ΠΠρΑθ 2344/2015 : Σύμβαση αποκλειστικής διανομής με ρήτρα παρέκτασης διεθνούς δικαιοδοσίας υπέρ δικαστηρίου της αλλοδαπής

 

Με συμφωνία των μερών μπορεί να αποκλεισθεί η διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών πολιτικών δικαστηρίων επί υφισταμένων, και αν η συμφωνία γίνει εγγράφως, και επί διαφορών που θα προκύψουν στο μέλλον από ορισμένη σχέση (εφ' όσον πρόκειται για διαφορές, που έχουν περιουσιακό αντικείμενο), με την προϋπόθεση ότι τούτο (το δικαστήριο) καθορίζεται κατά τρόπο σαφή. Το δικαίωμα κάθε διαδίκου, να επικαλεστεί συμφωνία παρέκτασης αρμοδιότητας και να προτείνει την ένσταση της έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων, λόγω της δικονομικής του φύσης, δεν υπόκειται κατά την άσκησή του στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, στο οποίο εμπίπτει η άσκηση δικαιωμάτων που απορρέουν από κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Η συμφωνία παρέκτασης καλύπτει και τις συναφείς αξιώσεις που απορρέουν από την συγκεκριμένη έννομη σχέση και στηρίζονται στις περί αδικοπραξιών διατάξεις, προκειμένου να αποφευχθούν λύσεις που θα μπορούσαν να είναι ασυμβίβαστες εάν οι υποθέσεις κρίνονταν χωριστά. Κρίθηκε ότι η συμβατική ρήτρα παρέκτασης διεθνούς δικαιοδοσίας που ενσωμάτωσαν οι διάδικοι σε μεταξύ τους καταρτισθείσα σύμβαση αποκλειστικής διανομής είναι έγκυρη, σύμφωνα με τα άρθρα 3 παρ. 1, 42, 43 και 44 ΚΠολΔ. Απόρριψη αντένστασης ακυρότητας της ρήτρας παρέκτασης. Κρίθηκε ότι αποκλειστικά αρμόδιο για την εκδίκαση της ένδικης αγωγής είναι το ομοσπονδιακό περιφερειακό δικαστήριο της πόλης της Νέας Υόρκης στην Νέα Υόρκη (Μανχάταν) των Η.Π.Α.

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Αριθμός Απόφασης 2344/2015

ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Αγγελική Τσώλα, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Μαρία Μουζάκη, Πρωτοδίκη-Εισηγήτρια, Στέλλα Δραγατσίκη, Πρωτοδίκη και από την Γραμματέα Βασιλική Κατσούρου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του, την 3η Ιουνίου του έτους 2015, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΗΣ ΚΑΛΟΥΣΑΣ-ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «............. Αφοί ... Ο.Ε.», η οποία εδρεύει στη Νέα Φιλαδέλφεια Αττικής, στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τους διαχειριστές της .....οι οποίοι παραστάθηκαν στο Δικαστήριο μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου τους ΔΚ, Δικηγόρου Αθηνών (A.M. Δ.Σ.Α. .........), ο οποίος κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.

ΤΩΝ ΚΑΘ' ΩΝ Η ΚΛΗΣΗ-ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ: 1) εταιρείας με την επωνυμία «........ INC.», η οποία εδρεύει στη Νέα Υόρκη των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, επί της ..............., New York, NY-10018 και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) εταιρείας με την επωνυμία «....................B.V.», η οποία εδρεύει στο Aμστερνταμ Ολλανδίας, επί της .................. 1054 ES, και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες παραστάθηκαν στο Δικαστήριο διά των πληρεξούσιων δικηγόρων τους ΑΛ, Δικηγόρου Αθηνών (A.M. Δ.Σ.Α. .........) και ΕK, Δικηγόρου Αθηνών (A.M. Δ.Σ.Α.............), οι οποίοι κατέθεσαν έγγραφες προτάσεις.

Με την από 06.06.2014 και με γενικό αριθμό κατάθεσης 68745/16.06.2014 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου 921/16.06.2014 κλήση, η οποία κατατέθηκε στην γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου και προσδιορίστηκε για να συζητηθεί κατά την δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και εγγράφηκε στο πινάκιο, νόμιμα επαναφέρεται για συζήτηση η από 20.09.2013 και με γενικό αριθμό κατάθεσης 125835/24.09.2013 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου 3686/24.09.2013 αγωγή, η οποία κατατέθηκε στην γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου, εγγράφηκε στο πινάκιο και προσδιορίστηκε για να συζητηθεί κατά την δικάσιμο της 04ης.06.2014, κατά την οποία ματαιώθηκε.

Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από την σειρά του σχετικού πινακίου και κατά την συζήτηση της, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση απομαγνητοφωνημένα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και στις έγγραφες προτάσεις, που κατέθεσαν.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗΝ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

 

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του ΚΠολΔ στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων υπάγονται Έλληνες και αλλοδαποί, εφ' όσον υπάρχει αρμοδιότητα ελληνικού δραστήριου. Με την διάταξη αυτή καθιερώνεται ως κανόνας η διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών πολιτικών δικαστηρίων και επί ιδιωτικών διαφορών, εφ' όσον αυτές συνδέονται με τα ελληνικά πολιτικά δικαστήρια με κάποια στοιχεία θεμελιωτικά της αρμοδιότητας τους, κατά τις διατάξεις γενικών και ειδικών δωσιδικιών (ΑΠ 803/2000, ΕλλΔνη 41, σελ. 1599, ΑΠ 108/1998, ΕλλΔνη 29, σελ. 1392, ΕφΑθ 6073/2002, ΕλλΔνη 44, σελ. 209, ΕφΑθ 6359/2009, ΕλλΔνη 2004, σελ. 1466). Στην περίπτωση αυτή, τα ελληνικά δικαστήρια εφαρμόζουν επί του δικονομικού μεν πεδίου αποκλειστικώς το ελληνικό δικονομικό δίκαιο, επί δε του πεδίου του ουσιαστικού δικαίου το από τις διατάξεις του ελληνικού ιδιωτικού διεθνούς δικαίου υποδεικνυόμενο ως εφαρμοστέο δίκαιο. Από την ως άνω διάταξη σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 42,43 και 44 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι με συμφωνία των μερών μπορεί να αποκλεισθεί η διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών πολιτικών δικαστηρίων επί υφισταμένων, και αν η συμφωνία γίνει εγγράφως, και επί διαφορών, που θα προκύψουν στο μέλλον από ορισμένη σχέση (εφ' όσον πρόκειται για διαφορές, που έχουν περιουσιακό αντικείμενο), με την προϋπόθεση ότι τούτο καθορίζεται κατά τρόπο σαφή. Στην περίπτωση αυτή, με βάση την γενική αρχή της αυτονομίας της βούλησης, οι διάδικοι με την συμφωνία τους εκφράζουν την βούληση τους και έτσι προβαίνουν στον καθορισμό του κατά τόπο αρμοδίου πολιτικού δικαστηρίου και η συμφωνία τους αυτή είναι έγκυρη, εκτός εάν συντρέχουν άλλοι λόγοι νόμιμης προσβολής της (ΟλΑΠ 4/1992). Η συμφωνία παρέκτασης αποτελεί δικονομική σύμβαση, αφού έχει αποκλειστικά δικονομικές επενέργειες, που συνίστανται στον αποκλεισμό ή στην θεμελίωση της τοπικής αρμοδιότητας του δικαστηρίου, το κύρος και ο τύπος της οποίας κρίνεται κατά το lex fori. Το δικαίωμα κάθε διαδίκου, να επικαλεστεί την πιο πάνω συμφωνία παρέκτασης αρμοδιότητας και να προτείνει την ένσταση της έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων, λόγω της δικονομικής του φύσης, δεν υπόκειται κατά την άσκηση του, στον περιορισμό του άρθρου 281 του ΑΚ, στο οποίο εμπίπτει η άσκηση δικαιωμάτων, που απορρέουν από κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1974/2013, ΝΟΜΟΣ, ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 6359/2003 ό.π.). Τέλος, τυχόν συμφωνία παρέκτασης καλύπτει και τις συναφείς αξιώσεις, που απορρέουν από την συγκεκριμένη έννομη σχέση και στηρίζονται στις περί αδικοπραξιών διατάξεις, προκειμένου να αποφευχθούν λύσεις, που θα μπορούσαν να είναι ασυμβίβαστες, εάν οι υποθέσεις κρίνονταν χωριστά (ΑΠ 755/1993, ΕΕΝ 1994, 529, ΕφΑΘ 4467/2010, ΝΟΜΟΣ).

Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπό κρίση αγωγή της η ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρεία, η οποία δραστηριοποιείται στον χώρο της εμπορίας και διανομής εσωρούχων και έτοιμων ενδυμάτων, επικαλείται ότι ήδη από 01ης.01.1999 έχει συνάψει έγγραφη σύμβαση αποκλειστικής διανομής με την πρώτη των εναγομένων εταιρεία, με αντικείμενο την εισαγωγή και αποκλειστική διανομή ανδρικών και γυναικείων εσωρούχων και από το έτος 2005 και μαγιό υπό τα σήματα της Calvin Klein. Ότι την 01.01.2007 συνεβλήθη στην ως άνω σύμβαση αποκλειστικής διανομής, η οποία ήδη από την 30.06.2002 κατέστη αορίστου χρόνου, και η δεύτερη των εναγομένων εταιρεία, θυγατρική της πρώτης, μέσω της οποίας διεκπεραιώνονταν και εκτελούνταν οι συμβατικές υποχρεώσεις αυτής, σύμβαση, η οποία και αυτή κατέστη αορίστου χρόνου από την 31.12.2011 και διέπεται από τους αναλυτικά αναφερόμενους στο δικόγραφο της αγωγής της όρους. Ότι, επίσης, μεταξύ τους συνήφθη και η από 01.01.2007 σύμβαση λειτουργίας από την ίδια (ενάγουσα) καταστήματος λιανικής πώλησης μόνο των προϊόντων των εναγομένων, διαμορφωμένο σύμφωνα με τις οδηγίες και υποδείξεις των τελευταίων. Περαιτέρω, εκθέτει ότι από τον Απρίλιο του έτους 2012 οι εναγόμενες εταιρείες έθεσαν σε εφαρμογή ανταγωνιστικό σχέδιο σε βάρος της, με σκοπό να την εκτοπίσουν από την αγορά και να υφαρπάξουν την πελατεία της, θέτοντας πιστωτικό όριο στην εκτέλεση παραγγελιών από μέρους της (ενάγουσας), απαιτώντας το μη ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο από το τίμημα της πώλησης να μην υπερβαίνει το ποσό των 300.000,00€, μη αποστέλλοντας έγκαιρα τις εκκρεμείς παραγγελίες της και αυξάνοντας τις τιμές της. Ότι αποτέλεσμα όλων των ανωτέρω μονομερών και αντισυμβατικών συμπεριφορών εκ μέρους των εναγομένων ήταν η ίδια να αναγκαστεί να καταγγείλει την 06η.09.2013 την επίδικη σύμβαση. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά και κατόπιν του παραδεκτού μερικού περιορισμού του αιτήματος της αγωγής, που έγινε με σχετική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της ενάγουσας, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση απομαγνητοφωνημένα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης κατά τις διατάξεις των άρθρων 223, 295 παρ. 1 εδ β' και 297 του ΚΠολΔ, αλλά και με τις νομίμως κατατεθειμένες έγγραφες προτάσεις, αιτείται να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να της καταβάλουν: α) ως αποζημίωση για τα διαφυγόντα κέρδη, τα οποία μετά βεβαιότητας θα αποκέρδαινε κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων για το χρονικό διάστημα από 12.09.2013 έως 11.09.2018, το ποσό των 222.439,00€, βάσει των πάσης φύσεως μεικτών αμοιβών, που η ίδια κατά μέσο όρο έλαβε τα δύο τελευταία έτη λειτουργίας της επίδικης σύμβασης, άλλως το ποσό των 125.952,00€, βάσει των πάσης φύσεως μεικτών αμοιβών, που η ίδια έλαβε το τελευταίο έτος λειτουργίας της επίδικης σύμβασης, β) το ποσό των 1.244.005,20€, το οποίο η ενάγουσα δικαιούται μετά την λύση της προαναφερόμενης σύμβασης αποκλειστικής διανομής, εφ' όσον κατά την διάρκεια αυτών έφερε νέους πελάτες και προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις των εναγομένων, ως αποζημίωση πελατείας και τέλος γ) το ποσό των 200.000,00€ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη από την ως άνω αντίθετη στα χρηστό ήθη συμπεριφορά των εναγομένων, εκ των οποίων το μεν υπό στοιχείο β' κονδύλιο νομιμοτόκως από την επομένη της καταγγελίας της επίδικης σύμβασης, άλλως από την επομένη της επίδοσης της ένδικης αγωγής, τα δε υπό στοιχεία α' και γ' κονδύλια νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της ένδικης αγωγής. Επίσης, αιτείται να κηρυχθεί η παρούσα απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστούν οι εναγόμενες στην καταβολή των δικαστικών τους εξόδων.

Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η υπό κρίση αγωγή, απαραδεκτώς από άποψη δικαιοδοσίας εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, δεκτής γενομένης ως ουσιαστικά βάσιμης της υποβληθείσας από τις εναγόμενες με τις έγγραφες προτάσεις τους ένστασης περί έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία επικαλέστηκαν ότι στην επίδικη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, της οποίας την σύναψη συνομολογούν, υπάρχει συμφωνημένη ρήτρα περί αποκλεισμού της διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων για διάφορες, που προκύπτουν από την παραπάνω σύμβαση, με ταυτόχρονη πρόβλεψη ότι αποκλειστικά αρμόδιο για τις διάφορες αυτές είναι το ομοσπονδιακό περιφερειακό δικαστήριο της πόλης της Νέας Υόρκης, στην Νέα Υόρκη (Μανχάταν). Ειδικότερα, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας και από όσα οι διάδικοι συνομολογούν προκύπτει ότι στην από 01.01.2007 επίδικη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, η οποία προσκομίστηκε μετ' επικλήσεως σε νόμιμη μετάφραση, στην οποία εδράζεται αποκλειστικά η ένδικη αγωγή, οριζόταν στον όρο 17.11 ότι: «Η παρούσα σύμβαση καταρτίζεται σύμφωνα με, θα διέπεται από και θα ερμηνεύεται σύμφωνα προς το δίκαιο της Πολιτείας της Νέας Υόρκης, ως εάν ετίθετο σε εφαρμογή και εκτελείτο εξ ολοκλήρου στην επικράτεια της, καθώς και στο βαθμό που τούτο αρμόζει στο Ομοσπονδιακό Δίκαιο των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Κάθε αντιδικία, αμφισβήτηση ή διαφορά ή ζήτημα, τα οποία ενδέχεται να ανακύψουν μεταξύ των ως άνω αναφερομένων συμβαλλομένων μερών, εφ' όσον δεν επιλυθεί συμβιβαστικά κατόπιν καλόπιστων διαβουλεύσεων πρέπει να εγείρονται αποκλειστικά ενώπιον του ομοσπονδιακού περιφερειακού δικαστηρίου της πόλης της Νέας Υόρκης, στην Νέα Υόρκη (Μανχάταν) χωρίς να εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις ιδιωτικού διεθνούς δικαίου περί εφαρμοστέου δικαίου και δικαιοδοσίας. Ο διανομέας δια του παρόντος παραιτείται και δεν θα ασκήσει κανένα δικαίωμα να αμφισβητήσει ή περιορίσει την κατά τόπον αρμοδιότητα ή δικαιοδοσία του προαναφερθέντος δικαστηρίου ή τόπου». Η ρήτρα αυτή, με την οποία καταλύεται η διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων και καθιδρύεται αποκλειστική αρμοδιότητα, κατά παρέκταση, του ομοσπονδιακού περιφερειακού δικαστηρίου της πόλης της Νέας Υόρκης, και της οποίας το κύρος, ως δικονομική σύμβαση, θα κριθεί από το δίκαιο της έδρας του δικάζοντος Δικαστηρίου, ήτοι με βάση το ελληνικό δίκαιο, σύμφωνα με τα αναλυτικά αναφερόμενα στην μείζονα σκέψη της παρούσας, είναι έγκυρη και καταρτίστηκε παραδεκτώς, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 42, 43 και 44 του ΚΠολΔ, δεδομένου ότι υπάρχουν όλες οι προϋποθέσεις εγκυρότητας της, ήτοι ο έγγραφος τύπος, ορισμένη έννομη σχέση, προερχόμενη από την ένδικη σύμβαση διανομής, και ρητή μνεία του τοπικά αρμόδιου Δικαστηρίου. Από το περιεχόμενο της δε, όπως διατυπώθηκε, προκύπτει ότι στα δικαστήρια, που προαναφέρθηκαν, υπάγεται κάθε διαφορά, χωρίς διάκριση, που έχει ως αφετηρία και ιστορικό υπόβαθρο την επίδικη σύμβαση, ακόμη και η στηριζόμενη στον αθέμιτο ανταγωνισμό, εφ' όσον και η αξίωση αυτή σχετίζεται με την σύμβαση διανομής. Συνεπώς, στο παραπάνω αλλοδαπό δικαστήριο υπάγονται, τόσο οι απαιτήσεις της ενάγουσας από την καταγγελία της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, όσο και οι αξιώσεις της, που θεμελιώνονται στις διατάξεις περί αθέμιτου ανταγωνισμού, αφού έχουν ως αιτία αυτή καθεαυτή την καταγγελία της σύμβασης διανομής. Η ενάγουσα κατ' αντένσταση πρότεινε με την προσθήκη-αντίκρουση στις προτάσεις των εναγομένων την ακυρότητα ως καταχρηστικής της ρήτρας αυτής, ισχυριζόμενη ότι: α) η ίδια λόγω της οικονομικής εξάρτησης της από τις εναγόμενες αναγκάστηκε να δεχθεί την ως άνω ρήτρα παρέκτασης, β) εκλείπει οποιοδήποτε συνδετικό στοιχείο της επίδικης διαφοράς με τα δικαστήρια των Η.Π.Α., αφού οι επίδικες αξιώσεις γεννήθηκαν από την ως άνω σύμβαση, η οποία λειτούργησε στην Ελλάδα και γ) ότι εάν εφαρμοστεί το δίκαιο των Η.Π.Α., στο οποίο δεν προβλέπεται αποζημίωση πελατείας, η ίδια ως ασθενέστερο μέλος θα απωλέσει την ως άνω αξίωση της. Ο ισχυρισμός αυτός περί ακυρότητας της ως άνω ρήτρας παρίσταται απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθ' όσον το δικαίωμα κάθε διαδίκου να επικαλεστεί την συμφωνία παρέκτασης αρμοδιότητας και να προτείνει την ένσταση έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων, λόγω της δικονομικής του φύσης, δεν υπόκειται κατά την άσκηση του, στον περιορισμό του άρθρου 281 του ΑΚ, στον οποίο εμπίπτει η άσκηση δικαιωμάτων, που απορρέουν από κανόνα ουσιαστικού δικαίου, σύμφωνα και με όσα αναλυτικά διαλαμβάνονται στην μείζονα σκέψη της παρούσας. Επιπλέον δε και αναφορικά με το τρίτο σκέλος του ως άνω ισχυρισμού πρέπει να λεχθεί ότι η ερευνώμενη ρήτρα δεν προσκρούει στην ημεδαπή δημόσια τάξη από μόνο το γεγονός ότι το αλλοδαπό δίκαιο δεν προβλέπει συγκεκριμένες αξιώσεις, που με ρήτρες δημόσιας τάξης της ημεδαπής, μπορούν να ασκηθούν κατά το εθνικό δίκαιο (ΑΠ 1697/2013, ΝΟΜΟΣ) και συνεπώς νόμιμα απομειώνονται με βάση το εθνικό δίκαιο τα δικαιώματα της ενάγουσας, καθώς σε αντίθετη περίπτωση δεν θα είχε νόημα η συνομολόγηση της πιο πάνω ρήτρας, εάν ο διάδικος είχε την δυνατότητα κατ’ επιλογήν να συζητεί κάθε φορά την εφαρμογή κανόνων εσωτερικού δικαίου και δη κατ' αναλογίαν. Εξάλλου, κατά την σύναψη της ρήτρας παρέκτασης και της ρήτρας περί συγκεκριμένου εφαρμοστέου δικαίου τα μέρη διαπραγματεύτηκαν και συναποφάσισαν εκ των προτέρων την υπεροχή της επιλεχθείσας δικαιοδοσίας και δικαίου έναντι άλλων, αφού σε αντίθετη περίπτωση θα είχαν συμφωνήσει και τυχόν συντρέχουσα δικαιοδοσία. Τέλος, ακόμη και η επίκληση της ενάγουσας περί εφαρμογής των διατάξεων του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, του π.δ/τος 219/1991 και της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ για την ακύρωση της ως άνω ρήτρας, τυγχάνει αλυσιτελής (ΑΠ 1542/2014, ΝΟΜΟΣ).

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η ένδικη αγωγή να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 4 εδ. β' του ΚΠολΔ, η δε ενάγουσα πρέπει να καταδικαστεί, λόγω της ήττας της στην καταβολή των δικαστικών εξόδων των εναγομένων (άρθρο 176 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 63 και 68 του νόμου 4194/2013), κατόπιν σχετικού αιτήματος των τελευταίων, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την ενάγουσα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων των εναγομένων, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των πέντε χιλιάδων ευρώ (5.000,00€).

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 24η Ιουνίου του έτους 2015.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ     Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στον ίδιο τόπο, στο ακροατήριο του και σε έκτακτη δημόσια αυτού συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους την 22η Ιουλίου του έτους 2015.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ     Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣv

back to top