ΑΠ 572/2015 [Μη εμπρόθεσμη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο - Νόμος επιεικέστερος - Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης]

 

ΑΠ 572/2015 [Μη εμπρόθεσμη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο - Νόμος επιεικέστερος - Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης]

ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ

Τεύχος 10/2015, Οκτώβριος

Ενότητα: Δ΄ ΕΘΝΙΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ, ΙIΙ. Οικονομικό Ποινικό Δίκαιο, Χρέη προς το Δημόσιο , σελ. 928

 

Πρόεδρος: Π. Ρουμπής, Αντιπρόεδρος

Μέλη: Κ. Φράγκος (Εισηγητής), Ι. Γιαννακόπουλος,
Β. Καπελούζος, Π. Πετρόπουλος

Εισαγγελέας: Ξ. Δημητρίου-Βασιλοπούλου, Αντεισαγγελέας

Δικηγόρος: Χ. Πετρωτός

Διατάξεις: άρθρα 25 [παρ. 1] Ν 1882/1990, 23 [παρ. 1] Ν 2523/1997, 34 [παρ. 1] Ν 3220/2004, 3 [παρ. 1] Ν 3943/2011, 2 [παρ. 1] ΠΚ, 510 [παρ. 1 στοιχ. Δ΄, Ε΄] ΚΠΔ

Μη εμπρόθεσμη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, Νόμος επιεικέστερος, Αναδρομικότητα, Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης

Αναιρείται εν μέρει ως προς την επιβληθείσα ποινή η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία η αναιρεσείουσα καταδικάσθηκε για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο. Συγκεκριμένα, σε περίπτωση συνδρομής χρεών βεβαιωθέντων, όπως στην προκειμένη περίπτωση ενός χρέους του 2008 και δύο χρεών της 1.11.2011, πριν και μετά την τροποποίηση του άρθρου 25 εδ. γ΄ Ν 1882/1990 με το άρθρο 3 παρ. 1 Ν 3943/31.3.2011, ως προς τις προβλεπόμενες ποινές, ανάλογα των ποσών χρέους, ορθότερο κρίνεται να γίνεται υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στο προϊσχύσαν ευμενέστερο δίκαιο (Ν 3220/2004), το Δικαστήριο δε οφείλει να εφαρμόσει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις με τιμώρηση επιεικέστερη για ένα ενιαίο αδίκημα μη καταβολής του συνόλου των χρεών και δεν πρέπει να γίνει διάσπαση των χρεών, διότι τότε θα είχαμε δύο συρρέοντα αδικήματα. Επομένως, αφού από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κήρυξε την κατηγορουμένη ένοχη για μη καταβολή τριών χρεών της προς το Δημόσιο, όχι κατ’ εξακολούθηση, και της επέβαλε για τα παραπάνω τρία χρέη μία ποινή φυλακίσεως 18 μηνών, με αναφορά και εφαρμογή ενιαία και του άρθρου 3 παρ. 1 του νεότερου Ν 3943/2011 που προβλέπει αυστηρότερο πλαίσιο ποινής φυλακίσεως, εσφαλμένα εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις.

Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με τη με αριθ. 941/2014 απόφασή του, καταδίκασε την αναιρεσείουσα σε ποινή φυλακίσεως δεκαοκτώ (18) μηνών, με τριετή αναστολή, για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, και δη τριών επί μέρους χρεών. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε η αναιρεσείουσα νομοτύπως και εμπροθέσμως την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, η οποία πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.

Κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν 1882/1990, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν 2523/1997, η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων ή προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ, σε καθυστέρηση πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται, ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους, και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης, κατά τις διακρίσεις των επόμενων εδαφίων της ίδιας παραγράφου του άρθρου αυτού, ανάλογα με το είδος του οφειλομένου χρέους και το ποσό της ληξιπρόθεσμης οφειλής. Με τη διάταξη αυτή προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις ενάρξεως της ποινικής ευθύνης από τη μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, ήτοι αυτή της μη καταβολής του χρέους που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί σε δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσεως και εκείνη της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Έτσι για την καθεμία από τις περιπτώσεις αυτές απαιτούνται διαφορετικά στοιχεία για τη συγκρότηση της αντίστοιχης αξιόποινης πράξεως. Περαιτέρω, με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν 2523/11.9.1997 αντικαταστάθηκε το ως άνω άρθρο 25 του Ν 1882/1990 και, αφενός μεν ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία, αφετέρου δε αυξήθηκε το ύψος του ποσού, το οποίο, όταν οφείλεται, καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής του και έτσι οι πράξεις που προηγουμένως ήταν αξιόποινες καθίστανται πλέον ανέγκλητες, αν το ύψος της ληξιπρόθεσμης οφειλής δεν υπερβαίνει το όριο του 1.000.000 δρχ. προκειμένου για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και τα 2.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά. Επομένως, κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 του Ν 2523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος τούτου, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ, ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος (χρόνος καταβολής) δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ο νόμος ως βεβαίωση χρεών εννοεί εκείνη που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση, πέραν των όσων προαναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για την καθεμία από τις ως άνω δύο κατηγορίες, αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής.

Τέλος, με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν 3220/2004, του οποίου η ισχύς άρχισε από την 1.1.2004, αντικαταστάθηκε εκ νέου το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν 1882/1990 και ορίζεται πλέον με αυτό ότι: Η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (ΔΟΥ) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της ΔΟΥ ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περ. α΄, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περ. α΄, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με το ανωτέρω άρθρο 34 του Ν 3220/2004, όπως αναφέρεται στην Εισηγητική Έκθεση του τελευταίου, επέρχονται ορισμένες τροποποιήσεις και βελτιώσεις, όσον αφορά την ποινική δίωξη των οφειλετών. Ειδικότερα, με την παρ. 1 του άρθρου αυτού: 1) Το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς τον χρόνο διαπράξεώς του, ανεξαρτήτως του ποσού καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις, όπως οι τόκοι και οι προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής ανεξαρτήτως του είδους χρέους (παρακρατούμενοι ή επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λπ.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη.

Στη συνέχεια η ως άνω διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 25 του Ν 1882/1990 αντικαταστάθηκε εκ νέου με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του Ν 3943/2011 (έναρξη ισχύος από 31.3.2011), που έχει ως εξής: «1. Όποιος δεν καταβάλλει τα βεβαιωμένα στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (ΔΟΥ) και τα τελωνεία χρέη προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) έως ένα μήνα, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, που αναφέρεται στην παρ. 5, υπερβαίνει το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περ. α΄, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περ. α΄ υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, δ) τριών τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περ. α΄ υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ. Χρόνος τέλεσης του αδικήματος είναι το χρονικό διάστημα από την παρέλευση των τεσσάρων μηνών μέχρι τη συμπλήρωση χρόνου αντίστοιχου με το 1/3 της κατά περίπτωση προβλεπόμενης προθεσμίας παραγραφής».

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από τον επισκοπούμενο πίνακα χρεών αποδεικνύεται, τα χρέη της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης βεβαιώθηκαν στη Β΄ ΔΟΥ Λάρισας την 4.6.2008 για το υπ' αριθ. 1 ποσού των 116.760,68 ευρώ και την 3.12.2010 για τα υπ' αριθ. 2 και 3 χρέη ποσών των 46.879,57 ευρώ και 52.810,73 ευρώ αντίστοιχα. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις του Ν 3220/2004, δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επί μέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου, και, συνεπώς, για τις πράξεις που τελέστηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους (δηλαδή πριν την 1.1.2004), εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις έναρξης και θεμελίωσης της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τέλεσής τους. Αντιθέτως, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέσθηκαν μετά από την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ. 1 του Ν 3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη, ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, των 50.000 ευρώ και των 120.000 ευρώ αντίστοιχα, είναι ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του Ν 3220/2004, από εκείνες του άρθρου 3 παρ. 1 του νέου Ν 3943/2011 και δεν τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, οι τελευταίες του Ν 3943/2011, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη, ενώ συγχρόνως διαφοροποιούνται και αυξάνονται και τα όρια του συνολικού χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη.

Συνεπώς, για τα χρέη που ο χρόνος καταβολής τους έπεται της 1.1.2004, εφαρμοστέες είναι οι ως άνω ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις του Ν 3220/2004, ενώ για πρόσθετα χρέη, ο χρόνος καταβολής των οποίων έπεται της 1.1.2004 και το δικαστήριο επιλαμβάνεται της εκδικάσεως της υποθέσεως μετά το άνω χρονικό διάστημα θα εφαρμοσθούν ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης, αλλά και περί επιβλητέας ποινής, και πάλιν οι ευνοϊκότερες σε κάθε περίπτωση διατάξεις του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε διά του άρθρου 34 παρ. 1 περ. γ΄ του Ν 3220/2004 που προβλέπει ποινή φυλακίσεως ενός τουλάχιστον έτους, όταν το συνολικό χρέος υπερβαίνει το ποσόν των 120.000 ευρώ και όχι οι δυσμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις του άνω άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε διά του προεκτεθέντος άρθρου 3 παρ. 1 του Ν 3943/31.3.2011, που προβλέπει αυστηρότερη ποινή φυλακίσεως ενός τουλάχιστον έτους, όταν το συνολικό χρέος υπερβαίνει το ποσόν των 50.000 ευρώ και τουλάχιστον τριών ετών, όταν το συνολικό χρέος υπερβαίνει το ποσόν των 120.000 ευρώ. Τούτο δε διότι, σε περίπτωση συνδρομής χρεών βεβαιωθέντων, όπως στην προκειμένη περίπτωση ενός χρέους του 2008 και δύο χρεών της 1.11.2011, πριν και μετά την τροποποίηση του άρθρου 25 εδ. γ΄ του Ν 1882/1990 με το άρθρο 3 παρ. 1 του νέου Ν 3943/31.3.2011, ως προς τις προβλεπόμενες ποινές, ανάλογα των ποσών χρέους, ορθότερο κρίνεται να γίνεται υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στο προϊσχύσαν ευμενέστερο δίκαιο (Ν 3220/2004), σύμφωνα με το άρθρο 2 ΠΚ και 7 παρ. 1β΄ του Συντ., το Δικαστήριο δε οφείλει να εφαρμόσει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις με τιμώρηση επιεικέστερη για ένα ενιαίο αδίκημα μη καταβολής του συνόλου των χρεών και δεν πρέπει να γίνει διάσπαση των χρεών, γιατί τότε θα είχαμε δύο συρρέοντα αδικήματα. Επομένως, αφού από την προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κήρυξε την κατηγορουμένη ένοχη, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2β΄ του ΠΚ, για μη καταβολή τριών χρεών της προς το Δημόσιο, όχι κατ' εξακολούθηση, και της επέβαλε για τα παραπάνω τρία χρέη, με χρόνους τελέσεως 1.12.2008 και 1.6.2011και 1.6.2011 αντίστοιχα, μία ποινή φυλακίσεως 18 μηνών, με αναφορά στη σελ. 29 και εφαρμογή ενιαία και του προαναφερθέντος άρθρου 3 παρ. 1 του νεότερου Ν 3943/2011, που προβλέπει αυστηρότερο πλαίσιο ποινής φυλακίσεως, εσφαλμένα εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και απέρριψε προβληθέντα σχετικό ισχυρισμό της κατηγορουμένης και είναι βάσιμος ο συναφής από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως. Ήτοι πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση εν μέρει κατά τις διατάξεις της που αφορούν την επιβληθείσα ποινή. Μετά από αυτά, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).

[...]

 

back to top