Νομολογία

ΤρΠλημΘεσ 5286/2015 [Μη εμπρόθεσμη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο - Μη απόδοση ΦΠΑ - Ποινική δίωξη απαράδεκτη λόγω εκκρεμοδικίας]

 

ΤρΠλημΘεσ 5286/2015 [Μη εμπρόθεσμη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο - Μη απόδοση ΦΠΑ - Ποινική δίωξη απαράδεκτη λόγω εκκρεμοδικίας]

ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ

Τεύχος 10/2015, Οκτώβριος

Ενότητα: Δ΄ ΕΘΝΙΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ, ΙIΙ. Οικονομικό Ποινικό Δίκαιο, Χρέη προς το Δημόσιο , σελ. 930

Πρόεδρος: Γ. Στεφανίδου

Μέλη: Δ. Στεργιούδα, Ι. Τολίκα (Έμμισθη Πάρεδρος)

Εισαγγελέας: Β. Αδάμπας, Αντεισαγγελέας

Δικηγόρος: Α. Τσιμπληνίδης

Διατάξεις: άρθρα 25 [παρ. 1] Ν 1882/1990, 18 [παρ. 1], 23 [παρ. 1] Ν 2523/1997, 57, 370 [εδ. γ΄] ΚΠΔ

Εκκρεμοδικία, Δεδικασμένο, Ποινική δίωξη απαράδεκτη, Φοροδιαφυγή, Μη απόδοση ΦΠΑ, Μη εμπρόθεσμη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, Συρροή

Τα αδικήματα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και της φοροδιαφυγής για μη απόδοση ΦΠΑ συγκροτούνται από τα ίδια ακριβώς πραγματικά περιστατικά, τα οποία τελούν σε αδιάσπαστη ενότητα τόπου, χρόνου, τρόπου τέλεσης και υλικού αντικειμένου, τυποποιούνται με τον ίδιο τρόπο όχι μόνο ως προς την αντικειμενική, αλλά και ως προς την υποκειμενική τους υπόσταση, φέρουν τον ίδιο νομικό χαρακτηρισμό και αφορούν την προστασία του ίδιου έννομου αγαθού. Διαφέρουν μόνο ως προς το είδος και το ύψος της ποινής, διαφοροποίηση η οποία δεν αναιρεί την ταυτότητα των παραβάσεων ως προϋπόθεση για την εφαρμογή του άρθρου 57 ΚΠΔ. Στην έννοια λοιπόν της φοροδιαφυγής που θεσπίζεται με το άρθρο 25 παρ. 1 Ν 1882/1990, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 23 παρ. 1 Ν 2523/1997, περιλαμβάνεται και η μη απόδοση του αναλογούντος ΦΠΑ, ως ειδικότερη μορφή φοροδιαφυγής. Εν προκειμένω, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω εκκρεμοδικίας η κρινόμενη ποινική δίωξη σε βάρος της κατηγορουμένης για παράβαση του άρθρου 18 παρ. 1 Ν 2523/1997 (μη απόδοση ΦΠΑ), δεδομένου ότι η πρώτη ποινική δίωξη για την ίδια πράξη, και συγκεκριμένα για τη μη καταβολή των ίδιων χρεών προς το Δημόσιο κατ’ εξακολούθηση (άρθρο 25 παρ. 1 Ν 1882/1990) προηγείται διαδικαστικά, καθόσον γι’ αυτήν έχει ήδη εκδοθεί πρωτόδικη απόφαση, χωρίς ωστόσο να αποδεικνύεται αν η απόφαση αυτή έχει καταστεί τελεσίδικη ή αμετάκλητη, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για ύπαρξη αρνητικού δεδικασμένου (αντιθ. μειοψ.).

Η αγόρευση του Εισαγγελέα έχει ως εξής:

α) Συχνά βλέπουμε δύο καταδικαστικές αποφάσεις κατά του ίδιου προσώπου, εκ των οποίων η μια αφορά το αδίκημα της φοροδιαφυγής για μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση ΦΠΑ (: άρθρο 18 Ν 2523/1997), και η άλλη εκείνο της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και προς τρίτους (: άρθρο 25 Ν 1882/1990). Το πρόβλημα βέβαια ανακύπτει στην περίπτωση εκείνη, κατά την οποία το πραγματικό υπόβαθρο των δύο αποφάσεων αναφέρεται στα ίδια κεφάλαια, δηλαδή, συνήθως, ΦΠΑ που καθίσταται στη συνέχεια χρέος.

Η πληρέστερη εποπτεία του ζητήματος προϋποθέτει να γίνουν γνωστά τα εξής: Τα φορολογικά αδικήματα (Ν 2523/1997) διαμορφώνουν τη φορολογική αξίωση· εν συνεχεία, το αδίκημα του άρθρου 25 Ν 1882/1990 αφορά τη μη ικανοποίηση της αξίωσης αυτής. Εντός αυτού του περιγράμματος, το ίδιο συμβάν που (μπορεί να) ξεκινά με την αποδοχή εικονικού φορολογικού στοιχείου (: άρθρο 19 Ν 2523/1997), την υποβολή ανακριβούς δήλωσης ΦΠΑ (: άρθρο 18 Ν 2523/1997), τη φοροδιαφυγή στο εισόδημα (: άρθρο 17 Ν 2523/1997) και, τέλος, τη μη καταβολή του χρέους (: άρθρο 25 Ν 1882/1990), είναι δυνατό να «προκαλέσει» το σχηματισμό ακόμη και πέντε δικογραφιών! Ερωτάται λοιπόν: Πώς συρρέουν τα ως άνω αδικήματα; Και περαιτέρω: πρόκειται για ένα ή περισσότερα συμβάντα (: factum);

β) Το ζήτημα (: διαχείριση δύο ποινικών διαδικασιών: μία για το αδίκημα του άρθρου 25 Ν 1882/1990 και η άλλη για εκείνο του άρθρου 18 Ν 2523/1997) αντιμετωπίσθηκε από τον Άρειο Πάγο, χωρίς να υπάρξει ομόρροπη λύση. Ειδικότερα: Μία τάση (βλ. ΑΠ 2281/2009 ΠοινΔικ 2010, 913, ΑΠ 558/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) δέχθηκε ότι η συρροή των δύο αδικημάτων είναι αληθινή, αφού οι σχετικές διατάξεις «τόσο κατά την αντικειμενική, όσο και κατά την υποκειμενική τους υπόσταση διαφέρουν και αποσκοπούν στον κολασμό διαφορετικών εγκληματικών συμπεριφορών». Μία άλλη πειστικότερη προσέγγιση (βλ. ΑΠ 357/2013 ΠοινΔικ 2013, 1094), αντιμετώπισε το ζήτημα αναγόμενη στο δεδικασμένο, δεχόμενη ότι, στην υπό κρίση περίπτωση, πρόκειται για τα αυτά πραγματικά περιστατικά, αναγνωρίζοντας έτσι δικονομικό εμπόδιο για την ποινική δίωξη αφενός, και πλημμέλεια θετικής υπέρβασης εξουσίας στο δικαστήριο που εκδίδει την απόφαση αφετέρου. Τέλος, μία άλλη θέση (βλ. ΑΠ 446/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), πληρέστερη, προσέγγισε το θέμα με σημείο αναφοράς τόσο το δεδικασμένο, όσο και το είδος της συρροής, χαρακτηρίζοντάς την φαινομενική, με ειδικότερη αναγωγή στη μονάδα εννόμου αγαθού.

γ) Ευρεία ανάλυση του ζητήματος δεν είναι δυνατή. Περιοριζόμαστε λοιπόν να επισημάνουμε καταρχήν ότι αμφότερα τα επίμαχα αδικήματα, πράγματι, αφορούν το ίδιο έννομο αγαθό, την περιουσία του ελληνικού Δημοσίου, που πλήττεται από την απώλεια συγκεκριμένων φόρων, τελών ή εισφορών [βλ. i) ενδεικτ. από τη θεωρία: Δημήτραινα Γ., Εγκλήματα Φοροδιαφυγής, 2011, σελ. 84, Μανωλεδάκη Ι., σε Πρακτικά Δ΄ ΠανΣυνεΕλΕτΠΔ, 1993, σελ. 97 επ., Σατλάνη X., Μεθοδολογικά προλεγόμενα, 1999, σελ. 406· βλ. και Παπακυριάκου Θ., (Φορολογικό Ποινικό Δίκαιο, 2005, σελ. 192 επ., και ιδίως 197), ο οποίος εντοπίζει το προστατευόμενο έννομο αγαθό των εγκλημάτων του φορολογικού ποινικού δικαίου στις διάφορες κατηγορίες φορολογικών αξιώσεων του ελληνικού Δημοσίου, ως αυτοτελή στοιχεία ενεργητικού, που προσδιορίζονται κατά περιεχόμενο κυριαρχικά από τα κρατικά όργανα. ii) ενδεικτ. από τη νομολογία: ΑΠ 607/1996 ΠοινΧρ 1997, 258, ΑΠ 871/1999 ΠοινΧρ 2000, 356, ΑΠ 316/2001 ΠοινΧρ 2001, 1078, ΣυμβΑΠ 1744/2002 ΠΛογ 2002, 2010]. Εξάλλου, υπενθυμίζεται ότι το έννομο αγαθό είναι το μόνο αξιολογικό μέγεθος για τη μέτρηση της απαξίας, δηλαδή για τη μέτρηση του είδους της συρροής (βλ. ενδεικτ. Ανδρουλάκη Ν., Ποινικό Δίκαιο - Γενικό Μέρος, III, 2008, σελ. 20, Μπιτζιλέκη Ν., σε Καϊάφα-Γκμπάντι Μ./Μπιτζιλέκη Ν./Συμεωνίδου-Καστανίδου Ε., Δίκαιο των Ποινικών Κυρώσεων, 2008, σελ. 331).

Αν τα πράγματα έχουν έτσι, εφόσον, όπως ήδη εκτέθηκε, το αδίκημα του άρθρου 18 Ν 2523/1997 διαμορφώνει τη φορολογική αξίωση (: παραλείπω να υποβάλω ή υποβάλλω ανακριβή δήλωση ΦΠΑ), και, εν συνεχεία, το αδίκημα του άρθρου 25 Ν 1882/1990 αναφέρεται στη μη ικανοποίηση της αξίωσης αυτής, το τελευταίο αφορά μόνο τη διατήρηση και την εμπέδωση της προσβολής της αυτής μονάδας του αυτού εννόμου αγαθού. Εντός του περιγράμματος τούτου, δεν είναι δυνατή η άσκηση ποινικής δίωξης (και πολύ περισσότερο η έκδοση καταδικαστικής απόφασης) και για τα δύο αδικήματα, αφού κάτι τέτοιο θα ενείχε διπλή αξιολόγηση του αυτού συμβάντος! Η συρροή λοιπόν των δύο αδικημάτων είναι φαινομενική πραγματική, υπερισχύει δε το αδίκημα του άρθρου 18 Ν 2523/1997 (αρχή της απορρόφησης: το αδίκημα του άρθρου 25 Ν 1882/1990 μη τιμωρητή ή συντιμωρητή ύστερη πράξη).

Διαφορετική προσέγγιση, στηριζόμενη στο ότι «η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των δύο εγκλημάτων διαφέρει, ενώ αυτά αποσκοπούν στον κολασμό διαφορετικών εγκληματικών συμπεριφορών» δεν είναι απόλυτα πειστική για τους ακόλουθους λόγους:

Πρώτον, διότι αυτό ακριβώς το ζήτημα καλείται να διαχειρισθεί η φαινομενική συρροή [(= φαίνεται ότι έχουμε περισσότερα εγκλήματα, αλλά έχουμε ένα)· βλ. αντί άλλων, αναλυτικά, σε Παύλου Σ., Οι αρχές της φαινομενικής συρροής, τόμ. I, Επικουρικότητα και συρροή, 2003].

Δεύτερον, διότι τα επιμέρους ειδικά χαρακτηριστικά των δύο εγκλημάτων δεν αναιρούν την ταυτότητα της οφειλής. Ειδικότερα, το αδίκημα του άρθρου 18 Ν 2523/1997, σε σχέση με εκείνο του άρθρου 25 Ν 1882/1990, φέρει ως επιπλέον στοιχεία για την οντολογική του κατάφαση, σε επίπεδο υποκειμενικής υπόστασης, τον σκοπό αποφυγής πληρωμής, και, ενίοτε σε επίπεδο αντικειμενικής υπόστασης, την εξαπάτηση της φορολογικής αρχής· επιπλέον, γι’ αυτό προβλέπεται, αφηρημένα, βαρύτερη κύρωση (: υπάρχει και διακεκριμένη κακουργηματική του μορφή). Αντίστοιχα, το αδίκημα του άρθρου 25 Ν 1882/1990 προϋποθέτει κάποια άλλα - διαφορετικά στοιχεία, δηλαδή την ταμειακή βεβαίωση και το ληξιπρόθεσμο του χρέους, είναι δε πάντοτε έγκλημα που αφορά τη «φορολογική υπερημερία» (: όπως ήδη σημειώθηκε, το αδίκημα του άρθρου 18 Ν 2523/1997, εκτός της φορολογικής υπερημερίας, έχει κάποτε, ως επιπλέον στοιχείο, και εκείνο της εξαπάτησης της φορολογικής αρχής) οποιουδήποτε χρέους. Επιπλέον, στο αδίκημα της φορο-υπερημερίας αθροίζονται στο οφειλόμενο ποσό προσαυξήσεις.

Παρόλα αυτά, οι προσαυξήσεις αυτές δεν καθιστούν και «εν τοις πράγμασι» διαφορετικό το αντικείμενο των δύο εγκλημάτων, στο βαθμό που αυτές δεν είναι τίποτε άλλο παρά δευτερογενείς - παράγωγες συνέπειες ενός και του αυτού κεφαλαίου. Πρόκειται για φαινόμενο που είναι γνωστό και από το πεδίο των αστικών αξιώσεων. Αν π.χ. κάποιος οφείλει το τίμημα μίας πώλησης, αυτό που οφείλει τη δήλη ημέρα και εκείνο που πρέπει να καταβάλει, εντόκως πλέον, υπερήμερος ων, δεν διαφέρει στη βάση του (= αιτία του).

δ) Οι ανωτέρω σκέψεις για την υπερίσχυση του αδικήματος του άρθρου 18 Ν 2523/1997, δίδουν τη λύση σε περίπτωση που εξετάζεται για ποιο αδίκημα θα ασκηθεί ποινική δίωξη ή όταν αμφότερες οι δικογραφίες εκκρεμούν στο αυτό διαδικαστικό στάδιο. Όταν όμως δεν ισχύει αυτό, όταν δηλαδή το διαδικαστικό στάδιο διαφέρει ή όταν ήδη υπάρχει αμετάκλητη απόφαση για το ένα από τα δύο αδικήματα, τότε είναι το idem factum, δηλαδή το ενιαίο συμβάν που αποτρέπει τη διπλή αξιολόγηση. Υπενθυμίζεται στο σημείο αυτό ότι η εκκρεμοδικία (: ευθεία και ανάλογη εφαρμογή των άρθρων 57, 128 επ., 132 ΚΠΔ) ή το δεδικασμένο (: άρθρο 57 ΚΠΔ) βρίσκουν τη δικαιολογία τους στην αποφυγή πολλαπλής κρίσης των ίδιων πραγματικών περιστατικών κατά του ίδιου προσώπου, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτηρισμό. Και είναι γεγονός ότι στα ίδια πραγματικά περιστατικά μπορεί να υπάρχουν περισσότερα φυσικά και περισσότερα κοινωνικά αποτελέσματα, πλην όμως εν προκειμένω (στο ζήτημα που κρίνεται δηλαδή), τόσο το φυσικό όσο και το κοινωνικό αποτέλεσμα είναι ένα.

Επομένως, και αν ακόμη προηγηθεί απόφαση για τα «χρέη» (= πλημμέλημα), δεν είναι δυνατή η πρόοδος της διαδικασίας για το κακούργημα (ΦΠΑ). Για να το θέσουμε διαφορετικά, είναι αδιάφορη η εναλλαγή σειράς.

Στην προκειμένη περίπτωση, η Α.Χ. κατηγορείται ως υπαίτια του ότι περισσότερες από μία φορές στις 25.2.2004 και τις 25.2.2005, έχοντας την ιδιότητα της ιδιοκτήτριας επιχείρησης με αντικείμενο την εμπορία ενδυμάτων, προέβη στην υποβολή ανακριβών φορολογικών δηλώσεων ΦΠΑ στην αρμόδια ΔΟΥ. Ωστόσο (μεταξύ άλλων) για τα επίμαχα χρηματικά ποσά (ΦΠΑ) υποβλήθηκε από τον Προϊστάμενο της αρμόδιας ΔΟΥ αίτηση δίωξης και για το αδίκημα του άρθρου 25 Ν 1882/1990. Πρόκειται για τα χρέη με αύξοντα αριθμό 6 και 7 (στον πίνακα βέβαια φέρουν τις προσαυξήσεις, στις οποίες έγινε ήδη λόγος). Ακολούθως, ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος της Α.Χ., η οποία καταδικάστηκε με την υπ’ αριθ. 10351/2013 απόφαση του Α΄ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Εν συνεχεία, η κατηγορουμένη άσκησε έφεση, με αφορμή την οποία εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 109/14.1.2015 καταδικαστική απόφαση του Α΄ Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης. Η τελευταία απόφαση έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη.

Με αυτά τα δεδομένα, προτείνουμε, κατ’ άρθρα 57 και 370 στοιχ. γ΄ ΚΠΔ, να κηρυχθεί απαράδεκτη η ποινική δίωξη της κατηγορουμένης για το αδίκημα του άρθρου 18 Ν 2523/1997 κατ’ εξακολούθηση, λόγω δεδικασμένου. [...]

Η απόφαση έχει ως εξής:

Από τις διατάξεις των άρθρων 43, 57, 125, 132, 310 και 370 εδ. γ΄ του ΚΠΔ προκύπτει ότι αν για την ίδια αξιόποινη πράξη ασκήθηκαν κατά του ιδίου προσώπου δύο διαδοχικές ποινικές διώξεις, κηρύσσεται απαράδεκτη η μεταγενέστερη τούτων λόγω της υφισταμένης από την άσκηση της προγενέστερης ποινικής δίωξης εκκρεμοδικίας, αποτέλεσμα της οποίας είναι η απαγόρευση της εκ νέου ποινικής δίωξης και της διεξαγωγής δύο διαδικασιών για την ίδια αξιόποινη πράξη, υπό την προϋπόθεση όμως ότι πράγματι η πρώτη ποινική δίωξη προηγείται διαδικαστικά της δεύτερης, δηλαδή έχει εισέλθει σε προχωρημένο στάδιο δικονομικής έρευνας (ΑΠ 90/2008 ΠΛογ 2008, 140, ΑΠ 187/2006 ΠΛογ 2006, 162). Για την ύπαρξη εκκρεμοδικίας απαιτείται, εκτός άλλων, και ταυτότητα της πράξης, η οποία υπάρχει όταν η νέα κατηγορία συγκροτείται εξ αντικειμένου από τα ίδια πραγματικά περιστατικά, από τα οποία απαρτίζεται, κατά τα ουσιώδη αντικειμενικά στοιχεία της και η προηγουμένη, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού που δόθηκε σε κάθε μία από αυτές (ΑΠ 447/2006 ΠΛογ 2006, 380).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν 2523/1997, η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται σε καθυστέρηση πέραν των τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των αρμοδίων υπηρεσιών προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης κατά τις διακρίσεις των επόμενων εδαφίων της ίδιας παραγράφου του άρθρου αυτού, ανάλογα με το είδος του οφειλόμενου φόρου και το ποσό της ληξιπρόθεσμης οφειλής. Εξάλλου, κατά το άρθρο 18 του ίδιου Ν 2523/1997, δυνάμει του οποίου διώκεται το αδίκημα της φοροδιαφυγής για μη απόδοση ή ανακριβή ΦΠΑ κτλ, κατά την παρ. 1 αυτού, όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 2δ΄ του άρθρου 2 του Ν 3943/2011, όποιος, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή του φόρου προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ), δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς ή συμψηφίζει αυτούς ..., καθώς και όποιος διακρατεί τέτοιους φόρους, τέλη ή εισφορές, τιμωρείται με ποινές κατά τις διακρίσεις των επόμενων εδαφίων της ίδιας παραγράφου του άρθρου αυτού, ανάλογα με το ποσό του οφειλόμενου φόρου. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι και οι δύο παραβάσεις προβλέπονται από τις ίδιες διατάξεις του Ν 2523/1997, που αντικατέστησε τον Ν 1882/1990, συγκροτούνται από τα ίδια ακριβώς πραγματικά περιστατικά, τα οποία τελούν σε αδιάσπαστη ενότητα τόπου, χρόνου, τρόπου τέλεσης και υλικού αντικειμένου, τυποποιούνται με τον ίδιο τρόπο, όχι μόνο ως προς την αντικειμενική, αλλά και ως προς την υποκειμενική τους υπόσταση, αφού για την τεκμηρίωση και των δύο απαιτείται η συνδρομή του υποκειμενικού στοιχείου του δόλου, φέρουν τον ίδιο νομικό χαρακτηρισμό (φοροδιαφυγή) και αφορούν την προστασία του ίδιου έννομου αγαθού (διασφάλιση των δικαιωμάτων του Δημοσίου και ό,τι αφορά τη μη απώλεια εσόδων από φόρους κτλ δικαιώματα). Διαφέρουν μόνο ως προς το είδος και το ύψος της ποινής, διαφοροποίηση η οποία δεν αναιρεί την ταυτότητα των παραβάσεων, ως προϋπόθεση για την εφαρμογή του άρθρου 57 του ΚΠΔ. Στην έννοια λοιπόν της φοροδιαφυγής που θεσπίζεται με το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν 1882/1990, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν 2523/1997, περιλαμβάνεται και η μη απόδοση του αναλογούντος φόρου προστιθέμενης αξίας, ως ειδικότερη μορφή φοροδιαφυγής (ΑΠ 446/2014 ΠειρΝ 2014, 265, ΑΠ 357/2013 ΝοΒ 2014, 1674, αντίθ. ΑΠ 558/2014 ΝοΒ 2014, 1675).

Εν προκειμένω, από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο και τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο, αποδείχθηκε ότι με τη με αριθμό 10351/17.9.2013 απόφαση του Α΄ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, η κατηγορουμένη καταδικάστηκε σε πρώτο βαθμό για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο κατ' εξακολούθηση (άρθρα 98 του ΠΚ, 25 του Ν 1882/1990) σε φυλάκιση δεκαοκτώ (18) μηνών, η οποία ανεστάλη για τρία χρόνια. Η καταδικαστική αυτή απόφαση περιελάμβανε και δύο μερικότερες πράξεις, οι οποίες αφορούσαν μη απόδοση ΦΠΑ προς το Δημόσιο μετά την απόρριψη προσφυγής της κατηγορουμένης, και συγκεκριμένα μη απόδοση: α) χρέους συνολικού ύψους 34.007,29 ευρώ, που βεβαιώθηκε με τη με αριθμό 1801/30.4.2012 πράξη και αφορούσε στο οικονομικό έτος 2003 και β) χρέους συνολικού ύψους 101.887,91 ευρώ, που βεβαιώθηκε με τη με αριθμό 1801/30.4.2012 πράξη και αφορούσε στο οικονομικό έτος 2004. Ήδη η ως άνω καταδικασθείσα κατηγορείται και πάλι για τις ίδιες, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, ως άνω δύο μερικότερες πράξεις της μη απόδοσης των ίδιων ως άνω ποσών ΦΠΑ στο Δημόσιο κατά τις ίδιες χρονικές περιόδους, αλλά υπό τον νομικό χαρακτηρισμό της μη απόδοσης ΦΠΑ προς το Δημόσιο κατ' εξακολούθηση (άρθρα 98 του ΠΚ και 18 του Ν 2523/1997). Συγκεκριμένα, κατηγορείται ότι ως ιδιοκτήτρια επιχείρησης με αντικείμενο την εμπορία ενδυμάτων προέβη σε ανακριβείς (εκκαθαριστικές) δηλώσεις απόδοσης ΦΠΑ στην αρμόδια ΔΟΥ παραλείποντας έτσι την πραγματική απόδοσή του για τις διαχειριστικές περιόδους των ετών 2003 και 2004, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή του, και ειδικότερα την πληρωμή ποσού ΦΠΑ συνολικού ύψους 8.245,15 ευρώ για τη διαχειριστική περίοδο έτους 2003, και 32.937,30 ευρώ για τη διαχειριστική περίοδο έτους 2004, όπως τα ποσά αυτά υπολογίστηκαν κατόπιν φορολογικού ελέγχου που διενεργήθηκε από υπαλλήλους της Ε΄ ΔΟΥ Θεσσαλονίκης, οι οποίοι προσδιόρισαν ορθά τις φορολογητέες εισροές και εκροές της επιχείρησης. Ο δε μάρτυρας κατηγορίας, υπάλληλος της ανωτέρω ΔΟΥ, κατέθεσε με σαφήνεια και κατηγορηματικότητα ότι τα ως άνω οφειλόμενα ποσά ΦΠΑ, που προέκυψαν από τον εν λόγω φορολογικό έλεγχο, περιλαμβάνονται στον πίνακα χρεών, για τη μη καταβολή των οποίων καταδικάστηκε η κατηγορουμένη με την προαναφερθείσα με αριθμό 10351/17.9.2013 πρωτόδικη απόφαση. Κατά συνέπεια, η κρινόμενη ποινική δίωξη σε βάρος της κατηγορουμένης για παράβαση του άρθρου 18 παρ. 1 του Ν 2523/1997 κατ' εξακολούθηση πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη, διότι η πρώτη ποινική δίωξη για την ίδια πράξη, και συγκεκριμένα για τη μη καταβολή των ίδιων χρεών προς το Δημόσιο κατ' εξακολούθηση (άρθρο 25 παρ. 1 του Ν 1882/1990 και 98 ΠΚ), προηγείται διαδικαστικά, καθόσον γι' αυτήν έχει ήδη εκδοθεί πρωτόδικη απόφαση, χωρίς ωστόσο να αποδεικνύεται αν η απόφαση αυτή έχει καταστεί τελεσίδικη ή αμετάκλητη, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για ύπαρξη αρνητικού δεδικασμένου, απορριπτομένης της σχετικής ένστασης της κατηγορουμένης.

Πλην όμως ένα μέλος της σύνθεσης και συγκεκριμένα η Πρόεδρος είχε την άποψη ότι:

Κατά τη διάταξη του άρθρου 57 παρ. 1 και 3 ΚΠΔ, αν κάποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει παύσει η ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ' αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός. Αν παρά την απαγόρευση αυτή ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ΄ ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, πρέπει να συντρέχουν: α) αμετάκλητη απόφαση (ή βούλευμα) που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μια αξιόποινη πράξη, β) ταυτότητα προσώπου και γ) ταυτότητα πράξης ως ιστορικού γεγονότος στο σύνολό του, που περιλαμβάνει όχι μόνο την ενέργεια ή παράλειψη του δράστη αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από αυτή. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17, 18, και 19 του Ν 2523/1997 «Διοικητικές - ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία» προκύπτει ότι, τα εγκλήματα φοροδιαφυγής που προβλέπονται από τις πιο πάνω διατάξεις αναφέρονται περιοριστικά και μόνον α) στην παράλειψη υποβολής ή την υποβολή ανακριβούς δήλωσης φόρου εισοδήματος (άρθρο 17), β) στη μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση ΦΠΑ και παρακρατουμένων φόρων, τελών ή εισφορών (άρθρο 18) και τέλος γ) στην έκδοση ή αποδοχή πλαστών, νοθευμένων ή εικονικών φορολογικών στοιχείων (άρθρο 19). Ειδικότερα κατά το άρθρο 18 παρ. 1 του Ν 2523/1997, υπό την ισχύ του οποίου φέρεται τελεσθείσα η προκειμένη φοροδιαφυγή, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με την παρ. 2δ΄ του άρθρου 2 Ν 3943/2011, «αδίκημα μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης στο Δημόσιο του φόρου προστιθέμενης αξίας, του φόρου κύκλου εργασιών και των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, τελών ή εισφορών διαπράττει ο φορολογούμενος ο οποίος προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή αυτών δεν απέδωσε ή απέδωσε ανακριβώς τους άνω φόρους, τέλη ή εισφορές ή συμψήφισε ή εξαπατώντας τη φορολογική αρχή έλαβε επιστροφή ΦΠΑ, τιμωρούμενος: α) με φυλάκιση εφόσον το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου, τέλους ή εισφοράς ή το ποσό του ΦΠΑ που συμψηφίσθηκε ή δεν αποδόθηκε ή αποδόθηκε ανακριβώς, ανέρχεται σε ετήσια βάση έως το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, β) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου, τέλους ή εισφοράς ή το ποσό του ΦΠΑ που συμψηφίσθηκε ή δεν αποδόθηκε ή αποδόθηκε ανακριβώς, ανέρχεται σε ετήσια βάση από το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ μέχρι το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ και γ) με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) έτη, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει σε ετήσια βάση τα εβδομήντα πέντε χιλιάδες (75.000) ευρώ. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν 1882/1990, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν 2523/1997 και, στη συνέχεια, με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν 3220/2004, του οποίου η ισχύς άρχισε από την 1.1.2004, «Η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (ΔΟΥ) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της ΔΟΥ ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περ. α΄, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περ. α΄, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με την παραπάνω διάταξη θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (ΔΟΥ) και η ποινική μεταχείριση διαφοροποιείται από το αδίκημα της φοροδιαφυγής ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Έτσι, από την αντιπαραβολή των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι, τόσο κατά την αντικειμενική όσο και κατά την υποκειμενική τους υπόσταση τα θεσπιζόμενα, μ' αυτές, εγκλήματα αποσκοπούν στον ποινικό κολασμό διαφορετικών εγκληματικών συμπεριφορών (ΑΠ 558/2014, αντιθ. 357/2013 ΝΟΜΟΣ).

Εν προκειμένω αποδείχθηκε ότι με τη με αριθμό 10351/ 17.9.2013 απόφαση του Α΄ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, η κατηγορουμένη καταδικάστηκε σε πρώτο βαθμό για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο κατ' εξακολούθηση (άρθρα 98 του ΠΚ, 25 του Ν 1882/1990) σε φυλάκιση δεκαοκτώ (18) μηνών, η οποία ανεστάλη για τρία χρόνια. Η καταδικαστική αυτή απόφαση περιελάμβανε και δύο μερικότερες πράξεις, οι οποίες αφορούσαν μη απόδοση ΦΠΑ προς το Δημόσιο μετά την απόρριψη προσφυγής της κατηγορουμένης, και συγκεκριμένα μη απόδοση: α) χρέους συνολικού ύψους 34.007,29 ευρώ, που βεβαιώθηκε με τη με αριθμό 1801/30.4.2012 πράξη και αφορούσε στο οικονομικό έτος 2003 και β) χρέους συνολικού ύψους 101.887,91 ευρώ, που βεβαιώθηκε με τη με αριθμό 1801/30.4.2012 πράξη και αφορούσε στο οικονομικό έτος 2004. Ήδη σήμερα η ως άνω καταδικασθείσα κατηγορείται για τις ως άνω δύο μερικότερες πράξεις της μη απόδοσης των ίδιων ως άνω ποσών ΦΠΑ στο Δημόσιο κατά τις ίδιες χρονικές περιόδους, ήτοι για την πράξη της μη απόδοσης ΦΠΑ προς το Δημόσιο κατ' εξακολούθηση (άρθρα 98 του ΠΚ και 18 του Ν 2523/1997). Συγκεκριμένα, κατηγορείται ότι ως ιδιοκτήτρια επιχείρησης με αντικείμενο την εμπορία ενδυμάτων προέβη σε ανακριβείς (εκκαθαριστικές) δηλώσεις απόδοσης ΦΠΑ στην αρμόδια ΔΟΥ παραλείποντας έτσι την πραγματική απόδοσή του για τις διαχειριστικές περιόδους των ετών 2003 και 2004, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή του, και ειδικότερα την πληρωμή ποσού ΦΠΑ συνολικού ύψους 8.245,15 ευρώ για τη διαχειριστική περίοδο έτους 2003, και 32.937,30 ευρώ για τη διαχειριστική περίοδο έτους 2004, όπως τα ποσά αυτά υπολογίστηκαν κατόπιν φορολογικού ελέγχου που διενεργήθηκε από υπαλλήλους της Ε΄ ΔΟΥ Θεσσαλονίκης, οι οποίοι προσδιόρισαν ορθά τις φορολογητέες εισροές και εκροές της επιχείρησης. Επομένως σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην προηγούμενη νομική σκέψη, εν προκειμένω δεν συντρέχει περίπτωση δεδικασμένου αφού δεν πρόκειται για διαφορετικό νομικό χαρακτηρισμό αλλά για άλλη αξιόποινη πράξη, εν προκειμένω (αποφυγή) πληρωμής ΦΠΑ - άρθρο 18 παρ. 1 Ν 2523/1997, η οποία συρρέει αληθώς με την ως άνω αξιόποινη πράξη μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 25 Ν 1882/1990) για την οποία καταδικάστηκε αυτή. Επομένως πρέπει ο περί απαραδέκτου ισχυρισμός λόγω δεδικασμένου ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.

[...]

 

Χορήγηση αντιγράφων, αποσπασμάτων ή πιστοποιητικών από τα ληξιαρχικά βιβλία σε οποιονδήποτε αιτούντα και χωρίς την δικαιολόγηση εννόμου συμφέροντος (ΝΣΚ)

 Χορήγηση αντιγράφων, αποσπασμάτων ή πιστοποιητικών από τα ληξιαρχικά βιβλία σε οποιονδήποτε αιτούντα και χωρίς την δικαιολόγηση εννόμου συμφέροντος (ΝΣΚ)

Χρησικτησία κατά του Δημοσίου ΑΠ Ολ 11/2015 και μελέτη του Ι. Σπυριδάκη: Χρησικτησία κατά του Δημοσίου - Σκέψεις για την επέκταση της ρύθμισης αναλογικά και σε άλλες περιπτώσεις

ΑΠ Ολ 11/2015 [Χρησικτησία κατά του Δημοσίου]

ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ & ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

Τεύχος 10/2015, Οκτώβριος

Πρόεδρος: Α. Κουτρομάνος

Εισηγητής: Δ. Τζιούβας

Δικηγόροι: Θ. Ζέρβας, Α. Καστανά (ΝΣΚ)

Επιτρέπεται η απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα του Δημοσίου, εφόσον κάποιος που απέκτησε με καλή πίστη τη νομή ακινήτου του Δημοσίου, νέμεται αδιατάρακτα τούτο για τριάντα έτη που φθάνουν χρονικά μέχρι την έναρξη ισχύος του Ν 3127/2003, δηλαδή μέχρι την 19.3.2003, υπό τις λοιπές διαλαμβανόμενες προϋποθέσεις στην παρ. 1 περ α' και β' του ίδιου νόμου και όχι εφόσον κάποιος που απέκτησε με καλή πίστη τη νομή ακινήτου του Δημοσίου το νέμεται αδιατάρακτα επί τριάντα έτη οποτεδήποτε πριν από την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, χωρίς να ενδιαφέρει αν συνεχίζει να νέμεται το ακίνητο του Δημοσίου αδιατάρακτα και μετά την έναρξη της ισχύος του. Αν το Δημόσιο κοινοποιήσει στον νεμόμενο καλή τη πίστη δημόσιο κτήμα απόφαση της Επιτροπής Δημοσίων Κτημάτων περί καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης του δημοσίου κτήματος, από της κοινοποιήσεως αυτής ο νεμόμενος το δημόσιο κτήμα παύει να το νέμεται αδιαταράκτως από το Ελληνικό Δημόσιο, αφού παρενοχλείται και διαταράσσεται από το τελευταίο που είναι ex lege αληθής νομέας του δημοσίου κτήματος.

Διατάξεις: άρθρα 984, 989 ΑΚ, 4 Ν 3127/2003

[...] Με την από 24.3.2014 κλήση της αναιρεσείουσας παραδεκτά εισάγεται στην Α' Τακτική Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου ο από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ μοναδικός λόγος της από 8.6.2012 και με αριθμό καταθέσεως 129/2012 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της 1307/2010 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ο οποίος παραπέμφθηκε σ' αυτή με την 159/2014 απόφαση του Γ' Τμήματος του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 563 παρ. 2 εδ. γ του ΚΠολΔ, επειδή η σχετική απόφαση ελήφθη με διαφορά μίας ψήφου και με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1β του Ν 3127/2003 καθώς και εκείνες των άρθρων 984 και 989 του ΑΚ.

Με το άρθρο 4 του Ν 3127/2003 «τροποποίηση και συμπλήρωση των νόμων 2308/1995 και 2664/1998 για την Κτηματογράφηση και το Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις» ορίζονται τα εξής: «Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου εφόσον: α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ίδιου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23.02.1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη, ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη. Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α και β προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του ΑΚ» (παρ.1). «Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2000 τ.μ.. Για ενιαίο ακίνητο εμβαδού μεγαλύτερου των 2.000 τ.μ., οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται μόνον εφόσον στο ακίνητο υφίσταται κατά την 31.12.2002 κτίσμα που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον τριάντα τοις εκατό (30%) του ισχύοντος συντελεστή δόμησης στην περιοχή» (παρ. 2).

Με τις διατάξεις αυτές θεσπίζεται εξαίρεση από τον κανόνα ότι επί δημοσίων κτημάτων νομέας κατά πλάσμα του νόμου είναι το Δημόσιο και ότι αυτά είναι ανεπίδεκτα κτητικής ή αποσβεστικής παραγραφής, ο οποίος καθιερώνεται από τις διατάξεις του νόμου ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων «περί δικαιοστασίου». που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12.9.1915 μέχρι και της 16.5.1926, και του άρθρου 21 του ΝΔ της 22.4/16.5.1926 «περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κ.λπ.», που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 53 του ΕισΝΑΚ και επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του ΑΝ 1539/1938 «περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων», εκτός εάν η τριακονταετής νομή της εκτάκτου χρησικτησίας είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11.09.1915, αφού μετά τη χρονολογία αυτή δεν επιτρέπεται ούτε έκτακτη χρησικτησία επί των ακινήτων του Δημοσίου. Έτσι, κατ' εφαρμογή των ως άνω διατάξεων του άρθρου 4 του Ν 3127/2003, κατ' εξαίρεση είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία και επί δημοσίου κτήματος, όταν αυτό βρίσκεται σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό προϋφιστάμενο του 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, εμβαδού μέχρι 2000 τ.μ., εφόσον κάποιος το νέμεται αδιαταράκτως μέχρι την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, δηλαδή μέχρι την 19.03.2003, επί δέκα έτη με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία υπέρ του ίδιου του νεμομένου ή νεμηθέντος ή υπέρ των δικαιοπαρόχων του, εφόσον ο νόμιμος τίτλος έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 28.02.1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής ο επικαλούμενος κυριότητα ή οποιοσδήποτε από τους δικαιοπαρόχους του ήταν κακής πίστεως, ή επί τριάντα έτη, εκτός αν κατά την κτήση της νομής ο επιληφθείς της νομής του ακινήτου ήταν κακής πίστεως, δηλαδή εφόσον δεν συνέτρεχαν κατά το χρόνο κτήσεως της νομής στο πρόσωπό του οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 ΑΚ. Η ρύθμιση αυτή ως ειδική και εξαιρετική επιτρέπει την απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα του Δημοσίου εφόσον κάποιος που απέκτησε με καλή πίστη τη νομή ακινήτου του Δημοσίου, νέμεται αδιατάρακτα τούτο για τριάντα έτη που φθάνουν χρονικά μέχρι την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου, δηλαδή μέχρι την 19.03.2003, υπό τις λοιπές διαλαμβανόμενες προϋποθέσεις στην παρ. 1 περ α' και β' του ίδιου νόμου και όχι εφόσον κάποιος που απέκτησε με καλή πίστη τη νομή ακινήτου του Δημοσίου το νέμεται αδιατάρακτα επί τριάντα έτη οποτεδήποτε πριν από την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, χωρίς να ενδιαφέρει αν συνεχίζει να νέμεται το ακίνητο του Δημοσίου αδιατάρακτα και μετά την έναρξη της ισχύος του.

Τούτο προκύπτει τόσον από την γραμματική διατύπωση των ανωτέρω διατάξεων που χρησιμοποιούν τη φράση «νέμεται μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα ετών» και όχι νεμήθηκε πριν από την έναρξη ισχύος αυτού, αλλά και από το γενικότερο δικαιοπολιτικό σκοπό τους, ο οποίος συνίσταται στην κατ' εξαίρεση και υπό προϋποθέσεις νομιμοποίηση των αυθαιρέτως κατεχομένων δημοσίων κτημάτων που βρίσκονται εντός σχεδίου πόλης ενόψει της σύνταξης του Εθνικού Κτηματολογίου, αλλά και στην προστασία των δημοσίων κτημάτων, η οποία δεν συντελείται με την ολική κατάργηση του κανόνα του απαράγραπτου των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των ακινήτων του που βρίσκονται εντός σχεδίου πόλης για τον μετά την 11.9.1915 χρόνο, όπως θα συνέβαινε στην περίπτωση που γινόταν δεκτή η τελευταία εκδοχή. Άλλωστε στον ίδιο νόμο δεν περιέχεται όσον αφορά το άρθρο 4 η γενική καταργητική ρήτρα, που κατά κανόνα τίθεται στους νόμους, ότι κάθε διάταξη που είναι αντίθετη με τον παρόντα νόμο ή ρυθμίζει θέματα που διέπονται από αυτόν καταργείται.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 984 ΑΚ η νομή προσβάλλεται είτε με διατάραξη είτε με αποβολή του νομέα. Διατάραξη της νομής, η έννοια της οποίας δεν είναι νομοθετικά καθορισμένη, υπάρχει όταν δεν αποβάλλεται ο νομέας από το πράγμα, αλλά εξακολουθεί να διατηρεί τη νομή του σ' αυτό, συνιστά δε διατάραξη της νομής κάθε θετική πράξη ή παράλειψη που αποτελεί παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του. Θετικά εκδηλώνεται η διατάραξη είτε με πράξη του προσβολέα στο πράγμα είτε με παρεμπόδιση πράξης του νομέα, ενώ αρνητικά, με παράλειψη, όταν ο προσβολέας δεν προβαίνει στην επιβαλλόμενη ενέργεια προς αποτροπή ή παύση της διατάραξης. Δεν συνιστά διατάραξη η απλή προφορική αμφισβήτηση του δικαιώματος του νομέα, η οποία αντιμετωπίζεται με την αναγνωριστική αγωγή (άρθρο 70 ΚΠολΔ). Η διατάραξη της νομής κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως του άρθρου 984 του ΑΚ αναφέρεται σε προσβολή της νομής και σε προστασία της νομής από την προσβολή της με διατάραξη κατά το άρθρο 989 ΑΚ. Η έννοια όμως του «νέμεται αδιαταράκτως» στην ως άνω διάταξη του άρθρου 4 του Ν 3127/2003 δεν αναφέρεται σε προσβολή και προστασία της νομής του νεμόμενου το δημόσιο κτήμα από τον κατά πλάσμα του νόμου αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος που είναι το Δημόσιο σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις των νόμων περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων, αλλά αναφέρεται σε μη παρενόχληση του νεμομένου το δημόσιο κτήμα από τον κατά τον νόμο αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος που είναι το Ελληνικό Δημόσιο. Η παρενόχληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο μπορεί να προστατεύσει τη νομή του επί του δημοσίου κτήματος το Ελληνικό Δημόσιο. Τέτοιος δε νόμιμος τρόπος προστασίας της νομής του Ελληνικού Δημοσίου επί του δημοσίου κτήματος είναι και η κοινοποίηση πράξης της αρμόδιας Αρχής περί καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης του δημοσίου κτήματος, αφού με την κοινοποίηση αυτής γνωστοποιεί το Δημόσιο στον νεμόμενο το δημόσιο κτήμα ότι αυτό είναι κατά τον νόμο ο αληθής νομέας του και του καθορίζει την αποζημίωση που οφείλει να του καταβάλει για την αυθαίρετη και χωρίς τη συναίνεσή του χρήση του δημοσίου κτήματος.

Συνεπώς, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως του άρθρου 4 του Ν 3127/2003, αν το Δημόσιο κοινοποιήσει στον νεμόμενο καλή τη πίστη δημόσιο κτήμα απόφαση της Επιτροπής Δημοσίων Κτημάτων περί καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης του δημοσίου κτήματος, από της κοινοποιήσεως αυτής ο νεμόμενος το δημόσιο κτήμα παύει να το νέμεται αδιαταράκτως από το Ελληνικό Δημόσιο, αφού παρενοχλείται και διαταράσσεται από το τευλευταίο που είναι ex lege αληθής νομέας του δημοσίου κτήματος. Τούτο δε, ανεξαρτήτως του ότι η κοινοποίηση απόφασης περί καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης του δημοσίου κτήματος, αποτελεί συγχρόνως και πράξη ασκήσεως της κατά τον νόμο νομής του δημοσίου επί δημοσίου κτήματος και ως εκ τούτου και θετική διατάραξη της νομής του τρίτου που νέμεται το δημόσιο κτήμα, για την οποία όμως δεν έχει την προστασία της νομής από το άρθρο 989 ΑΚ, αλλά την προστασία που του παρέχεται με την προβλεπόμενη από το νόμο ανακοπή κατά του καθορισμού αποζημιώσεως αυθαίρετης χρήσης. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση ή μη του κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που (ανελέγκτως) δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1307/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, το τελευταίο δέχθηκε τα εξής: «Το επίδικο είναι ένα οικόπεδο, εμβαδού 240 τ.μ., που βρίσκεται στην περιοχή "..." του Δήμου ..., δηλαδή εντός σχεδίου πόλεως ... Το εν λόγω οικόπεδο περιήλθε στην ενάγουσα, ως προίκα, κατ' αρχήν κατά ψιλή κυριότητα και ακολούθως, μετά την κατάργηση αυτής (προίκας) το 1983 με τον Ν 1329/1983 ... κατά πλήρη κυριότητα, με το υπ' αριθμ. .../1963 προικοσύμφωνο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ... που μεταγράφηκε ..., με το οποίο ο πατέρας της Γ. Μ. συνέστησε την προίκα υπέρ αυτής ... Το εν λόγω οικόπεδο, ήταν επί Τουρκοκρατίας καλλιεργήσιμος αγρός και αποτελεί τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, το οποίο περιήλθε στον προικοδότη πατέρα της με κληρονομική διαδοχή δυνάμει της υπ' αριθμ. .../1944 δημόσιας διαθήκης της αποβιωσάσης την 10.11.1944 Α. χήρας Γ. Ρ., θυγ. Γ. Φ., την οποία συνέταξε ο συμβολαιογράφος Θεσσαλονίκης Γ. Δ. και δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμ. 56/1945 πρακτικό Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Στη διαθέτιδα αυτή περιήλθε προηγουμένως με την υπ' αριθμ. .../1925 δημόσια διαθήκη του αποβιώσαντος την 8.4.1944 συζύγου της Γ. Ρ., την οποία συνέταξε ο άλλοτε συμβολαιογράφος Θεσσαλονίκης ... και δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμ. 122/1944 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Στον Γ. Ρ. περιήλθε αυτό εν μέρει από αγορά και εν μέρει από διανομή μεγαλύτερου ακινήτου και ειδικότερα: Ο Γ. Ρ., Δ. Σ. και Ι. Γ. αγόρασαν, με το υπ' αριθμ. .../1927 συμβόλαιο του άλλοτε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ..., από τους ..., κατ' ισομοιρία και εξ αδιαιρέτου έναν πρώην αγρό και ήδη οικόπεδο εκτάσεως ενός στρέμματος και 200 πήχεων ή μέτρων τετραγωνικών 1.712,50 ή όσης έκτασης και αν ήταν εντός των ορίων του, που βρισκόταν στη θέση ... και συνόρευε ... Οι πιο πάνω αγοραστές του εν λόγω μείζονος ακινήτου διένειμαν αυτό μεταξύ τους με το υπ' αριθμ. .../1929 συμβόλαιο του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου και έλαβαν: α) ο Γ. Ρ. ένα τμήμα έκτασης 570,83 τ μ. συνορεύον ..., β) ο Δ. Σ. ένα τμήμα οικοπέδου έκτασης 570,83 τ.μ. συνορεύον ... Ακολούθως με το υπ' αριθμ. .../1929 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ..., ο Δ. Σ. μεταβίβασε στον Γ. Ρ. το διαιρετό τμήμα του οικοπέδου που είχε λάβει με τη διανομή, ο οποίος έτσι απέκτησε το παραπάνω ενιαίο οικόπεδο συνολικής έκτασης 1.141,66 τ.μ. και με νεώτερη καταμέτρηση 888,76 τ.μ.

Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι, το ως άνω ακίνητο των 888,76 τ.μ., τμήμα του οποίου αποτελεί, όπως προεκτέθηκε και το επίδικο, καταλήφθηκε στις 15.05.1931, με το υπ' αριθμ. 2626/15.05.1931 Πρωτόκολλο Καταλήψεως από τους υπαλλήλους του Υπουργείου Γεωργίας ως ανταλλάξιμο και συγκεκριμένα ως ανήκον, με βάση τον υπ' αριθμό 381 μηνός Αυγούστου 1327 (καθ' ημάς έτος 1912) τίτλο ιδιοκτησίας του Τούρκικου Κτηματολογίου, στον ανταλλαγέντα μουσουλμάνο και παραδόθηκε από το Γραφείο Ανταλλαγής στην ΕΤΕ για λογαριασμό του Δημοσίου στις 05.08.1931 ... Σε βάρος του ως άνω δικαιοπαρόχου της ενάγουσας, όσο ζούσε, καθορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 12558/16.06.1966 απόφασης της ΕΔΑΠ αποζημίωση αυθαίρετης χρήσης για ολόκληρο το ακίνητο των 888,76 τ.μ., για το χρονικό διάστημα από 11.11.1944 μέχρι 04.10.1947. Εν συνεχεία κατέστη ο ίδιος αναγκαστικός μισθωτής και καθορίσθηκαν σε βάρος του αποζημιώσεις μέχρι την 31.12.1969 ... ο οποίος ας σημειωθεί το έτος 1973 υπέβαλε στην ΔΑΠ αίτηση εξαγοράς του αριθμ. 6963 ανταλλαξίμου ακινήτου, δηλαδή ολόκληρου του ακινήτου των 888,76 τ.μ., το οποίο τελικά δεν εξαγόρασε. Ακολούθως καθορίστηκαν αποζημιώσεις χρήσεως και σε βάρος των κληρονόμων του καθώς και σε βάρος της ενάγουσας.

Ειδικότερα σε βάρος της τελευταίας καθορίσθηκε για πρώτη φορά αποζημίωση αυθαίρετης χρήσης με την υπ' αριθμ. 4347/126/16.07.2002 απόφαση της Επιτροπής Δημοσίων Κτημάτων Θεσσαλονίκης, που κοινοποιήθηκε σ' αυτήν στις 27.09.2002, για την εικοσαετή περίοδο από 01.01.1981 έως 31.12.2001 και κατ' αυτής η ενάγουσα άσκησε ανακοπή, που εκκρεμεί, εν αναμονή εκδόσεως της παρούσας απόφασης. Όμως και τα παραπάνω γεγονότα, συνέβησαν μετά τη σύσταση της προίκας και την παράδοση σ' αυτήν του επιδίκου ακινήτου των 240 τ.μ.. Αποδεικνύεται συνεπώς ότι, από το έτος 1938 έως και το έτος 1966, δηλαδή επί 28 χρόνια, το εναγόμενο δεν προέβη σε καμία ενέργεια εναντίον του δικαιοπαρόχου της ενάγουσας ως αυθαιρέτου κατόχου του πιο πάνω ανταλλαξίμου ακινήτου, ώστε να μπορεί βάσιμα να υποστηριχθεί ότι, και η ενάγουσα, λόγω της στενής, πρώτου βαθμού, συγγενικής σχέσης της με αυτόν, γνώριζε, κατά το χρόνο σύστασης της προίκας το έτος 1963 και της παράδοσης του ακινήτου από εκείνον σ' αυτήν, ότι το επίδικο ακίνητο ήταν ανταλλάξιμο και ανήκε στο εναγόμενο, ενώ, όπως ήδη πιο πάνω αναφέρεται, δεν αποδεικνύεται γνώση εκ μέρους αυτών των ενεργειών του εναγομένου σε βάρος του απωτέρου δικαιοπαρόχου τους Γ. Ρ..

Συνεπώς η ενάγουσα απέκτησε τη νομή του επιδίκου με καλή πίστη ... Αποδείχθηκε εξάλλου ότι, από το έτος 1963 και μέχρι την 27.09.2002 η ενάγουσα νεμόταν το επίδικο με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, καθώς, μόλις ο δικαιοπάροχος πατέρας της παρέδωσε σ' αυτήν τη νομή του επιδίκου, η ίδια περιέφραξε αυτό με συρματόπλεγμα, όπως ο μάρτυράς της κατέθεσε. Ακολούθως από το έτος 1964, οπότε και τελέσθηκε ο γάμος της με τον Α. Κ. και μέχρι το έτος 1986, επισκεπτόταν και επόπτευε αυτό, ... Περαιτέρω όμως, παρότι η ενάγουσα κατά το χρόνο κτήσης της νομής τελούσε σε καλή πίστη και άσκησε την νομή επί του ακινήτου επί 39 συνεχή χρόνια μέχρι την 27.09.2002, δεν απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, εφόσον την 27.09.2002, κοινοποιήθηκε σ' αυτήν η υπ' αριθμ. 4347/126/16.07.2002 απόφαση της Επιτροπής Δημοσίων Κτημάτων Θεσσαλονίκης, περί καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης, οπότε και διαταράχθηκε με τον τρόπο αυτό η νομή της, που έτσι δεν συνεχίσθηκε αδιατάρακτα μέχρι την έναρξη ισχύος του Ν 3127/2003, όπως θα έπρεπε να συμβεί για να αποκτήσει έναντι του εναγομένου την κυριότητα του ακινήτου σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε κατ' ουσίαν αβάσιμη την αγωγή κατά την δεύτερη επικουρική βάση αυτής που στηρίζει την κτήση της κυριότητας της ενάγουσας στο επίδικο ακίνητο στην έκτακτη χρησικτησία σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 β του Ν 3127/2003 και απέρριψε την έφεση κατά της εκκληθείσας πρωτόδικης απόφασης, που έκρινε ομοίως. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ότι δηλαδή η ενάγουσα νεμόταν αδιαταράκτως από το Ελληνικό Δημόσιο το επίδικο δημόσιο κτήμα, την νομή του οποίου απέκτησε με καλή πίστη, πλέον των τριάντα ετών όχι όμως μέχρι την ισχύ του Ν 3127/2010 και ειδικότερα ότι αυτή νεμόταν αδιαταράκτως από το Ελληνικό Δημόσιο το επίδικο δημόσιο κτήμα από το 1963 μέχρι 27.9.2002 και ότι έκτοτε δεν το νεμόταν αδιαταράκτως μέχρι την έναρξη ισχύος του Ν 3127/2003, δηλαδή μέχρι την 19.3.2003, αλλά παρενοχλήθηκε (διαταράχθηκε) με την κοινοποίηση σ' αυτήν την 27.9.2002 της απόφασης της Επιτροπής Δημοσίων Κτημάτων Θεσσαλονίκης περί καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης του επίδικου δημοσίου κτήματος και ότι κατά συνέπεια δεν κατέστη αυτή κυρία του επιδίκου δημοσίου κτήματος με έκτακτη χρησικτησία, αφού δεν συνέτρεξαν οι αθροιστικώς προς τούτο απαιτούμενες προϋποθέσεις του άρθρου 4 παρ. 1β του νόμου 3127/2010, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου αυτού και εκείνες των άρθρων 984 και 989 του ΑΚ, αφού στην προσβαλλόμενη απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν και του συμπεράσματος του δικανικού της συλλογισμού. Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με το μοναδικό λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των προαναφερθεισών ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1β του Ν 3127/2010, 984 και 989 του ΑΚ με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους, διότι κατά το άρθρο 4 παρ. 1β του παραπάνω νόμου, κατά την ερμηνευτική εκδοχή που αυτή υποστηρίζει σε σχέση με την χρησικτησία δημοσίου κτήματος, απαιτείται ο νεμόμενος το δημόσιο κτήμα να νέμεται αδιαταράκτως αυτό επί τριάντα έτη οποτεδήποτε πριν από την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου και όχι να νέμεται αδιαταράκτως αυτό μέχρι την έναρξη της ισχύος του, χωρίς να ενδιαφέρει αν συνεχίζει να νέμεται αδιαταράκτως αυτό και κατά την έναρξη της ισχύος του ως άνω νόμου, εφόσον έχει εν τω μεταξύ συμπληρωθεί αδιατάρακτη νομή τριάντα ετών, αλλά και διότι η κοινοποίηση της προαναφερόμενης απόφασης περί καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης δεν διαταράσσει την νομή της επί του δημοσίου κτήματος, επειδή δεν συνιστά διατάραξη της νομής επί δημοσίου κτήματος, είναι αβάσιμα και ο μοναδικός λόγος της κρινόμενης αναιρέσεως κατά το μέρος που παραπέμφθηκε στην Τακτική Ολομέλεια είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου (άρθρ. 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ), πλην όμως να συμψηφισθεί στο σύνολό της η δικαστική δαπάνη των διαδίκων επειδή η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής για τον ηττώμενο διάδικο (άρθρ. 179 και 183 ΚΠολΔ). [..]

--------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

-------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Ι. Σπυριδάκης, Χρησικτησία κατά του Δημοσίου - Σκέψεις για την επέκταση της ρύθμισης αναλογικά και σε άλλες περιπτώσεις

ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ & ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

Τεύχος 10/2015, Οκτώβριος

Περίληψη: Το άρθρο 4 του Ν 3127/2003 ορίζει ότι ο νομέας θεωρείται κύριος έναντι του δημοσίου όταν συντρέχουν ορισμένες (ρητά αναφερόμενες στο νόμο) προϋποθέσεις, καθιερώνοντας έτσι αμάχητο τεκμήριο υπέρ του νομέα. Ο συγγραφέας, αναλύοντας τις προϋποθέσεις αυτές και επισημαίνοντας τα ζητήματα ως προς το αδιατάρακτο της νομής, προβληματίζεται ως προς την καθιέρωση χρησικτησίας κατά του δημοσίου, καθιέρωση η οποία δεν έχει γενικό χαρακτήρα και διατυπώνει ορισμένες σκέψεις ως προς την επέκταση της ρύθμισης αναλογικά και σε άλλες περιπτώσεις.

1. Η ρύθμιση του Ν 3127/2003 άρθρο 4

1. Γενικά ίσχυε στη Χώρα μας, ότι χρησικτησία σε βάρος του Δημοσίου μπορούσε να γίνει δεκτή μόνο αν η νομή του (καλόπιστου) χρησιδεσπόζοντος (τριακονταετής) είχε συμπληρωθεί έως 11.9.1915.

Η ρύθμιση αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 4 §§ 1 και 2 του Ν 3127/2003 «τροποποίηση και συμπλήρωση των νόμων 2308/1995 και 2664/1998 για την κτηματογράφηση και το εθνικό κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α/ 67/19.3.2003).

• Στην § 1 του άρθρου 4 ορίζεται: «1. Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου εφόσον:

α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23.2.1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη, ή

β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη.

Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α/ και β/ προ-σμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του ΑΚ».

• Στην § 2 του άρθρου 4 ορίζεται: «Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τ.μ.. Για ενιαίο ακίνητο εμβαδού μεγαλύτερου των 2.000 τ.μ., οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται μόνο εφόσον στο ακίνητο υφίσταται κατά την 31.12.2002 κτίσμα που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον τριάντα τοις εκατό (30%) του ισχύοντος συντελεστή δόμησης στην περιοχή».

2. Αμφιβολία δημιουργείται σχετικά με το ζήτημα της εκτάσεως εφαρ-μογής της ρυθμίσεως:

– Η ρύθμιση ισχύει γενικά, ή

– Η ρύθμιση ισχύει μόνο στο πλαίσιο της πραγματοποιούμενης εκάστοτε κτηματογραφήσεως;

(α) Η πρώτη εκδοχή μπορεί να στηριχθεί τόσο στον τίτλο του νόμου «… και άλλες διατάξεις», καθώς και στην αρχή της ισότητας.

Εξάλλου, το άρθρο 4 δεν υπήρχε στο Σχέδιο Νόμου, όπως αυτό κατατέθηκε στη Βουλή, αλλά προστέθηκε με τροπολογία – προσθήκη (αρ. 1358/14.2.2003) των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. και Γεωργίας. [1]

(β) Η δεύτερη εκδοχή μπορεί να στηριχθεί τόσο στον τίτλο του νόμου «… συμπλήρωση …» όσο και στην § 3 του άρθρου 4, κατά την οποία: «Αποφάσεις που εκδόθηκαν από τις επιτροπές ενστάσεων που προβλέπονται στα άρθρα 6, 7 και 10 του Ν 2308/1995, με τις οποίες αναγνωρίζονται δικαιώματα του Δημοσίου σε ακίνητα που εμπίπτουν στις διατάξεις της παραγράφου 1, επανεξετάζονται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, μέσα σε προθεσμία τριών (3) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων καθορίζεται η διαδικασία επανεξέτασης και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής».

[Περιττό να τονισθεί, ότι υπέρ της δεύτερης εκδοχής συνηγορεί και η ανάγκη προστασίας του γενικότερου δημόσιου συμφέροντος].

2. Αντικείμενο της χρησικτησίας

Αντικείμενο της χρησικτησίας είναι ακίνητο

– εμβαδού «μέχρι 2.000 τ.μ.» (βλ. § 2), ή

– μεγαλύτερου εμβαδού, αν «στο ακίνητο υφίσταται κατά την 31.12.2002 κτίσμα που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον 30% του ισχύοντος συντελεστή δόμησης στην περιοχή» (βλ. § 2),

– που βρίσκεται (βλ. § 1)

• μέσα σε σχέδιο πόλεως, ή

• μέσα σε οικισμό προϋφιστάμενο του έτους 1923, ή

• μέσα σε οριοθετημένο οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων.

3. Είδη χρησικτησίας

Είδη χρησικτησίας είναι η τακτική και η έκτακτη (§ 1 α/και § 1 β/, αντίστοιχα).

– Για την τακτική χρησικτησία απαιτούνται:

• Αδιατάρακτη νομή για δέκα (10) έτη «μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου» (19.3.2003).

• Νόμιμος τίτλος από επαχθή αιτία, με χρόνο καταρτίσεως και μεταγραφής μετά την 23.2.1945.

• Μη ύπαρξη κακής πίστεως κατά την κτήση της νομής.

– Για την έκτακτη χρησικτησία απαιτούνται:

• Αδιατάρακτη νομή για τριάντα (30) έτη «μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου» (19.3.2003).

• Μη ύπαρξη κακής πίστεως κατά την κτήση της νομής.

4. Ειδικότερα οι προϋποθέσεις

1. Νομή, κατά την έννοια ΑΚ 976. Πρόκειται για πλήρη νομή, όχι για οιονεί νομή.

– Κτήση της νομής, οποτεδήποτε (αρκεί να υπάρχει ο χρόνος που απαιτείται για την χρησικτησία). Ειδικά για τη σχέση της κτήσεως της νομής σε συνδυασμό με τον τίτλο επί τακτικής χρησικτησίας βλ. παρακάτω, υπό (β).

– Διάρκεια της νομής τουλάχιστον δεκαετής επί τακτικής και τριακονταετής επί έκτακτης χρησικτησίας. Ειδικά για το αδιατάρακτο της νομής κατά την διάρκεια αυτή βλ. παρακάτω, αρ. 5.

– Συμπλήρωση της δεκαετίας ή τριακονταετίας έως την έναρξη ισχύος του νόμου (19.3.2003).

– Βλ. και § 1 προτελευταίο εδάφιο, για την προσμέτρηση του χρόνου της νομής των δικαιοπαρόχων «που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις». Βλ. σχετικά ως προς τις «προϋποθέσεις» παρακάτω, υπό (γ) και αρ. 5.

2. Νόμιμος τίτλος επί τακτικής χρησικτησίας (§ 1 υπό α’ του άρθρου 4).

– Επαχθής αιτία του τίτλου – με αποκλεισμό της χαριστικής αιτίας, στην οποία περιλαμβάνεται και η κληρονομική διαδοχή (σε ευρεία έννοια).

– Χρόνος του τίτλου μετά την 23.2.1945: μετά τη χρονολογία αυτή πρέπει να έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί η σύμβαση, στην οποία στηρίζεται ο τίτλος αυτός.

– Κτήση του τίτλου από τον χρησιδεσπόζοντα ή από τον δικαιοπάροχό του. Η επαχθής αιτία του τίτλου κρίνεται σε σχέση με το πρόσωπο που τον απέκτησε. Έτσι π.χ. πληρούται η προϋπόθεση, αν ο Α απέκτησε με επαχθή αιτία τον τίτλο και μεταβίβασε με δωρεά (χαριστική αιτία) το ακίνητο στον Β.

– Τίτλος και νομή. Συνήθως κτήση του τίτλου και κτήση της νομής συμπίπτουν χρονικά. Δεν αποκλείεται όμως η κτήση της νομής να προηγείται του τίτλου ή (σπανιότερα) να έπεται. Η διαφορά έχει σημασία για το κρίσιμο χρονικό σημείο της κακής πίστεως.

[Περιττό να τονισθεί, ότι τα υπό 2 εκτιθέμενα δεν ενδιαφέρουν τις περιπτώσεις έκτακτης χρησικτησίας].

3. Η κακή πίστη κατά την κτήση της νομής αποτελεί αρνητική προϋπόθεση της χρησικτησίας (τακτικής ή έκτακτης) κατά του Δημοσίου.

Κατά το τελευταίο εδάφιο της § 1, «σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του ΑΚ», εφόσον δηλαδή ο νομέας κατά την κτήση της νομής γνώριζε ή από βαριά αμέλεια αγνοούσε ότι δεν απέκτησε την κυριότητα.

Το βάρος επικλήσεως και αποδείξεως της κακής πίστεως του νομέα φέρει το Δημόσιο.

Από τη διατύπωση του προτελευταίου εδαφίου της § 1 (βλ. παραπάνω, υπό 1 στο τέλος) προκύπτει, ότι για την προσμέτρηση χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου απαιτείται τόσο ο δικαιοπάροχος όσο και ο νομέας να μην βαρύνονται με κακή πίστη – καθένας κατά την κτήση της νομής του.

5. Το αδιατάρακτο της νομής

Το αδιατάρακτο της νομής σημαίνει ότι τουλάχιστον επί μία δεκαετία (επί τακτικής χρησικτησίας) ή επί μία τριακονταετία (επί έκτακτης χρησικτησίας) ο χρησιδεσπόζων δεν πρέπει να διαταραχθεί στη νομή του (ή, βέβαια, να αποβληθεί από τη νομή του) από το Δημόσιο.

Ορθότερο να γίνει δεκτό, ότι «αδιαταράκτως» σημαίνει οποιαδήποτε μορφή (επίσημης) αμφισβητήσεως της νομής του χρησιδεσπόζοντος εκ μέρους του Δημοσίου. Έτσι, διατάραξη δεν νοείται εδώ απλώς κατά τα γενικώς κρατούντα επί διαταράξεως της νομής (ή αποβολής από αυτήν). Και αυτό για λόγους προστασίας του δημόσιου γενικότερου συμφέροντος – με την προστασία της κυριότητας του Δημοσίου επί ακινήτων, έστω και έναντι καλόπιστων ιδιωτών.

Σε περίπτωση προσαυξήσεως της νομής του δικαιοπαρόχου (βλ. παραπάνω, αρ. 4 υπό 1 in fine), πρέπει και αυτή να είναι αδιατάρακτη.

Σχετικά με το αδιατάρακτο πρέπει να παρατηρηθούν και τα ακόλουθα:

(α) Δεν απαιτείται καθ’ όλη τη διάρκεια της νομής του χρησιδεσπόζοντος αυτή να είναι αδιατάρακτη.

(β) Αρκεί η νομή του χρησιδεσπόζοντος να είναι αδιατάρακτη για (συνεχές) χρονικό διάστημα δέκα ή τριάντα ετών, ανάλογα με το είδος της χρησικτησίας.

(γ) Σε περίπτωση προσαυξήσεως αρκεί ο αδιατάρακτος χρόνος νομής του δικαιοπαρόχου και ο αδιατάρακτος χρόνος νομής του χρησιδεσπόζοντος αθροιζόμενοι να συμπληρώνουν δεκαετία ή τριακονταετία.

(δ) Είναι αδιάφορο πότε έχει συμπληρωθεί η δεκαετία ή τριακονταετία της αδιατάρακτης νομής – πάντως πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου (19.3.2003).

(ε) Είναι δυνατό, μετά τη διατάραξη ο νομέας να συνεχίσει τη νομή του.

Στην περίπτωση αυτή η έλλειψη κακής πίστεως του νομέα πρέπει να υπάρχει και κατά το χρονικό σημείο της συνεχίσεως της νομής.

(στ) Παραδείγματα: (1) Ο Α είχε αποκτήσει (χωρίς το βάρος της κακής πίστεως) τη νομή του ακινήτου α κατά την κτήση του τίτλου στις 10.1.1980. Νέμεται αδιατάρακτα το α έως τις 20.1.1995, οπότε αποβάλλεται με πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής.

Έχει συμπληρωθεί δεκαετία – ο Α θεωρείται έναντι του Δημοσίου κύριος.

(2) Ο Α είχε αποκτήσει (χωρίς το βάρος της κακής πίστεως) με σύμβαση με τον Β (επίσης καλόπιστο) το ακίνητο α στις 10.1.1980. Ο Β νεμόταν το ακίνητο για τρία έτη.

Στις 20.1.1989 ο Β αποβάλλεται με πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής.

Με προσαύξηση έχει συμπληρωθεί δεκαετία – ο Α θεωρείται έναντι του Δημοσίου κύριος.

(3) Ο Α κατέλαβε το ακίνητο α νομίζοντας ότι ανήκει στην κληρονομία του Κ, του οποίου είναι μοναδικός κληρονόμος. Η κατάληψη έγινε στις 10.1.1970. Ο Α νέμεται αδιατάρακτα το α έως τις 20.1.2002, οπότε αποβάλλεται με πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής.

Έχει συμπληρωθεί τριακονταετία – ο Α θεωρείται έναντι του Δημοσίου κύριος.

(4) Ο Α είχε αποκτήσει (χωρίς το βάρος της κακής πίστεως) τη νομή του ακινήτου α κατά την κτήση του τίτλου στις 10.1.1980. Στις 15.1.1985 ο Α αποβάλλεται με πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής. Μετά από νόμιμες ενέργειες ο Α ανακτά τη νομή του α στις 10.1.1990 και κατά την ανάκτηση δεν βαρύνεται με κακή πίστη. Στις 15.1.2001 ο Α αποβάλλεται με πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής.

Έχει συμπληρωθεί δεκαετία – ο Α θεωρείται έναντι του Δημοσίου κύριος.

6. Αποτελέσματα

Αποτέλεσμα της συνδρομής των προϋποθέσεων είναι, κατά την § 1 εδ. α/, ότι ο νομέας «θεωρείται κύριος έναντι του δημοσίου».

Πρόκειται για καθιέρωση αμάχητου τεκμηρίου υπέρ του νομέα: το δημόσιο μπορεί να παραδεχθεί την κυριότητα του νομέα ή να την αμφισβητήσει, οπότε το ζήτημα λύεται δικαστικά.

Για την περίπτωση του κτηματολογίου βλ. § 3 (παραπάνω, αρ. 1 υπό 2 β).

Σε μεταγενέστερες κτηματογραφήσεις το ζήτημα κρίνεται κατά την κτηματογράφηση και την πρώτη εγγραφή.

7. Επίμετρο

1. Η Αιτιολογική Έκθεση για την τροπολογία – προσθήκη του άρθρου 4 έχει ως εξής:

(α) «Κατά την εκπόνηση των μελετών κτηματογράφησης του Ν 2308/1995 για τη σύνταξη εθνικού κτηματολογίου αναδεικνύονται τα πολύ σοβαρά νομικά, πρωτίστως δε κοινωνικά προβλήματα που συνδέονται με την εφαρμογή της νομοθεσίας, της σχετικής με το ιδιοκτησιακό καθεστώς των ακινήτων του Δημοσίου, ιδίως στις περιοχές εντός σχεδίου πόλεως. Η όλη προβληματική ανακύπτει ενόψει του νομοθετικώς καθιερωμένου «απαραγράπτου» των δικαιωμάτων του Δημοσίου και της σύγκρουσής του με τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη που δείχνουν οι πολίτες στα από αυτό το ίδιο το Δημόσιο συνταχθέντα και κυρωθέντα σχέδια πόλεως, προβαίνοντας σε συναλλαγές για ακίνητα, για τα οποία κατά πάσα πιθανότητα δεν μπορεί να γνωρίζουν ότι διεκδικούνται από το Δημόσιο. Το πρόβλημα αυτό μάλιστα περιπλέκεται ακόμη περισσότερο στις περιπτώσεις που το Δημόσιο προβαίνει σε δηλώσεις κυριότητας του Ν 2308/1995 για ακίνητα που εμπίπτουν στο σχέδιο πόλης και είναι χαρακτηρισμένα ως οικοδομήσιμοι χώροι, στους οποίους μάλιστα συνήθως έχουν ήδη ανεγερθεί κτίσματα και διαμένουν πολίτες, με επίκληση του δασικού χαρακτήρα τους, τον οποίον στηρίζουν σε αεροφωτογραφίες προγενέστερες της εντάξεως της περιοχής στο σχέδιο πόλης, οπότε το ακίνητο εμφάνιζε δασική βλάστηση ή είχε χορτολιβαδικό χαρακτήρα. Σημειώνεται ότι η όλη αυτή προβληματική αφορά και τους οικισμούς τους προϋφισταμένους του έτους 1923 καθώς και τους οικισμούς κάτω των 2.000 κατοίκων, των οποίων τα όρια έχουν εγκριθεί με διοικητική πράξη. Ειδικότερα:

(β) Το απαράγραπτο των δικαιωμάτων του δημοσίου καθιερώθηκε κυρίως με το άρθρο 4 του ΑΝ 1539/1938, το οποίο στην ουσία επανέλαβε τη διάταξη του άρθρου 21 του ΝΔ της 22.4/16.5.1926. Η διάταξη αυτή διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, με το άρθρο 53 του Εισαγωγικού του Νόμου … Μέχρι την 16η Μαΐου 1926, οπότε και δημοσιεύθηκε το περί απαραγράπτου νομοθετικό διάταγμα, οι περί διεκδικήσεως ακινήτων αγωγές του Δημοσίου υπόκειντο σε τριακονταετή παραγραφή. Από την ημερομηνία αυτή (16.5.1926) και πέρα, δεν χωρεί επί κτημάτων του Δημοσίου χρησικτησία, τακτική ή έκτακτη. Πλην όμως, ενόψει των διαταγμάτων περί δικαιοστασίου που εκδόθηκαν δυνάμει του νόμου ΔΞΗ/1912, η κατά του Δημοσίου τριακονταετής παραγραφή θα έπρεπε να έχει συμπληρωθεί μέχρι 12.9.1915. Σημειώνεται εξάλλου ότι, επειδή υπό το προϊσχύσαν του ΑΚ δίκαιο στο θεσμό της παραγραφής ενέπιπτε όχι μόνο η αποσβεστική αλλά και η κτητική παραγραφή, δηλαδή η χρησικτησία, το απαράγραπτο των δικαιωμάτων του Δημοσίου σήμαινε και το ανεπίδεκτο χρησικτησίας …

(γ) Είναι προφανές ότι η νομοθεσία για το απαράγραπτο των δικαιωμάτων του Δημοσίου καθιερώθηκε υπό εντελώς διαφορετικές κοινωνικές, πολιτικές, οικονομικές και εν τέλει νομικές συνθήκες σε σχέση με τη σημερινή εποχή. Έκτοτε έχουν μεσολαβήσει πολλά και σημαντικά γεγονότα και έχουν δημιουργηθεί καταστάσεις, οι οποίες είναι αδύνατον να αγνοηθούν από τον νομοθέτη. Το γεγονός ότι το Δημόσιο τις περισσότερες φορές αγνοεί ποια ακίνητα του ανήκουν και η Διοίκηση προβαίνει στην έκδοση διοικητικών πράξεων, με τις οποίες εντάσσει περιοχές στο σχέδιο πόλης, χωρίς πρώτα να μεριμνά για την προστασία των όποιων δικών του δικαιωμάτων, θεωρώντας ότι αυτό ουδέποτε μπορεί να απολέσει τα εμπράγματα δικαιώματά του λόγω ακριβώς του «απαράγραπτου» αυτών, δεν είναι δυνατόν να αποβεί σε βάρος των πολιτών, οι οποίοι, εμπιστευόμενοι ακριβώς τη Διοίκηση, προέβησαν σε τέτοιου είδους συναλλαγές. Άλλωστε, η ανάγκη απάμβλυνσης του κανόνα του απαραγράπτου των δικαιωμάτων του Δημοσίου έχει κατ’ έμμεσο τρόπο επιχειρηθεί από τη νομολογία, η οποία ως διέξοδο από το πρόβλημα αυτό έχει εφαρμόσει και εις βάρος του Δημοσίου τον κανόνα του άρθρου 281 ΑΚ. Πρόσφατα εξάλλου το Ν.Σ.Κ. (Γνμδ 644/2000) έκρινε ότι, στο πλαίσιο της ειδικής διαδικασίας του άρθρου 12 Ν 1337/1983, το Δημόσιο οφείλει να συμμετάσχει και να υποβάλει δηλώσεις ιδιοκτησίας, ενώ, αν δεν το πράξει, νομίμως θα υποστεί απώλεια της περιουσίας του, χωρίς να μπορεί να επικαλεσθεί, παρ’ όλα αυτά, το απαράγραπτο των δικαιωμάτων του. Τέλος, υπό το φως των διεθνών δεσμεύσεων της χώρας (Ε.Σ.Δ.Α. κ.λπ.) και των σύγχρονων αντιλήψεων για τις σχέσεις Κράτους – πολίτη, ιδίως ενόψει της πρόσφατης νομολογίας των ανωτάτων δικαστηρίων μας επί της αρχής της ισότητας, ο νομοθέτης οφείλει να προσεγγίσει κριτικά πλέον και τη νομοθεσία εκείνη που αποκλείει τη σε βάρος του Δημοσίου επίκληση νόμιμων τίτλων κτήσης κυριότητας, τους οποίους, αντίθετα, το Δημόσιο μπορεί να επικαλεσθεί σε βάρος των ιδιωτών …

(δ) Ενόψει αυτών θα πρέπει να εισαχθεί διάταξη, η οποία θα καταργεί στις περιπτώσεις των ενταγμένων σε σχέδιο πόλης περιοχών (με τις οποίες εξομοιώνονται και οι περιοχές εντός οικισμών προϋφισταμένων του 1923 και οι περιοχές εντός οριοθετημένων οικισμών κάτω των 2000 κατοίκων) το απαράγραπτο των δικαιωμάτων του Δημοσίου, συναφώς δε και την αδυναμία τρίτων να αποκτήσουν κυριότητα με τίτλο κτήσης τη χρησικτησία. Βεβαίως, στο πεδίο εφαρμογής της διάταξης αυτής εμπίπτουν μόνο τα ακίνητα που αποτελούν ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου και όχι η δημόσια κτήση και τα εκτός συναλλαγής ακίνητα. Τόσο για την τακτική όσο και για την έκτακτη χρησικτησία θα πρέπει ασφαλώς, προς αποφυγή φαινομένων καταστρατηγήσεων του νόμου, να ορισθεί ότι ο οριζόμενος κατά περίπτωση χρόνος θα πρέπει να έχει συμπληρωθεί κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της διατάξεως. Επιπλέον, στην περίπτωση της τακτικής χρησικτησίας θα πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ επαχθούς και χαριστικής κτήσεως, μόνο δε στην πρώτη περίπτωση να αναγνωρίζεται νόμιμος τίτλος».

2. Διαβάζοντας την Αιτιολογική Έκθεση, ιδίως τα υπό (γ) αναφερόμενα, μένει κανείς με την εντύπωση πως η καθιέρωση χρησικτησίας κατά του Δημοσίου θα έχει γενικό χαρακτήρα. Απορεί δε γιατί η ρύθμιση περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην Αιτιολογική Έκθεση υπό (δ) και αποτελούν το αντικείμενο της διατάξεως του άρθρου 4 – και δικαιολογημένα σχηματίζει την εντύπωση «νόμου - φωτογραφίας».

3. Δύο μόνο παραδείγματα:

(α) Ο Α κληρονόμησε μικρό (1.500 τ.μ.) αγροτικό κτήμα του πατέρα του το έτος 1940 και έως την δημοσίευση του νόμου 3127/2003 (ή και έως σήμερα) έχει την καλόπιστη νομή του κτήματος.

Γιατί να μην μπορεί να επικαλεσθεί χρησικτησία κατά του Δημοσίου;

(β) Ο Α αγόρασε (με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή, μετά την 23.2.1945) οικόπεδο εντός σχεδίου με εμβαδό 2010 τ.μ. χωρίς κάποιο κτίσμα.

Γιατί να μην μπορεί να επικαλεσθεί χρησικτησία κατά του Δημοσίου;

4. Τα παραδείγματα μπορεί εύκολα να πολλαπλασιασθούν.

Μόνο επιχείρημα κατά της επεκτάσεως εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 4 είναι ο κίνδυνος απώλειας ιδιοκτησιών του Δημοσίου (> δηλαδή, τελικά, του ελληνικού λαού στο σύνολό του).

Αυτόν τον κίνδυνο όμως δεν έπρεπε να έχει υπόψη του ο «υπεύθυνος» νομοθέτης;

Ιωάννης Σ. Σπυριδάκης, Ομ. Καθηγητής Νομικής Αθηνών


[ 1 ] Η ρύθμιση δημιουργεί την εντύπωση «νόμου-φωτογραφίας». Με βάση την αρχή της ισότητας θα μπορούσα να επεκταθεί και σε ποικίλες περιπτώσεις που δεν καλύπτονται από το γράμμα της διατάξεως. Βλ. και παρακάτω, αρ. 7.

ΠΠρΑθ 2344/2015 : Σύμβαση αποκλειστικής διανομής με ρήτρα παρέκτασης διεθνούς δικαιοδοσίας υπέρ δικαστηρίου της αλλοδαπής

 

Με συμφωνία των μερών μπορεί να αποκλεισθεί η διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών πολιτικών δικαστηρίων επί υφισταμένων, και αν η συμφωνία γίνει εγγράφως, και επί διαφορών που θα προκύψουν στο μέλλον από ορισμένη σχέση (εφ' όσον πρόκειται για διαφορές, που έχουν περιουσιακό αντικείμενο), με την προϋπόθεση ότι τούτο (το δικαστήριο) καθορίζεται κατά τρόπο σαφή. Το δικαίωμα κάθε διαδίκου, να επικαλεστεί συμφωνία παρέκτασης αρμοδιότητας και να προτείνει την ένσταση της έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων, λόγω της δικονομικής του φύσης, δεν υπόκειται κατά την άσκησή του στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, στο οποίο εμπίπτει η άσκηση δικαιωμάτων που απορρέουν από κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Η συμφωνία παρέκτασης καλύπτει και τις συναφείς αξιώσεις που απορρέουν από την συγκεκριμένη έννομη σχέση και στηρίζονται στις περί αδικοπραξιών διατάξεις, προκειμένου να αποφευχθούν λύσεις που θα μπορούσαν να είναι ασυμβίβαστες εάν οι υποθέσεις κρίνονταν χωριστά. Κρίθηκε ότι η συμβατική ρήτρα παρέκτασης διεθνούς δικαιοδοσίας που ενσωμάτωσαν οι διάδικοι σε μεταξύ τους καταρτισθείσα σύμβαση αποκλειστικής διανομής είναι έγκυρη, σύμφωνα με τα άρθρα 3 παρ. 1, 42, 43 και 44 ΚΠολΔ. Απόρριψη αντένστασης ακυρότητας της ρήτρας παρέκτασης. Κρίθηκε ότι αποκλειστικά αρμόδιο για την εκδίκαση της ένδικης αγωγής είναι το ομοσπονδιακό περιφερειακό δικαστήριο της πόλης της Νέας Υόρκης στην Νέα Υόρκη (Μανχάταν) των Η.Π.Α.

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Αριθμός Απόφασης 2344/2015

ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Αγγελική Τσώλα, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Μαρία Μουζάκη, Πρωτοδίκη-Εισηγήτρια, Στέλλα Δραγατσίκη, Πρωτοδίκη και από την Γραμματέα Βασιλική Κατσούρου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του, την 3η Ιουνίου του έτους 2015, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΗΣ ΚΑΛΟΥΣΑΣ-ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «............. Αφοί ... Ο.Ε.», η οποία εδρεύει στη Νέα Φιλαδέλφεια Αττικής, στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τους διαχειριστές της .....οι οποίοι παραστάθηκαν στο Δικαστήριο μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου τους ΔΚ, Δικηγόρου Αθηνών (A.M. Δ.Σ.Α. .........), ο οποίος κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.

ΤΩΝ ΚΑΘ' ΩΝ Η ΚΛΗΣΗ-ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ: 1) εταιρείας με την επωνυμία «........ INC.», η οποία εδρεύει στη Νέα Υόρκη των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, επί της ..............., New York, NY-10018 και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) εταιρείας με την επωνυμία «....................B.V.», η οποία εδρεύει στο Aμστερνταμ Ολλανδίας, επί της .................. 1054 ES, και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες παραστάθηκαν στο Δικαστήριο διά των πληρεξούσιων δικηγόρων τους ΑΛ, Δικηγόρου Αθηνών (A.M. Δ.Σ.Α. .........) και ΕK, Δικηγόρου Αθηνών (A.M. Δ.Σ.Α.............), οι οποίοι κατέθεσαν έγγραφες προτάσεις.

Με την από 06.06.2014 και με γενικό αριθμό κατάθεσης 68745/16.06.2014 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου 921/16.06.2014 κλήση, η οποία κατατέθηκε στην γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου και προσδιορίστηκε για να συζητηθεί κατά την δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και εγγράφηκε στο πινάκιο, νόμιμα επαναφέρεται για συζήτηση η από 20.09.2013 και με γενικό αριθμό κατάθεσης 125835/24.09.2013 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου 3686/24.09.2013 αγωγή, η οποία κατατέθηκε στην γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου, εγγράφηκε στο πινάκιο και προσδιορίστηκε για να συζητηθεί κατά την δικάσιμο της 04ης.06.2014, κατά την οποία ματαιώθηκε.

Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από την σειρά του σχετικού πινακίου και κατά την συζήτηση της, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση απομαγνητοφωνημένα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και στις έγγραφες προτάσεις, που κατέθεσαν.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗΝ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

 

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του ΚΠολΔ στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων υπάγονται Έλληνες και αλλοδαποί, εφ' όσον υπάρχει αρμοδιότητα ελληνικού δραστήριου. Με την διάταξη αυτή καθιερώνεται ως κανόνας η διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών πολιτικών δικαστηρίων και επί ιδιωτικών διαφορών, εφ' όσον αυτές συνδέονται με τα ελληνικά πολιτικά δικαστήρια με κάποια στοιχεία θεμελιωτικά της αρμοδιότητας τους, κατά τις διατάξεις γενικών και ειδικών δωσιδικιών (ΑΠ 803/2000, ΕλλΔνη 41, σελ. 1599, ΑΠ 108/1998, ΕλλΔνη 29, σελ. 1392, ΕφΑθ 6073/2002, ΕλλΔνη 44, σελ. 209, ΕφΑθ 6359/2009, ΕλλΔνη 2004, σελ. 1466). Στην περίπτωση αυτή, τα ελληνικά δικαστήρια εφαρμόζουν επί του δικονομικού μεν πεδίου αποκλειστικώς το ελληνικό δικονομικό δίκαιο, επί δε του πεδίου του ουσιαστικού δικαίου το από τις διατάξεις του ελληνικού ιδιωτικού διεθνούς δικαίου υποδεικνυόμενο ως εφαρμοστέο δίκαιο. Από την ως άνω διάταξη σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 42,43 και 44 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι με συμφωνία των μερών μπορεί να αποκλεισθεί η διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών πολιτικών δικαστηρίων επί υφισταμένων, και αν η συμφωνία γίνει εγγράφως, και επί διαφορών, που θα προκύψουν στο μέλλον από ορισμένη σχέση (εφ' όσον πρόκειται για διαφορές, που έχουν περιουσιακό αντικείμενο), με την προϋπόθεση ότι τούτο καθορίζεται κατά τρόπο σαφή. Στην περίπτωση αυτή, με βάση την γενική αρχή της αυτονομίας της βούλησης, οι διάδικοι με την συμφωνία τους εκφράζουν την βούληση τους και έτσι προβαίνουν στον καθορισμό του κατά τόπο αρμοδίου πολιτικού δικαστηρίου και η συμφωνία τους αυτή είναι έγκυρη, εκτός εάν συντρέχουν άλλοι λόγοι νόμιμης προσβολής της (ΟλΑΠ 4/1992). Η συμφωνία παρέκτασης αποτελεί δικονομική σύμβαση, αφού έχει αποκλειστικά δικονομικές επενέργειες, που συνίστανται στον αποκλεισμό ή στην θεμελίωση της τοπικής αρμοδιότητας του δικαστηρίου, το κύρος και ο τύπος της οποίας κρίνεται κατά το lex fori. Το δικαίωμα κάθε διαδίκου, να επικαλεστεί την πιο πάνω συμφωνία παρέκτασης αρμοδιότητας και να προτείνει την ένσταση της έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων, λόγω της δικονομικής του φύσης, δεν υπόκειται κατά την άσκηση του, στον περιορισμό του άρθρου 281 του ΑΚ, στο οποίο εμπίπτει η άσκηση δικαιωμάτων, που απορρέουν από κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1974/2013, ΝΟΜΟΣ, ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 6359/2003 ό.π.). Τέλος, τυχόν συμφωνία παρέκτασης καλύπτει και τις συναφείς αξιώσεις, που απορρέουν από την συγκεκριμένη έννομη σχέση και στηρίζονται στις περί αδικοπραξιών διατάξεις, προκειμένου να αποφευχθούν λύσεις, που θα μπορούσαν να είναι ασυμβίβαστες, εάν οι υποθέσεις κρίνονταν χωριστά (ΑΠ 755/1993, ΕΕΝ 1994, 529, ΕφΑΘ 4467/2010, ΝΟΜΟΣ).

Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπό κρίση αγωγή της η ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρεία, η οποία δραστηριοποιείται στον χώρο της εμπορίας και διανομής εσωρούχων και έτοιμων ενδυμάτων, επικαλείται ότι ήδη από 01ης.01.1999 έχει συνάψει έγγραφη σύμβαση αποκλειστικής διανομής με την πρώτη των εναγομένων εταιρεία, με αντικείμενο την εισαγωγή και αποκλειστική διανομή ανδρικών και γυναικείων εσωρούχων και από το έτος 2005 και μαγιό υπό τα σήματα της Calvin Klein. Ότι την 01.01.2007 συνεβλήθη στην ως άνω σύμβαση αποκλειστικής διανομής, η οποία ήδη από την 30.06.2002 κατέστη αορίστου χρόνου, και η δεύτερη των εναγομένων εταιρεία, θυγατρική της πρώτης, μέσω της οποίας διεκπεραιώνονταν και εκτελούνταν οι συμβατικές υποχρεώσεις αυτής, σύμβαση, η οποία και αυτή κατέστη αορίστου χρόνου από την 31.12.2011 και διέπεται από τους αναλυτικά αναφερόμενους στο δικόγραφο της αγωγής της όρους. Ότι, επίσης, μεταξύ τους συνήφθη και η από 01.01.2007 σύμβαση λειτουργίας από την ίδια (ενάγουσα) καταστήματος λιανικής πώλησης μόνο των προϊόντων των εναγομένων, διαμορφωμένο σύμφωνα με τις οδηγίες και υποδείξεις των τελευταίων. Περαιτέρω, εκθέτει ότι από τον Απρίλιο του έτους 2012 οι εναγόμενες εταιρείες έθεσαν σε εφαρμογή ανταγωνιστικό σχέδιο σε βάρος της, με σκοπό να την εκτοπίσουν από την αγορά και να υφαρπάξουν την πελατεία της, θέτοντας πιστωτικό όριο στην εκτέλεση παραγγελιών από μέρους της (ενάγουσας), απαιτώντας το μη ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο από το τίμημα της πώλησης να μην υπερβαίνει το ποσό των 300.000,00€, μη αποστέλλοντας έγκαιρα τις εκκρεμείς παραγγελίες της και αυξάνοντας τις τιμές της. Ότι αποτέλεσμα όλων των ανωτέρω μονομερών και αντισυμβατικών συμπεριφορών εκ μέρους των εναγομένων ήταν η ίδια να αναγκαστεί να καταγγείλει την 06η.09.2013 την επίδικη σύμβαση. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά και κατόπιν του παραδεκτού μερικού περιορισμού του αιτήματος της αγωγής, που έγινε με σχετική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της ενάγουσας, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση απομαγνητοφωνημένα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης κατά τις διατάξεις των άρθρων 223, 295 παρ. 1 εδ β' και 297 του ΚΠολΔ, αλλά και με τις νομίμως κατατεθειμένες έγγραφες προτάσεις, αιτείται να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να της καταβάλουν: α) ως αποζημίωση για τα διαφυγόντα κέρδη, τα οποία μετά βεβαιότητας θα αποκέρδαινε κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων για το χρονικό διάστημα από 12.09.2013 έως 11.09.2018, το ποσό των 222.439,00€, βάσει των πάσης φύσεως μεικτών αμοιβών, που η ίδια κατά μέσο όρο έλαβε τα δύο τελευταία έτη λειτουργίας της επίδικης σύμβασης, άλλως το ποσό των 125.952,00€, βάσει των πάσης φύσεως μεικτών αμοιβών, που η ίδια έλαβε το τελευταίο έτος λειτουργίας της επίδικης σύμβασης, β) το ποσό των 1.244.005,20€, το οποίο η ενάγουσα δικαιούται μετά την λύση της προαναφερόμενης σύμβασης αποκλειστικής διανομής, εφ' όσον κατά την διάρκεια αυτών έφερε νέους πελάτες και προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις των εναγομένων, ως αποζημίωση πελατείας και τέλος γ) το ποσό των 200.000,00€ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη από την ως άνω αντίθετη στα χρηστό ήθη συμπεριφορά των εναγομένων, εκ των οποίων το μεν υπό στοιχείο β' κονδύλιο νομιμοτόκως από την επομένη της καταγγελίας της επίδικης σύμβασης, άλλως από την επομένη της επίδοσης της ένδικης αγωγής, τα δε υπό στοιχεία α' και γ' κονδύλια νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της ένδικης αγωγής. Επίσης, αιτείται να κηρυχθεί η παρούσα απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστούν οι εναγόμενες στην καταβολή των δικαστικών τους εξόδων.

Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η υπό κρίση αγωγή, απαραδεκτώς από άποψη δικαιοδοσίας εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, δεκτής γενομένης ως ουσιαστικά βάσιμης της υποβληθείσας από τις εναγόμενες με τις έγγραφες προτάσεις τους ένστασης περί έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία επικαλέστηκαν ότι στην επίδικη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, της οποίας την σύναψη συνομολογούν, υπάρχει συμφωνημένη ρήτρα περί αποκλεισμού της διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων για διάφορες, που προκύπτουν από την παραπάνω σύμβαση, με ταυτόχρονη πρόβλεψη ότι αποκλειστικά αρμόδιο για τις διάφορες αυτές είναι το ομοσπονδιακό περιφερειακό δικαστήριο της πόλης της Νέας Υόρκης, στην Νέα Υόρκη (Μανχάταν). Ειδικότερα, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας και από όσα οι διάδικοι συνομολογούν προκύπτει ότι στην από 01.01.2007 επίδικη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, η οποία προσκομίστηκε μετ' επικλήσεως σε νόμιμη μετάφραση, στην οποία εδράζεται αποκλειστικά η ένδικη αγωγή, οριζόταν στον όρο 17.11 ότι: «Η παρούσα σύμβαση καταρτίζεται σύμφωνα με, θα διέπεται από και θα ερμηνεύεται σύμφωνα προς το δίκαιο της Πολιτείας της Νέας Υόρκης, ως εάν ετίθετο σε εφαρμογή και εκτελείτο εξ ολοκλήρου στην επικράτεια της, καθώς και στο βαθμό που τούτο αρμόζει στο Ομοσπονδιακό Δίκαιο των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Κάθε αντιδικία, αμφισβήτηση ή διαφορά ή ζήτημα, τα οποία ενδέχεται να ανακύψουν μεταξύ των ως άνω αναφερομένων συμβαλλομένων μερών, εφ' όσον δεν επιλυθεί συμβιβαστικά κατόπιν καλόπιστων διαβουλεύσεων πρέπει να εγείρονται αποκλειστικά ενώπιον του ομοσπονδιακού περιφερειακού δικαστηρίου της πόλης της Νέας Υόρκης, στην Νέα Υόρκη (Μανχάταν) χωρίς να εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις ιδιωτικού διεθνούς δικαίου περί εφαρμοστέου δικαίου και δικαιοδοσίας. Ο διανομέας δια του παρόντος παραιτείται και δεν θα ασκήσει κανένα δικαίωμα να αμφισβητήσει ή περιορίσει την κατά τόπον αρμοδιότητα ή δικαιοδοσία του προαναφερθέντος δικαστηρίου ή τόπου». Η ρήτρα αυτή, με την οποία καταλύεται η διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων και καθιδρύεται αποκλειστική αρμοδιότητα, κατά παρέκταση, του ομοσπονδιακού περιφερειακού δικαστηρίου της πόλης της Νέας Υόρκης, και της οποίας το κύρος, ως δικονομική σύμβαση, θα κριθεί από το δίκαιο της έδρας του δικάζοντος Δικαστηρίου, ήτοι με βάση το ελληνικό δίκαιο, σύμφωνα με τα αναλυτικά αναφερόμενα στην μείζονα σκέψη της παρούσας, είναι έγκυρη και καταρτίστηκε παραδεκτώς, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 42, 43 και 44 του ΚΠολΔ, δεδομένου ότι υπάρχουν όλες οι προϋποθέσεις εγκυρότητας της, ήτοι ο έγγραφος τύπος, ορισμένη έννομη σχέση, προερχόμενη από την ένδικη σύμβαση διανομής, και ρητή μνεία του τοπικά αρμόδιου Δικαστηρίου. Από το περιεχόμενο της δε, όπως διατυπώθηκε, προκύπτει ότι στα δικαστήρια, που προαναφέρθηκαν, υπάγεται κάθε διαφορά, χωρίς διάκριση, που έχει ως αφετηρία και ιστορικό υπόβαθρο την επίδικη σύμβαση, ακόμη και η στηριζόμενη στον αθέμιτο ανταγωνισμό, εφ' όσον και η αξίωση αυτή σχετίζεται με την σύμβαση διανομής. Συνεπώς, στο παραπάνω αλλοδαπό δικαστήριο υπάγονται, τόσο οι απαιτήσεις της ενάγουσας από την καταγγελία της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, όσο και οι αξιώσεις της, που θεμελιώνονται στις διατάξεις περί αθέμιτου ανταγωνισμού, αφού έχουν ως αιτία αυτή καθεαυτή την καταγγελία της σύμβασης διανομής. Η ενάγουσα κατ' αντένσταση πρότεινε με την προσθήκη-αντίκρουση στις προτάσεις των εναγομένων την ακυρότητα ως καταχρηστικής της ρήτρας αυτής, ισχυριζόμενη ότι: α) η ίδια λόγω της οικονομικής εξάρτησης της από τις εναγόμενες αναγκάστηκε να δεχθεί την ως άνω ρήτρα παρέκτασης, β) εκλείπει οποιοδήποτε συνδετικό στοιχείο της επίδικης διαφοράς με τα δικαστήρια των Η.Π.Α., αφού οι επίδικες αξιώσεις γεννήθηκαν από την ως άνω σύμβαση, η οποία λειτούργησε στην Ελλάδα και γ) ότι εάν εφαρμοστεί το δίκαιο των Η.Π.Α., στο οποίο δεν προβλέπεται αποζημίωση πελατείας, η ίδια ως ασθενέστερο μέλος θα απωλέσει την ως άνω αξίωση της. Ο ισχυρισμός αυτός περί ακυρότητας της ως άνω ρήτρας παρίσταται απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθ' όσον το δικαίωμα κάθε διαδίκου να επικαλεστεί την συμφωνία παρέκτασης αρμοδιότητας και να προτείνει την ένσταση έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων, λόγω της δικονομικής του φύσης, δεν υπόκειται κατά την άσκηση του, στον περιορισμό του άρθρου 281 του ΑΚ, στον οποίο εμπίπτει η άσκηση δικαιωμάτων, που απορρέουν από κανόνα ουσιαστικού δικαίου, σύμφωνα και με όσα αναλυτικά διαλαμβάνονται στην μείζονα σκέψη της παρούσας. Επιπλέον δε και αναφορικά με το τρίτο σκέλος του ως άνω ισχυρισμού πρέπει να λεχθεί ότι η ερευνώμενη ρήτρα δεν προσκρούει στην ημεδαπή δημόσια τάξη από μόνο το γεγονός ότι το αλλοδαπό δίκαιο δεν προβλέπει συγκεκριμένες αξιώσεις, που με ρήτρες δημόσιας τάξης της ημεδαπής, μπορούν να ασκηθούν κατά το εθνικό δίκαιο (ΑΠ 1697/2013, ΝΟΜΟΣ) και συνεπώς νόμιμα απομειώνονται με βάση το εθνικό δίκαιο τα δικαιώματα της ενάγουσας, καθώς σε αντίθετη περίπτωση δεν θα είχε νόημα η συνομολόγηση της πιο πάνω ρήτρας, εάν ο διάδικος είχε την δυνατότητα κατ’ επιλογήν να συζητεί κάθε φορά την εφαρμογή κανόνων εσωτερικού δικαίου και δη κατ' αναλογίαν. Εξάλλου, κατά την σύναψη της ρήτρας παρέκτασης και της ρήτρας περί συγκεκριμένου εφαρμοστέου δικαίου τα μέρη διαπραγματεύτηκαν και συναποφάσισαν εκ των προτέρων την υπεροχή της επιλεχθείσας δικαιοδοσίας και δικαίου έναντι άλλων, αφού σε αντίθετη περίπτωση θα είχαν συμφωνήσει και τυχόν συντρέχουσα δικαιοδοσία. Τέλος, ακόμη και η επίκληση της ενάγουσας περί εφαρμογής των διατάξεων του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, του π.δ/τος 219/1991 και της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ για την ακύρωση της ως άνω ρήτρας, τυγχάνει αλυσιτελής (ΑΠ 1542/2014, ΝΟΜΟΣ).

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η ένδικη αγωγή να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 4 εδ. β' του ΚΠολΔ, η δε ενάγουσα πρέπει να καταδικαστεί, λόγω της ήττας της στην καταβολή των δικαστικών εξόδων των εναγομένων (άρθρο 176 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 63 και 68 του νόμου 4194/2013), κατόπιν σχετικού αιτήματος των τελευταίων, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την ενάγουσα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων των εναγομένων, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των πέντε χιλιάδων ευρώ (5.000,00€).

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 24η Ιουνίου του έτους 2015.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ     Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στον ίδιο τόπο, στο ακροατήριο του και σε έκτακτη δημόσια αυτού συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους την 22η Ιουλίου του έτους 2015.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ     Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣv

Subscribe to this RSS feed