος της δεύτερης εναγομένης δεσμεύοντας αυτή έναντι της ενάγουσας. Το γεγονός της εμπορίας από την ενάγουσα προϊόντων παραγωγής ή εκμετάλλευσης της δεύτερης εναγόμενης, ή η περιστασιακή αγορά από την ενάγουσα προϊόντων απευθείας από τη δεύτερη εναγομένη, δεν είναι ικανό από μόνο του να θεμελιώσει κρίση για ύπαρξη αντιπροσώπευσης της δεύτερης από την πρώτη και συνακόλουθα δέσμευση της από την επίδικη σύμβαση διανομής. Αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενες εταιρίες λειτουργούσαν με το ίδιο αντικείμενο, αυτόνομα και ανεξάρτητα η μία από την άλλη, χωρίς αυτό να αναιρείται από το γεγονός της συμμετοχής τους στον ίδιο όμιλο, δοθέντος μάλιστα ότι δεν αποδείχθηκε οποιασδήποτε φύσης οικονομική εξάρτηση μεταξύ τους. Εξάλλου δεν αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγόμενη τύγχανε γενική αντιπρόσωπος της δεύτερης εναγομένης στην Ελλάδα, ισχυρισμό που προέβαλε με την αγωγή της η ενάγουσα και με τον οποίο διατείνεται δηλ. ότι η πρώτη εναγομένη ενήργησε ως αντιπρόσωπος της δεύτερης εναγομένης προς το συμφέρον αυτής και όχι προς το δικό της συμφέρον. Ο ισχυρισμός όμως αυτός, πέραν της ουσιαστικής αβασιμότητας, είναι άνευ εννόμου επιρροής, γιατί και αληθής υποτιθέμενος, δεν οδηγεί σε παραδοχή της αγωγής της προς τη δεύτερη εναγομένη, αφού υποκείμενο της εκ της συνάψεως της πιο πάνω σύμβασης έννομης σχέσης είναι η πρώτη εναγομένη ως έμμεσος αντιπρόσωπος. Εξάλλου η έμμεση αντιπροσώπευση είναι αντιπροσώπευση συμφερόντων, ενέργεια για λογαριασμό απλώς άλλου και όχι αντιπροσωπεία της ΑΚ 211. Συνακόλουθα, αφού δεν αποδεικνύεται ότι η δεύτερη εναγομένη συνήψε την αναφερόμενη στην αγωγή σύμβαση αποκλειστικής εμπορικής διανομής, η αγωγή, κατά το μέρος που στρέφεται εναντίον της είναι απορριπτέα ως αβάσιμη για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση του απέρριψε την αγωγή της ενάγουσας, κατά το μέρος της που στρεφόταν κατά της δεύτερης εναγόμενης ως ουσιαστικά αβάσιμη, ορθώς εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις. Επομένως ο έκτος λόγος της έφεσης της ενάγουσας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, μετά την υπογραφή της επίδικης σύμβασης, η ενάγουσα άρχισε να αντιμετωπίζει το πρόβλημα των "παράλληλων εισαγωγών", όπου μεγάλες ποσότητες όμοιων προϊόντων, κατέκλυσαν την αγορά της Δωδεκανήσου, σε τιμές πολύ χαμηλότερες από αυτές που, μετά τις εκπτώσεις που της παρείχε η πρώτη εναγόμενη, διέθετε ή μπορούσε να διαθέσει η ενάγουσα. Πλέον αυτού η ενάγουσα άρχισε να αντιμετωπίζει προβλήματα με τα προϊόντα ... και .... , που προμηθεύτηκε από την πρώτη εναγόμενη και τα οποία ανέγραφαν στις ετικέτες τους "αφορολόγητο (Duty free) ή "μόνο για πώληση εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης" (ΝΟΝ ΕΕΑ SALE ONLY), τα οποία δεν επιτρεπόταν να διαθέσει στην τοπική αγορά. Το εν λόγω πρόβλημα επισήμανε η ενάγουσα με αποστολή του από 4-11-2004 ηλεκτρονικού μηνύματος στο στέλεχος της πρώτης εναγομένης ....... . Σχετικά με το πρόβλημα των "παράλληλων εισαγωγών" η ενάγουσα ενημέρωσε την πρώτη εναγομένη με την από "αναφορά σύμβαση Μ. 10-11 Ιουνίου 2004" και την από 31-8-2004 επιστολή της προς τα στελέχη της εναγόμενης Ε. Ι. και Ν. Τ., με τις οποίες ζητούσαν λύσεις, προκειμένου να αντιμετωπίσει την οικονομική της ζημία. Όμως, η εμπορική σχέση των διαδίκων άρχισε να παρουσιάζει προβλήματα, εξαιτίας και της αντισυμβατικής συμπεριφοράς της ενάγουσας σχετικά με το μεγάλο χρέος (ύψους 559.527 ευρώ) της προς την πρώτη εναγομένη, το οποίο δεν μπορούσε να καλύψει εγκαίρως (βλ. το από 3-3 2005 έγγραφο της ενάγουσας, και το από την ίδια ημεροχρονολογία έγγραφο της πρώτης εναγομένης). Τα συμβληθέντα μέρη προκειμένου να τακτοποιήσουν τις υποχρεώσεις αυτής της συμφωνίας, μεταξύ των άλλων, αποφάσισαν ε) αμφότερα τα μέρη θα επαναπροσδιόριζαν τα περιθώρια τους προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις παράλληλες εισαγωγές στο μέλλον, στ) η πρώτη εναγόμενη θα έδινε στην ενάγουσα πιστωτικό όριο ύψους 800.000 ευρώ. Σε περίπτωση που η ενάγουσα επιθυμούσε προϊόντα που ξεπερνούσαν το ως άνω όριο, είτε θα έπρεπε να πωληθούν πριν από την παράδοση, είτε η ενάγουσα θα παρείχε στην πρώτη εναγόμενη τραπεζική εγγυητική επιστολή, για οποιοδήποτε ποσό πάνω από 800.000 ευρώ. Η τραπεζική εγγυητική επιστολή θα έπρεπε να μην μπορεί να ανακληθεί και να είναι πληρωτέα άμεσα, και να έχει εκδοθεί από τράπεζα που η εναγόμενη θα ενέκρινε και το κείμενο της θα έπρεπε να έχει εκ των προτέρων εγκριθεί. Η πρώτη εναγόμενη απέστειλε την πιο πάνω συμφωνία-πρόταση στην ενάγουσα στις 27- 4-2005 με την επισήμανση ότι αυτή θα ήταν σε ισχύ μέχρι το κλείσιμο εργασιών, στις 28-4-2005 και θα περίμενε την έγγραφη απάντηση της ενάγουσας. Την ίδια ως άνω ημεροχρονολογία (28-4- 2005) ο Ι. Μ. επικοινώνησε με τον Α. Κ., διευθυντή οικονομικού και διοικητικού της εναγομένης και τον ενημέρωσε ότι ο αδελφός του και εκ των μετόχων της ενάγουσας Θ. Μ. βρισκόταν σε επαγγελματικό ταξίδι στην Κρήτη και δεν κατέστη δυνατό να του προωθήσει την επίσημη πρόταση που είχε αποσταλεί, ως ανωτέρω, στις 27-4-2005. Ενόψει δε και του Πάσχα (1-5-2005) θα βρίσκονταν και οι τρεις μέτοχοι της ενάγουσας προκειμένου να συζητήσουν και να αποδεχτούν την ως άνω πρόταση (βλ. το από 28-4-2005 ηλεκτρονικό μήνυμα). Η εναγόμενη δεν απάντησε στο πιο πάνω μήνυμα της ενάγουσας, η οποία θεώρησε ότι αυτό έγινε αποδεκτό. Όμοιου περιεχομένου επιστολή απέστειλε ο Ι. Μ. και στον Η. C. Πρόεδρο του Δ. Σ της εναγομένης, με τον οποίο προσπάθησαν να επικοινωνήσουν και την επόμενη ημέρα 29-4-2005. Ο τελευταίος τους ενημέρωσε με ηλεκτρονικό μήνυμα ότι θα βρίσκεται σε διακοπές από 27-4-2005 έως 9-5-2005. Αμέσως μετά το Πάσχα, και συγκεκριμένα στις 3-5-2005 ο Θ. Μ. επικοινώνησε εκ νέου με ηλεκτρονικό μήνυμα με τον Η. C. και τον ενημέρωσε ότι η ενάγουσα αποδέχεται την πρόταση και έχει ήδη κανονίσει τον τρόπο επιστροφής του αποθέματος από τις φορολογικές της αποθήκες στις αποθήκες της ενάγουσας στην Αθήνα. Ήδη, όμως ο Η. C. με το από 2-3-2005 ηλεκτρονικό του μήνυμα προς την ενάγουσα την ενημέρωσε ότι η εναγόμενη είχε αποσύρει την πρότασή της, επειδή η τελευταία δεν είχε απαντήσει σ` αυτήν μέχρι την ταχθείσα προθεσμία της 28-4-2004. Στη συνέχεια η πρώτη εναγόμενη απέστειλε την από 3-5-2005 επιστολή της προς την ενάγουσα με την οποία την ενημέρωνε για ουσιώδεις παραβάσεις της επίδικης σύμβασης και ειδικότερα: α) για καθυστέρηση στην αποπληρωμή των τιμολογηθέντων και παραληφθέντων απ` αυτήν προϊόντων κατά παράβαση του άρθρου 7.3 της σύμβασης, β) την μη αποστολή μηνιαίων γραπτών αναφορών κατά παράβαση του άρθρου 4.2.6 της σύμβασης, και γ) τη μη κατάθεση πρότασης για το ετήσιο επιχειρηματικό πλάνο κατά παράβαση του άρθρου 4.2.7. Καλούσε δε, την ενάγουσα κατ` εφαρμογή του άρθρου 13.2.1 της σύμβασης, να επανορθώσει τα ανωτέρω μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την παραλαβή της επιστολής. Η ανωτέρω επιστολή κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα με δικαστικό επιμελητή στις 10-5-2005, όπως εξάλλου προβλεπόταν από τη σύμβαση για να τρέξει η ως άνω προθεσμία. Ομως, στις 3-6-2005 και πριν από την πάροδο της προβλεπόμενης από την ένδικη σύμβαση προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών, η πρώτη εναγόμενη κατήγγειλε την ένδικη σύμβαση και ενημέρωσε την ενάγουσα ότι μπορούσαν να συνεχίσουν τη συνεργασία τους σε μη αποκλειστική βάση και με όρους και συμφωνίες που θα ανακοινώνονταν με μεταγενέστερη επιστολή. Από όλα τα ανωτέρω η πρώτη εναγόμενη προχώρησε στην καταγγελία της επίδικης σύμβασης χωρίς να τηρήσει την προβλεπόμενη προθεσμία των τριάντα (30) ημερών, αφού κατήγγειλε αυτή νωρίτερα (3-6-2005) από την προβλεπόμενη προθεσμία (10-6-2005), διότι η παραλαβή της έγγραφης ειδοποίησης, από την οποία αρχίζει να τρέχει η προθεσμία των τριάντα (30) ημερών, έγινε στις 10-5-2005. Περαιτέρω, όμως, η εν λόγω καταγγελία τυγχάνει, κατά τις κρίσεις της εκκαλουμένης, ως προς τις οποίες δεν προσβάλλεται η εκκαλούμενη απόφαση και καταχρηστική, {συνιστώσα αδικοπραξία, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η μεταξύ των διαδίκων συνεργασία χρονολογείται πολλά έτη πριν από την έγγραφη αποτύπωσή της, η ενάγουσα είχε συμβάλει τα μέγιστα, όπως ελέχθη ανωτέρω, για την προώθηση των προϊόντων της εναγόμενης στην περιοχή της Δωδεκανήσου, ενώ παρά την ενημέρωση που υπήρξε από την μεριά της ενάγουσας, ότι θα απαντήσει στην πρόταση της εναγόμενης αμέσως μετά το Πάσχα, όπως και έπραξε, αφού έπρεπε να αποφανθούν οι μέτοχοι αυτής, η τελευταία, ενεργώντας αδικαιολόγητα και καταχρηστικά, απέσυρε την πρόταση της και προχώρησε σε καταγγελία της σύμβασης, χωρίς όμως, να μπορεί παραβλεφθεί και το πραγματικό γεγονός της παράβασης ουσιωδών υποχρεώσεων εκ μέρους της ενάγουσας, τα οποία όμως, όπως προκύπτει και από τη σχετική αλληλογραφία μεταξύ των διαδίκων μετά την ταχθείσα προθεσμία των τριάντα (30) ημερών βρίσκονταν σε τροχιά διευθέτησης}. Μετά από αυτά η πρώτη εναγόμενη οφείλει να αποζημιώσει την ενάγουσα για τις ζημίες τις οποίες υπέστη από την παράνομη και αντισυμβατική καταγγελία της μεταξύ τους σύμβασης. Ειδικότερα, η ενάγουσα ζημιώθηκε: α) ... (αναλύεται η περιουσιακή ζημία της αναιρεσείουσας) ... Τέλος, ενόψει της παράνομης και καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος καταγγελίας της επίδικης σύμβασης διανομής από την εναγόμενη, η ενάγουσα υπέστη βλάβη στην επιχειρηματική εικόνα και φήμη της, λαμβανομένου υπόψη ότι η συνεργασία της με την ενάγουσα κάλυπτε ποσοστό 40% της εμπορικής της δραστηριότητας, είχε διαρκέσει πολλά χρόνια πριν από την υπογραφή της επίδικης σύμβασης και η ενάγουσα είχε επενδύσει στη συνεργασία αυτή με σημαντικές υποδομές και οργανωμένο δίκτυο διανομής. Μετά την ως άνω καταγγελία, η ενάγουσα απώλεσε μεγάλους πελάτες με αγορές 80.000 και 100.000 ευρώ, όπως ο Π. στη Ρόδο και ο Χ. στην Κω, οι οποίοι στη συνέχεια περιόρισαν σημαντικά τις συναλλαγές τους με την ενάγουσα, όπως κατέθεσε και ο μάρτυρας αποδείξεως". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο της ουσίας καθόρισε, όπως προαναφέρθηκε, ως εύλογη χρηματική αποζημίωση για την ηθική βλάβη που υπέστη η αναιρεσείουσα εξαιτίας της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της πρώτης εναγόμενης, το ποσό των 30.000 ευρώ. Με τις κρίσεις και τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, κατά την κρατήσασα στην Ολομέλεια γνώμη καθορίζοντας τη χρηματική ικανοποίηση της αναιρεσείουσας στο ποσό των 30.000 ευρώ, δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, αλλά και δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού το εν λόγω ποσό, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπολείπεται, (και μάλιστα καταφανώς) του συνήθως επιδικαζομένου σε παρόμοιες περιπτώσεις.
 
Κατά την άποψη όμως των Αρεοπαγιτών Μιχαήλ Αυγουλέα, Δημητρίου Γεώργα, Ιωάννη Μαγγίνα, Σοφίας Καρυστηναίου, Δήμητρας Κοκοτίνη και Διονυσίας Μπιτζούνη το ποσό τούτο υπολείπεται καταφανώς της συνήθως επιδικαζομένης χρηματικής ικανοποίησης. Ενόψει όλων αυτών ο παραπεμφθείς στην Ολομέλεια λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Τέλος, πρέπει τα δικαστικά έξοδα να συμψηφιστούν στο σύνολό τους, διότι η ερμηνεία των επικαλουμένων, ως εφαρμοστέων κανόνων δικαίου, ήταν ιδιαιτέρως δυσχερής (άρθρα 179 και 183 ΚΠολΔ).
 
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
 
Απορρίπτει και τον υπό στοιχείο 3 κατά το β` σκέλος του λόγο της από 21-3-2012 αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσβάλλεται, κατά τα αντίστοιχα κεφάλαιά της, όπως εξειδικεύονται στο σκεπτικό της παρούσης, η υπ` αρ. 4985/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
 
Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα της παρούσης αναιρετικής δίκης.
 
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2015.
 
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
 
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Σεπτεμβρίου 2015.
 
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
 
Ρ.Κ.

2/2015 ΑΠ (ΟΛΟΜ) - Κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της αξίας του απαλλοτριούμενου ακινήτου

 
Αναγκαστική απαλλοτρίωση. Κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της αξίας του απαλλοτριούμενου ακινήτου. Εάν κατά την πρώτη συζήτηση διατάχθηκε πραγματογνωμοσύνη, η αξία θα υπολογισθεί με βάση το χρόνο αυτής της συζήτησς και όχι εκείνης που γίνεται μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης. Εάν η αίτηση για τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης επαναφέρεται ενώπιον του Εφετείου μετά από αναίρεση, τότε κρίσιμος χρόνος είναι εκείνος της νέας ενώπιον της συζήτησης και όχι ο χρόνος της αρχικής συζήτησης. Παραπέμφθηκε στην Πλήρη Ολομέλεια με την υπ΄αριθ. 826/2011 απόφαση του Δ΄Τμήματος και απορρίπτει τον παραπεμφθέντα λόγο αναίρεσης κατά της υπ΄αριθ. 4782/2008 απόφασης Εφετείου Αθηνών. 
 
 
  
Αριθμός 2/2015 
 
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
 
ΣΕ ΠΛΗΡΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ 
 
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές της πλήρους Ολομελείας: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Βιολέττα Κυτέα και Παναγιώτη Ρουμπή, Αντιπρόεδρους του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Δημήτριο Κράνη, Χριστόφορο Κοσμίδη, Ευφημία Λαμπροπούλου, Δημήτριο Κόμη, Αντώνιο Ζευγώλη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Ασπασία Καρέλλου, Αργύριο Σταυράκη, Στυλιανή Γιαννούκου, Εμμανουήλ Κλαδογένη, Γεώργιο Σακκά, Μαρία Βασιλάκη, Χρυσούλα Παρασκευά, Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου, Μιχαήλ Αυγουλέα, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Πάνο Πετρόπουλο, Ευγενία Προγάκη, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Μαρία Βαρελά, Γεώργιο Κοντό, Ασπασία Μαγιάκου, Αριστείδη Πελεκάνο, Βασίλειο Πέππα, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Γεώργιο Λέκκα - Εισηγητή, Πηνελόπη Ζωντανού, Αθανάσιο Καγκάνη, Μαρία Χυτήρογλου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Απόστολο Παπαγεωργίου, Σοφία Ντάντου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δημήτριο Τζιούβα, Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες (κωλυομένων των λοιπών Δικαστών της σύνθεσης).
 
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία της Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
 
Της καλούσας - αναιρεσείουσας: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "............. ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Παραστάθηκε η νόμιμη εκπρόσωπος της εταιρείας Ε. Κ., κάτοικος ... και διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο της τον Αλέξανδρο Κανδαράκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
 
Του καθού η κλήση - αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Νομικό Σύμβουλο του Κράτους Ευγενία Bελώνη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
 
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19 Mαΐου 2003 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή περί προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδος, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με άλλες αιτήσεις, ανταιτήσεις και πρόσθετες παρεμβάσεις προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή.
 
Εκδόθηκε η 2568/2004 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζήτησε η ως άνω αναιρεσείουσα και πρόσωπα που δεν διάδικοι στη δίκη αυτή με την από 19 Ιουλίου 2004 αίτηση.
 
Εκδόθηκε η 1335/2005 απόφαση του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 2568/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συντεθεί από άλλους δικαστές. Στη συνέχεια εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1120/2006, 7063/2006, μη οριστικές και 4782/2008 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα με την από 31 Ιουλίου 2009 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 826/2011 απόφαση του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία παρέπεμψε στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον πρώτο (από το άρθρ. 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ.) λόγο αναιρέσεως και ανέβαλλε τη συζήτηση, ως προς τους λοιπούς λόγους.
 
Με την από 20 Δεκεμβρίου 2013 κλήση της καλούσας - αναιρεσείουσας η προκείμενη υπόθεση φέρεται στην Πλήρη Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου.
 
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε την από 8 Σεπτεμβρίου 2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του παραπεμφθέντος στην πλήρη Ολομέλεια πρώτου λόγου της από 31-7-2009 αίτησης αναίρεσης και κατά το πρώτο σκέλος αυτού από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4782/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, ακολούθως δε να αναπεμφθεί η υπόθεση στο Δ' Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, προκειμένου να κριθούν οι πρώτος, κατά το δεύτερο σκέλος του, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, για τους οποίους το Τμήμα αυτό επιφυλάχθηκε με την παραπεμπτική του απόφαση. Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων, αφού έλαβαν, κατά σειρά, το λόγο από τον Πρόεδρο, ανέπτυξαν προφορικά τους σχετικούς ισχυρισμούς τους, οι οποίοι αναφέρονται και στις προτάσεις τους και ζήτησαν ο μεν της αναιρεσείουσας την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η δε του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
 
Η Εισαγγελέας, αφού έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο, πρότεινε όσα υποστηρίζονται με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ, να κριθούν αβάσιμα και απορριπτέα. Κατόπιν αυτών ο Πρόεδρος έδωσε εκ νέου το λόγο στους πιο πάνω πληρεξούσιους των διαδίκων, οι οποίοι αναφέρθηκαν σε όσα προηγουμένως είχαν αναπτύξει.
 
Kατά την 26η Φεβρουαρίου 2015, ημέρα που συγκροτήθηκε το δικαστήριο τούτο προκειμένου να διασκεφθεί την ανωτέρω υπόθεση ήταν απόντες οι Αρεοπαγίτες Κωνσταντίνος Φράγκος, Χριστόφορος Κοσμίδης, Ευφημία Λαμπροπούλου, Ερωτόκριτος Καλούδης, Ασπασία Καρέλλου, Στυλιανή Γιαννούκου, Μαρία Βασιλάκη, Χρυσούλα Παρασκευά, Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου, Πάνος Πετρόπουλος, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Πηνελόπη Ζωντανού, Αθανάσιος Καγκάνης, Μαρία Χυτήρογλου και Αρτεμισία Παναγιώτου, οι οποίοι δήλωσαν κώλυμα αρμοδίως. Παρά ταύτα, παρισταμένων, πλην αυτών, των είκοσι εννέα (29) μελών εκ των συμμετασχόντων στη συζήτηση την υπόθεσης, κατ' άρθρο 23 παρ.2 του ν. 1756/1988, όπως ισχύει με την τροποποίηση με το άρθρο 44 του ν. 3659/2008, το δικαστήριο είχε την εκ του νόμου απαρτία για να διασκεφθεί.
 
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
 
Με την υπ' αριθμ. 826/2011 ομόφωνη απόφαση του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου παραπέμφθηκε στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 563 § 2 περ. β' Κ.Πολ.Δ και 23 § 2 εδ. γ' του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων (Ν. 1756/1988), ο πρώτος από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης της από 31-7-2009 αίτησης της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "................." για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4782/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με τον οποίο προβάλλεται, εκτός των άλλων, η αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 17 του Συντάγματος, του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου περί σεβασμού της ιδιοκτησίας και της περιουσίας, του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ και των άρθρων 13 §§ 1 και 4, 18, 19 και 20 του Κώδικα Απαλλοτριώσεων, με το να δεχθεί ως κρίσιμο χρόνο για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης την 18-10-2005, ημερομηνία κατά την οποία διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, ήτοι χρόνο απέχοντα τρία (3) περίπου έτη από την επί δικαστηρίου έρευνα της ουσίας της υπόθεσης. Ειδικότερα, παραπέμπεται στην παρούσα πλήρη Ολομέλεια, με την προαναφερόμενη απόφαση, το ζήτημα αν κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της αξίας του ακινήτου και εντεύθεν του καθορισμού της οφειλόμενης αποζημίωσης είναι ο χρόνος της συζήτησης της υπόθεσης, κατά την οποία έλαβε χώρα η εκφώνησή της ή ο χρόνος της μετ' απόδειξη συζήτησης της υπόθεσης, καθόσον το ζήτημα τούτο είναι γενικοτέρου ενδιαφέροντος, αλλά και για την εξασφάλιση της ενότητας της νομολογίας, ενόψει του ότι η επ' αυτού νομολογία του Αρείου Πάγου δεν είναι ενιαία. H υπόθεση νόμιμα φέρεται προς συζήτηση με την από 20-12-2013 κλήση της αναιρεσείουσας.
 
Κατά το άρθρο 17 §§ 1 και 2 του Συντάγματος του 1975 "1. Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος. 2. Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης. Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. 3. Η ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριουμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης, και μόνο εξαιτίας της, δεν λαμβάνεται υπόψη". Με την αναθεώρηση των συνταγματικών διατάξεων, που έγινε με το από 6-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, στην παραπάνω παράγραφο του άρθρου 17 προστέθηκε τρίτο εδάφιο, το οποίο ορίζει ότι "αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό". Η πιο πάνω νέα διάταξη του Συντάγματος (άρθρο 17 παρ. 2 εδ γ' ), σύμφωνα με τη διάταξη του κεφαλαίου Δ' του Ψηφίσματος, τέθηκε σε ισχύ από τη δημοσίευση αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι από 18-4-2001, έχει δε εφαρμογή, ως συνταγματική και επί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, που κηρύχθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του. Περαιτέρω, στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το Ν.Δ. 53 της 19/20-9-1974 "Περί κυρώσεως της εν Ρώμη την 4ην Νοεμβρίου 1950 υπογραφείσης συμβάσεως "δια την προάσπισιν των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών", ως και του προσθέτου εις αυτήν Πρωτοκόλλου των Παρισίων της 20ης Μαρτίου 1952" (ΦΕΚ Α' 256) και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (άρθρο. 28 § 1 του Συντάγματος), ορίζεται: "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφέλειας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός κράτους όπως θέσει εν ισχύϊ νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων". Το άρθρο αυτό περιέχει τρεις κανόνες. Ο πρώτος, που είναι γενικής φύσης, καθιερώνει την αρχή της ειρηνικής απόλαυσης της ιδιοκτησίας - περιουσίας (εδ. α' της πρώτης παραγράφου). Ο δεύτερος καλύπτει τη στέρηση περιουσιακών αγαθών, για την οποία θέτει ορισμένες προϋποθέσεις (εδ. β' της πρώτης παραγράφου). Ο τρίτος κανόνας αναγνωρίζει το δικαίωμα των Κρατών, μεταξύ άλλων, να ελέγχουν τη χρήση της περιουσίας σύμφωνα με το γενικό συμφέρον, με την εφαρμογή νόμων, τους οποίους θεωρούν αναγκαίους για το σκοπό αυτό (παράγραφος 2, απόφαση του ΕΔΔΑ της 23-9-1982 SPORRONG AND LONNROTH v. SWEDEN). Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, με την οποία, σημειωτέον, προστατεύεται, ως δικαίωμα στην ιδιοκτησία, εκτός άλλων και η κυριότητα επί ακινήτων (απόφαση του ΕΔΔΑ της 24- 6-1993, Π. κατά Ελλάδος) επί προσβολής του δικαιώματος σεβασμού της ιδιοκτησίας πρέπει να τηρείται δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου και της επιταγής της προάσπισης των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων. Και αυτή η ισορροπία τηρείται με τη λήψη υπόψη ως σκοπητέου χρόνου για την αξία του απαλλοτριουμένου, του χρόνου της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης, εφόσον αυτή γίνεται μετά την παρέλευση ικανού χρόνου από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της.
 
Η νέα ρύθμιση του εδ. γ' της παρ. 2 του άρθρου 17 του Συντάγματος έχει εισαχθεί, προκειμένου να εναρμονιστεί το εσωτερικό δίκαιο προς τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), αναφορικώς με την έννοια της προστασίας του δικαιώματος της ιδιοκτησίας. Έτσι "ως προβλεπόμενοι υπό του νόμου όροι", υπό τους οποίους, κατά την άνω διάταξη του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, επιτρέπεται η στέρηση της περιουσίας του προσώπου, νοούνται προφανώς οι όροι, που θεσπίζει η πιο πάνω αναθεωρημένη διάταξη της παρ. 2 εδ. γ' του άρθρου 17 του Συντάγματος, σύμφωνα με την οποία, αν η δίκη για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως του απαλλοτριουμένου ακινήτου διεξάγεται μετά την παρέλευση έτους από τον προσωρινό προσδιορισμό, λαμβάνεται υπόψη η αξία του απαλλοτριουμένου κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό. Η εν λόγω συνταγματική διάταξη μεταφέρθηκε και στον Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων του 2001, ο οποίος κυρώθηκε με το πρώτο άρθρο του Ν. 2882/1991 (ΦΕΚ Α' 17/6.2.2001), με την προσθήκη δεύτερου εδαφίου στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 13, η οποία έγινε με το άρθρο 1 § 4 του Ν. 2985/2002 (ΦΕΚ Α' 18/4.2.2002) και άρχισε να ισχύει από 1-1-2002 (άρθρο 2 του ίδιου νόμου). Ειδικότερα, στη συγκεκριμένη διάταξη ορίζεται ότι "η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης και να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου κατά το χρόνο της συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ή, σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό, κατά το χρόνο της συζήτησης για τον προσδιορισμό αυτόν. Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό". Εξάλλου, κατά το άρθρο 579 § 1 ΚΠολΔ: "Αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από τη απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο, εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Κάθε απόφαση που στηρίζεται σ' αυτήν που αναιρέθηκε αναιρείται, εφόσον οι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται και σ' αυτήν". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι μετά την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας. Η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή ως προς τα πληγέντα κεφάλαιά της, όχι δε ως προς άλλα, εκτός αν τα τελευταία συνάπτονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα, οπότε συναναιρούνται. Κατά συνέπεια, αν η αίτηση για τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης επαναφέρεται ενώπιον του Εφετείου μετά από αναίρεση, τότε ως κρίσιμος χρόνος θεωρείται εκείνος της (νέας) ενώπιόν του συζήτησης, μετά την αναίρεση και όχι ο χρόνος της προγενέστερης (αρχικής) συζήτησης. Περαιτέρω από τις προαναφερόμενες ρυθμίσεις, συνδυαζόμενες με τις διατάξεις των άρθρων 111, 223, 224 και 281 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, σε περίπτωση παρέλευσης έτους από τη συζήτηση της αίτησης περί προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης ή επί ασκήσεως απευθείας ενώπιον του εφετείου αίτησης για τον οριστικό προσδιορισμό, ως κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της αξίας του απαλλοτριουμένου ακινήτου νοείται ο χρόνος της συζήτησης κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκασή της, ανεξάρτητα αν το εφετείο άρχισε ή όχι να εξετάζει την ουσία της. Και τούτο, διότι κατά τη συζήτηση αυτή παγιοποιείται το αντικείμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και της δικαστικής έρευνας. Έτσι, αν κατά την πρώτη συζήτηση διατάχθηκε πραγματογνωμοσύνη, η αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου θα υπολογισθεί με βάση το χρόνο αυτής της συζήτησης και όχι εκείνης που γίνεται μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης. Σημειώνεται ότι την άποψη αυτή ακολούθησε και η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την υπ' αριθμ. 14/2011 απόφασή της, η οποία δημοσιεύθηκε μετά την έκδοση της παραπεμπτικής υπ' αριθμ. 826/2011 απόφασης του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Αρειο Πάγο (ΚΠολΔ 561 § 2), το Εφετείο δίκασε αιτήσεις, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας για την επιφάνεια και τα επικείμενα, καθώς και ιδιαίτερη αποζημίωση για τα απομένοντα τμήματα των ακινήτων, που απαλλοτριώθηκαν, με την από 14-6-2002 Πράξη νομοθετικού περιεχομένου του Προέδρου της Δημοκρατίας, που εκδόθηκε έπειτα από σχετική πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου και με την οποία κηρύχθηκε αναγκαστικώς απαλλοτριωτέα, για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την εκτέλεση του Ολυμπιακού έργου της μαραθώνιας διαδρομής και συγκεκριμένα για τη διάνοιξη - διαπλάτυνση της Λεωφ. Μαραθώνος στο τμήμα Ε από τη χ.θ. 14 + 075 (ευρισκόμενη κοντά στην οδό ...) έως τη χ.θ. 18 + 360 (ευρισκόμενη κοντά στο ρέμα ...), καθώς επίσης και στη μικρή συνδετήρια οδό περί τη χ.θ. 15 + 750 (μεταξύ των οδών ... και ...) στο Δήμο Ραφήνας και στην Κοινότητα Πικερμίου Αττικής, εδαφική έκταση συνολικού εμβαδού 38.227,74 τ.μ. Η απαλλοτρίωση αυτή κηρύχθηκε κατεπείγουσα, διέπεται δε και από τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 16 του Ν. 2598/1998 "Οργάνωση Ολυμπιακών Αγώνων - Αθήνα 2004", όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 6 παρ. 1 ν. 2730/1999 και το τελευταίο αντικαταστάθηκε και συμπληρώθηκε από το άρθρο 24 παρ. Ια Ν. 2741/1999, με το οποίο προβλέπεται η αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτων για την εκτέλεση έργων και εγκαταστάσεων, που εξυπηρετεί την τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων 2004 αμέσως ή εμμέσως, και στην τελευταία περίπτωση ιδίως και για τη διάνοιξη, διαπλάτυνση και βελτίωση οδών, όπως η προκείμενη απαλλοτρίωση. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των δικογράφων και ιδιαίτερα από την προσβαλλόμενη απόφαση, η ήδη αναιρεσείουσα, με την από 19- 5-2003 αίτησή της ενώπιον του Εφετείου Αθηνών ζήτησε: α) τον απευθείας οριστικό προσδιορισμό των απαλλοτριούμενων τμημάτων των υπ' αριθμ. Κ.Π. 164 και 170 ιδιοκτησιών της με τα επικείμενά τους, β) τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για την απομένουσα εκτός απαλλοτρίωσης έκταση των ιδιοκτησιών της και του υπάρχοντος σε αυτή κτιρίου του εργοστασίου συσσωρευτών, για τους προαναφερόμενους λόγους και γ) να μην επιβαρυνθούν οι ως άνω ιδιοκτησίες της με αυτοαποζημίωση ή υποχρέωση αποζημίωσης τρίτων. Η αίτηση έγινε εν μέρει δεκτή με την υπ' αριθμ. 2568/2004 απόφαση του Εφετείου, που καθόρισε την οριστική αποζημίωση για την απαλλοτριούμενη έκταση με τα επικείμενά της, ενώ απέρριψε τα αιτήματα περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για τις απομένουσες εκτός απαλλοτρίωσης εδαφικές εκτάσεις με το κτίριο του εργοστασίου συσσωρευτών και άρσης της υποχρέωσης αυτοαποζημίωσης. Με την υπ' αριθμ. 1335/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, η απόφαση αυτή αναιρέθηκε κατά το μέρος που απέρριψε τα ως άνω αιτήματα και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές. Τούτο επελήφθη της υποθέσεως μετά την από 5-7-2005 κλήση της αιτούσας κατά τη δικάσιμο της 18-10-2005, εκδίδοντας την υπ' αριθμ. 1120/2006 απόφαση, με την οποία ανέβαλε την οριστική απόφασή του, όσον αφορά τα ανωτέρω αιτήματα της αναιρεσείουσας και ειδικότερα εκείνα περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για τις απομένουσες εκτός απαλλοτρίωσης εδαφικές εκτάσεις με το επ' αυτών υπάρχον κτίριο του εργοστασίου συσσωρευτών και άρσης της υποχρέωσης αυτοαποζημίωσης και διέταξε τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης. Μετά τη διενέργεια αυτής η αναιρεσείουσα έφερε την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση με την από 28-2-2006 κλήση της κατά τη δικάσιμο της 23-5-2006 και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 7063/2006 απόφαση του Εφετείου, που διέταξε τη συμπλήρωση της πραγματογνωμοσύνης, σύμφωνα με το άρθρο 388 Κ.Πολ.Δικ. Μετά τη συμπλήρωση της πραγματογνωμοσύνης, η αναιρεσείουσα έφερε και πάλι την υπόθεσή της προς συζήτηση ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, με την από 4-10-2006 κλήση της, στη δικάσιμο της 5- 12-2006, κατά την οποία όμως δεν κατέστη δυνατή η έκδοση απόφασης, ενόψει του ότι αυτή δεν έλαβε χώρα εντός οκτώ (8) μηνών από τη συζήτησή της. Έτσι, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 ΚΠολΔ, ορίστηκε, με την από 26-10-2007 κλήση της Γραμματείας του Εφετείου, δικάσιμος για νέα συζήτηση της υπόθεσης η 8-1-2008, μετά την οποία εκδόθηκε η πληττόμενη απόφαση. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, επίσης, ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της οφειλόμενης στην αναιρεσείουσα αποζημίωσης για το απαλλοτριούμενο τμήμα συνολικού εμβαδού 1.561,73 τ.μ. του ενιαίου ακινήτου της, που ορίζεται στον 1ο διορθωτικό κτηματολογικό πίνακα, της υποχρέωσης αυτοαποζημίωσης των υπ' αριθμ. Κ.Π. 164 και 170 ιδιοκτησιών της, καθώς και της ιδιαίτερης αποζημίωσης για την απομένουσα εκτός απαλλοτρίωσης έκταση, εμβαδού 8.097,96 τ.μ. με το υφιστάμενο κτίριο του εργοστασίου συσσωρευτών όγκου 6.327 κ.μ., είναι ο χρόνος της πρώτης, μετ' αναίρεση συζήτησης της υπόθεσης, κατά την οποία διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και όχι εκείνος της μετ' απόδειξη συζήτησης. Με τις παραδοχές του αυτές και με βάση τα προεκτεθέντα, το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του Συντάγματος, του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων. Επομένως, κατά την επικρατήσασα στην Ολομέλεια γνώμη, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης και κατά το πρώτο σκέλος αυτού από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, ο οποίος παραπέμφθηκε στην πλήρη Ολομέλεια με την υπ' αριθμ. 826/2011 απόφαση του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου είναι αβάσιμος. Κατά τη γνώμη του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Σπυρίδωνος Μητσιάλη, ο λόγος αυτός είναι βάσιμος διότι, με τις αναφερόμενες ανωτέρω διατάξεις κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας και μετά από καταβολή αποζημίωσης, η οποία πρέπει να είναι πλήρης και να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου κατά το χρόνο συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου της αίτησης καθορισμού (προσωρινού ή οριστικού σε περίπτωση παράλειψης του προσωρινού ή παρέλευσης έτους από το χρόνο συζήτησης για τον προσωρινό προσδιορισμό). Από τις διατάξεις αυτές, συνάγεται ότι για τη διασφάλιση του σκοπού τους, που είναι ο καθορισμός πλήρους αποζημίωσης, κρίσιμος χρόνος είναι ο χρόνος κατά τον οποίο συζητείται η υπόθεση και ακολούθως ερευνάται η ουσία της και όχι αυτός κατά τον οποίο εκφωνήθηκε η υπόθεση και ακολούθως αναβλήθηκε από το πινάκιο ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο, όπως έκδοση παρεμπίπτουσας απόφασης. Και τούτο, διότι η ανωτέρω νέα διάταξη του άρθρου 17 παρ. 2 εδ γ' του Συντάγματος έχει ως δικαιολογητικό λόγο τη θέση ότι κρίσιμος χρόνος καθορισμού της αποζημίωσης δεν πρέπει να είναι κατ' ανάγκην ο χρόνος της πρώτης συζήτησης, αλλά εκείνος που βρίσκεται εγγύτερα στο χρόνο της καταβολής. Έτσι, κατά τη γνώμη αυτή, δεχόμενο το Εφετείο ότι κρίσιμος χρόνος για τον καθορισμό της αποζημίωσης είναι ο χρόνος της πρώτης, μετ' αναίρεση συζήτησης της υπόθεσης, κατά την οποία διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και όχι εκείνος της μετ' απόδειξη συζήτησης, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις μνημονευόμενες ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του Συντάγματος, του ΚΑΑΑ και της ΕΣΔΑ.
 
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος λόγος της από 31-7-2009 αίτησης αναίρεσης και κατά το πρώτο σκέλος αυτού, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4782/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που παραπέμφθηκε στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου και να αναπεμφθεί η υπόθεση στο ως άνω Τμήμα που την παρέπεμψε, για έρευνα των λοιπών λόγων του αναιρετηρίου (ΚΠολΔ 580 § 5).
 
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
 
Απορρίπτει τον παραπεμφθέντα στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου πρώτο λόγο της από 31-7-2009 αίτησης αναίρεσης και κατά το πρώτο σκέλος αυτού, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4782/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και αναπέμπει την υπόθεση στο Δ' Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, προκειμένου να κριθούν και οι υπόλοιποι λόγοι αναίρεσης, για τους οποίους το Τμήμα αυτό επιφυλάχθηκε να αποφασίσει με την παραπεμπτική του απόφαση.
 
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2015.
 
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
 
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 10 Σεπτεμβρίου 2015.
 
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
 
Ρ.Κ.

4/2015 AΠ (ΟΛΟΜ) - Δημόσιο. Έναρξη παραγραφής αξιώσεων.

4/2015 ΑΠ (ΟΛΟΜ) 
  
 
Δημόσιοι υπάλληλοι. Αξιώσεις υπαλλήλων δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου κατά του δημοσίου που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του δημοσίου ή σε αδικαιολόγητο πλουτισμό, υπόκειται σε διετή παραγραφή, με χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής τη γένεση της κάθε αντίστοιχης αξίωσης (το τέλος κάθε μήνα) και όχι το τέλος του έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν. Παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια με την υπ΄αριθ. 251/2006 απόφαση Αρείου Πάγου και αναιρεί την υπ΄αριθ. 3013/2003 Εφετείου Αθηνών. 
 
 
  
Αριθμός 4/2015 
 
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
 
ΣΕ Α' ΤΑΚΤΙΚΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ 
 
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές της Α' Σύνθεσης: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Βιολέττα Κυτέα και Παναγιώτη Ρουμπή, Αντιπρόεδρους του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Χριστόφορο Κοσμίδη, Αντώνιο Ζευγώλη, Μαρία Βασιλάκη, Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου, Πάνο Πετρόπουλο, Ευγενία Προγάκη, Μαρία Βαρελά, Αριστείδη Πελεκάνο, Χαράλαμπο Καλαματιανό - Εισηγητή, Αρτεμισία Παναγιώτου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Σοφία Ντάντου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Χρήστο Βρυνιώτη, Δημήτριο Τζιούβα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες (κωλυομένων των λοιπών Δικαστών της σύνθεσης).
 
Συνεδρίασε δημόσια στο Μέγαρό του, στις 19 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία της Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
 
Του καθού η κλήση - αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Βασιλεία Πελέκου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.
 
Του καλούντος - αναιρεσιβλήτου: Α. Κ. του Ν., τέως κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Σκορδάκη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
 
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/8/2001 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1285/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 3013/2003 του Εφετίου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 15-3-2004 αίτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η 251/2006 απόφαση του Β2' Πολιτικού Τμήματος, η οποία παρέπεμψε στην τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Με την από 5/5/2014 κλήση του καλούντος - αναιρεσιβλήτου η προκείμενη υπόθεση φέρεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου.
 
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισαγγελέας, αφού έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο, πρότεινε ο κρινόμενος, από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., δεύτερος λόγος αναίρεσης, να γίνει δεκτός. Kατά την 9η Ιουνίου 2015, ημέρα που συγκροτήθηκε το δικαστήριο τούτο προκειμένου να διασκεφθεί την ανωτέρω υπόθεση ήταν απούσα η Αρεοπαγίτης Μαρία Βαρελά, η οποία δήλωσε κώλυμα αρμοδίως. Παρά ταύτα, παρισταμένων πλέον των δεκαπέντε (15) μελών εκ των συμμετασχόντων στη συζήτηση την υπόθεσης, κατ' άρθρο 23 παρ.2 του ν. 1756/1988, όπως ισχύει με την τροποποίηση με το άρθρο 44 του ν. 3659/2008, το δικαστήριο είχε την εκ του νόμου απαρτία για να διασκεφθεί.
 
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
 
Με την από 5-5-2014 κλήση του αναιρεσιβλήτου νόμιμα φέρεται προς συζήτηση ενώπιον της Α' Τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, ο με την υπ' αρ. 251/2006 απόφαση του Β2' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου παραπεμφθείς στην Ολομέλεια, σύμφωνα με το άρθρο 563 παρ. 3 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ., δεύτερος λόγος της κρινόμενης 339/2004 αίτησης, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, διότι το εν λόγω Τμήμα, αφού απέρριψε ως αβάσιμο τον έτερο (πρώτο) λόγο αναίρεσης, έκρινε ότι ανέκυπτε ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος. Με τον παραπεμφθέντα λόγο αναίρεσης τίθεται το ζήτημα εάν οι αξιώσεις κατά του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος είχε προσληφθεί από αυτό με άκυρη σύμβαση εργασίας, λόγω μη τήρησης του έγγραφου τύπου, και αφορούσαν σε αποδοχές του για το χρονικό διάστημα από 1-1- 1999 μέχρι 31-8-1999, υπέκυψαν στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, υπό την εκδοχή ότι η παραγραφή των εν λόγω αξιώσεων άρχιζε από το χρόνο γενέσεως κάθε μιας περιοδικής παροχής, ήτοι από το τέλος κάθε μήνα, κατά τον οποίο αυτή ήταν καταβλητέα, ή όχι, υπό την εκδοχή ότι η παραγραφή αυτών άρχιζε από το τέλος του έτους εντός του οποίου γεννήθηκαν και, συνεπώς, αυτές κατέστησαν δικαστικώς επιδιώξιμες.
 
Κατά το άρθρο 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους" : "Η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της". Κατά το άρθρο 91 εδ. α' του ίδιου νόμου: "Επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών σαφώς προκύπτει ότι με την πρώτη ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα του χρόνου της παραγραφής των αξιώσεων των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, και ορίζεται ως χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξιώσεως. Η διάταξη αυτή, είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ανωτέρω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικώς το θέμα της έναρξης του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξίωσης κατά του δημοσίου από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων, που υπάρχει στο άρθρο 91 εδ. α' , και επομένως κατισχύει αυτής (Α.Ε.Δ. 32/2008, Ολ. Α.Π. 29/2006). Η θεσπιζόμενη με τις προαναφερθείσες διατάξεις βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από εκείνον των παρομοίων αξιώσεων του άρθρου 250 αριθμ. 6 και 17 ΑΚ, είναι συνταγματικώς επιτρεπτή και δεν αντίκειται στην κατά το άρθρο 4 § 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, αφού η διαφορετική ρύθμιση δικαιολογείται από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των ως άνω αξιώσεων και των σχετικών υποχρεώσεων του Δημοσίου (Α.Ε.Δ. 1/2012), ούτε και στη διάταξη του άρθρου 20 § 1 του Συντάγματος (για το δικαίωμα ακρόασης από τα δικαστήρια). Εξάλλου, η θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής, κατά κατηγορία αξιώσεων ή δικαιούχων και υπόχρεων, δεν προσκρούει στο άρθρο 6 § 1 α' της ΕΣΔΑ (που εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο να δικάζεται η υπόθεση του δίκαια και αμερόληπτα) ούτε αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου) αφού οι διατάξεις αυτές παρεμποδίζουν τον νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα (ενδεχομένως και με τη μέθοδο της αναδρομικής παραγραφής) και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά τη ισχύ τους (Α.Ε.Δ. 9/2009, Ολ.Α.Π. 38/2005, 22/2005, 31/2007). Τέλος, η ανωτέρω διετής παραγραφή δεν αντίκειται ούτε στις διατάξεις των άρθρων 2 § 3 α' (περί πρόσφορης προσφυγής του ατόμου επί παραβιάσεως των δικαιωμάτων του), 5 § 1 (περί καταργήσεως δικαιωμάτων προσώπου ή περιορισμών τους), 22 παρ. 1, 26 (περί της ισότητας των προσώπων ενώπιον του νόμου και απαγόρευσης διακρίσεων), 14 § 1 (περί δικαιώματος του προσώπου για δίκαιη δίκη) του με το Ν. 2462/1997 κυρωθέντος και υπερνομοθετικής ισχύος, κατά το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος, έχοντος Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα.
 
Στην προκειμένη περίπτωση, από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και από τα παραδεκτώς, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκοπούμενα διαδικαστικά έγγραφα, προκύπτουν τα εξής: Το Εφετείο δικάζοντας την υπ' αρ.εκθ.καταθ. 2838/2001 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, η οποία επιδόθηκε στις 31-8-2001, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι αυτός προσελήφθη από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με άκυρη σύμβαση εργασίας, λόγω μη τήρησης του έγγραφου τύπου και προσέφερε τις υπηρεσίες του στην Ελληνική Πρεσβεία της Σόφιας και ότι εδικαιούτο ως αδικαιολόγητο εις βάρος του πλουτισμό του Ελληνικού Δημοσίου τη διαφορά των αποδοχών του κλητήρα Α' της Κεντρικής Υπηρεσίας του ΥΠΕΞ και της μηνιαίας αποζημίωσης των 1200 δολλαρίων ΗΠΑ, που ελάμβανε από το Ελληνικό Δημόσιο, του χρονικού διαστήματος από 1- 1-1999 μέχρι 31- 5-2001. Έκρινε δε, ότι οι ένδικες αξιώσεις του αναιρεσιβλήτου από την αιτία αυτή του χρονικού διαστήματος από 1-1-1999 μέχρι 31-8-1999 δεν υπέκυψαν στην ως άνω διετή παραγραφή, για το λόγο ότι από του τέλους του έτους 1999, εντός του οποίου γεννήθηκαν, μέχρι την επίδοση της αγωγής δεν παρήλθε διετία. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ήτοι δεχόμενο ότι ο χρόνος παραγραφής των ένδικων αξιώσεων αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο αυτές γεννήθηκαν, και όχι από τη γένεση εκάστης περιοδικής εξ αυτών παροχής, και δη από το τέλος κάθε μήνα, από το οποίο ήταν καταβλητέα εκάστη, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 90 παρ. 3 και 91 του ν. 2362/1995, του μεν πρώτου με την εσφαλμένη ερμηνεία και τη μη εφαρμογή του, ενώ συνέτρεχαν οι προς τούτο προϋποθέσεις, του δε δευτέρου με το να το εφαρμόσει, ενώ δεν έπρεπε, και υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., όπως βάσιμα υποστηρίζει το αναιρεσείον με τον παραπεμφθέντα δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, ο οποίος συνακόλουθα πρέπει να γίνει δεκτός.
 
Κατά συνέπεια, πρέπει α) να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 3013/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, β) να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο το οποίο μπορεί να συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρα 580 § § 3, 5 Κ.Πολ.Δ.) και γ) να συμψηφισθούν στο σύνολο τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων, τόσο της συζήτησης ενώπιον της Ολομέλειας του Δικαστηρίου τούτου, όσο και εκείνης ύστερα από την οποία εκδόθηκε η παραπεμπτική απόφαση του Β2' Τμήματος και τούτο λόγω του δυσερμήνευτου των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν (άρθρα 179, 183 Κ.Πολ.Δ).
 
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
 
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3013/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
 
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
 
Και
 
Συμψηφίζει στο σύνολο τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.
 
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουνίου 2015.
 
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
 
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 10 Σεπτεμβρίου 2015.
 
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
 
Ρ.Κ.
Subscribe to this RSS feed