Νομολογία

Απόφαση ΣτΕ 1278/2011-Η φορολογική αρχή βαρύνεται με την απόδειξη της εικονικότητας

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ  ΤΜΗΜΑ Β'

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 9 Μαρτίου 2011 με την εξής σύνθεση: Ε. Γαλανού,  Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύουσα, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος και του  αρχαιοτέρου της Συμβούλου, που είχαν κώλυμα, Ε. Νίκα, Εμμ. Κουσιουρής, Σύμβουλοι, Σ. Βιτάλη,  Ειρ. Σταυρουλάκη, Πάρεδροι. Γραμματέας η Α. Ζυγουρίτσα. Για να δικάσει την από 6 Μαΐου 2009 αίτηση:  του Προϊσταμένου Δ.Ο.Υ. ......................, ο οποίος παρέστη με την Κωνσταντίνα Νασοπούλου,  Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, κατά της ................. κατοίκου ....................., η οποία παρέστη με τον δικηγόρο ........................., που  τον διόρισε με πληρεξούσιο, Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων Προϊστάμενος επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ'Α αριθ. 273/2009  απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της Εισηγήτριας, Παρέδρου Ειρ. Σταυρουλάκη.  Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την αντιπρόσωπο του αναιρεσείοντος Προϊσταμένου, η οποία  ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η  αίτηση και τον πληρεξούσιο της αναιρεσίβλητης, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της. Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα Σκέφθηκε κατά το Νόμο

1. Eπειδή, η υπό κρίση αίτηση ασκείται κατά νόμο χωρίς καταβολή παραβόλου.

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται παραδεκτώς η αναίρεση της 273/2009 αποφάσεως του  Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, κατόπιν αποδοχής εφέσεως της ήδη  αναιρεσίβλητης, εξαφανίσθηκε η 227/2006 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Βέροιας και,  περαιτέρω, κατόπιν αποδοχής προσφυγής της ανωτέρω, ακυρώθηκε η 46/27-2-2003 πράξη του  Προϊσταμένου της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας Γιαννιτσών περί επιβολής σε βάρος της  προστίμου 74.012 ευρώ λόγω παραβάσεως του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων για τη χρήση 2000.  Με την πρωτόδικη απόφαση η ως άνω προσφυγή είχε απορριφθεί.

3. Επειδή, ο Κώδικας Βιβλίων και Στοιχείων (Π.Δ. 186/1992, Α΄ 84) ορίζει, στο άρθρο 2, όπως  τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 1 του π.δ/τος Π.Δ. 134/1996 (Α'Α105), ότι «1.Κάθε  ημεδαπό…φυσικό…πρόσωπο…, που ασκεί δραστηριότητα στην ελληνική επικράτεια και αποβλέπει  στην απόκτηση εισοδήματος από εμπορική…επιχείρηση… αναφερόμενοι στο εξής με τον όρο  <επιτηδευματίας>, τηρεί, εκδίδει, παρέχει, ζητά, λαμβάνει, υποβάλλει, διαφυλάσσει τα βιβλία, τα  στοιχεία, τις καταστάσεις και κάθε άλλο μέσο σχετικό με την τήρηση βιβλίων και την έκδοση  στοιχείων που ορίζονται από τον Κώδικα αυτό, κατά περίπτωση…", στο άρθρο 11 ότι «1. Δελτίο  αποστολής εκδίδεται από τον επιτηδευματία: α) σε κάθε περίπτωση χονδρικής πώλησης ή  παράδοσης ή διακίνησης αγαθών προς οποιονδήποτε και για οποιοδήποτε σκοπό, εφόσον δεν  εκδόθηκε συνενωμένο δελτίο αποστολής με φορολογικό στοιχείο αξίας (τιμολόγιο, απόδειξη  λιανικής πώλησης, απόδειξη παροχής υπηρεσιών)… 5. Στο δελτίο αποστολής αναγράφονται: α) τα  στοιχεία του αποστολέα και παραλήπτη…» και στο άρθρο 12, όπως ίσχυε πριν από την  τροποποίησή του με το άρθρο παρ. 4 άρθρ. 3 ν. 3052/2002 (Α'Α 221) , ότι «1. Για την πώληση  αγαθών …εκδίδεται τιμολόγιο… 9. Στο τιμολόγιο αναγράφονται η ημερομηνία έκδοσης αυτού, τα  πλήρη στοιχεία των συμβαλλομένων, τα στοιχεία της συναλλαγής, καθώς και ο αύξων αριθμός ή οι  αριθμοί των δελτίων αποστολής που εκδόθηκαν κατά τη διακίνηση των αγαθών που αφορά το  τιμολόγιο…14.

Το τιμολόγιο εκδίδεται κατά την παράδοση ή την έναρξη της αποστολής των  αγαθών στον παραλήπτη, κατά περίπτωση.

Κατ'Α εξαίρεση, όταν για τη διακίνηση έχει εκδοθεί  δελτίο αποστολής, το τιμολόγιο εκδίδεται το αργότερο σε ένα (1) μήνα από την παράδοση ή  αποστολή των αγαθών στον αγοραστή και πάντως μέσα στην ίδια διαχειριστική περίοδο των  συμβαλλομένων….Επί επιστροφής αγαθών το πιστωτικό τιμολόγιο εκδίδεται το αργότερο σε ένα  (1) μήνα από το χρόνο της παραλαβής τους και πάντως μέσα στην ίδια διαχειριστική περίοδο που  παραλήφθηκαν τα αγαθά…». Περαιτέρω, ο ν.2523/1997 («Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις στη  φορολογική νομοθεσία…», Α'Α179) ορίζει στο άρθρο 5 ότι 1. ΄Οποιος παραβαίνει τις διατάξεις του  Κώδικα βιβλίων και Στοιχείων… τιμωρείται με πρόστιμο που προσδιορίζεται κατ'Α αντικειμενικό  τρόπο … 10. Οι παρακάτω περιπτώσεις … θεωρούνται αυτοτελείς παραβάσεις, για τις οποίες  εφαρμόζεται η Βάση Υπολογισμού Νο2 (ΒΑΣ.ΥΠ.2), όπως ειδικότερα προσδιορίζεται στις κατ` ιδίαν  διατάξεις, με τις οποίες προσδιορίζεται και η τιμή του κατά περίπτωση ισχύοντος συντελεστή  βαρύτητας: α)… β) Η έκδοση … εικονικών φορολογικών στοιχείων…θεωρείται ιδιάζουσα  φορολογική παράβαση και επιβάλλεται πρόστιμο ίσο με το διπλάσιο της αξίας κάθε στοιχείου, μη  συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. εφόσον αυτή είναι μεγαλύτερη των τριακοσίων χιλιάδων  (300.000) δραχμών…» και στο άρθρο 19 ότι «1…4. Εικονικά είναι το στοιχείο που εκδίδεται για  συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής…». Κατά την έννοια των ανωτέρω  διατάξεων, στην περίπτωση που αποδίδεται εικονικότητα στα εκδοθέντα φορολογικά στοιχεία,  υπό την έννοια ότι δεν έχει πραγματοποιηθεί η συναλλαγή για την οποία αυτά φέρονται ότι  εκδόθηκαν, η φορολογική αρχή βαρύνεται, κατ'Α αρχήν, με την απόδειξη της εν λόγω εικονικότητας  (ΣτΕ 3411/2004 - πρβλ. ΣτΕ 555/2010, ΣτΕ 347/2006).

4. Επειδή, εν προκειμένω με την αναιρεσιβαλλομένη έγιναν δεκτά τα εξής: «Κατά τον έλεγχο που  διενεργήθηκε...στην ατομική επιχείρηση πρατηρίου εμπορίας (χονδρικώς και λιανικώς) υγρών  καυσίμων της [αναιρεσίβλητης] (οδός 20ης Οκτωβρίου 31-Γιαννιτσά) διαπιστώθηκ[ε ότι από]…18- 10-2000 έως 31-12-2000 [αυτή] τηρούσε βιβλία και στοιχεία Α'Α κατηγορίας του ΚΒΣ [και], παρ'Α ότι  προμηθεύτηκε από την εταιρεία ................... 148.711 λίτρα πετρελαίου κινήσεως με 19  φορολογικά στοιχεία ΤΠ-ΔΑ και ΔΑ, τα οποία και μόνον επέδειξε στο φορολογικό έλεγχο, κατά το  ίδιο διάστημα επώλησε βάσει επιδειχθέντων στο φορολογικό έλεγχο επισήμων φορολογικών  στοιχείων 298.838 λίτρα, δηλαδή ποσότητα μεγαλύτερη αυτής που είχε προμηθευτεί. Από την  ποσότητα αυτή τα 113.387 λίτρα είχαν πωληθεί με ΔΑ (από Νο120/31-10-2000 έως και Νο146/31- 12-2000) και τα υπόλοιπα 185.451 λίτρα με ΤΠ-ΔΑ «μπλοκ 2551-3500». Προκειμένου ο έλεγχος να  προσδιορίσει επακριβώς τη διαφορά, δέχθηκε ότι το απόθεμα πετρελαίου κινήσεως που είχε το  πρατήριο στις 18-10-2000 (εναρκτήριο χρονικό σημείο ελέγχου) ήταν το μέγιστο δυνατό, δηλαδή  α)40.000 (4Χ10.000) λίτρα στις τέσσερις μικρές δεξαμενές, β)40.000 λίτρα στη μεγάλη εξωτερική  παράνομη δεξαμενή (η οποία κατά την ημέρα και ώρα του ελέγχου ήταν κενή, εκτός λειτουργίας  και αποσυνδεδεμένη από τις αντλίες κατόπιν ελέγχου άλλης υπηρεσίας) και γ) 7.000 λίτρα στο υπ'Α  αριθμ. κυκλοφορίας .............. βυτιοφόρο όχημα της επιχειρήσεως, ήτοι συνολικώς απόθεμα  87.000 λίτρων.

Επίσης ο έλεγχος δέχθηκε «επιεικώς» ότι το απόθεμα πετρελαίου κινήσεως της  επιχειρήσεως κατά την 31-12-2000 (καταληκτικό χρονικό σημείο της ελεγχομένης περιόδου) ήταν  μηδενικό. Σύμφωνα με το από 5-12-2002 πρωτόκολλο ποσοτικής καταμετρήσεως που συνέταξε ο  έλεγχος, αφαιρουμένου του αθροίσματος του αποθέματος (υπολοίπου αποθήκης) και των αγορών  του ίδιου διαστήματος, ήτοι των 235.711 (87.000+148.711) λίτρων από την πωληθείσα βάσει  τιμολογίων ποσότητα πετρελαίου κινήσεως (298.838 λίτρα) κατά το επίδικο χρονικό διάστημα  (18-10-2000 έως 31-12-2000), προκύπτει διαφορά 63.127 λίτρων πετρελαίου κινήσεως, τα οποία  η [αναιρεσίβλητη] διέθεσε προς πώληση, χωρίς να αποδεικνύεται ότι τα είχε προμηθευτεί. Ενόψει  τούτου ο έλεγχος θεώρησε ότι η [αναιρεσίβλητη] εξέδωσε τουλάχιστον ένα εικονικό φορολογικό  στοιχείο, ΔΑ ή ΤΠ-ΔΑ για την πώληση 63.127 λίτρων πετρελαίου, αξίας 12.625.400 δρχ.(63.127  λίτρων πετρελαίουΧ200 δρχ.το λίτρο, που, όπως αναγράφεται στην έκθεση ελέγχου, είναι η  χαμηλότερη τιμή αγοράς πετρελαίου κινήσεως), η δε εικονικότητα, κατά τον ίδιο έλεγχο, έγκειται  στην συναλλαγή, διότι εμφανίζει πώληση πετρελαίου κινήσεως (63.127 λίτρα), το οποίο ουδέποτε  προμηθεύτηκε.

Όπως αναφέρεται ειδικότερα στην έκθεση ελέγχου, επειδή τα πρατήρια καυσίμων  φορολογούνται και αποδίδουν τον αναλογούντα ΦΠΑ βάσει των αγορών τους σε καύσιμα, προβαίνουν σε εικονικές πωλήσεις καυσίμων με προφανή σκοπό να εμφανίσουν οι λήπτες ή ο λήπτης των στοιχείων αυτών ανύπαρκτες δαπάνες, χωρίς να αποδώσουν…τον αναλογούντα ΦΠΑ. Όμως, δεν κατέστη δυνατόν να εντοπισθούν οι λήπτες των εικονικών στοιχείων, λόγω του πλήθους των παραστατικών και των επαγγελματιών που συνεργάζονται με την επιχείρηση της  [αναιρεσίβλητης]. Ακολούθως, η φορολογική αρχή με την προμνησθείσα… 46/27-2-2003 [πράξη]  επέβαλε σε βάρος της…πρόστιμο ίσο με το διπλάσιο της αξίας της επίμαχης ποσότητας πετρελαίου  κινήσεως 12.625.400 δραχμές ή 37.051 ευρώ κατά στρογγυλοποίηση Χ ΣΒ 2=74.102 ευρώ».

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι «αποδεικνύεται από τον διενεργηθέντα με βάση τη μέθοδο της  κλειστής αποθήκης έλεγχο των αγορών, των αποθεμάτων και των πωλήσεων της [αναιρεσίβλητης]  κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα…ότι η συναλλαγή ή οι συναλλαγές που φέρεται ότι αυτή  πραγματοποίησε δια της πωλήσεως σε άγνωστους ή άγνωστο λήπτη ποσότητας 63.127 λίτρων  πετρελαίου κινήσεως ουδέποτε στην πραγματικότητα έλαβαν χώρα, αφού η [ανωτέρω] δεν  απέδειξε ότι την είχε προμηθευθεί» και ότι, συνεπώς, νομίμως της καταλογίσθηκε η παράβαση της  εικονικής πωλήσεως προς άγνωστους ή άγνωστο πελάτη της ως άνω ποσότητας πετρελαίου  κινήσεως, απέρριψε δε ως στηριζόμενο σε εσφαλμένη προϋπόθεση ισχυρισμό της τελευταίας περί  περιπτώσεως πωλήσεως επί πιστώσει, για την οποία θα εκδίδετο το οικέιο τιμολόγιο μέχρι τέλους  του ιδίου έτους, με την σκέψη ότι δεν της καταλογίσθηκε μη έκδοση τιμολογίου πωλήσεως επί  υπαρκτής συναλλαγής αλλά η έκδοση σε μία τουλάχιστον περίπτωση, λόγω αδυναμίας  προσδιορισμού του ακριβούς αριθμού των συναλλαγών, εικονικού φορολογικού στοιχείου επί  ανύπαρκτης συναλλαγής. Αντιθέτως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι η φορολογική αρχή,  η οποία έφερε το βάρος αποδείξεως της εικονικότητας του επιδίκου τιμολογίου, δεν απέδειξε την  στοιχειοθέτηση της σχετικής παραβάσεως, δεδομένου ότι δεν διενεργήθηκε έλεγχος στους λήπτες  των εκδοθέντων από την αναιρεσίβλητη τιμολογίων «λόγω του πλήθους των παραστατικών και  των επαγγελματιών που συνεργάζονται με την επιχείρησή της», αλλά η κρίση αυτή συνήχθη εκ  μόνου του γεγονότος ότι προέκυψε διαφορά 63.127 λίτρων πετρελαίου κινήσεως, τα οποία η  ανωτέρω διέθεσε προς πώληση βάσει επισήμων στοιχείων, χωρίς να αποδεικνύεται ότι τα είχε  προμηθευθεί βάσει επισήμων στοιχείων.

6. Επειδή, η κρίση αυτή του διοικητικού εφετείου είναι νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη, δεδομένου ότι το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπ'Α όψιν, κατά τα εκτεθέντα στην σκέψη 3, ότι το οικείο βάρος αποδείξεως έφερε η φορολογική αρχή, κατέληξε στην κρίση ότι η τελευταία δεν  απέδειξε με συγκεκριμένα στοιχεία την επίμαχη εικονικότητα και, συνεπώς, το ανύπαρκτο των  σχετικών συναλλαγών της αναιρεσίβλητης, αναζητώντας τον ή τους λήπτες του φερομένου ως εικονικού φορολογικού στοιχείου, όπως είχε υποχρέωση, ενόψει του ότι, όπως ρητώς αναφέρεται  στην αναιρεσιβαλλομένη, για τις επίμαχες πωλήσεις είχαν εκδοθεί επίσημα φορολογικά στοιχεία. Συνεπώς, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι οι περί του αντιθέτου λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους,  ειδικότερα, υποστηρίζεται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο «δέχθηκε αφοριστικά» και χωρίς να  εκφέρει ίδια κρίση ως προς τη μη απόδειξη της εικονικότητας από τη φορολογική αρχή, και ότι  αιτιολογείται ανεπαρκώς ως προς την κρίση της για την πραγματοποίηση των συναλλαγών. Οι  σχετικές αιτιάσεις, εξ άλλου, του αναιρεσείοντος Δημοσίου είναι απαράδεκτες και απορριπτέες καθ'Α ό μέρος ενέχουν ευθεία αμφισβήτηση της ορθότητας της ως άνω ουσιαστικής κρίσεως του  διοικητικού εφετείου.

7. Επειδή, εξάλλου, η αναιρεσιβαλλομένη περιέλαβε, ως εκ περισσού, ήτοι χωρίς να απαιτούνται  προς στήριξη της ως άνω κρίσεώς τους, και τις επιπλέον σκέψεις ότι «ωστόσο…ενδεχομένως η  διαφορά (μεταξύ αγορασθεισών και πωληθεισών από την αναιρεσίβλητη ποσοτήτων πετρελαίου  κινήσεως) οφείλετο στην συνήθη στις περιπτώσεις επιχειρήσεων πετρελαιοειδών φορολογουμένων  βάσει των αγορών προμήθεια πετρελαίου χωρίς φορολογικά στοιχεία, [η οποία αποτελεί] παράβαση  διαφορετική αυτής της εικονικής πωλήσεως» και ότι «από την έκθεση ελέγχου δεν προκύπτει εάν  ερευνήθηκε ο ισχυρισμός της [αναιρεσίβλητης] ότι στην περίπτωσή της υπήρχε ισοζύγιο αγορών  και πωλήσεων σε ετήσια βάση». Επομένως, είναι απορριπτέοι προεχόντως ως αλυσιτελείς όλοι οι  λόγοι αναιρέσεως, οι οποίοι πλήττουν τις επικουρικές αυτές σκέψεις του δευτεροβαθμίου  δικαστηρίου.

8. Επειδή, καθ' ό μέρος προβάλλεται ότι η αναιρεσιβαλλομένη «αναφέρεται μόνο στην κρίση της  πρωτόδικης αποφάσεως περί εικονικότητας, χωρίς να προκύπτει ότι έχει το ίδιο σχηματίσει βέβαιη  δικανική πεποίθηση για την αλήθεια ή μη της συναλλαγής», ο λόγος στηρίζεται στην εσφαλμένη  προϋπόθεση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, ενώ, όπως  προαναφέρθηκε, την εξαφάνισε, κατ'Α αποδοχή εφέσεως της αναιρεσίβλητης.

9. Επειδή, ενόψει των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση είναι απορριπτέα.

Δια ταύτα Απορρίπτει την αίτηση. Επιβάλλει στο Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, η οποία ανέρχεται στο ποσό των  τετρακοσίων εξήντα (460) ευρώ. Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 11 Απριλίου 2011 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια  συνεδρίαση της 4ης Μαΐου 2011.

Τράπεζες – επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης από την Τράπεζα κατά εγγυητή δανειακής σύμβασης – λόγος ανακοπής κατά της επιταγής εκτέλεσης το παράνομο της απαίτησης λόγω του ότι είναι προϊόν αυθαίρετου ανατοκισμού – βάσιμος ο λόγος της ανακοπής – απορρίπτει

Αριθμός : 4

Έτος : 2011

Δικαστήριο : Άρειος Πάγος

Μελέτη :

Διάταξη :

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

 

ΣΕ ΤΑΚΤΙΚΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές της A' Σύνθεσης:..., Πρόεδρο του...,...,..., Αντιπροέδρους,...,...,...,...,...,...,...,...,...,...,...,...-Κατσαβριά - Εισηγήτρια,...,...,...,...,...,...,...και..., Αρεοπαγίτες, (κωλυομένων των λοιπών Δικαστών της σύνθεσης).

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 16 Δεκεμβρίου 2010 με την παρουσία του Εισαγγελέα του......και της...για να δικάσει μεταξύ:

 

Της καλούσας - αναιρεσιβλήτου: Α. συζ...., το γένος...ή Π., κατοίκου ..., την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος..., που κατέθεσε προτάσεις.

Της καθής η κλήση - αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ...Ε" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία ..." κατοίκου Αθηνών, την οποία εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος..., που κατέθεσε προτάσεις.

 

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25.11.1997 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο.... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20934/1998 του ίδιου Δικαστηρίου και 3061/1999 μη οριστική, 1451/2007 οριστική του.... Την αναίρεση των εφετειακών αποφάσεων ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 24.09.2007 αίτησή της.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η 2193/2009 απόφαση του Γ'..., η οποία παρέπεμψε στην... Πάγου τον αναφερόμενο στο σκεπτικό της τρίτο λόγο αναιρέσεως. Μετά την πιο πάνω απόφαση και την από 22.01.2010 κλήση της καλούσας η προκείμενη υπόθεση φέρεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοί τους ανέπτυξαν και προφορικά τους σχετικούς ισχυρισμούς τους, που αναφέρονται στις προτάσεις τους και ζήτησαν η μεν της αναιρεσείουσας την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο δε της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Ο Εισαγγελέας, αφού έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο, πρότεινε ότι ο λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως που παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Κατόπιν αυτών ο Πρόεδρος έδωσε εκ νέου το λόγο στους πιο πάνω πληρεξουσίους των διαδίκων, οι οποίοι αναφέρθηκαν σε όσα προηγουμένως είχαν αναπτύξει.

Κατά την 5η...2011, ημέρα που συγκροτήθηκε το παρόν δικαστήριο προκειμένου να διασκεφθεί την ανωτέρω υπόθεση ήταν απόντες οι:..., Αντιπρόεδρος....,...,..., και..., Αρεοπαγίτες, οι οποίοι δήλωσαν κώλυμα αρμοδίως, παρισταμένων πλέον των δεκαπέντε (15) μελών εκ των συμμετασχόντων στη συζήτηση της υπόθεσης, κατ' άρθρο 23 παρ. 2 του ν.1756/1988, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση με το άρθρο 44 του ν.3659/2008.

 

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Νομίμως φέρεται με την από 22 Ιανουαρίου 2009 κλήση της αναιρεσίβλητης (ανακόπτουσας)...στην... Πάγου, κατ' άρθρο 563 παρ. 2 εδ. γ' του....Δικ., ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 του.... Δικ. τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως της από 24 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησης της αναιρεσείουσας (καθ ής η ανακοπή) ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία ...Ε.", ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία ......", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1451/2007 απόφασης του..., που παραπέμφθηκε σε αυτή με την υπ' αριθμ. 2193/2009 απόφαση του Γ'... Πάγου, λόγω λήψεως της απόφασης αυτής με πλειοψηφία μιας ψήφου. Η αναιρεσίβλητη...με την από 25/11/1997 ανακοπή της, ζήτησε την ακύρωση επιταγής προς πληρωμή που κοινοποιήθηκε σ' αυτή από την καθής η ανακοπή και ήδη αναιρεσείουσα Τραπεζική εταιρία την 13/11/1997. Με την επιταγή αυτή επιτασσόταν, ως εγγυήτρια, να καταβάλει στην αντίδικο της ποσό που αποτελούσε υπόλοιπο οφειλής από συμβάσεις δανείων. Οι αντιρρήσεις της ανακόπτουσας αφορούσαν μεταξύ άλλων, την ύπαρξη απαιτήσεως (άρθρο 933 παρ. 1 του ....)...με την προσβαλλόμενη 1451/2007 απόφαση του, δικάζοντας την ανακοπή, έκανε δεκτό ως κατ' ουσίαν βάσιμο τον ως άνω λόγο της ανακοπής και ακύρωσε την προσβαλλόμενη πράξη εκτελέσεως.

1. Το ζήτημα που αντιμετώπισε, στο πλαίσιο της δίκης επί της ανακοπής κατά της εκτελέσεως και δη του λόγου που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 933 παρ. 4 του.... Δικ., το δικαστήριο της ουσίας ήταν αν υπήρχε, κατά τον χρόνο επιδόσεως της επιταγής, που εν προκειμένω ισοδυναμεί με επιβολή κατασχέσεως (άρθρο 57 Ν. Δ/τος της 17/7/1923), η απαίτηση της Τράπεζας, για την οποία επιδόθηκε η επιταγή (851.446.860 δραχμές). Την ύπαρξη της απαιτήσεως αυτής υποχρεώθηκε να αποδείξει με την 3061/1999 μη οριστική απόφαση του Εφετείου η καθής η ανακοπή Τράπεζα, με κάθε αποδεικτικό μέσο, πλην μαρτύρων, η οποία έφερε το υποκειμενικό βάρος αποδείξεως, παράλληλα δε διατάχθηκε και η διενέργεια λογιστικής πραγματογνωμοσύνης, με αντικείμενο το αναφερόμενο στην ως άνω μη οριστική απόφαση του Εφετείου, που συνοψίζεται στον προσδιορισμό του ύψους της απαιτήσεως της καθής για την οποία επιβλήθηκε η κατάσχεση σε βάρος της ανακόπτουσας. Όπως δέχεται η προσβαλλόμενη 1451/2007 απόφαση, αλλά και η προηγηθείσα μη οριστική, που διέταξε αποδείξεις και την διενέργεια λογιστικής πραγματογνωμοσύνης, η ανακόπτουσα αμφισβήτησε την απαίτηση της καθής, καθόσον, όπως ισχυρίσθηκε, το ποσό των 851.446.860 δραχμών, που επιτάχθηκε να καταβάλλει, ως εγγυήτρια, είχε εξαχθεί με αυθαίρετο και παράνομο υπολογισμό τόκων συμβατικών και υπερημερίας, τόκων επί τόκων, ΕΦΤΕ, εξόδων ΦΚΕ, κάθε δε απαίτηση της καθής από τα δάνεια που αναφέρονται στην επιταγή των 15.050.000 δραχμών, έχει ικανοποιηθεί, τόσον με το εκπλειστηρίασμα που επιτεύχθηκε από τον προηγηθέντα της επιταγής πλειστηριασμό, με επίσπευση της ΕΤΒΑ, καθολική διάδοχος της οποία τυγχάνει η καθής, του εργοστασίου και του εξοπλισμού του της δανειολήπτριας εταιρίας, όσον και δια των καταβολών, ύψους 4.600.000 δραχμών. Λόγω του περιεχομένου αυτού της ανακοπής, η καθής υποχρεώθηκε να αποδείξει ότι η απαίτηση της από τα τέσσερα τοκοχρεωλυτικά δάνεια των 9.500.000, 2.300.000, 2.250.000 και 11.049.946 δραχμών, ανερχόταν, κατά την επίδοση της από 11/11/1997 επιταγής (13-11-1997), κατά κεφάλαιο, τόκους δόσεων και υπερημερίας, ΦΚΕ, ΕΦΤΕ, προμηθειών και εξόδων, μετά από αφαίρεση των καταβολών της ανακόπτουσας και της δανειολήπτριας εταιρίας, στο ποσό των 851.446.860 δραχμών.

2. Όπως προκύπτει από την παραπεμπτική απόφαση παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, που αφορά την έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αριθ. 19), διότι το Εφετείο διέλαβε ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες επί του ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και δη της υπάρξεως της απαιτήσεως της καθής κατά τον χρόνο επιδόσεως της επιταγής που ισοδυναμεί, όπως λέχθηκε, με επιβολή κατασχέσεως (13-11-1997), ζητήματος επί του οποίου και υπήρξε η μειοψηφία των 2 Αρεοπαγιτών, που οδήγησε, όπως λέχθηκε, σε παραπομπή του 3ου λόγου, στην Ολομέλεια. Επί του ζητήματος αυτού, επί του οποίου και καλείται αποφασίσει η Ολομέλεια, το Εφετείο διέλαβε, κατά βάση, τα ακόλουθα:

Αφού κατ' αρχή αναφέρει το ιστορικό της χορηγήσεως των δανείων από την ΕΤΒΑ, καθολική διάδοχος της οποίας τυγχάνει η καθής, προς την ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία ...και..." και διακριτικό τίτλο "ΒΙΑΚΡΥΛΙΚΗ ΕΛΛΑΣ...", την πορεία των δανειακών συμβάσεων, τις καταβολές έναντι των εξ αυτών οφειλών συνολικού ποσού 13.009.490 δραχμών, την διενέργεια αναγκαστικού πλειστηριασμού, στις 28-4-1993, με επίσπευση της ΕΤΒΑ, με την, κατά την αυτή ως άνω διάταξη, από 25-5-1992 επιταγή για ποσό 208.990.910 δραχμών, με αντικείμενο το εργοστάσιο της δανειολήπτριας εταιρίας μετά του εξοπλισμού του, εκ δε του επιτευχθέντος εκπλειστηριάσματος 35.001.000 δραχμών, καταλογίσθηκε στην απαίτηση ποσό 33.837.225 δραχμών, καταλήγει στην επίδοση από την καθής στις 13-11-1997 στην ανακόπτουσα, ως τριτεγγυήτρια, επιταγής, πάντοτε κατά την αυτή διάταξη με την οποία την επιτάσσει να καταβάλλει το ποσό των 851.46.860 δραχμών, στο οποίο, κατά τους υπολογισμούς της, ανερχόταν η συνολική οφειλή από όλα τα ανωτέρω πάντοτε δάνεια, θεωρώντας ότι δεν είχε ικανοποιηθεί η αξίωση της με τις ανωτέρω καταβολές και το εκπλειστηρίασμα, που κατά τα άνω επιτεύχθηκε. Και συνεχίζει το Εφετείο με την αναφορά ότι η καθής, αν και τάχθηκαν αποδείξεις σε βάρος της ως προς την ύπαρξη ή μη της ένδικης απαίτησης της και σε καταφατική περίπτωση να αποδείξει την ορθότητα των κονδυλίων της επιταγής και το συνολικό ύψος της απαίτησης, ουδέν νέο αποδεικτικό μέσο προσκόμισε, πλέον εκείνων που είχε προσκομίσει πρωτοδίκως και κατά την πρώτη συζήτηση της εφέσεως, εκ των οποίων όμως δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη και το ύψος της ένδικης απαίτησης, η οποία δεν έχει βεβαιωθεί με δικαστική απόφαση, ούτε έχει εκδοθεί γι' αυτήν διαταγή πληρωμής, αλλά είναι το αποτέλεσμα υπολογισμών της καθής, που έγιναν μονομερώς μετά από εκτοκισμούς τόκων επί τόκων, καθώς και όλων των λοιπών επιβαρύνσεων (ΕΦΤΕ, ΦΚΕ, εξόδων κλπ.), υπολογισμούς τους οποίους η ανακόπτουσα ουδέποτε είχε την δυνατότητα να ελέγξει, λόγω της πολυπλοκότητας τους, αλλά και της μακράς λειτουργίας των δανειστικών συμβάσεων, που αποτελούν μοναδικούς εκτελεστούς τίτλους των αναγκαστικών εκτελέσεων (της κρινόμενης και της προηγηθείσης το 1992), με βάση τους όρους των οποίων διενεργήθηκαν από την καθής, μονομερώς, οι σχετικοί υπολογισμοί, η ορθότητα των οποίων, όπως λέχθηκε, δεν μπορεί να ελεγχθεί από την ανακόπτουσα, αφού απαιτούνται εξειδικευμένες γνώσεις της λογιστικής των τραπεζικών εργασιών. Περαιτέρω, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, η ανακόπτουσα ουδέποτε αναγνώρισε την απαίτηση, μετά δε την επίδοση της επίμαχης επιταγής και την άσκηση της ανακοπής ζήτησε εγγράφως με την από 10-1-1998 αίτηση της από την καθής να της χορηγήσει όλα τα έγγραφα, που της ήταν απαραίτητα για να ελέγξει την κίνηση του λογαριασμού των δανείων, την νομιμότητα και εγκυρότητα των εγγραφών και δη φωτοαντίγραφα της διαχρονικής κίνησης τους μέχρι την επίδοση της επιταγής, τα παραστατικά όλων των χρεωστικών εγγραφών ως και των κατά καιρούς καταβολών, καθώς και τα έγγραφα που αφορούσαν τον πλειστηριασμό. Επί της αιτήσεως αυτής, που επιδόθηκε στην καθής τις 14-4-1998 με δικαστικό επιμελητή, δεν δόθηκε απάντηση, ούτε χορηγήθηκαν τα αιτηθέντα αντίγραφα κινήσεως των λογαριασμών και τα λοιπά παραστατικά των λογιστικών εγγραφών έγγραφα. Στην συνέχεια το Εφετείο δέχεται ότι, από την διενεργηθείσα λογιστική πραγματογνωμοσύνη, δεν είναι δυνατόν να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα για την ύπαρξη και το ύψος της απαίτησης, καθόσον ο ορισθείς, μετά από αλλεπάλληλες αντικαταστάσεις, πραγματογνώμονας ορκωτός λογιστής, δεν κατέληξε σε ασφαλές συμπέρασμα σχετικά με το ύψος της απαίτησης, αφού δεν τέθηκαν υπόψη του από την καθής, όπως αναφέρει στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης, τα απαιτούμενα έγγραφα στοιχεία, που αναφέρει στην 47/12-4-2006 έκθεση του και, κατά την κρίση του, ήταν απαραίτητα για θεμελίωση του πορίσματος του, παρότι κατ' επανάληψη τα ζήτησε και εγγράφως από την καθής, η οποία αρνήθηκε να τα χορηγήσει και συνεργασθεί, παρότι, όπως δέχεται το Εφετείο, έφερε το βάρος αποδείξεως της ύπαρξης και του ύψους της ένδικης απαίτησης της. Κατά τις παραδοχές του Εφετείου ο πραγματογνώμονας δέχεται ότι το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε, περί του ύψους της απαιτήσεως από όλα τα δάνεια στο ποσό των 644.805.540 δραχμών, δηλαδή κατώτερο εκείνου της επιταγής κατά 206.650.320 δραχμές, δεν είναι ασφαλές. Καταλήγει δε το Εφετείο, επί του αποδεικτικού μέσου της πραγματογνωμοσύνης, ότι η οικεία έκθεση ουδεμία αποδεικτική αξία έχει και δεν παρέχει απόδειξη περί του αποδεικτέου θέματος, δηλαδή της υπάρξεως και του ύψους της απαιτήσεως της καθής, κατά τον χρόνο επιδόσεως της επιταγής. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κατέληξε στην κρίση ότι η καθής δεν ανταποκρίθηκε στο βάρος αποδείξεως, το οποίο, κατά τα ανωτέρω, έφερε, γεγονός που, κατά νόμο, συνεπαγόταν την αβασιμότητα της αναφερομένης στην επίμαχη επιταγή αξιώσεως της και την βασιμότητα του αποτελούντος και λόγο της ανακοπής ισχυρισμού της ανακόπτουσας περί της ανυπαρξίας της απαιτήσεως αυτής και κατ' ακολουθία την παραδοχή της ανακοπής, ως ουσιαστικά βάσιμης. Με βάση την κρίση στην οποία, κατά τα άνω, κατέληξε το Εφετείο, αφού, κατά παραδοχή της εφέσεως κατ' ουσία, εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα εκκαλουμένη, έκανε δεκτή ως βάσιμη την ανακοπή και ακύρωσε την επιταγή. Όλες οι περαιτέρω παραδοχές του Εφετείου, στις οποίες επισημαίνονται, με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως που παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια, κατά το ανωτέρω τμήμα του, οι αντιφάσεις, ελλείψεις και ασάφειες που στερούν νόμιμης βάσης την απόφαση του και ιδρύουν τον από την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 λόγο αναιρέσεως, πλεοναστικώς περιλήφθηκαν στην προσβαλλομένη απόφαση, αφού οι ως άνω σαφείς και πλήρεις παραδοχές στηρίζουν, αυτοτελώς και επαρκώς, την κρίση στην οποία κατά τα άνω κατέληξε και το διατακτικό. Έτσι δεν ασκεί επιρροή στην απόφαση περί βασιμότητας της ανακοπής η παραδοχή του Εφετείου, ότι η καθής με το αναφερόμενο από 7-1-2005 έγγραφο της, κατόπιν της από 7-10-2004 αιτήσεως της ανακόπτουσας, που υποβλήθηκε κατά τις αναλυόμενες εκτενώς στην προσβαλλομένη απόφαση διατάξεις του άρθρου 39 Ν. 3259/2004, με την οποία ζήτησε να πληροφορηθεί την ύπαρξη και το ύψος της οφειλής της, προκειμένου να προβεί σε ρύθμιση αυτής κατά τις διατάξεις του νόμου αυτού, της γνωστοποίησε ότι η οφειλή της είναι μηδενική. Τούτο δε διότι την αιτιολογία αυτή παραθέτει το Δικαστήριο για να ενισχύσει την κρίση του περί μη αποδεικτικής αξίας της εκθέσεως της πραγματογνωμοσύνης και του ως άνω μεταγενέστερου του εν λόγω εγγράφου της καθής πορίσματος της και όχι για να στηρίξει επ' αυτής, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται με τον παραπεμφθέντα στην Ολομέλεια λόγο η αναιρεσείουσα, την κρίση περί της επελθούσης, μετά την επίδοση της επιταγής, αποσβέσεως της αξιώσεως της καθής, όπως ευθέως προέκυπτε εκ του εγγράφου αυτού, πράγμα άλλωστε το οποίο δεν ήταν απαραίτητο για την αιτιολόγηση της αποφάσεως περί βασιμότητας του λόγου της ανακοπής, με τον οποίο αμφισβητήθηκε η ύπαρξη της απαιτήσεως, ενόψει της προηγηθείσης και πλήρως αιτιολογημένης, με τις προαναφερθείσες παραδοχές, κρίσεως για μη απόδειξη εκ μέρους της καθής, που έφερε και το βάρος αποδείξεως, της ύπαρξης και του ποσού της απαίτησης που αφορούσε η επιταγή, κατά τον ανωτέρω χρόνο επιδόσεως αυτής και συνακόλουθα μη υπάρξεως, κατά τον χρόνο αυτό, της απαιτήσεως. Για τον ίδιο λόγο δεν ασκεί οποιαδήποτε επιρροή η επίσης πλεοναστικώς αναφερόμενη αιτιολογία περί πλήρους αποδείξεως εκ του εγγράφου αυτού της αποσβέσεως της ένδικης οφειλής της ανακόπτουσας και εξ αυτού δεν μπορεί να συναχθεί αντιφατικότητα και ασάφεια των αιτιολογιών της προσβαλλομένης, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, αφού, όπως λέχθηκε, σαφώς και ευθέως, δέχθηκε το Εφετείο ότι δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη και το ύψος της απαιτήσεως, για την οποία επιβλήθηκε η κατάσχεση, με την επίδοση της επίμαχης επιταγής, οι δε λοιπές παραδοχές περί του ανωτέρω εγγράφου της καθής και της προκυπτούσης εξ αυτού αποσβέσεως της απαιτήσεως έγιναν, πλεοναστικώς, με σκοπό ενισχύσεως των ανταποδεικτικώς προβληθέντων ισχυρισμών και επιχειρημάτων της ανακόπτουσας και της αμφισβητήσεως με την ανακοπή της απαιτήσεως της καθής για την οποία επιδόθηκε η επιταγή και δεν ασκούν οποιαδήποτε επιρροή στο αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο, κατά τα άνω, κατέληξε το Δικαστήριο.

Κατ' ακολουθία τούτων το Εφετείο, όπως και η πλειοψηφία της παραπεμπτικής αποφάσεως δέχθηκε, διέλαβε σαφείς, πλήρεις και μη αντιφατικές αιτιολογίες επί του ουσιώδους ως άνω ζητήματος της μη υπάρξεως της απαιτήσεως της καθής, κατά τον χρόνο της επιδόσεως της επιταγής και της δι' αυτής επιβληθείσης κατασχέσεως (13-11-1997) και συνακόλουθα δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, ο δε υποστηρίζων τα αντίθετα από το άρθρο 559 αριθ. 19....Δικ. 3ος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, που παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια, τυγχάνει αβάσιμος και

πρέπει να απορριφθεί, στη συνέχεια δε και, εφόσον με την παραπεμπτική υπ' αριθμ. 2193/2009 απόφαση του Γ'... Πάγου απορρίφθηκαν όλοι οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως, να απορριφθεί η αίτηση στο σύνολο της. Η αναιρεσείουσα, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης κατά το διατακτικό (άρθρο 176 του....Δικ.).

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τον παραπεμφθέντα στην...τρίτο λόγο της από 24 Σεπτεμβρίου 2007 αιτήσεως αναιρέσεως και στο σύνολο της την αίτηση αναίρεσης. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, τη οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5...2011 και δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2011.

 

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

 

Μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών στο ΙΚΑ – ποινική ευθύνη εργοδότη – πραγματικά περιστατικά – στην απόφαση δεν αναφέρεται η θέση και η ιδιότητα της αναιρεσείουσας στην Ανώνυμη Εταιρία – αναιρεί λόγω έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας

Αριθμός : 341

Έτος : 2011

Δικαστήριο : Άρειος Πάγος

Μελέτη :

Διάταξη :

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές:...,..., ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως και σύμφωνα με τη με αριθμό 8/12.1.12011 Πράξη του Προέδρου του...,...,...,...-Εισηγητή και..., Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του... (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του...) και της..., για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης...Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της..., για αναίρεση της με αριθμό 289/2010 αποφάσεως του.... Με συγκατηγορούμενο το...Μ. ... με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Απριλίου 2010 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 709/2010. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα του..., που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του α.ν. 86/1967, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο, ασχέτως ποσού, προς τους υπαγόμενους στο...οποιασδήποτε φύσεως οργανισμούς κοινωνικής πολιτικής ή κοινωνικής ασφάλισης ή ειδικούς λογαριασμούς και δεν καταβάλλει αυτές εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, προς τους ως άνω οργανισμούς, τιμωρείται με φυλάκιση τριών τουλάχιστον μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών, ενώ κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου του νόμου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζόμενων σε αυτόν, με σκοπό απόδοσης στους κατά την παρ. 1 οργανισμούς και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους ανωτέρω οργανισμούς εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση, με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δρχ. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1 και 5 του α.ν. 1846/1951, όπως έχει τροποποιηθεί, προκύπτει ότι, για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων, επί παρεχόντων εξαρτημένη εργασία, ευθύνεται ο εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών, που βαρύνουν τους ασφαλισμένους. Ως εργοδότης, κατά τις πιο πάνω διατάξεις και σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 5 του α.ν. 1846/1951, νοείται ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για λογαριασμό των οποίων, τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα, προσφέρουν την εργασία τους. Τέλος, κατά το άρθρο 16 του...ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό έτος του μηνός, εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, κατά δε το άρθρο 26 παρ. 3 του α.ν. 1846/1951, ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλλει τις εισφορές του ΙΚΑ μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από το χρόνο που έχει ορισθεί. Ενόψει του περιεχομένου των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, η πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής, για παράβαση του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967, απόφασης, για καθυστέρηση καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο ΙΚΑ, προϋποθέτει, εκτός από την αναφορά, των κρίσιμων για την θεμελίωση των αναφερόμενων δύο εγκλημάτων περιστατικών, που είναι η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση προσωπικού, που είναι ασφαλισμένο στο ΙΚΑ, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, εκ του οποίου (χρόνου απασχόλησης) προκύπτει και ο χρόνος τελέσεως της πράξεως και τα χρηματικά ποσά, που βάσει των τακτικών αποδοχών του προσωπικού, όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στο ίδρυμα, ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε (Ποιν. Ολ. ΑΠ 1/1996) και αναφορά, επί εργοδότη μη φυσικού αλλά νομικού προσώπου (εταιρείας) και της μορφής του νομικού προσώπου ή της εταιρείας και των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία προκύπτει η ιδιότητα και η θέση που είχε ο κατηγορούμενος στην εταιρεία. Αν δεν υπάρχει αναφορά τέτοιων περιστατικών, η αιτιολογία της απόφασης είναι ελλιπής και ιδρύεται ο αναφερόμενος λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 289/2010 απόφαση του..., όπως προκύπτει από αυτή, η αναιρεσείουσα και ο συγκατηγορούμενός της...καταδικάσθηκαν για μη εμπρόθεσμη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών προς το ΙΚΑ, ύψους 22.440,34 και 11.220,16 ευρώ αντιστοίχως, σε συνολική χρηματική ποινή τριακοσίων (300) ευρώ ο καθένα, εκ των οποίων την ποινή φυλάκισης ανέστειλε την εκτέλεση για την αναιρεσείουσα για μια τριετία. Στην αιτιολογία της ως άνω απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και του διατακτικού της, αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι οι κατηγορούμενοι στη ...στις 1.3.2004 εργοδότες τυγχάνοντες, δηλαδή και διατηρώντας επιχείρηση "ΟΙΚΟΔΟΜΗ (επωνυμία) PARIADIZE ΑΕ" και δη εξαρτημένη εργασία με αμοιβή προσωπικού ασφαλισμένο στο ΙΚΑ, δεν κατέβαλαν με την ως άνω ιδιότητά τους στο αναφερόμενο ίδρυμα τις οφειλόμενες εργοδοτικές και εργατικές εισφορές, ποσού 22.440,34 και 11.220,16 ευρώ αντιστοίχως. Δεν αναφέρονται όμως στην απόφαση, ούτε στο αιτιολογικό ούτε στο διατακτικό αυτής, μολονότι πρόκειται για εταιρική και όχι ατομική επιχείρηση και μάλιστα ανώνυμη εταιρεία, όπως φαίνεται και από την επωνυμία της, πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει η ιδιότητα και η θέση της αναιρεσείουσας στην ανώνυμη αυτή εταιρία, η οποία κατά νόμο εκπροσωπείται από το διοικητικό της συμβούλιο και αναφέρεται μόνο ότι αυτή ήταν εργοδότρια. Έτσι η αιτιολογία αυτή που διέλαβε το δικαστήριο της ουσίας στην προσβαλλόμενη απόφασή του, εκ της οποίας δεν προκύπτει η ιδιότητα και η θέση της αναιρεσείουσας στην ανώνυμη εταιρία, ώστε να ανακύπτει και η υποχρέωσή της για την καταβολή ασφαλιστικών εισφορών και αναφέρεται μόνο η ιδιότητά της ως εργοδότριας, δεν είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αναφερόμενη πλημμέλεια της απόφασης, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο ως προς την αναιρεσείουσα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές πλην εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 289/2010 απόφαση του...μόνο όσο αφορά την αναιρεσείουσα...Α....υπόθεση κατά το ως άνω μέρος της για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που τη δίκασαν. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 23 Φεβρουαρίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο – ενιαία αντιμετώπιση χρέους – επιεικέστερος νόμος ο 3220/2004 όταν το χρέος καταβάλλεται εφάπαξ και όχι σε δόσεις – απορρίπτει αναίρεση

Αριθμός : 323

Έτος : 2011

Δικαστήριο : Άρειος Πάγος

Μελέτη :

Διάταξη :

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές:..., Αντιπρόεδρο του...,...,...,...-Κατσαβριά - Εισηγήτρια και..., Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του... (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του...) και της..., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου...Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του..., περί αναιρέσεως της 32275/2010 αποφάσεως του.... ..., με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 1272/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του..., που πρότεινε να απορριφθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση από το ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990 θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις...και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του χρέους. Ειδικότερα, προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνη της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 αντικαταστάθηκε το ως άνω άρθρο 25 του Ν. 1882/1990 και αφ' ενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις...ή τα Τελωνεία, αφ' ετέρου δε αυξήθηκε το ύψος του οφειλομένου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής του, και έτσι οι πράξεις που προηγουμένως ήταν αξιόποινες καθίστανται πλέον ανέγκλητες, αν το ύψος της ληξιπρόθεσμης οφειλής δεν υπερβαίνει ο όριο του 1.000.000 δραχμών, προκειμένου για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους, και τα 2.000.000 δραχμές όταν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά. Κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 του Ν2523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος τούτου, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του , όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ, ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος (χρόνος) δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ο νόμος ως βεβαίωση χρεών εννοεί εκείνη που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε μπορεί το χρέος να εισπραχθεί, και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολοκλήρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Τέλος, με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, του οποίου η ισχύς άρχισε από 1/1/2004, αντικαταστάθηκε εκ νέου το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990 και ορίζεται πλέον με αυτό ότι "Η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις...(ΔΟΥ) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊστάμενου της ΔΟΥ ή του Τελωνείου προς τον...της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης : 1) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων(10.000) ευρώ, 2) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση 1, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και 3) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση 1, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπροθέσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξής του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη υπολογίζονται μαζί με την βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις, όπως οι τόκοι και οι προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του...κτλ), και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επί μέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου, και, συνεπώς, για τις πράξεις που τελέστηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους (δηλαδή πριν την 1/1/2004), εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις έναρξης και θεμελίωσης της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τέλεσής τους. Αντιθέτως, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δραχμές προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και 2.000.000 δραχμές, προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά), ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, είναι ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004 και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος έναρξης της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Συνεπώς, για τα χρέη που ο χρόνος καταβολής τους έπεται της 1/1/2004, εφαρμοστέες είναι οι ως άνω διατάξεις του Ν. 3220/2004, ενώ για τα χρέη , ο χρόνος καταβολής των οποίων προηγείται της 1/1/2004 και το δικαστήριο επιλαμβάνεται της εκδικάσεως της υποθέσεως μετά το άνω χρονικό διάστημα θα εφαρμοσθούν ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης οι ευνοϊκότερες σε κάθε περίπτωση διατάξεις. Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την πληρότητα της αιτιολογίας αναφορικά με το παραπάνω έγκλημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία ως προς το υποκειμενικό στοιχείο του δόλου, διότι ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση του δράστη να πραγματώσει τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Επομένως, εξυπακούεται ότι υπάρχει από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 32275/2010 απόφασης το...μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των κατ' είδος αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του "ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη που του αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, διότι σε βάρος του βεβαιώθηκαν από την ΔΟΥ … τα παρακάτω χρέη, κατ' είδος, ποσό, χρόνο, είδος κτλ, Το παραπάνω ποσό των 333.078,51 ευρώ, που αφορά βεβαιωμένα χρέη προς τη ΔΟΥ …, ηθελημένα δεν κατέβαλε προς το Δημόσιο. Πρέπει συνεπώς να κηρυχθεί ένοχος και να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2β του ΠΚ, διότι το δικαστήριο κρίνει ότι στην πράξη του ωθήθηκε από αίτια μη ταπεινά". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι ...κατά το χρονικό διάστημα από 30/1/2003 έως 30/10/2006, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος. Όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν. 3220/2004, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για το χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ. Συγκεκριμένα, ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του στη ΔΟΥ … διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου, όπως ακριβώς αναφέρονται στον συνημμένο πίνακα χρεών της παραπάνω ΔΟΥ (αρ. ειδ. Βιβλίου 16/2006) και συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την από 3/11/2006 μηνυτήρια αναφορά του Προϊστάμενου της πιο πάνω ΔΟΥ, ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό 333.078,51 ευρώ, που αφορά βεβαιωμένα χρέη αυτού προς το Δημόσιο". Ακολούθως του επέβαλε για την πράξη αυτή ποινή φυλάκισης δέκα έξι (16) μηνών την οποία ανέστειλε επί τρία χρόνια. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού περιέχονται σ' αυτό με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την διαδικασία στο ακροατήριο και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για το οποίο κρίθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίος έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, όπως κατά τα άνω αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν 2523/1997 και στη συνέχεια με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν 3220/2004, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να την παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε πλαγίως. Ειδικότερα στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, στο οποίο ενσωματώθηκε και ο πίνακας χρεών της ΔΟΥ … και ο οποίος αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του, αναφέρονται: α) η αρχή, ήτοι η ΔΟΥ …, η οποία βεβαίωσε τα χρέη του αναιρεσείοντα, και προσδιορίζεται ο χρόνος της ταμειακής βεβαίωσης κάθε επί μέρους χρέους, β) το ύψος των βεβαιωθέντων χρεών, υπό τους αύξοντες αριθμούς του πίνακα χρεών 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13 και 14, τα οποία, ανέρχονται, αντίστοιχα, στα ποσά των 10.961,18, 211,26, 762, 26, 256,80, 632,36, 632,36, 39.853,32, 49.804,44, 31.104,06, 5.102,55, 76.251,58, 71.520,22, 45.359,33 και 626,79 ευρώ, γ) ο τρόπος πληρωμής των βεβαιωθέντων χρεών (τρεις διμηνιαίες δόσεις, εφάπαξ, δύο διμηνιαίες δόσεις, εφάπαξ, δύο μηνιαίες δόσεις, δύο μηνιαίες δόσεις, και όλα τα λοιπά χρέη εφάπαξ), δ) ο ακριβής χρόνος καταβολής αυτών και ειδικότερα 1)31/7/2002, 30/9/2002 και 30/11/2002 (του πρώτου χρέους, συνολικού ποσού 10.961,18 ευρώ), 2)27/2/2004, 3)30/11/2006 και 30/11/2006, 4)28/4/2006, 5)31/5/2006 και 30/6/2006, 6)31/5/2006 και 30/6/2006, 7)31/5/2006, 8)31/5/2006, 9)31/5/2006, 10)31/5/2006, 11)31/5/2006, 12)31/5/2006, 13)31/5/2006 και 14)31/5/2006, και ε)το εάν η μη καταβολή αφορά ολόκληρο το ποσό του χρέους ή δόσεις αυτού (δύο δόσεις, εφάπαξ, μία δόση, εφάπαξ, δύο δόσεις, δύο δόσεις, εφάπαξ, εφάπαξ, εφάπαξ, εφάπαξ, εφάπαξ, εφάπαξ, εφάπαξ, εφάπαξ , αντίστοιχα). Σημειωτέον, ότι το πρώτο χρέος με αύξοντα αριθμό 1 στον πίνακα χρεών, που προερχόταν από εισόδημα φυσικών προσώπων, ήταν καταβλητέο σε τρεις διμηνιαίες δόσεις (30/7/2002, 30/9/2002 και 30/11/2003) και αφορούσε σε πράξη που τελέστηκε πριν την 1/1/2004 και υπερέβαινε κατά το ύψος του (ανερχόμενο σε 10.961,18 ευρώ) το τασσόμενο με το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη. Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ μοναδικοί λόγοι της αναίρεσης περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των άρθρων 25 παρ. 1 του Ν. 1880/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997, και άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, είναι αβάσιμοι. Ειδικότερα, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντα ότι στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης δεν αναφέρονται για το πρώτο και δεύτερο χρέος, που ρυθμίζονται από το άρθρο 25 του Ν. 1882/1990, ότι, για το καταβλητέο σε τρείς δόσεις χρέος, καθυστέρησε επί δίμηνο την καταβολή της τρίτης δόσης , και για το καταβλητέο εφάπαξ χρέος, καθυστέρησε την καταβολή του πέραν των δύο μηνών από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί, ενώ για τις λοιπές περιπτώσεις, που ρυθμίζονται από το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, ότι καθυστέρησε την καταβολή των χρεών πέραν των τεσσάρων μηνών, είναι αβάσιμες και απορριπτέες, αφού ο χρόνος της καθυστέρησης της πληρωμής του κάθε χρέους προκύπτει από τον χρόνο καταβολής του που αναγράφεται στον συναφή πίνακα χρεών, που ενσωματώθηκε στο σκεπτικό και αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του, και συνεπώς δεν χρειαζόταν πρόσθετη αναφορά και εξειδίκευση του χρόνου αυτού. Ειδικότερα, για το χρέος με αύξοντα αριθμό 1, που ήταν καταβλητέο σε τρεις διμηνιαίες δόσεις, ήτοι την 31/7/2002, 30/9/2002 και 30/11/2002, το δίμηνο της καταβολής της τρίτης δόσης έληγε την 30/1/2003, το χρέος με αύξοντα αριθμό 2, ήταν καταβλητέο εφάπαξ την 27/2/2004 και για τα λοιπά χρέη , είτε εφάπαξ, είτε με δόσεις καταβλητέα, που ρυθμίζονται από το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, η καθυστέρηση της καταβολής τους , πέραν των τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθούν, προκύπτει σαφώς από τον αναγραφόμενο στον πίνακα χρεών χρόνο καταβολής τους. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, κατ' άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 20/9/2010 αίτηση του...Θ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 32275/2010 απόφασης του.......τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Φεβρουαρίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

Ανθρωποκτονία από αμέλεια – αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση - εξ αμελείας έγκλημα απότοκο συνδρομής αμέλειας πολλών προσώπων – έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας – δεν προσδιορίζεται η έννοια της αμέλειας - αναιρεί

Αριθμός : 991

Έτος : 2011

Δικαστήριο : Άρειος Πάγος

Μελέτη :

Διάταξη :

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές:... του...,...,...,...και...-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11...2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του... (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του..., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου...Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του..., για αναίρεση της υπ'αριθ.510/2010 αποφάσεως του.... Με πολιτικώς ενάγοντα τον...Δ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του.... ... με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Νοεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1536/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ.1 του...όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών κατά δε τη διάταξη του άρθρου 28 του ιδίου Κώδικα από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του προβλεπομένου από αυτές εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται αντικειμενικά μεν πρόκληση θανατώσεως άλλου, υποκειμενικά δε: α)μη καταβολή από το δράστη της επιβαλλόμενης, κατά αντικειμενική κρίση, προσοχής, την οποία κάθε μέσο συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει, βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών που επικρατούν στις συναλλαγές και της κοινής πείρας και λογικής, β)δυνατότητα αυτού, βάσει των προσωπικών περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής είτε δεν προέβλεψε (άνευ συνειδήσεως αμέλεια), είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν (συνειδητή αμέλεια) και γ)να υπάρχει αντικειμενικός σύνδεσμος μεταξύ της ενεργείας ή παράλειψης του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος. Όταν το εξ αμελείας έγκλημα είναι απότοκο συνδρομής αμέλειας πολλών προσώπων το καθένα από αυτά κρίνεται και ευθύνεται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως των άλλων κατά το λόγο της αμελείας που επιδείχθηκε από αυτό και εφόσον, πάντως, το επελθόν αποτέλεσμα τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτήν. Η πράξη δε ή η παράλειψη του δράστη τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το αποτέλεσμα που επήλθε όταν αυτή, κατά την κοινή αντίληψη, είναι εκείνη που άμεσα προκάλεσε το αποτέλεσμα και συνεπώς βρίσκεται σε άμεση αιτιότητα προς αυτό. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ'ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και η αξιολόγηση τους και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει από την απόφαση ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι μόνο ορισμένα από αυτά, αρκεί δε να μνημονεύονται όλα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου κ.λπ) χωρίς να είναι αναγκαία η ειδικότερη αναφορά τους και μνεία του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά. Τέλος εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει στην πραγματικότητα εσφαλμένη εφαρμογή νόμου, που ιδρύει τον ίδιο αναιρετικό λόγο, υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφάρμοσε, καθώς και όταν η παραβίαση αυτή λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στην απόφαση, ως συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού με σαφήνεια, πληρότητα και κατά συγκεκριμένο τρόπο, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχουν ασάφειες αντιφάσεις ή λογικά κενά είτε στο σκεπτικό είτε μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού, με συνέπεια να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον...της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης 510/2010 αποφάσεώς του, το...που δίκασε σε δεύτερο βαθμό δέχθηκε ότι, από τα παρατιθέμενα αποδεικτικά μέσα ήτοι από την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα υπερασπίσεως, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, με τα αναγνωσθέντα έγγραφα, την απολογία του κατηγορουμένου και τη συζήτηση της υποθέσεως "πείσθηκε περί της ενοχής του κατηγορουμένου ότι δηλαδή αυτός στην...οδό Αθηνών-Θεσσαλονίκης, στις 24-6-2005, οδηγώντας το υπ'αριθμό κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσεως επιβατηγό αυτοκίνητο με κατεύθυνση προς Θεσσαλονίκη, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, αλλά απερίσκεπτα συνέχισε την πορεία του με την ίδια ταχύτητα, με αποτέλεσμα, να εκτραπεί της πορείας του και να προσκρούσει με το υπ'αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλο μοτοποδήλατο που οδηγούσε ο...που τραυματίσθηκε σοβαρά και υπέστη κακώσεις κεφαλής, αυχένος, θώρακος και άκρων από τις οποίες, ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατος του. Στη σκέψη αυτή άγεται το δικαστήριο ιδία από την έκθεση αυτοψίας, πρόχειρο σχεδιάγραμμα τροχαίας". Στη συνέχεια το δικάσαν Εφετείο, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, κήρυξε ένοχο τον ήδη αναιρεσείοντα, του ότι "στη...οδό Αθηνών-Θεσσαλονίκης στις 24 Ιουνίου 2005, ως οδηγός αυτοκινήτου, από αμέλεια του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής κατά την οδήγηση, που όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, προξένησε τον θάνατο άλλου με το όχημα του και κατά την οδήγηση του, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του αυτή. Συγκεκριμένα, οδηγώντας το υπ'αριθμό κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσεως επιβατηγό αυτοκίνητο στην...-Θεσσαλονίκης (335,850 χιλιόμετρο) με κατεύθυνση προς Θεσσαλονίκη με συνθήκες ημέρας και ξηρά κατάσταση οδού, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στο προ αυτού ανοιγόμενο κατάστρωμα της οδού, δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, ούτε ρύθμισε την ταχύτητά του οχήματος του λαμβάνοντας συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες και τη διαμόρφωση του εδάφους, τα χαρακτηριστικά της οδού και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπο ώστε να δύναται να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού αλλά απερίσκεπτα συνέχισε την πορεία του με την ίδια ταχύτητα με αποτέλεσμα να εκτραπεί της πορείας του και να προσκρούσει με το υπ'αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλο μοτοποδήλατο που οδηγούσε ο...και να τραυματισθεί ο ανωτέρω οδηγός του μοτοποδηλάτου, ο οποίος υπέστη κακώσεις κεφαλής, αυχένος, θώρακος και άκρων από τις οποίες μονής ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατος του". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο κατά το συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του που, επιτρεπτώς αλληλοσυμπληρώνονται δεν διέλαβε σ'αυτήν ως προς την αμέλεια του αναιρεσείοντος την απαιτούμενο από το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία με την ανωτέρω έννοια αφού οι παραδοχές της και το αποδεικτικό πόρισμά της έχουν ασάφειες και λογικά κενά. Ειδικότερα αν και δέχεται ότι ο αναιρεσείων "απερίσκεπτα συνέχισε την πορεία του με την ίδια ταχύτητα" δηλαδή εντοπίζει την αμέλεια τούτου στην ταχύτητα με την οποία εκινείτο, δεν προσδιορίζει ποια ήταν η ανωτάτη επιτρεπόμενη στο σημείο του ατυχήματος ταχύτητα των οχημάτων και με ποια αυξημένη ταχύτητα εκινείτο ο αναιρεσείων, ώστε να μπορούσε κινούμενος με μικρότερη ταχύτητα, να αποφύγει τη σύγκρουση και το αποτέλεσμα που επήλθε, ούτε περαιτέρω διευκρινίζεται πως και γιατί συνάπτεται αιτιωδώς το ότι "απερίσκεπτα συνέχισε την πορεία του με την ίδια ταχύτητα" με την εκτροπή του οχήματός του από την πορεία του. Επίσης δεν προσδιορίζει την πορεία του οχήματος του αναιρεσείοντος, σε σχέση με την πορεία ή τη θέση του δικύκλου μοτοποδηλάτου (εν όψει και του ότι αρχικά δέχεται πρόσκρουση, η οποία σημαίνει σταθερή θέση του μοτοποδηλάτου όταν επέπεσε επ' αυτού το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο ήδη αναιρεσείων και στη συνέχεια δέχεται ότι οδηγείτο το εν λόγω μοτοποδήλατο από τον παθόντα στην...όταν έγινε το ατύχημα, γεγονός που σημαίνει ότι έγινε σύγκρουση του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο κατηγορούμενος με το ανωτέρω μοτοποδήλατο). Ακόμη δεν διευκρινίζεται στην απόφαση αν το ρεύμα της οδού όπου έγινε το ατύχημα διεχωρίζετο σε λωρίδες κυκλοφορίας, πόσες και ποίου πλάτους ήταν η κάθε λωρίδα, ούτε διευκρινίζεται σε ποια λωρίδα από τις τυχόν περισσότερες εκινείτο ο αναιρεσείων και σε ποια ο παθών και σε ποια από αυτές συνέβη το ατύχημα, στοιχεία που είναι απαραίτητα ως προσδιοριστικά της δυνατότητος του αναιρεσείοντος να προβεί σε ελιγμό αποφευκτικό του ατυχήματος. Η αναφορά στο σκεπτικό ότι οδηγήθηκε στην καταδικαστική για τον ανωτέρω ως οδηγό του...αυτοκινήτου κρίση του από την έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα της τροχαίας δεν αιτιολογεί την συνδρομή της αμελείας υπό την έννοια που προαναφέρθηκε στο πρόσωπο του ήδη αναιρεσείοντος ως προς το επελθόν αποτέλεσμα, διότι δεν αναφέρει ποια πραγματικά περιστατικά προέκυψαν από αυτά τα έγγραφα που δικαιολογούν την περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίση του. Από τις επισημαινόμενες ελλείψεις και ασάφειες στην αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως και τα λογικά κενά στις σκέψεις του δικαστηρίου που την εξέδωσε και με βάση τις οποίες κατέληξε στην καταδικαστική κρίση του έπεται ότι είναι βάσιμοι οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ και Ε' του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για έλλειψη νομίμου βάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως. Κατόπιν αυτών παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (αρθρ.519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 510/2010 απόφαση του.......υπόθεση για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31...2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

Απόφαση 24.5.2011, Κώνστας κατά Ελλάδος. Παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας από δηλώσεις πολιτειακών οργάνων ΕΔΔΑ

 

(μετάφραση Αλίκη Τερζή)

Με ομόφωνη Απόφασή του το πρώτο Τμήμα του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, μετά από προσφυγή του πρώην Πρύτανη του Παντείου, καθηγητή Δημήτρη Κώνστα, καταδίκασε την Ελλάδα για την παραβίαση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και συγκεκριμένα των άρθρων που προστατεύουν το τεκμήριο της αθωώτητας του κατηγορουμένου (άρθρο 6 παρ. 2) ως συστατικό στοιχείο της δίκαιης δίκης καθώς και το δικαίωμά του σε αποτελεσματική προσφυγή (άρθρο 13).

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

1. Στην αφετηρία της υποθέσεως βρίσκεται η προσφυγή αριθ. 53466/07 στρεφόμενη εναντίον της Ελληνικής Δημοκρατίας από έναν υπήκοο αυτού του κράτους, τον Δημήτριο Κώνστα [εφεξής «ο προσφεύγων»], ο οποίος προσέφυγε ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στις 25 Νοεμβρίου 2007, δυνάμει του άρθρου 34 της Συμβάσεως για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (εφεξής «η Σύμβαση»).

2. Ο προσφεύγων εκπροσωπήθηκε από τον κ. Γ. Κτιστάκι, δικηγόρο, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών. Η ελληνική κυβέρνηση [εφεξής «η Κυβέρνηση»] εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιούς της, τον κ. Μ. Απέσσο, Νομικός Σύμβουλος στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, την κα. Ο. Πατσοπούλου, Πάρεδρο στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, και την κα. Σ. Τρεκλή, Δικαστική Αντιπρόσωπο Α΄ στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους.

3. Ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι παραβιάστηκαν τα δικαιώματα που του εγγυώνται τα άρθρα 6§2 και 13 της Σύμβασης.

4. Στις 14 Μαΐου 2009, η Πρόεδρος του Πρώτου Τμήματος αποφάσισε να κοινοποιήσει την προσφυγή της Κυβερνήσεως. Εξ άλλου, όπως το επιτρέπει το άρθρο 29§1 της Σύμβασης, αποφάσισε να αποφανθεί το Τμήμα ταυτόχρονα για το παραδεκτό και την ουσία της υποθέσεως.

5. Ο κ. Χρήστος Ροζάκης, εκλεγμένος Δικαστής για την Ελλάδα, δήλωσε κώλυμα και η Κυβέρνηση όρισε τον κ. Σπυρίδωνα Φλογαΐτη ως Δικαστή ad hoc στην υπόθεση.

ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ

Ι. ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ

6. Ο προσφεύγων γεννήθηκε το 1946 και ζει στην Αθήνα.

7. Από το 1985 είναι καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Μεταξύ 1990 και 1995 διετέλεσε Πρύτανης του ανωτέρω πανεπιστημίου. Στις βουλευτικές εκλογές του 1996, ο προσφεύγων διατέλεσε υπηρεσιακός (ad interim) Υπουργός Τύπου. Μεταξύ του 1997 και του 1999 υπηρέτησε ως Μόνιμος Αντιπρόσωπος της Ελλάδος στο Συμβούλιο της Ευρώπης.

8. Τον Σεπτέμβριο του 1998, το Πρυτανικό Συμβούλιο διέταξε διοικητική έρευνα αναφορικά με την οικονομική διαχείριση του Παντείου πριν το 1997. Σε συνέχεια αυτής της διοικητικής έρευνας, και αφού υποβλήθηκε το σχετικό πόρισμα στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, ο τελευταίος άσκησε ποινικές διώξεις εναντίον πενήντα τεσσάρων ατόμων και συγκεκριμένα μελών του διδακτικού προσωπικού τα οποία κατείχαν θέσεις του Πρυτάνεως, Αντιπρυτάνεως την περίοδο 1992-1998. Ο προσφεύγων κατηγορήθηκε για την διάπραξη κατ’εξακολούθηση και από κοινού και των αδικήματων της ψευδούς βεβαίωσης, της πλαστογραφίας, της υπεξαίρεσης και της απάτης σε βάρος του Δημοσίου για ποσό που υπερβαίνει τις 50 000 000 δραχμές (146 735 ευρώ περίπου). Με απόφαση του Εισαγγελέα Εφετών, παραπέμφθηκε με το υπ’ αριθ. 2284/2005 κλητήριο θέσπισμα, μαζί με άλλους δέκα-οκτώ κατηγορούμενους, απευθείας σε δίκη. Η υπόθεση προσέλκυσε, ιδιαίτερα, την προσοχή των μέσων μαζικής επικοινωνίας.

9. Στις 7 Σεπτεμβρίου 2005 το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών επικύρωσε την απόφαση του Εισαγγελέα και αποφάσισε την απαλλαγή από ποινικές κατηγορίες για ορισμένους εκ των κατηγορουμένων. Αναφορικά με τον προσφεύγοντα, το Συμβούλιο Εφετών δέχθηκε ότι έπαιξε «πρωταγωνιστικό ρόλο» στη διάπραξη των ανωτέρω κακουργηματικής μορφής αξιόποινων πράξεων (υπ’ αριθ. 1969/2005 απόφαση).

10. Στις 10 Οκτωβρίου 2005, ο προσφεύγων άσκησε έφεση ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών κατά της απευθείας παραπομπής του στο ακροατήριο με το υπ’ αριθ. 2284/2005 κλητήριο θέσπισμα. Στις 10 Νοεμβρίου 2005 το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη (υπ’ αριθ. 2380/2005 απόφαση).

11. Στις 18 Νοεμβρίου 2005, ο προσφεύγων άσκησε αναίρεση κατά της υπ’ αριθ. 2380/2005 απόφασης. Στις 5 Απριλίου 2006 ο Άρειος Πάγος (σε Συμβούλιο) επικύρωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (υπ’ αριθ. 850/2006 απόφαση).

12. Στις 6 Ιουνίου 2007, μαζί με οκτώ άλλους κατηγορούμενους, το Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών καταδίκασε τον προσφεύγοντα σε κάθειρξη δεκατεσσάρων ετών για υπεξαίρεση δημοσίου χρήματος, απάτη σε βάρος του Δημοσίου και ψευδή βεβαίωση (υπ’ αριθ. 2444/2007 απόφαση). Την ίδια ημέρα, ο προσφεύγων άσκησε έφεση και το Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών ανέστειλε την εκτέλεση της ποινής μέχρι την εκδίκαση της εφέσεως.

13. Κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, ο προσφεύγων φέρεται να αιτήθηκε προς το δικαστήριο την ακρόαση συγκεκριμένων μαρτύρων υπεράσπισης, αίτημα που απερρίφθη από το ίδιο δικαστήριο. Επιπλέον, το Εφετείο Κακουργημάτων φέρεται να απέρριψε τα αιτήματα του προσφεύγοντος για πρόσβαση σε συγκεκριμένα πειστήρια ενοχής που αναφέρονταν στο πόρισμα της διοικητικής έρευνας και για υποβολή έκθεσης ανεξαρτήτων εμπειρογνωμόνων για την διαχείριση στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, όταν ήταν Πρύτανης. Τέλος, προς το πέρας της διαδικασίας, το Εφετείο Κακουργημάτων φέρεται να ανέγνωσε ανώνυμες επιστολές περί της ενοχής του προσφεύγοντος, χωρίς να του παρασχεθεί η ευκαιρία να τις αντικρούσει.

14. Στις 11 Ιουνίου 2007, κατά την διάρκεια συζήτησης ενώπιον της Ολομελείας του Ελληνικού Κοινοβουλίου, ο Υφυπουργός Οικονομικών αναφέρθηκε στην εν λόγω δίκη, λέγοντας ότι συγκεκριμένοι βουλευτές της Αντιπολίτευσης κατάθεσαν ως μάρτυρες υπεράσπισης ενώπιον του Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Ειδικότερα, δήλωσε: «Και ποιοι είναι οι άφθαρτοι; Οι συκοφάντες, οι πρωτοκλασάτοι Βουλευτές του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και πρώην Υπουργοί του ΠΑ.ΣΟ.Κ. που έτρεξαν να υπερασπιστούν τους καταχραστές της Παντείου; Ήταν ή δεν ήταν προσωπικοί, πολιτικοί σας φίλοι; Τους διορίσατε υπηρεσιακούς Υπουργούς Τύπου, πρέσβεις εκ προσωπικοτήτων στο Συμβούλιο της Ευρώπης, όταν ήδη είχαν αρχίσει να δημοσιοποιούνται τα σκάνδαλα στο Πάντειο; Φιλαράκια σας ήταν, αγαπητοί συνάδελφοι, και τρέξατε να τους υπερασπιστείτε στη Βουλή. Κλέβεστε και μεταξύ σας. Σύμφωνα με το χθεσινό «ΒΗΜΑ» ακόμα και τα λεφτά του κ. Σημίτη [πρώην Πρωθυπουργός] καταχράστηκαν οι φίλοι σας!»

15. Στις 2 Ιουλίου 2007, κατά την διάρκεια συζήτησης ενώπιον της Ολομελείας του Ελληνικού Κοινοβουλίου, ο Πρωθυπουργός αναφέρθηκε στην παρούσα υπόθεση λέγοντας ότι πρόκειται για «πρωτοφανές σκάνδαλο εσκεμμένης και σχεδιασμένης υπεξαίρεσης 8.000.000 ευρώ προς ίδιον όφελος στο Πάντειο Πανεπιστήμιο».

16. Στις 12 Φεβρουαρίου 2008 ο Υπουργός Δικαιοσύνης απευθύνθηκε στην Αντιπολίτευση ενώπιον του Κοινοβουλίου: «Σας θυμίζω επίσης το σκάνδαλο του Παντείου Πανεπιστημίου. Με θάρρος και παρρησία η ελληνική δικαιοσύνη απεφάσισε και κατεδίκασε εκείνους, τους οποίους εσείς προστατεύατε όλα αυτά τα χρόνια».

17. Από τον φάκελο προκύπτει ότι η υπόθεση είναι εκκρεμής ενώπιον του Εφετείου Αθηνών. Η υπ’ αριθ. 2444/2007 απόφαση του Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών καθαρογράφηκε την 4η Νοεμβρίου 2009. Πριν την καθαρογραφή της, ο προσφεύγων δεν μπορούσε να λάβει πλήρως γνώση του περιεχομένου της.

ΙΙ. ΤΟ ΣΧΕΤΙΚΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

18. Τα σχετικά άρθρα του Αστικού Κώδικα ορίζουν τα ακόλουθα: `Αρθρο 57 Δικαίωμα στην προσωπικότητα `Οποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον. Αν η προσβολή αναφέρεται στην προσωπικότητα προσώπου που έχει πεθάνει το δικαίωμα αυτό έχουν ο σύζυγος, οι κατιόντες, οι ανιόντες, οι αδελφοί και οι κληρονόμοι του από διαθήκη. Αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται. `Αρθρο 59 Ικανοποίηση ηθικής βλάβης Στις περιπτώσεις των δύο προηγούμενων άρθρων το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε ο,τιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις.

19. Τα άρθρα 104 και 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα αναφέρουν ακόλουθα: `Αρθρο 104 Για πράξεις και παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου, που ανάγονται σε έννομες σχέσεις του ιδιωτικού δικαίου ή σχετικές με την ιδιωτική του περιουσία, το δημόσιο ευθύνεται κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τα νομικά πρόσωπα. `Αρθρο 105 Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης, που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος. Μαζί με το δημόσιο ευθύνεται εις ολόκληρον και το υπαίτιο πρόσωπο, με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων για την ευθύνη των υπουργών.

20. Το άρθρο 105 εγκαθιδρύει την έννοια της ειδικής αποζημίωσης του δημοσίου δικαίου, γεννώντας την εξωσυμβατική ευθύνη του Κράτους. Η ευθύνη αυτή προκύπτει από παράνομες πράξεις ή παραλείψεις. Οι επίμαχες πράξεις μπορούν να είναι όχι μόνον οι νομικές αλλά και οι υλικές πράξεις της διοικήσεως, συμπεριλαμβανομένων και των ανεκτέλεστων κατ’αρχήν πράξεων (Kyriakopoulos, Commentaire du code civil, article 105 de la loi d’accompagnement du code civil, no 23; Filios, Droit des contrats, partie spéciale, volume 6, responsabilité délictueuse 1977, par. 48 B 112 ; E. Spiliotopoulos, Droit administratif, troisième édition, par. 217; arrêt no 535/1971 de la Cour de cassation; Nomiko Vima, 19e année, p. 1414; arrêt no 492/1967 de la Cour de cassation ; Nomiko Vima, 16e année, p. 75). Το παραδεκτό της αγωγής αποζημίωσης τίθεται υπό έναν όρο: το παράνομο της πράξης ή της παράλειψης.

ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΜΕΡΟΣ

Ι. ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΙΣ ΕΠΙΚΑΛΟΥΜΕΝΕΣ ΠΑΡΑΒΙΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 6 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΕΩΣ

21. Ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι η διαδικασία ενώπιον του Εφετίου κακουργημάτων Αθηνών ενέχει πολλές παρατυπίες. Ειδικότερα, παραπονείται ότι ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών τον παρέπεμψε, σύμφωνα με μία ειδική διαδικασία, απευθείας σε δίκη, χωρίς προηγουμένως να τον παραπέμψει στο Συμβούλιο Εφετών. Κατά δεύτερον, ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι δεν του επετράπη να προσκομίσει συγκεκριμένες αποδείξεις ενώπιον του Εφετίου Κακουργημάτων, ούτε να εξετάσει ένα μάρτυρα υπεράσπισης, στοιχεία δηλαδή κρίσιμα για την διαδικασία. Τέλος, παραπονείται ότι ελήφθησαν υπ’ όψη ανώνυμα γράμματα χωρίς να του επιτρέψουν να αντιλέξει για την ακρίβεια του περιεχομένου τους. Ως προς τα ανωτέρω παράπονα, επικαλείται τις διατάξεις των άρθρων 6 §§1 και 3 (γ) και (δ) της Συμβάσεως.

22. Εξ’άλλου, ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι η αρχή του τεκμηρίου αθωότητας παραβιάστηκε από την απόφαση υπ’ αριθ. 1969/2005 του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Παραπονείται, επίσης, ότι οι δηλώσεις του Πρωθυπουργού, του Υφυπουργού Οικονομικών και του Υπουργού Δικαιοσύνης αναφορικά με την υπόθεσή του, ενώ αυτή ήταν εκκρεμής στο Εφετείο, παραβίασαν την εν λόγω αρχή. Ως προς αυτό επικαλείται το άρθρο 6 §2 της Συμβάσεως. Τα σχετικά μέρη του άρθρου 6 της Συμβάσεως ορίζουν τα ακόλουθα: 1. Παv πρόσωπov έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς τoυ δικασθή δικαίως (...) υπό δικαστηρίoυ (...) τo oπoίov θα απoφασίση (...) επί τoυ βασίμoυ πάσης εvαvτίov τoυ κατηγoρίας πoιvικής φύσεως. 2. Παv πρόσωπov κατηγoρoύμεvov επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είvαι αθώov μέχρι της voμίμoυ απoδείξεως της εvoχής τoυ. 3. Ειδικώτερov, πας κατηγoρoύμεvoς έχει δικαίωμα: (.....) γ) όπως υπερασπίση o ίδιoς εαυτόv ή αvαθέση τηv υπεράσπισίv τoυ εις συvήγoρov της εκλoγής τoυ, εv ή δε περιπτώσει δεv διαθέτει τα μέσα vα πληρώση συvήγoρov της εκλoγής τoυ, εv ή δε περιπτώσει δεv διαθέτει τα μέσα vα πληρώση συvήγoρov vα τoυ παρασχεθή τoιoύτoς δωρεάv, όταv τoύτo εvδείκvυται υπό τoυ συμφέρovτoς της δικαιoσύvης, δ) vα εξετάση ή ζητήση όπως εξετασθώσιv oι μάρτυρες κατηγoρίας και επιτύχη τηv πρόσκλησιv και εξέτασιv τωv μαρτύρωv υπερασπίσεως υπό τoυς αυτoύς όρoυς ως τωv μαρτύρωv κατηγoρίας, (....)

Α. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς επί των άρθρων 6 §§1 και 3 (γ) και (δ)

Επί του παραδεκτού

23. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι ο σεβασμός των απαιτήσεων του άρθρου 6 §1 της Συμβάσεως σε μία διαδικασία πρέπει, κατ’ αρχήν, να εξετασθεί στην βάση του συνόλου της διαδικασίας, δηλαδή όταν αυτή ολοκληρωθεί (βλ. Bernard c. France, 23 avril 1998, Recueil des arrêts et décisions 1998-II, § 37). Το Δικαστήριο σημειώνει σε αυτό το σημείο ότι η παράγραφος 3 του άρθρου 6 περιέχει μία σειρά από ειδικά στοιχεία του γενικού κανόνα της παραγράφου 1 (Artico c. Italie, 13 mai 1980, § 32, série A no 37). Ωστόσο, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, δεν πρέπει να αποκλείεται ότι ένα συγκεκριμένο στοιχείο μπορεί να αποβεί αποφασιστικό σε τέτοιο βαθμό ως προς το να επιτρέψει το Δικαστήριο να κρίνει τον δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας σε ένα πρόωρο στάδιο, πριν ακόμη αποφανθούν κατά τρόπο τελεσίδικο και αμετάκλητο τα εθνικά δικαστήρια (Sossoadouno c. Grèce, no 29845/06, § 30, 31 juillet 2008). Σημειώνοντας ότι η ποινική διαδικασία σε βάρος του προσφεύγοντος είναι ακόμη εκκρεμής ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, το Δικαστήριο δεν ανιχνεύει καμία περίπτωση τέτοιου είδους. Συνεπώς, στο παρόν στάδιο της διαδικασίας, ο ισχυρισμός αυτός είναι πρόωρος και πρέπει να απορριφθεί σύμφωνα με τα άρθρα 35 §§1 και 4 της Συμβάσεως.

. Αναφορικά με τον ισχυρισμό επί του άρθρου 6 § 2 της Συμβάσεως

1. Θέσεις των διαδίκων

α) Η Κυβέρνηση

24. Η Κυβέρνηση ισχυρίζεται εξ’ αρχής ότι ο προσφεύγων δεν εξάντλησε τα εσωτερικά ένδικα μέσα. Εκτιμά ότι είχε στη διάθεσή του την αγωγή αποζημιώσεως των άρθρων 57 και 59 του Αστικού Κώδικα σε συνδυασμό με το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα. Αναφερόμενη στην νομολογία των εθνικών δικαστηρίων, η Κυβέρνηση επικαλείται ότι η ελληνική έννομη τάξη αποδέχεται ότι η αναγνώριση του τεκμηρίου αθωότητας συνιστά μέρος της προσωπικότητας του κάθε ανθρώπου. Επομένως, κάθε προσβολή της αρχής αυτής μπορεί να οδηγήσει στην αποζημίωση του ενδιαφερόμενου. Στη βάση αυτών των συμπερασμάτων, η Κυβέρνηση εκτιμά ότι ο προσφεύγων όφειλε να είχε προσφύγει στα εθνικά δικαστήρια με αγωγή αποζημιώσεως πριν την εισαγωγή της προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου.

25. Επί της ουσίας, η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι επίμαχες φράσεις εντάσσονται σε μία πολιτική αντιπαράθεση που έλαβε χώρα στο Κοινοβούλιο και αφορούσε ένα ζήτημα που είχε προσελκύσει το ενεδιαφέρον της κοινής γνώμης. Επιπλέον, η Κυβέρνηση σημειώνει ότι οι σχετικές φράσεις εκστομίστηκαν μετά την καταδίκη του προσφεύγοντος σε πρώτο βαθμό. Για την Κυβέρνηση, αυτό το στοιχείο είναι πολύ καθοριστικό στην προκειμένη περίπτωση διότι το αρμόδιο ποινικό δικαστήριο καταδίκασε τον προσφεύγοντα στο τέλος μίας διαδικασίας που σεβάστηκε όλες τις εγγυήσεις της δίκαιης δίκης, όπως αυτές περιλαμβάνονται στο άρθρο 6 §1 της Συμβάσεως. Ισχυρίζεται ότι ο Πρωθυπουργός αναφερόταν γενικά στην υπόθεση χωρίς να επισημαίνει στοιχεία προσδιοριστικά της ταυτότητας του προσφεύγοντος. Σύμφωνα με την Κυβέρνηση, θα ήταν μη λογικό να γίνει δεκτό ότι η αναφορά στο αποτέλεσμα μίας ποινικής διαδικασίας, στο πλαίσιο μίας πολιτικής αντιπαράθεσης, είναι ικανή να παραγκωνίσει την αρχή του τεκμηρίου αθωότητας. Αναφορικά με τον Υφυπουργό Οικονομικών, η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι επιμάχες φράσεις ειπώθηκαν στο πλαίσιο μίας δηκτικής πολιτικής αντιπαράθεσης, ότι δεν αναφέρθηκε το όνομα του προσφεύγοντος και ότι, ουσιαστικά, το εν λόγω πολιτικό πρόσωπο αναφέρθηκε στο διατακτικό μίας ποινικής δίκης. Τέλος, η Κυβέρνηση τονίζει την χρονική απόσταση που χωρίζει την εκστόμιση των επίμαχων φράσεων και την διαδικασία ενώπιον του Εφετείου. Σημειώνει ότι η υπόθεση είναι πάντοτε εκκρεμής ενώπιον του Εφετείου και, κατά συνέπεια, το συγκεκριμένο Εφετείο δεν θα μπορούσε να είχε επηρεαστεί από αυτές μετά την παρέλευση ενός τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος.

) Ο προσφεύγων

26. Ο προσφεύγων υποστηρίζει κατ’αρχήν ότι τα εσωτερικά ένδικα μέσα που επικαλείται η Κυβέρνηση δεν είναι αποτελεσματικά. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι σχεδόν όλες οι δικαστικές αποφάσεις που παρουσίασε η Κυβέρνηση δεν αφορούν παρά την αστική ευθύνη των δημοσιογράφων για προσβολή της τιμής των ατόμων που θίγονταν. Σημειώνει ότι καμία από τις αποφάσεις που προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο δεν αναγνωρίζει την ευθύνη μέλους της Κυβέρνησης για προσβολή του τεκμηρίου της αθωότητας. Επιπλέον, προσθέτει ότι σε μία από τις προσκομισθείσες αποφάσεις κρίθηκε από τα εθνικά δικαστήρια συνταγματικός ο αποκλεισμός της προσωπικής αστικής ευθύνης των μελών της Κυβέρνησης, γεγονός που επιβεβαιώνει την θέση του. Τέλος, αναφέρει ότι δεν διέθετε κανένα εσωτερικό ένδικο μέσο με το οποίο θα ζητούσε από το αρμόδιο ποινικό δικαστήριο να αποφανθεί επί της παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας στην προκειμένη περίπτωση.

27. Επί της ουσίας, ο προσφεύγων τονίζει ότι ο Πρωθυπουργός, ο Υφυπουργός Οικονομικών και ο Υπουργός Δικαιοσύνης προέβησαν σε δηλώσεις ικανές να ασκήσουν επιρροή κατά την επανεξέταση κατ’έφεση της υποθέσεως. Προσθέτει ότι η πρόθεση των ανωτέρω προσώπων να θίξουν το τεκμήριο αθωότητας απορρέει από το γεγονός ότι οι επιμάχες φράσεις ειπώθηκαν λίγες ημέρες μετά την ανακοίνωση της απόφασης του Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Ενώ, δηλαδή, η απόφαση υπ’ αριθ. 2444/2007 του ανωτέρω δικαστηρίου δεν είχε ακόμη καθαρογραφεί και συνεπώς τα μέλη της Κυβερνήσεως δεν μπορούσαν να γνωρίζουν τα γεγονότα της υποθέσεως, όπως αυτά τα εξακρίβωσε το αρμόδιο δικαστήριο, οδηγώντας το στην καταδικαστική του απόφαση. Για τον προσφεύγοντα το γεγονός ότι η απόφαση υπ’ αριθ. 2444/2007 δεν είχε καθαρογραφεί την εποχή των επίμαχων δηλώσεων του στέρησε και την δυνατότητα να απαντήσει στους σχετικούς ισχυρισμούς, κάνοντας την αναγκαία αναφορά στο περιεχόμενο της ανωτέρω απόφασης. Γενικότερα, ο προσφεύγων εκτιμά ότι, δεδομένης της σημασίας των δημοσίων αξιωμάτων των συγκεκριμένων μελών της Κυβέρνησης, οι τελευταίοι όφειλαν να δείξουν αυτοσυγκράτηση στην στάση τους έναντι μίας ποινικής διαδικασίας που ήταν πάντοτε εκκρεμής.

2. Εκτίμηση του Δικαστηρίου

α) Επί του παραδεκτού

28. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι η Κυβέρνηση εγείρει την ένσταση της μη εξάντλησης των εσωτερικών ενδίκων μέσων διότι ο προσφεύγων δεν άσκησε αγωγή αποζημίωσης ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων για προσβολή της προσωπικότητάς του. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι ο κανόνας της εξάντλησης των εσωτερικών ενδίκων μέσων, που περιέχει το άρθρο 35§1 της Συμβάσεως, στηρίζεται στην υπόθεση -ενσωματωμένη η τελευταία στο άρθρο 13 με το οποίο παρουσιάζει στενή σχέση το άρθρο 35§1- ότι η εσωτερική έννομη τάξη προσφέρει ένα αποτελεσματικό ένδικο μέσο, στην πράξη αλλά και στον νόμο, αναφορικά με την επικαλούμενη παραβίαση (Kudła c. Pologne [GC], no 30210/96, § 152, CEDH 2000-XI ; Hassan et Tchaouch c. Bulgarie [GC], no 30985/96, §§ 96-98, CEDH 2000 XI). Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με τον κανόνα της εξάντλησης των εσωτερικών ενδίκων μέσων, ο προσφεύγων οφείλει, πριν προσφύγει στο Δικαστήριο του Στρασβούργου, να παράσχει στον υπόλογο Κράτος –διαμέσου της χρήσης εκείνων των ένδικων μέσων που είναι και μπορούν να θεωρηθούν αποτελεσματικά και επαρκή κατά την εθνική νομοθεσία- την δυνατότητα θεραπείας των προβαλλομένων παραβιάσεων (μεταξύ άλλων, Fressoz et Roire c. France [GC], no 29183/95, § 37, CEDH 1999 I). Το άρθρο 35§1 της Συμβάσεως δεν επιβάλλει την εξάντληση παρά μόνον εκείνων των ένδικων μέσων που σχετίζονται με τις προβαλλόμενες παραβιάσεις και είναι διαθέσιμα και κατάλληλα. Πρέπει να υφίστανται σε επαρκή βαθμό σαφήνειας, όχι μόνον στην θεωρία αλλά και στην πρακτική, χωρίς την οποία απουσιάζει η επιθυμητή αποτελεσματικότητα και η προσβασιμότητα. Εναπόκειται στο αμυνόμενο Κράτος να αποδείξει ότι αυτές οι προϋποθέσεις πληρούνται (μεταξύ άλλων, Dalia c. France, 19.2.1998, Recueil 1998-I, p. 87, § 38).

29. Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η αγωγή που παρουσιάζει η Κυβέρνηση βασίζεται στο άρθρο 57 του Αστικού Κώδικα, διάταξη που προβλέπει την δυνατότητα αποζημίωσης του ενδιαφερόμενου σε περίπτωση προσβολής της προσωπικότητάς του. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η αρχή του τεκμηρίου της αθωότητας συνιστά, κυρίως, μία διαδικαστική εγγύηση, η οποία συγκαταλέγεται μεταξύ των στοιχείων της δίκαιης δίκης που απαιτεί το άρθρο 6 της Συμβάσεως (Arrigo et Vella c. Malte (déc.), no 6569/04, 10.5.2005, Allenet de Ribemont c. France, 10.2.1995, §35, série A no 308). Όπως τονίστηκε ήδη, η αρχή αυτή είναι μία ειδική εφαρμογή του γενικού κανόνα που αναγγέλλει η πρώτη παράγραφος αυτής της διάταξης (Deweer c. Belgique, 27.2.1980, §56, série A no 35). Το Δικαστήριο τονίζει ότι η Κυβέρνηση δεν σημειώνει ποιό ένδικο μέσο θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ο προσφεύγων ενώπιον της αρμόδιας ποινικής δικαιοσύνης προκειμένου να διαπιστώσει την παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας στο δικονομικό σκέλος. Συνεπώς, η αγωγή για αποζημίωση, βασισμένη στο άρθρο 57 του Αστικού Κώδικα, και προβαλλόμενη από την Κυβέρνηση, δεν θα μπορούσε παρά να είναι εν μέρει σχετική και κατάλληλη με την παρουσιαζόμενη παραβίαση της Σύμβασης. Κατά τούτο, δεν δύναται να θεραπεύσει πλήρως την προβαλλόμενη προσβολή του τεκμηρίου αθωότητας. Το Δικαστήριο, λοιπόν, απορρίπτει την ένσταση της Κυβέρνησης.

30. Περαιτέρω, το Δικαστήριο σημειώνει ότι στο πρώτο σκέλος του ισχυρισμού υπό το άρθρο 6§2 της Συμβάσεως ο προσφεύγων παραπονείται ότι η αρχή του τεκμηρίου αθωότητας παραβιάστηκε από την υπ’ αριθ. 1969/2005 απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Εν τούτοις, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η απόφαση αυτή εκδόθηκε την 7η Σεπτεμβρίου 2005, δηλαδή περισσότερο από έξι μήνες πριν την 25η Νοεμβρίου 2007 που εισήχθη η παρούσα προσφυγή. Συνεπώς αυτό το σκέλος του ισχυρισμού υπό το άρθρο 6§2 της Συμβάσεως είναι εκπρόθεσμο και πρέπει να απορριφθεί, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 35 §§1 και 4 της Συμβάσεως.

31. Τέλος, όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του ισχυρισμού υπό το άρθρο 6§2 της Συμβάσεως, δηλαδή αυτό που αφορά τις δηλώσεις του Πρωθυπουργού, του Υπουργού Δικαιοσύνης και του Υφυπουργού Οικονομικών, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι δεν είναι προδήλως αβάσιμο σύμφωνα με το άρθρο 35§3(α) της Συμβάσεως και δεν προσκρούει σε οποιοδήποτε άλλο λόγο απαραδέκτου. Κηρύσσεται, λοιπόν, παραδεκτός ο ισχυρισμός.

) Επί της ουσίας

i. Γενικές αρχές

32. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι αν η αρχή του τεκμηρίου ανθρωπότητας που ενσαρκώνει η παράγραφος 2 του άρθρου 6 περιλαμβάνεται μεταξύ των στοιχείων της δίκαιης δίκης που απαιτεί το άρθρο 6§1, δεν περιορίζεται σε μία διαδικαστικού χαρακτήρα εγγύηση στην ποινική δίκη. Το εύρος της είναι μεγαλύτερο και απαιτεί να μην προβαίνει κανένας εκπρόσωπος του Κράτους σε δηλώσεις περί της ενοχής ενός προσώπου πριν η ενοχή αυτή διαπιστωθεί από ένα δικαστήριο (Allenet de Ribemont, προηγουμένως, §§ 35-36). Εξ άλλου, το Δικαστήριο τονίζει ότι η επέμβαση στο τεκμήριο αθωότητας μπορεί να εκπορεύεται όχι μόνον από έναν δικαστή ή ένα δικαστήριο αλλά και από άλλες κρατικές αρχές (Daktaras c. Lituanie, no 42095/98, §§ 41-42, CEDH 2000-X). Και αυτό συμβαίνει διότι το τεκμήριο αθωότητας, ως δικονομικό δικαίωμα, συμβάλλει κυρίως στον σεβασμό των δικαιωμάτων υπεράσπισης και ευνοεί ταυτόχρονα τον σεβασμό της τιμής και της ακεραιότητας του διωκόμενου προσώπου.

33. Υπό αυτή την σκέψη, το Δικαστήριο επισημαίνει την σημασία της επιλογής των όρων που χρησιμοποιούν οι κρατικοί αξιωματούχοι στις δηλώσεις που κάνουν πριν κάποιος δικαστεί και κριθεί ένοχος. Πιστεύει, λοιπόν, ότι εκείνο που έχει σημασία για την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης είναι το πραγματικό νόημα των επίμαχων δηλώσεων και όχι η κυριολεκτική τους μορφή (Lavents c. Lettonie, no 58442/00, § 126, 28.11.2002). Ωστόσο, το αν η δήλωση ενός κρατικού αξιωματούχου συνιστά παραβίαση της αρχής του τεκμηρίου αθωότητας πρέπει να εξετασθεί στο πλαίσιο των ειδικών συνθηκών εντός των οποίων διατυπώθηκε η επίμαχη δήλωση (Adolf c. Autriche, 26.3.1982, série A no 49, §§ 36-41). ii. Εφαρμογή των ανωτέρω αρχών στην προκειμένη περίπτωση α) Ως προς το γεγονός ότι οι δηλώσεις έγιναν μετά την καταδίκη του προσφεύγοντος σε πρώτο βαθμό

34. Το Δικαστήριο επισημαίνει κατ’ αρχήν ότι οι επίμαχες φράσεις ειπώθηκαν μετά την καταδίκη του προσφεύγοντος στον πρώτο βαθμό και εκκρεμούσης κατ’ έφεση της υποθέσεως. Το ζήτημα λοιπόν που τίθεται είναι αν θα μπορούσε να υπάρξει προσβολή της αρχής του τεκμηρίου της αθωότητας σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Το Δικαστήριο εκτιμά ότι το άρθρο 6§2 της Συμβάσεως δεν εμποδίζει καθόλου τις αρμόδιες αρχές να αναφέρονται στην υπάρχουσα καταδίκη του προσφεύγοντος, ενώ ακόμη δεν έχει καταστεί η καταδίκη του τελεσίδικη. Με άλλα λόγια, η πρωτόδικη καταδίκη είναι το αντικειμενικό στοιχείο το οποίο συνιστά το κεντρικό στοιχείο της κατ’ έφεση διαδικασίας. Άλλωστε, δεν πρέπει το άρθρο 6§2, υπό το φως του άρθρου 10 της Συμβάσεως, ούτε να εμποδίζει τις αρχές να ενημερώσουν το κοινό για την επίμαχη καταδίκη, ούτε, πολύ περισσότερο, να εμποδίζει την σχετική συζήτηση στον Τύπο μεγάλης κυκλοφορίας ή στο κοινό γενικά ή, όπως στο παράδειγμά μας, σε μία κοινοβουλευτική αντιπαράθεση (mutatis mutandis, Allenet de Ribemont, προηγουμένως, §38; Papon c. France (no 2) (déc.), no 54210/00, CEDH 2001-XII). Εν τούτοις, οι σχετικές αναφορές πρέπει να γίνονται με όλη τη διακριτικότητα και όλη την επιφύλαξη που επιβάλλει ο σεβασμός του τεκμηρίου της αθωότητας (Peša c. Croatie, no 40523/08, §139, 8.4.2010).

35. Εξ άλλου, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι έχει ήδη αποφανθεί ότι σε ένα προκαταρκτικό στάδιο μίας ποινικής υποθέσεως, οι δηλώσεις των κρατικών αρχών δεν πρέπει ούτε να παροτρύνουν το κοινό να πιστέψει στην ενοχή του κατηγορούμενου, ούτε να προδικάζουν την δικαστική κρίση (Allenet de Ribemont, προηγουμένως, §41). Επίσης, στις υποθέσεις που τα εθνικά δικαστήρια δεν απεφάνθησαν επί της ενοχής κατά τρόπο οριστικό, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου δέχθηκε ότι η αρχή του τεκμηρίου αθωότητας πρέπει να γίνεται σεβαστή μέχρι την νόμιμη τελεσίδικη καταδίκη του ενδιαφερομένου (Englert c. Allemagne, no 10282/83, Έκθεση της Επιτροπής, 9.10.1985, DR 31, σ. 11, §49 και Nölkenbockhoff c. Allemagne, no 10300/83, Έκθεση της Επιτροπής, 9.10.1985, DR 31, σ. 12, §45).

 

36. Το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο να επαναλάβει επίσης ότι η Σύμβαση πρέπει να ερμηνεύεται κατά τέτοιο τρόπο ώστε να εγγυάται δικαιώματα συγκεκριμένα και αποτελεσματικά και όχι θεωρητικά και πλασματικά (μεταξύ άλλων, Artico, προηγουμένως, §33 ; Capeau c. Belgique, no 42914/98, § 21, CEDH 2005 I). Επομένως, και σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, το Δικαστήριο κρίνει ότι το τεκμήριο αθωότητας δεν παύει να βρίσκεται σε ισχύ στην κατ’ έφεση διαδικασία μόνον από το γεγονός ότι η πρωτόδικη διαδικασία οδήγησε στην καταδίκη του προσφεύγοντος. Ένα τέτοιο συμπέρασμα θα αντέκρουε τον ίδιο τον ρόλο της έφεσης, κατά την οποία ο αρμόδιος δικαστής είναι υποχρεωμένος να επανεξετάσει και τα πραγματικά και τα νομικά ζητήματα της πρωτόδικης απόφασης. Το τεκμήριο αθωότητας θα ήταν έτσι μη εφαρμοστέο σε μία διαδικασία κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος ζητά μία νέα δικανική κρίση της υποθέσεώς του και αποσκοπεί στην ανατροπή της προηγούμενης καταδίκης του.

37. Μένει, πάντως, στο Δικαστήριο να εξετάσει αν οι δηλώσεις για την καταδίκη του προσφεύγοντος έλαβαν χώρα σε τέτοιες περιστάσεις και διατυπώθηκαν με τέτοιο τρόπο που μπορούσαν να θεωρηθούν ικανές να επηρεάσουν την εκτίμηση του δικαστηρίου ενώπιον του οποίου η υπόθεση ήταν εκκρεμής. Με άλλα λόγια, το Δικαστήριο θα ερευνήσει αν οι επίμαχες φράσεις των αξιωματούχων οδηγούσαν στην σκέψη ότι αυτοί είχαν προδικάσει την επανεξέταση της υποθέσεως που θα γινόταν από το αρμόδιο δικαστήριο. β) Ως προς τον σεβασμό της αρχής του τεκμηρίου της αθωότητας

38. Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο επισημαίνει ευθύς εξαρχής ότι οι επίμαχες δηλώσεις έγιναν από τον Πρωθυπουργό και δύο Υπουργούς του. Προέρχονταν δηλαδή από τους πιο υψηλούς κρατικούς αξιωματούχους. Το Δικαστήριο εκτιμά ότι αυτοί οι αξιωματούχοι ήταν δεσμευμένοι να σέβονται το τεκμήριο της αθωότητας (Y.B. et autres c. Turquie, nos 48173/99 et 48319/99, § 43, 28.10.2004). Εξ άλλου, οι δηλώσεις αυτές έγιναν όταν η υπόθεση εκκρεμούσε στο εφετείο. Επιπλέον δε, το (πρωτόδικο) Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών είχε διατάξει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής του προσφεύγοντος μέχρι την έκδοση της εφετειακής απόφασης (Nölkenbockhoff, προηγουμένως, §46). Συνεπώς, παρά την πρωτόδικη καταδίκη του προσφεύγοντος, η αρχή του τεκμηρίου της αθωότητας εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση.

- Ως προς το ζήτημα της προσωποποίησης των επίμαχων αναφορών

39. Σχετικά με τις αναφορές του Υφυπουργού Οικονομικών, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι πρόθεση των δηλώσεών του, στο πλαίσιο μίας κοινοβουλευτικής αντιπαράθεσης, ήταν να ασκήσει κριτική στο Σοσιαλιστικό Κόμμα για τους δεσμούς που διατήρησε με πρόσωπα που είναι εμπλεκόμενα στην υπόθεση. Το Δικαστήριο σημειώνει ιδιαίτερα ότι ο Υφυπουργός Οικονομικών χρησιμοποίησε φράσεις όπως «Τους διορίσατε υπηρεσιακούς Υπουργούς Τύπου, πρέσβεις εκ προσωπικοτήτων στο Συμβούλιο της Ευρώπης, όταν ήδη είχαν αρχίσει να δημοσιοποιούνται τα σκάνδαλα στο Πάντειο;». Το Δικαστήριο εκτιμά ότι οι λεπτομέρειες αυτές καθιστούσαν πολύ εύκολα αναγνωρίσιμο τον προσφεύγοντα, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τον φάκελο, κανένας άλλος καταδικασθείς με την υπ’ αριθ. 2444/2007 απόφαση δεν συγκεντρώνει αυτή την περιγραφή (Y.B. et autres, προηγουμένως, §48, και Pandy c. Belgique, no 13583/02, § 45, 21.9.2006). Με άλλα λόγια, ακόμη κι αν δεν αναφέρθηκε ονομαστικώς, ο προσφεύγων προσδιορίστηκε [φωτογραφήθηκε] χωρίς αμφιβολία με τις φράσεις του Υφυπουργού Οικονομικών.

40. Όσον αφορά τις δηλώσεις του Πρωθυπουργού, στις 2 Ιουλίου 2007, και του Υπουργού Δικαιοσύνης, στις 12 Φεβρουαρίου 2008, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι αυτές δεν αναφέρουν ευθέως τον προσφεύγοντα. Ο Πρωθυπουργός περιέγραψε την παρούσα υπόθεση ως πρωτοφανές σκάνδαλο υπεξαίρεσης προς όφελος των εμπλεκομένων προσώπων. Από την πλευρά του ο Υπουργός Δικαιοσύνης εξεφράσθη ενώπιον του Κοινοβουλίου επί του «σκανδάλου του Πάντειου», συμπληρώνοντας ότι η ελληνική δικαιοσύνη καταδίκασε με «θάρρος και παρρησία» όλους αυτούς που προηγουμένως η Αντιπολίτευση δήθεν προστάτευε. Ακόμη κι αν οι δηλώσεις αυτές δεν υπεδείκνυαν ονομαστικά τον προσφεύγοντα, εν τούτοις έκαναν ρητή αναφορά στην ποινική υπόθεση και στα εμπλεκόμενα πρόσωπα. Το Δικαστήριο σημειώνει επίσης ότι η υπ’ αριθ. 2444/2007 απόφαση του Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών καταδίκασε πρωτοδίκως τον προσφεύγοντα μεταξύ άλλων εννέα κατηγορουμένων, δηλαδή, μίας καλά προσδιορισμένης ομάδας προσώπων. Προσδίδει, επίσης, ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός ότι η υπ’αριθ. 1969/2005 απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών δέχθηκε ότι ο προσφεύγων έπαιξε «πρωταγωνιστικό ρόλο στη διάπραξη των κακουργηματικής μορφής αξιόποινων πράξεων». Επιπλέον, η υπόθεση είχε γίνει ειδικό θέμα των μέσων μαζικής επικοινωνίας στην Ελλάδα και ο προσφεύγων είχε στο παρελθόν διατελέσει Πρύτανης της Παντείου, υπηρεσιακός (ad interim) Υπουργός Τύπου και Μόνιμος Αντιπρόσωπος της Ελλάδος στο Συμβούλιο της Ευρώπης. Τα ανωτέρω αρκούν στο Δικαστήριο για να συμπεράνει ότι, εξαιτίας της ανάμειξής του στην επίδικη υπόθεση, του κύρους και των αξιωμάτων που κατείχε στο παρελθόν, οι δηλώσεις του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Δικαιοσύνης αναφέρονταν στον προσφεύγοντα σε τέτοιο βαθμό που τον καθιστούσαν αναγνωρίσιμο. - Ως προς το περιεχόμενο των επίμαχων δηλώσεων

41. Σχετικά με τον Πρωθυπουργό, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι οι δηλώσεις του παρέπεμπαν στην υπόθεση αυτή, χωρίς ωστόσο να υπάρχει άμεση αναφορά στην εκκρεμή ποινική διαδικασία ενώπιον του Εφετείου. Βεβαίως, η έκφραση «σκάνδαλο άνευ προηγουμένου» θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί, καθώς θα μπορούσε να δώσει αρνητική χροιά στο περιεχόμενο των δηλώσεων του Πρωθυπουργού, αλλά και στην ίδια την υπόθεση. Ωστόσο, το Δικαστήριο εκτιμάει ότι, στο σύνολό τους, οι αμφισβητούμενες εκφράσεις μάλλον αποτελούν μία γενική αναφορά στο αντικείμενο της υποθέσεως παρά μία απόπειρα να προδικάσουν την απόφαση του Εφετείου. Συνεπώς, το Δικαστήριο καταλήγει ότι όσον αφορά τις δηλώσεις του Πρωθυπουργού, δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6§2 της Συμβάσεως.

42. Αναφορικά με τις δηλώσεις του Υφυπουργού Οικονομικών, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι ο Υφυπουργός χρησιμοποίησε κυρίως τις εκφράσεις «απατεώνες» και «εσείς κλέβετε μέχρι κι ο ένας τον άλλον». Δεν περιορίστηκε σε μία απλή μνεία της καταδίκης του προσφεύγοντος σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 2444/2007 απόφαση του Εφετείου Κακουργημάτων, επιλογή που θα ήταν απόλυτα σύμφωνη με την αρχή του τεκμηρίου αθωότητας. Ως προς αυτήν την παρατήρηση, αξίζει να σημειωθεί ότι, καθώς η απόφαση αυτή δεν είχε ακόμη καθαρογραφεί, ο Υφυπουργός Οικονομικών χρησιμοποίησε τις ανωτέρω εκφράσεις χωρίς να γνωρίζει τα πραγματικά περιστατικά στα οποία βασίστηκε το Εφετείο Κακουργημάτων για να ανακοινώσει την ετυμηγορία του. Για το Δικαστήριο, τόσο απόλυτες και τόσο λίγο επιφυλακτικές εκφράσεις ήταν πιθανό να οδηγήσουν το κοινό να πιστέψει στην οριστική ενοχή του προσφεύγοντος. Ιδιαιτέρως, η λέξη «απατεώνας» αποτελούσε προσωπική του ερμηνεία, με έντονα αρνητική χροιά, της υπ’ αριθ. 2444/2007 απόφασης έναντι του προσφεύγοντος. Επιπλέον, η έκφραση «εσείς κλέβετε μέχρι κι ο ένας τον άλλον», αναφερόμενη με έμμεσο αλλά σαφή τρόπο στον προσφεύγοντα, παρουσιάστηκε ως μία νέα εκτίμηση των γεγονότων στην οποία θα προέβαινε το Εφετείο προκειμένου να εκδώσει απόφαση με ισχύ δεδικασμένου. Συνοψίζοντας, οι επίμαχες εκφράσεις που χρησιμοποίησε ο Υφυπουργός Οικονομικών φαίνεται να αντανακλούν την προσωπική του εκτίμηση της κατάστασης προδικάζοντας ενδεχομένως την απόφαση του Εφετείου.

43. Όσον αφορά τα λεγόμενα του Υπουργού Δικαιοσύνης, το Δικαστήριο εκτιμάει, πρώτον, ότι δεν χρησιμοποίησε τόσο απόλυτες εκφράσεις όσο ο Υφυπουργός Οικονομικών για να αναφερθεί στην καταδίκη όσων εμπλέκονταν σε αυτήν την υπόθεση. Συνεπώς, οι εκφράσεις του δεν μπορούν να θεωρηθούν ως προσωπική εκτίμηση, με αρνητική χροιά, της υπ’ αριθμ. 2444/2007 απόφασης. Όμως, πρέπει εξίσου να σημειωθεί ότι ο Υπουργός Δικαιοσύνης είχε δηλώσει πως η ελληνική δικαιοσύνη είχε καταδικάσει «με θάρρος και τόλμη» όσους εμπλέκονταν σε αυτή την υπόθεση. Αυτή η έκφραση θα μπορούσε να δώσει την εντύπωση ότι ο συγκεκριμένος Υπουργός ήταν ικανοποιημένος με την υπ’ αριθ. 2444/2007 απόφαση και προέτρεπε το Εφετείο, ενώπιον του οποίου εκκρεμούσε η υπόθεση, να επιβεβαιώσει την προαναφερθείσα ετυμηγορία. Επ’αυτού, πρέπει να ληφθούν, ιδίως, υπόψη τα συγκεκριμένα πολιτικά καθήκοντα του Υπουργού αυτού εκείνη την περίοδο. Με την ιδιότητα του Υπουργού Δικαιοσύνης, ενσάρκωνε την πολιτική εξουσία που είχε κατ’εξοχήν υπό την αιγίδα της την οργάνωση και σωστή λειτουργία των δικαστηρίων. Επομένως, θα έπρεπε να ήταν ιδιαίτερα προσεκτικός ως προς τη χρήση εκφράσεων που θα έδιναν ενδεχομένως την εντύπωση ότι αποβλέπει να επηρεάσει την έκβαση της υποθέσεως που εκκρεμούσε ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, το Δικαστήριο υποστηρίζει ότι οι εκφράσεις που χρησιμοποίησε ο Υπουργός Δικαιοσύνης φάνηκαν να προδίκασαν την απόφαση του Εφετείου.

44. Το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον ισχυρισμό της ελληνικής κυβέρνησης σύμφωνα με τον οποίο δίνεται σημασία στη χρονική απόσταση που χωρίζει τις επίμαχες αυτές εκφράσεις από την κατ’ έφεση εξέταση της υποθέσεως. Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η υπόθεση παραμένει εκκρεμής ενώπιον του Εφετείου και, συνεπώς, οι επίμαχες εκφράσεις δεν δύνανται να επηρεάσουν τούτο το δικαστήριο μετά την παρέλευση ενός τόσο μεγάλου εύλογου χρονικού διαστήματος. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι η συμβατότητα των επικριτικών εκφράσεων με την αρχή του τεκμηρίου αθωότητας καθορίζεται σε συνάρτηση με τη στιγμή που είχαν ειπωθεί. Επομένως, το χρονικό διάστημα που ενδέχεται να τις χωρίζει από την επί της ουσίας εξέταση ή επανεξέταση της υποθέσεως δεν αποτελεί κρίσιμο στοιχείο στην εκτίμηση της αιτίασης που αντλείται από το άρθρο 6§2 της Σύμβασης. Πάντως, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι το να αποδεχτεί τον ισχυρισμό της ελληνικής κυβέρνησης θα οδηγούσε σε παράλογο συμπέρασμα σύμφωνα με τους όρους της Σύμβασης, ότι δηλαδή όσο μεγαλύτερη είναι η διάρκεια μιας ποινικής διαδικασίας τόσο μπορεί να ελαχιστοποιηθεί η προσβολή του τεκμηρίου αθωότητας τελεσθείσα σε ένα ορισμένο στάδιο της ίδιας διαδικασίας.

45. Συνοψίζοντας, το Δικαστήριο θεωρεί ότι ο Υφυπουργός Οικονομικών και ο Υπουργός Δικαιοσύνης στις δηλώσεις τους της 11 Ιουνίου 2007 και 12 Φεβρουαρίου 2008 αντίστοιχα επέλεξαν φρασεολογία που ξεπερνούσε κατά πολύ την απλή αναφορά στην καταδίκη με την υπ’ αριθ. 2444/2007 απόφαση. Το Δικαστήριο δίνει ιδιαίτερη προσοχή στο γεγονός ότι οι εν λόγω δηλώσεις προήλθαν από υψηλόβαθμα πολιτικά πρόσωπα και, ιδιαιτέρως στην περίπτωση του Υπουργού Δικαιοσύνης, από μία αρχή που λόγω του ρόλου της υποτίθεται ότι κρατάει ιδιαίτερα συγκρατημένη στάση όσον αφορά το σχολιασμό δικαστικών αποφάσεων. Τα στοιχεία αυτά αρκούν για να καταλήξει το Δικαστήριο ότι υπήρξε, εν προκειμένω, παραβίαση του άρθρου 6§2 της Σύμβασης ως προς την εκκρεμή διαδικασία ενώπιον του Εφετείου Αθηνών όσον αφορά τις δηλώσεις του Υφυπουργού Οικονομικών και του Υπουργού Δικαιοσύνης.

ΙΙ. ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΠΙΚΑΛΟΥΜΕΝΗ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 8 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ

46. Ο προσφεύγων παραπονείται ότι οι ισχυριζόμενες παρατυπίες της διαδικασίας ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων καθώς επίσης το ότι αγνοήθηκε το τεκμήριο του τεκμηρίου αθωότητας αποτελούν προσβολή του άρθρου 8 της Σύμβασης.

Επί του παραδεκτού

47. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι ο προσφεύγων δεν προσκόμισε καμία διευκρίνιση ως προς αυτήν την αιτίαση και με τον τρόπο που αυτή παρουσιάστηκε δεν παρατηρείται καμία παραβίαση του άρθρου 8 της Σύμβασης. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι το τμήμα αυτό της προσφυγής πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμο υπό την έννοια του άρθρου 35 §§ 3 α) και 4 της Σύμβασης.

ΙΙΙ. ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΠΙΚΑΛΟΥΜΕΝΗ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 13 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ

48. Ο προσφεύγων παραπονείται ότι δεν διέθετε κανένα ένδικο μέσο στο εσωτερικό δίκαιο προκειμένου να εγείρει τις αιτιάσεις που αντλούνται από την επικαλούμενη παραβίαση των άρθρων 6 §§ 1, 2 και 3 καθώς επίσης του άρθρου 8 της Σύμβασης. Επικαλείται το άρθρο 13 της Σύμβασης που ορίζει τα εξής: «Παv πρόσωπov τoυ oπoίoυ τα αvαγvωριζόμεvα εv τη (…)Συμβάσει δικαιώματα και ελευθερίαι παρεβιάσθησαv, έχει τo δικαίωμα πραγματικής πρoσφυγής εvώπιov εθvικής αρχής, έστω και άv η παραβίασις διεπράχθη υπό πρoσώπωv εvεργoύvτωv εv τη εκτελέσει των δημοσίων καθηκόντων του.»

Α. Επί του παραδεκτού

49. Όσον αφορά τα τμήμα της αιτίασης που αντιστοιχούν στο τεκμήριο αθωότητας του προσφεύγοντος σχετικά με τις δηλώσεις του Υφυπουργού Οικονομικών και του Υπουργού Δικαιοσύνης, το Δικαστήριο σημειώνει ότι δεν είναι προδήλως αβάσιμα υπό την έννοια του άρθρου 35 § 3 α) της Σύμβασης. Επιπλέον, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η αιτίαση αυτή δεν προσκρούσει σε κανένα άλλο λόγο απαραδέκτου. Συνεπώς, πρέπει να κριθεί παραδεκτή.

50. Επίσης, το Δικαστήριο σημειώνει πως ο προσφεύγων παραπονείται ότι δεν είχε στη διάθεσή του μια πραγματική προσφυγή προκειμένου να παραπονεθεί για την προσβολή των άρθρων 8, 6 §§ 1 και 3 καθώς επίσης του άρθρου 6 § 2 της Σύμβασης αναφορικά με την υπ’ αριθμ. 1969/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, αλλά και των δηλώσεων του Πρωθυπουργού. Ως προς αυτό, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι το άρθρο 13 της Σύμβασης απαιτεί εθνικό ένδικο μέσο μόνο για όσες καταγγελίες θεωρούνται «υπερασπίσιμες» στο πλαίσιο της Σύμβασης (μεταξύ άλλων, Σαμπάνης και άλλοι κατά Ελλάδας, Νο 32526/05, § 55, 5 Ιουνίου 2008). Ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν εφαρμόζεται στην υπό κρίση υπόθεση για τις αιτιάσεις που αντλούνται από το άρθρο 8, αλλά και το άρθρο 6 §§ 1 και 3. Το ίδιο ισχύει για τις δηλώσεις του Πρωθυπουργού λαμβάνοντας υπόψη το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το Δικαστήριο σχετικά με το άρθρο 6 § 2 (βλέπε την ανωτέρω παράγραφο 41).

51. Ως εκ τούτου, το μέρος αυτό της προσφυγής κηρύσσεται προδήλως αβάσιμο και απορρίπτεται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 35 §§ 3 α) και 4 της Σύμβασης.

. Επί της ουσίας

52. Το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει αν ο προσφεύγων είχε στη διάθεσή του κάποιο ένδικο μέσο στο εσωτερικό δίκαιο προκειμένου να εγείρει την αιτίαση που αντλείται από την παραβίαση του άρθρου 6 §2 σχετικά με τις δηλώσεις του Υφυπουργού Οικονομικών και του Υπουργού Δικαιοσύνης σε βάρος του ιδίου.

53. Η ελληνική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι δεν υπήρξε παραβίαση της εν λόγω διάταξης. Σημειώνει ότι ο ενδιαφερόμενος είχε στη διάθεσή του την αγωγή αποζημίωσης όπως αυτή προβλέπεται από τα άρθρα 57 και 59 του αστικού κώδικα σε συνδυασμό με το άρθρο 105 του εισαγωγικού νόμου του αστικού κώδικα.

54. Ο προσφεύγων ισχυρίζεται πως δεν είχε στη διάθεσή του κάποιο ένδικο μέσο που θα του εξασφάλιζε επαρκή αποκατάσταση της διαπιστωθείσας παραβίασης.

55. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι το άρθρο 13 της Σύμβασης προβλέπει το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον εθνικής αρχής για όσες παραβιάσεις θεωρούνται «υπερασπίσιμες» στο πλαίσιο της Σύμβασης. Μια τέτοια προσφυγή πρέπει να της παρέχει την αρμοδιότητα να εξετάσει το περιεχόμενο της αιτίασης που θεμελιώνεται στη Σύμβαση και να προσφέρει την κατάλληλη αποκατάσταση, ακόμη κι αν τα συμβαλλόμενα κράτη έχουν μια ορισμένη διακριτική ευχέρεια όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο συμμορφώνονται στις υποχρεώσεις που τους επιβάλλει η διάταξη αυτή. Η προσφυγή που απαιτείται από το άρθρο 13 πρέπει να είναι «πραγματική» από πρακτικής και νομικής άποψης (βλέπε ανωτέρω, Hassan και Tchaouch, §§ 96-98, ΕΔΑΔ 2000-ΧΙ, και Μητροπολιτική Εκκλησία της Βεσσαραβίας και άλλοι κατά Μολδαβίας, Νο 45701/99, § 136-137, ΕΔΑΔ 2001-ΧΙΙ).

56. Λαμβάνοντας υπόψη τους λόγους για τους οποίους απέρριψε την ένσταση της μη εξάντλησης των εθνικών ένδικων μέσων που προέβαλε η ελληνική κυβέρνηση βασιζόμενη στα άρθρα 57 και 59 του αστικού κώδικα σε συνδυασμό με το άρθρο 105 του εισαγωγικού νόμου του αστικού κώδικα (βλέπε ανωτέρω παραγράφους 28 και 29) και δεδομένου ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν αναφέρει κανένα άλλο ένδικο μέσο στο οποίο θα μπορούσε να προσφύγει ο αιτών προκειμένου να πετύχει την αποκατάσταση της παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η ελληνική κυβέρνηση παραβίασε τις υποχρεώσεις της απέναντι στο άρθρο 13 της Σύμβασης.

57. Επομένως, υπάρχει παραβίαση του άρθρου 13 της Σύμβασης ως προς τα ανωτέρω.

ΙV. ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 41 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ

58. Το άρθρο 41 της Σύμβασης ορίζει τα ακόλουθα: «Εάv τo Δικαστήριo κρίvει ότι υπήρξε παραβίαση της Σύμβασης ή τωv Πρωτoκόλλωv της, και αv τo εσωτερικό δίκαιo τoυ Υψηλoύ Συμβαλλόμεvoυ Μέρoυς δεv επιτρέπει παρά μόvo ατελή εξάλειψη τωv συvεπειώv της παραβίασης αυτής, τo Δικαστήριo χoρηγεί, εφόσov είvαι αvαγκαίo, στov παθόvτα δίκαιη ικαvoπoίηση.»

Α. Βλάβη

59. Ο προσφεύγων ζητά 500.000 Ευρώ (EUR) για αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που του προκλήθηκε λόγω της παραβίασης των άρθρων 6§2 και 13 της Σύμβασης.

60. Η ελληνική κυβέρνηση θεωρεί το ποσό αυτό υπερβολικό. Εκτιμάει ότι οι διαπιστώσεις της παραβίασης αποτελούν από μόνες τους επαρκή και δίκαιη αποζημίωση για ηθική βλάβη.

61. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι διαπίστωσε παραβίαση των άρθρων 6 § 2 και 13 της Σύμβασης. Αποφασίζοντας αμερόληπτα, το Δικαστήριο επιδικάζει στον προσφεύγοντα το ποσό των 12.000 Ευρώ (EUR) για ηθική βλάβη συν κάθε ποσό που μπορεί να οφείλεται ως φόρος.

. Έξοδα και δικαστική δαπάνη

62. Ο προσφεύγων ζητά το ποσό των 14.000 Ευρώ (EUR) για την καταβολή των εξόδων όσον αφορά την υπεράσπισή του ενώπιον του Δικαστηρίου προσκομίζοντας τις σχετικές αποδείξεις.

63. Η ελληνική κυβέρνηση καλεί το Δικαστήριο να απορρίψει το αίτημα του προσφεύγοντος ή αλλιώς να μην του επιδικάσει ποσό που υπερβαίνει τα 1.500 Ευρώ (EUR).

64. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η επιδίκαση εξόδων και δικαστικής δαπάνης κατ’ εφαρμογή του άρθρου 41 της Σύμβασης προϋποθέτει ότι αποδεικνύονται πραγματικά, αναγκαία και, επίσης, εύλογα ως προς το ύψος τους (Ιατρίδης κατά Ελλάδας [GC], Νο 31107/96, § 54, ΕΔΑΔ 2000-XI). Συνεπώς, στην υπό κρίση υπόθεση, λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία που έχει στην κατοχή του και τα προαναφερθέντα κριτήρια, το Δικαστήριο θεωρεί εύλογο να επιδικάσει στο προσφεύγοντα το ποσό των 10.000 Ευρώ (EUR) συν κάθε ποσό που μπορεί να οφείλεται ως φόρος.

Γ. Τόκοι υπερημερίας

65. Το Δικαστήριο κρίνει σωστό να υπολογίσει το ύψος των τόκων υπερημερίας με βάση το επιτόκιο διευκολύνσεως οριακού δανεισμού της Κεντρικής Ευρωπαϊκής Τράπεζας προσαυξημένου κατά τρεις ποσοστιαίες μονάδες.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ, ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,

1. Κηρύσσει παραδεκτή την αιτίαση που αντλείται από το άρθρο 6§2 σχετικά με τις δηλώσεις μελών της κυβέρνησης και την αιτίαση που αντλείται από το άρθρο 13 της Σύμβασης σχετικά με τις δηλώσεις του Υφυπουργού Οικονομικών και του Υπουργού Δικαιοσύνης, ενώ κηρύσσει απαράδεκτα τα περαιτέρω της προσφυγής,

2. Αποφαίνεται ότι δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6§2 της Σύμβασης σχετικά με τις δηλώσεις του Πρωθυπουργού,

3. Αποφαίνεται ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6§2 της Σύμβασης σχετικά με τις δηλώσεις του Υφυπουργού Οικονομικών και του Υπουργού Δικαιοσύνης,

4. Αποφαίνεται ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 13 της Σύμβασης,

5. Αποφαίνεται ότι α) το εναγόμενο, ήτοι το ελληνικό κράτος, πρέπει να καταβάλει στον προσφεύγοντα, εντός τριών μηνών μετά την ημερομηνία που θα καταστεί η απόφαση τελεσίδικη σύμφωνα με το άρθρο 44 § 2 της Σύμβασης, το ποσό των 12.000 Ευρώ (EUR) (δώδεκα χιλιάδων Ευρώ) για ηθική βλάβη και το ποσό των 10.000 Ευρώ (EUR) (δέκα χιλιάδων Ευρώ) για έξοδα και δικαστική δαπάνη, συν κάθε ποσό που μπορεί να οφείλεται ως φόρος από τον προσφεύγοντα. β) ότι από την παρέλευση της προθεσμίας αυτής και μέχρι την καταβολή, τα ποσά αυτά θα αυξάνονται με απλό τόκο με επιτόκιο ίσο προς το ισχύον κατ’ αυτό το χρονικό διάστημα επιτόκιο διευκολύνσεως οριακού δανεισμού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, προσαυξημένου κατά τρεις ποσοστιαίες μονάδες.

6. Απορρίπτει την αίτηση δίκαιης ικανοποίησης για τα περαιτέρω.

Ενημερωτικό σημείωμα

Εξετάζοντας το ζήτημα αν μπορεί ο πρωθυπουργός της χώρας ή οι υπουργοί του να αποφαίνονται εντός της Βουλής περί της ενοχής κατηγορουμένου έστω κι αν ο τελευταίος έχει καταδικαστεί πρωτόδικα και εκκρεμεί η εκδίκαση της έφεσής του, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ερμήνευσε για πρώτη φορά τόσο προστατευτικά για τον κατηγορούμενο το τεκμήριο αθωότητας του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ.

Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι σε παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας δεν οδηγούν μόνον οι δηλώσεις δικαστικών αλλά και υψηλών πολιτειακών παραγόντων, έστω κι αν αυτές πραγματοποιούνται στο Κοινοβούλιο και έχει ήδη προηγηθεί η πρωτόδικη καταδίκη των κατηγορουμένων. Σημειώνεται ότι η υπόθεση των οικονομικών ατασθαλιών στο Πάντειο εκδικάζεται αυτό τον καιρό σε δεύτερο βαθμό στο Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων.

Στο στόχαστρο του Δικαστηρίου βρέθηκαν οι δηλώσεις του τότε Πρωθυπουργού Κ. Καραμανλή, του τότε Υπουργού Δικαιοσύνης Σ. Χατζηγάκη και του τότε Υπουργού Π. Δούκα. Και ναι μεν οι δηλώσεις Καραμανλή είχαν στοιχεία αμφισβήτησης της αθωότητας αλλά δεν "φωτογράφιζαν" προσωπικά τον Κώνστα, όπως συνέβη, πάντοτε κατά το Δικαστήριο, με εκείνες Χατζηγάκη και Δούκα.

Το Δικαστήριο επιδίκασε στον Κώνστα συνολικό ποσό 22.000 ευρώ για ηθική βλάβη και δικαστικά έξοδα.

Συγγενείς αποφάσεις Στρασβούργου: Allenet de Ribemont κατά Γαλλίας (10.2.1995), Daktaras κατά Λιθουανίας (10.10.2000), Lavents κατά Λιθουανία (28.11.2002), Adolf κατά Αυστρίας (26.3.1982).

 

 

Subscribe to this RSS feed