Νομολογία , Νομοθεσία

ΣτΕ Δ΄ Τμ. 3046/2017 επταμ. Αλλοδαποί – Έκδοση – Άσυλο – ΥΑ περί έκδοσης (στη Ρωσία) – Ένδικη προστασία – Δικαιοδοσία ΣτΕ - Σχέση μεταξύ της διαδικασίας έκδοσης και της διαδικασίας χορήγησης διεθνούς προστασίας

https://dspatras-news.blogspot.gr/2017/12/blog-post_29.html

 

 ΣτΕ Δ΄ Τμ. 3046/2017 επταμ. Αλλοδαποί – Έκδοση – Άσυλο – ΥΑ περί έκδοσης (στη Ρωσία) – Ένδικη προστασία – Δικαιοδοσία ΣτΕ - Σχέση μεταξύ της διαδικασίας έκδοσης και της διαδικασίας χορήγησης διεθνούς προστασίας

Πηγή: /www.humanrightscaselaw.gr/

(Α) Η έκδοση στην Ρωσική Ομοσπονδία των καταδιωκομένων για εγκλήματα ή καταζητουμένων προκειμένου να εκτίσουν ποινή διέπεται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως της 13ης Δεκεμβρίου 1957 –η οποία κυρώθηκε από την Ελλάδα με τον 
ν. 4165/1961 και ετέθη σε ισχύ ως προς την Ρωσική Ομοσπονδία από 9.3.2000, σύμφωνα με τα στοιχεία του Συμβουλίου της Ευρώπης–, και από την από 21.5.1981 Σύμβαση δικαστικής αρωγής σε αστικές και ποινικές υποθέσεις μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Ε.Σ.Δ.Δ., η οποία κυρώθηκε από την Ελλάδα με τον ν. 1242/1982 και διατηρήθηκε σε ισχύ δυνάμει του από 13.12.1995 Πρωτοκόλλου μεταξύ των Κυβερνήσεων της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Ρωσικής Ομοσπονδίας – Για τη ρύθμιση ζητημάτων που δεν ρυθμίζονται από τις ως άνω διεθνείς συμβάσεις, εφαρμόζεται συμπληρωματικώς ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας (Κ.Π.Δ. - π.δ. 258/1986) στα άρθρα 436 επ. του οποίου διαρθρώνεται η διαδικασία της εκδόσεως σε δύο φάσεις: Κατά την πρώτη φάση, ανατίθεται σε όργανα της δικαστικής εξουσίας (Συμβούλιο Εφετών, και, επί εφέσεως, Άρειος Πάγος σε συμβούλιο), με προφανή σκοπό την εξασφάλιση μειζόνων εγγυήσεων, η διαπίστωση της συνδρομής των προϋποθέσεων (θετικών και αρνητικών) υπό τις οποίες επιτρέπεται η έκδοση κατά τις διατάξεις του Κώδικα ή της τυχόν υφισταμένης συμβάσεως περί εκδόσεως και εάν μεν τα δικαστικά όργανα γνωμοδοτήσουν αμετακλήτως κατά της εκδόσεως, η διαδικασία τερματίζεται, ενώ, εάν γνωμοδοτήσουν αμετακλήτως υπέρ της εκδόσεως, κρίνοντας ότι δεν υφίσταται σχετική απαγόρευση και ότι συντρέχουν όλες οι προβλεπόμενες κατά νόμο θετικές προϋποθέσεις, ακολουθεί η δεύτερη φάση της διαδικασίας, κατά την οποία ο Υπουργός Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ασκώντας την παρεχομένη επί του ζητήματος ευρύτατη διακριτική ευχέρεια, μπορεί είτε να διατάξει την έκδοση του εκζητουμένου είτε, αντίθετα, να απορρίψει το αίτημα των αλλοδαπών αρχών, λαμβάνοντας, μεταξύ άλλων, υπ’ όψιν τις διεθνείς σχέσεις της Χώρας και την τήρηση της αρχής της αμοιβαιότητας – Ως έχει κριθεί στη νομολογία του ΣτΕ, η απόφαση του αρμόδιου Υπουργού, με την οποία διατάσσεται η έκδοση αλλοδαπού, δεν συνιστά πράξη αναγόμενη στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης, αλλά εκτελεστή πράξη διοικητικής αρχής, κατά την έννοια των άρθρων 95 παρ. 1 περ. α΄ του Συντάγματος και 45 παρ. 1 του π.δ. 18/1989, ούτε εξαιρείται του ακυρωτικού ελέγχου, χαρακτηριζόμενη ως κυβερνητική πράξη κατά την έννοια του άρθρου 45 παρ. 5 του π.δ. 18/1989, εφ’ όσον τούτο αφ’ ενός θα καθιστούσε ανέφικτο τον δικαστικό έλεγχο της τηρήσεως, εκ μέρους του Υπουργού, των θεσπιζομένων με τις διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας και των διεθνών συμβάσεων εγγυήσεων υπό τις οποίες κρίνεται το αίτημα εκδόσεως και αφ’ ετέρου θα απέκλειε και τον δικαστικό έλεγχο του σεβασμού του καθεστώτος προστασίας που θεσπίζεται με το άρθρο 5 παρ. 2 του Συντάγματος, το οποίο απαγορεύει απολύτως την έκδοση αλλοδαπού διωκόμενου για την υπέρ της ελευθερίας δράση του 
(Β) Εν όψει των ανωτέρω, οι διαφορές που γεννώνται από την προσβολή αποφάσεων περί εκδόσεως αλλοδαπού, οι οποίες εκδίδονται κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και των μνημονευθεισών διεθνών συμβάσεων και άπτονται των διεθνών σχέσεων της Χώρας, δεν περιλαμβάνονται στις διαφορές που αναφύονται από την προσβολή ατομικών πράξεων εκδοθεισών κατ’ εφαρμογή της νομοθεσίας περί αλλοδαπών, οι οποίες υπήχθησαν, δυνάμει του άρθρου 15 του ν. 3068/2002, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 49 του ν. 3900/2010 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 67 του ν. 4055/2012, στην ακυρωτική αρμοδιότητα των διοικητικών πρωτοδικείων – Αρμοδίως, ως εκ τούτου, ασκείται η κρινόμενη αίτηση ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, στον ακυρωτικό έλεγχο του οποίου υπάγεται η προσβαλλόμενη απόφαση ως εκτελεστή πράξη διοικητικής αρχής, η οποία δεν φέρει τα χαρακτηριστικά κυβερνητικής πράξης
(Γ) Μία εκ των διαδικαστικών εγγυήσεων που επιφυλάσσει η οδηγία 2013/32 στους αιτούντες διεθνή προστασία είναι το δικαίωμα παραμονής τους στο κράτος μέλος μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας εξέτασης της αιτήσεώς τους και, σε περίπτωση ασκήσεως ενδίκου μέσου κατά της απορριπτικής απόφασης επ’ αυτής, έως την έκβαση της σχετικής δίκης, τούτο δε προκειμένου να διασφαλισθεί η αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας – Η οδηγία προβλέπει τη δυνατότητα εισαγωγής εξαιρέσεων από το δικαίωμα παραμονής κατά τη διοικητική εξέταση της αίτησης στις περιοριστικά αναφερόμενες στο άρθρο 9 παρ. 2 περιπτώσεις, μεταξύ των οποίων και η έκδοση αιτούντος διεθνή προστασία σε τρίτη χώρα, μόνο όμως υπό την προϋπόθεση ότι δεν παραβιάζεται η αρχή της μη επαναπροώθησης (η οποία απαγορεύει την έκδοση αλλοδαπού σε κράτος όπου κινδυνεύει να υποστεί δίωξη για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 33 παρ. 1 της Σύμβασης της Γενεύης ή μεταχείριση αντίθετη με το άρθρο 3 ΕΣΔΑ), και, πάντως, δεν απαγορεύει τη θέσπιση ευνοϊκότερων διαδικαστικών απαιτήσεων από τα κράτη μέλη, υπό την προϋπόθεση ότι οι απαιτήσεις αυτές συνάδουν με την οδηγία
(Δ) Από τις διατάξεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Εκδόσεως, των άρθρων 438 επ. Κ.Π.Δ., του άρθρου 33 της Διεθνούς Συμβάσεως της Γενεύης περί της νομικής καταστάσεως των προσφύγων, του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ, της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, «σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας» της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ, «σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας», καθώς και των διατάξεων με τις οποίες οι εν λόγω Οδηγίες μεταφέρθηκαν στην ελληνική έννομη τάξη (αντίστοιχα, π.δ. 141/2013 και Τρίτου Μέρος του ν. 4375/2016, όπως τροποποιήθηκε με τον ν. 4399/2016), που διέπουν αφ’ ενός τη διαδικασία έκδοσης αλλοδαπού και αφ’ ετέρου τη διαδικασία χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας συνάγεται ότι πρόκειται για δύο διακριτές διαδικασίες, οι οποίες επιδιώκουν διαφορετικούς σκοπούς και διέπονται από διαφορετικά νομικά κριτήρια – Η μεν πρώτη διαδικασία έχει ως σκοπό την διά της διεθνούς συνεργασίας πάταξη του εγκλήματος, ανατίθεται, κατά βάση, σε όργανα της δικαστικής εξουσίας, διασφαλίζοντας μείζονες εγγυήσεις για την προστασία των δικαιωμάτων του εκζητουμένου, στο πλαίσιο δε αυτής εξετάζεται, μεταξύ άλλων, από τα δικαστικά όργανα και η συνδρομή, ως αρνητικής προϋπόθεσης που κωλύει την έκδοση, της αρχής της μη επαναπροώθησης, σε περίπτωση που ο εκζητούμενος αντιτάξει φόβο δίωξης για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 33 παρ. 1 της Σύμβασης της Γενεύης ή κίνδυνο μεταχείρισης αντίθετης με το άρθρο 3 ΕΣΔΑ έναντι του εκζητούντος κράτους – Η δεύτερη διαδικασία, η οποία οργανώνεται στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου, στοχεύει στη χορήγηση ειδικού καθεστώτος προστασίας στους πρόσφυγες ή στα πρόσωπα που χρήζουν προστασίας για άλλο λόγο υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζονται ειδικώς στην οικεία νομοθεσία, ανατίθεται σε διοικητικά όργανα και διέπεται από ειδικές διαδικαστικές εγγυήσεις που διασφαλίζουν τη σφαιρική και αποτελεσματική εκτίμηση των αναγκών διεθνούς προστασίας των αιτούντων σε εξατομικευμένη βάση, την προστασία από την επαναπροώθηση καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας και δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου – Οι ως άνω διαδικασίες είναι μεν ανεξάρτητες και βαίνουν, κατ’ αρχήν, παραλλήλως, δεν αποκλείεται όμως να διασταυρωθούν, σε περίπτωση, κατά την οποία, εκκρεμούσης της διαδικασίας εκδόσεως κατόπιν αιτήματος της χώρας καταγωγής του εκζητουμένου, ο τελευταίος υποβάλει στα αρμόδια διοικητικά όργανα αίτηση για τη χορήγηση διεθνούς προστασίας έναντι του εκζητούντος κράτους – Στην περίπτωση αυτή η ανάγκη προστασίας του εκζητουμένου από την επαναπροώθηση που συνεπάγεται η πραγματοποίηση της έκδοσης, επιβάλλει τη νομική και χρονική ιεράρχηση των δύο διαδικασιών, η οποία ρυθμίζεται από την ήδη ισχύουσα διάταξη του άρθρου 37 παρ. 2 του ν. 4375/2016, σε συνδυασμό με τα άρθρα 34 περ. ε΄ και 64 του νόμου αυτού, όπου ορίζεται ότι κανένας δεν εκδίδεται πριν εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση, ήτοι απόφαση η οποία δεν υπόκειται πλέον σε αίτηση ακυρώσεως, επί της αιτήσεως διεθνούς προστασίας που έχει υποβάλει, εφ’ όσον επικαλείται φόβο δίωξης στο εκζητούν κράτος. Κατά την έννοια της ρύθμισης αυτής –η οποία επαναλαμβάνεται αυτούσια σε όλα τα νομοθετήματα που εκδόθηκαν προς ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία της προγενέστερης οδηγίας 2005/85/ΕΚ σχετικά με τη διαδικασία ασύλου, ορθώς ερμηνευομένης εν όψει και της ανάγκης τηρήσεως των διεθνών υποχρεώσεων της Χώρας που απορρέουν τόσο από τις διεθνείς συμβάσεις περί εκδόσεως όσο και από τη Σύμβαση της Γενεύης και την Ε.Σ.Δ.Α., νομίμως μεν εκδίδεται η απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης με την οποία, επί τη βάσει των θετικών γνωμοδοτήσεων των δικαστικών συμβουλίων, διατάσσεται η έκδοση και η παράδοση του αλλοδαπού στην εκζητούσα χώρα καταγωγής του, πριν να επιδοθεί και να καταστεί τελεσίδικη η απόφαση επί της αιτήσεως διεθνούς προστασίας του εκζητουμένου, ωστόσο η επέλευση των εννόμων αποτελεσμάτων της εκδόσεως διά της υλοποιήσεως της παραδόσεως του εκζητουμένου στις αρχές του εκζητούντος κράτους αναστέλλεται εκ του νόμου μέχρι την τελεσιδικία της απορριπτικής επί της αιτήσεως διεθνούς προστασίας αποφάσεως – Και εάν μεν δεν ασκηθεί αίτηση ακυρώσεως εντός της νομίμου προθεσμίας κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως ή η ασκηθείσα αίτηση ακυρώσεως απορριφθεί, η απόφαση που διατάσσει την έκδοση και την παράδοση αναπτύσσει πλήρως τις έννομες συνέπειές της διά της εκτελέσεώς της με την παράδοση του εκζητουμένου στις αρχές του εκζητούντος κράτους, ενώ σε κάθε άλλη περίπτωση εκκρεμοδικίας ισχύει η πρόνοια του νόμου, όπως αυτή προβλέπεται ειδικώς στις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 37 παρ. 2, 34 ε΄ και 64 του ν. 4375/2016, σύμφωνα με την οποία ο αιτηθείς διεθνή προστασία δεν εκδίδεται πριν εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση που δεν υπόκειται πλέον σε άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως, με την οποία κρίνεται ότι ο υπό έκδοση αλλοδαπός δεν δικαιούται να αναγνωρισθεί ως πρόσφυγας ή δικαιούχος επικουρικής προστασίας, κατά περίπτωση – Εξ άλλου, η δυνατότητα αναστολής της παραδόσεως του εκζητουμένου, για τον οποίο έχει ήδη ληφθεί και κοινοποιηθεί στις αρχές του εκζητούντος κράτους απόφαση περί εκδόσεώς του στο κράτος αυτό, αναγνωρίζεται και από τις διατάξεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Εκδόσεως που προβλέπουν τον ορισμό νέας ημερομηνίας παράδοσης όταν αυτή παρεμποδίζεται από λόγους ανωτέρας βίας (άρθρο 18 παρ. 5), περίπτωση που συντρέχει και όταν η πραγματοποίηση της παράδοσης τελεί σε αναστολή βάσει διατάξεως νόμου του κράτους που διατάσσει την έκδοση, ως εν προκειμένω η διάταξη του άρθρου 37 παρ. 2 του ν. 4375/2016 – Περαιτέρω, η ανωτέρω ρύθμιση, δυνάμει της οποίας απαγορεύεται έως το χρονικό σημείο της τελεσιδικίας της απόφασης επί της αιτήσεως διεθνούς προστασίας η εκτέλεση της αποφάσεως εκδόσεως διά της παραδόσεως του εκζητουμένου στις αρχές της εκζητούντος κράτους έναντι του οποίου επικαλείται φόβο δίωξης, δεν διακυβεύει τους θεμιτούς σκοπούς της έκδοσης ούτε οδηγεί σε αδυναμία τήρησης των διεθνών υποχρεώσεων της Χώρας, εν όψει αφ’ ενός των ασφαλιστικών δικλείδων της διαδικασίας ασύλου προς αντιμετώπιση απαράδεκτων, προφανώς αβάσιμων, μεταγενέστερων και καταχρηστικών αιτήσεων και ταχεία κατά προτεραιότητα εξέταση αιτήσεων προσώπων που τελούν υπό κράτηση και αφ’ ετέρου των παρεχομένων δικονομικών δυνατοτήτων για την κατά προτεραιότητα εκδίκαση από τα διοικητικά δικαστήρια υποθέσεων με επείγοντα χαρακτήρα – Ειδικότερα, στις περιπτώσεις αυτές παρίσταται αναγκαία η κατά προτεραιότητα εκδίκαση και έκδοση αποφάσεως επί της αιτήσεως ακυρώσεως κατά της απορριπτικής επί της αιτήσεως διεθνούς προστασίας του εκζητουμένου πράξεως, είτε κατόπιν αυτεπάγγελτων ενεργειών του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί η αίτηση ακυρώσεως είτε κατόπιν αιτήσεως του Δημοσίου, κατά τρόπο ώστε η δικαστική απόφαση να επιλύει στον απολύτως αναγκαίο χρόνο την εκκρεμή διαφορά από την οποία εξαρτάται η εκτέλεση της αποφάσεως περί εκδόσεως και, πάντως, πριν την επέλευση του προβλεπομένου στο άρθρο 452 παρ. 2 τελ. εδ. Κ.Π.Δ. απώτατου χρονικού διαστήματος των δύο ετών και έξι μηνών κράτησης του εκζητουμένου, ώστε να μην καθίσταται επισφαλής η πραγματοποίηση της εκδόσεως – Εξ άλλου, η ρύθμιση αυτή (άρθρο 37 παρ. 2 τελευταίο εδάφιο του ν. 4376/2016), με την οποία εκδηλώνεται η βούληση του εθνικού νομοθέτη να εξασφαλίσει αυξημένη προστασία στην ως άνω κατηγορία προσώπων (αιτούντων διεθνή προστασία που τελούν υπό έκδοση και επικαλούνται φόβο δίωξης έναντι του εκζητούντος κράτους), συνάδει με την Οδηγία 2013/32/ΕΕ, διότι, κατά πρώτον, δεν εμπίπτει στις προβλεπόμενες στο άρθρο 9 παρ. 2 της οδηγίας εξαιρέσεις από το δικαίωμα παραμονής μέχρι την ολοκλήρωση της διοικητικής διαδικασίας, και, κατά δεύτερον, εισάγει ευνοϊκότερες απαιτήσεις, ήτοι μείζονες διαδικαστικές εγγυήσεις ως προς την ένδικη προστασία, οι οποίες στοιχούν προς τον σκοπό και τις απαιτήσεις της Οδηγίας προς εξασφάλιση αποτελεσματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου, κατά τρόπο ώστε να διασφαλίζεται η τήρηση της αρχής της μη επαναπροώθησης καθ’ όλη τη διάρκεια εξέτασης της αίτησης διεθνούς προστασίας του εκζητουμένου όχι μόνο έως την έκβαση της προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου κατά την έννοια της Οδηγίας (η οποία ήδη με τον ν. 4375/2016 αντιστοιχεί, κατά την αντίληψη του εθνικού νομοθέτη, με την προσφυγή ενώπιον της Επιτροπής Προσφυγών, η οποία οργανώνεται με τα χαρακτηριστικά «δικαστηρίου» κατά την έννοια του ενωσιακού δικαίου), αλλά έως την έκδοση τελεσίδικης απόφασης κατά την έννοια του άρθρου 64 του ν. 4375/2016, ήτοι απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου που επιλαμβάνεται αιτήσεως ακυρώσεως κατά αποφάσεως της ως άνω Επιτροπής – Συνεπώς, εν όψει των όσων εκτέθησαν ανωτέρω, κατά την έννοια των άρθρων 37 παρ. 2, 34 περ. ε΄ και 64 του ν. 4375/2016 είναι νόμιμη η έκδοση της αποφάσεως του Υπουργού Δικαιοσύνης περί εκδόσεως και παραδόσεως αλλοδαπού στο εκζητούν κράτος, έναντι του οποίου επικαλείται φόβο δίωξης, και πριν την τελεσιδικία της απορριπτικής επί της αιτήσεως διεθνούς προστασίας του εκζητουμένου αποφάσεως, από την οποία (τελεσιδικία) εξαρτάται η εκτέλεσή της
[με μειοψηφία ενός Συμβούλου και μίας Παρέδρου, σύμφωνα με την οποία η διάταξη του άρθρου 37 παρ. 2 του ν. 4375/2016 έχει την έννοια ότι δεν είναι επιτρεπτή η έκδοση της, κατ’ άρθρο 452 παρ. 1 ΚΠοινΔ, υπουργικής απόφασης, με την οποία διατάσσεται η έκδοση και παράδοση αλλοδαπού στο εκζητούν κράτος, πριν καταστεί τελεσίδικη, κατά την έννοια του άρθρου 34 περ. ε΄ του ίδιου ως άνω νόμου, η απόφαση περί απορρίψεως αιτήσεως διεθνούς προστασίας που έχει υποβάλει ο εκζητούμενος, επικαλούμενος φόβο δίωξης στο κράτος αυτό]

ΝΕΟΣ ΝΟΜΟΣ 4509-2017 ΦΕΚ 201-22.12.2017 Τροποποιήσεις σε ΠΚ, ΑΚ, ΚΠολΔ, ΚΔΔ κλπ

ΝΕΟΣ ΝΟΜΟΣ 4509-2017 ΦΕΚ 201-22.12.2017

Τροποποιήσεις σε ΠΚ, ΑΚ, ΚΠολΔ, ΚΔΔ κλπ

 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΑ:

 

Διατάξεις για το συναινετικό διαζύγιο

1. Το άρθρο 1438 του Αστικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 1438

Ο γάμος μπορεί να λυθεί με διαζύγιο, το οποίο απαγγέλλεται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση ή με συμφωνία μεταξύ των συζύγων, όπως ορίζεται στο άρθρο 1441.».

2. Το άρθρο 1441 του Αστικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 1441

1. Οι σύζυγοι μπορούν με έγγραφη συμφωνία να λύσουν τον γάμο τους. Η συμφωνία αυτή συνάπτεται μεταξύ των συζύγων με την παρουσία πληρεξούσιου δικηγόρου για καθέναν από αυτούς και υπογράφεται από τους ίδιους και από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους ή μόνον από τους τελευταίους, εφόσον είναι εφοδιασμένοι με ειδικό πληρεξούσιο. Η πληρεξουσιότητα πρέπει να έχει δοθεί μέσα στον τελευταίο μήνα πριν από την υπογραφή της συμφωνίας.

2. Αν υπάρχουν ανήλικα τέκνα, για να λυθεί ο γάμος πρέπει να ρυθμίζεται η επιμέλειά τους, η επικοινωνία με αυτά και η διατροφή τους, με την ίδια ή με άλλη έγγραφη συμφωνία μεταξύ των συζύγων, που υπογράφεται όπως ορίζεται στην παράγραφο 1 και ισχύει για δύο (2) έτη τουλάχιστον.

3.α) Η έγγραφη συμφωνία για τη λύση του γάμου, καθώς και η συμφωνία για την επιμέλεια, την επικοινωνία και τη διατροφή των ανήλικων τέκνων υποβάλλονται από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του κάθε συζύγου, μαζί με τα ειδικά πληρεξούσια σε συμβολαιογράφο.

β) Η κατάρτιση της συμβολαιογραφικής πράξης της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου απέχει τουλάχιστον δέκα (10) ημέρες από την έγγραφη συμφωνία των συζύγων, η ημερομηνία της οποίας αποδεικνύεται με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των συζύγων από τη Γραμματεία του Ειρηνοδικείου της έδρας του συμβολαιογράφου που θα καταρτίσει τη συμβολαιογραφική πράξη.

4. Ο συμβολαιογράφος συντάσσει πράξη με την οποία βεβαιώνει τη λύση του γάμου, επικυρώνει τις συμφωνίες των συζύγων και τις ενσωματώνει σε αυτή. Τη συμβολαιογραφική πράξη υπογράφουν οι σύζυγοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους ή μόνον οι τελευταίοι, εφόσον είναι εφοδιασμένοι με ειδικό πληρεξούσιο. Η πληρεξουσιότητα πρέπει να έχει δοθεί μέσα στον τελευταίο μήνα πριν από την υπογραφή της πράξης. Όταν η βεβαίωση αφορά στην επιμέλεια, επικοινωνία και διατροφή των ανήλικων τέκνων, η πράξη  αποτελεί εκτελεστό τίτλο, εφόσον έχουν συμπεριληφθεί στη συμφωνία οι ρυθμίσεις των άρθρων 950 και 951 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Μετά τη λήξη ισχύος της επικυρωμένης συμφωνίας, μπορεί να ρυθμίζεται η επιμέλεια, η επικοινωνία και η διατροφή των τέκνων για περαιτέρω χρονικό διάστημα με νέα συμφωνία και με την ίδια διαδικασία.

5. Η λύση του γάμου επέρχεται με την κατάθεση αντιγράφου της συμβολαιογραφικής πράξης στο ληξιαρχείο όπου έχει καταχωρισθεί η σύσταση του γάμου.».

3. Η ρύθμιση της προηγούμενης παραγράφου 5 δεν καταλαμβάνει τις ήδη κατατεθειμένες αιτήσεις στα δικαστήρια, οι οποίες εκδικάζονται κατά τη διαδικασία που ίσχυε κατά τον χρόνο της κατάθεσής τους. 4. Σε περίπτωση θρησκευτικού γάμου, παραγγέλλεται η λύση αυτού από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών, ύστερα από αίτηση του έχοντος έννομο συμφέρον η οποία συνοδεύεται από αντίγραφο της συμβολαιογραφικής πράξης. Η αίτηση με την παραγγελία συνυποβάλλονται στην

Ιερά Μητρόπολη στην οποία ανήκει ο ιερός ναός όπου τελέστηκε ο γάμος. Η πνευματική λύση του γάμου είναι υποχρεωτική.

 

 

Τροποποίηση του άρθρου 686 του ΚώδικαΠολιτικής Δικονομίας

Η παράγραφος 6 του άρθρου 686 του Κώδικα Πολιτικής

Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:

«6. Στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων στο μονομελές πρωτοδικείο ή στο ειρηνοδικείο η πρόσθετη παρέμβαση και η ανταίτηση μπορεί να ασκηθεί και προφορικά.».

 

 

 

 

Τροποποιήσεις του π.δ. 18/1989

1. Στο άρθρο 33 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8) προστίθεται παράγραφος 6 ως εξής:

«6. Οι διάδικοι μπορούν να συμφωνήσουν ότι δεν θα εμφανισθούν στο ακροατήριο, αλλά θα παραστούν με κοινή δήλωση που υπογράφεται από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους. Τέτοια δήλωση μπορεί να γίνει και από έναν ή ορισμένους μόνο πληρεξούσιους. Η δήλωση κατατίθεται από τον πληρεξούσιο δικηγόρο ή, σε περίπτωση κοινής δήλωσης, από έναν τουλάχιστον πληρεξούσιο

δικηγόρο, στον αρμόδιο γραμματέα, το αργότερο έως την παραμονή της δικασίμου.».

2. Στο άρθρο 53 του π.δ. 18/1989 προστίθεται παράγραφος 6 ως εξής:

«6. Επιτρέπεται πάντοτε η άσκηση αίτησης αναιρέσεως ανεξαρτήτως ποσού, ακόμη και εάν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 3, όταν η προσβαλλόμενη απόφαση έρχεται σε αντίθεση με τελεσίδικη απόφαση άλλου δικαστηρίου που επιλύει υπόθεση του ιδίου φορολογικού αντικειμένου εκ κληρονομίας, η οποία στηρίζεται στην ίδια νομική και πραγματική βάση, ακόμη και για διαφορετικό διάδικο.».

3. Η αίτηση αναιρέσεως της παραγράφου 2 μπορεί να κατατεθεί εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών από τη δημοσίευση του παρόντος.

 

 

«Άρθρο 358

Παραβίαση της υποχρέωσης για διατροφή και της συμφωνίας για επικοινωνία

1. Όποιος κακόβουλα παραβιάζει την υποχρέωση διατροφής που του την έχει επιβάλει ο νόμος και έχει αναγνωρίσει, έστω και προσωρινά, το δικαστήριο ή προκύπτει από συμφωνία που έχει επικυρώσει ο συμβολαιογράφος κατά το άρθρο 1441 του Αστικού Κώδικα, με τρόπο τέτοιο ώστε ο δικαιούχος να υποστεί στερήσεις ή να αναγκαστεί να δεχτεί βοήθεια άλλων, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός (1) έτους.

2. Όποιος με πρόθεση δεν συμμορφώνεται σε συμφωνία που επικυρώθηκε από συμβολαιογράφο κατά το άρθρο 1441 του Αστικού Κώδικα και αφορά την επικοινωνία των ανήλικων τέκνων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη

διάταξη.».

 

 

Άρθρο 31

Τροποποίηση του Κώδικα Δικηγόρων

Μετά το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου

61 του Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013, Α΄ 208) προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Η υποχρέωση προκαταβολής της παράστασης κατά τη συζήτηση κάθε είδους ενδίκων βοηθημάτων ή μέσων θεωρείται τυπική παράλειψη η οποία μπορεί να καλυφθεί μετά τη συζήτηση και πριν από την έκδοση της απόφασης, ύστερα από σχετική ειδοποίηση του πληρεξούσιου δικηγόρου από τo δικαστήριο.».

 

 

Άρθρο 25

Τροποποιήσεις του

Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας

1. Tο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 70 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:

«Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η άσκηση δεύτερης προσφυγής, όταν η πρώτη έχει απορριφθεί τελεσιδίκως για οποιονδήποτε τυπικό λόγο και σε κάθε περίπτωση, εκτός από αυτή της απόρριψής της ως εκπρόθεσμης, καθώς και όταν ο προσφεύγων κλήθηκε κατ’ εφαρμογή των άρθρων

28 παράγραφος 3, 139A και 277 παράγραφος 1 του παρόντος Κώδικα.».

2. Στην παράγραφο 4 του άρθρου 92 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας προστίθεται περίπτωση στ΄ ως εξής:

«στ) αν η προσβαλλόμενη απόφαση έρχεται σε αντίθεση με απόφαση άλλου δικαστηρίου που επιλύει υπόθεση φορολογικού αντικειμένου εκ κληρονομίας η οποία στηρίζεται στην ίδια νομική και πραγματική βάση ακόμη και για διαφορετικό διάδικο.».

3. Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 καταλαμβάνουν και τις εκκρεμείς υποθέσεις, δύναται δε να ασκηθεί δεύτερη προσφυγή κατά την παράγραφο 1 ή έφεση κατά την παράγραφο 2 εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών από τη δημοσίευση του παρόντος. Δεύτερη προσφυγή δεν δύναται να ασκηθεί αν έχουν περάσει τρία (3) έτη από τη δημοσίευση της απορριπτικής απόφασης.

 

 

4. Οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 110 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας αντικαθίστανται ως εξής:

«3. Ως προς τη διαδικασία των παραγράφων 1 και 2 εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις που ρυθμίζουν την εκδίκαση του ενδίκου βοηθήματος ή μέσου, το οποίο προκάλεσε την έκδοση της απόφασης.

4. Η διαδικασία της αυτεπάγγελτης διόρθωσης δεν υπόκειται σε προθεσμία και κινείται με πράξη του Προέδρου του συμβουλίου διεύθυνσης ή του Δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο ή του εισηγητή Δικαστή, με την οποία προσδιορίζονται τα λάθη και εισάγεται σε συμβούλιο, εφαρμοζομένης αναλόγως της διάταξης του άρθρου 126Α του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας.».

 

5. Στην παράγραφο 3 του άρθρου 126 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας προστίθεται δεύτερο εδάφιο ως εξής:

«Μαζί με τα ένδικα βοηθήματα ή μέσα κατατίθεται και αντίγραφο της προσβαλλόμενης ατομικής διοικητικής πράξης ή της δικαστικής απόφασης, εφόσον έχουν κοινοποιηθεί.».

 

6. Η παράγραφος 1 του άρθρου 139Α του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Αν υπάρχουν τυπικές παραλείψεις, ο Πρόεδρος του πολυμελούς δικαστηρίου ή ο εισηγητής ή ο Δικαστής του μονομελούς δικαστηρίου καλεί, και μετά τη συζήτηση, τον πληρεξούσιο δικηγόρο ή τον υπογράφοντα το δικόγραφο δικηγόρο, στους οποίους έχει χορηγηθεί σχετική πληρεξουσιότητα, σε κάθε περίπτωση, είτε αυτοί έχουν παρασταθεί αυτοπροσώπως ή με δήλωση είτε δεν έχουν παρασταθεί, ή τον διάδικο, στην περίπτωση που ο τελευταίος παρίσταται αυτοπροσώπως, να τις συμπληρώσουν ή να τις καλύψουν, τάσσοντας εύλογη κατά την κρίση του προθεσμία. Τα στοιχεία που προσκομίζονται για την κάλυψη των τυπικών παραλείψεων επιτρέπεται να είναι και

μεταγενέστερα της συζήτησης.».

 

 

8. Στο τέλος της παραγράφου 2 του άρθρου 218 του

Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας προστίθεται δεύτερο εδάφιο ως εξής:

«Ειδικώς, όταν πρόκειται για κατασχέσεις εις χείρας πιστωτικών ιδρυμάτων, αρμόδιο είναι και το δικαστήριο του τόπου κατοικίας του οφειλέτη.».

9. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 277 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:

«4. Κατά την κατάθεση του εισαγωγικού δικογράφου των ενδίκων βοηθημάτων και μέσων της παραγράφου 3 καταβάλλεται από τον υπόχρεο το 1/3 του κατά την προηγούμενη παράγραφο παραβόλου, έως δε την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης τα υπόλοιπα 2/3 αυτού, εφαρμοζομένης της

διάταξης του άρθρου 139Α.».

10. Οι διατάξεις των παραγράφων 6 και 9 εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς δίκες. Σε περίπτωση ενδίκων βοηθημάτων ή μέσων που έχουν απορριφθεί, αυτά μπορεί να ασκηθούν εκ νέου εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών από τη δημοσίευση του παρόντος και με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 του άρθρου 94 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, όπως ισχύει.

 

 

Άρθρο 42

Ευρωπαϊκή Διαταγή Δέσμευσης Λογαριασμού

Εισάγεται «Κεφάλαιο Θ΄» στο Βιβλίο Πέμπτο (Ασφαλιστικά Μέτρα) του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αποτελούμενο από ένα άρθρο με αριθμό 738Α, ως εξής:

«ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θ΄

ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΔΙΑΤΑΓΗ

ΔΕΣΜΕΥΣΗΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥ

Άρθρο 738Α

1. Αρμόδιος να εκδώσει Ευρωπαϊκή Διαταγή Δέσμευσης Λογαριασμού σύμφωνα με τον Κανονισμό 655/2014 είναι για απαίτηση της αρμοδιότητας ειρηνοδικείου ο ειρηνοδίκης και για κάθε άλλη απαίτηση ο δικαστής του μονομελούς πρωτοδικείου.

2. Ο δικαστής απορρίπτει εν όλω ή εν μέρει την αίτηση: α) αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του Κανονισμού για την έκδοση της διαταγής, β) αν ο αιτών δεν υποβάλει τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το άρθρο 8 του Κανονισμού ή δεν συμπληρώνει ή διορθώνει την αίτηση εντός της προθεσμίας που όρισε ο δικαστής. Η απορριπτική απόφαση περιέχει συνοπτική αιτιολογία και

γνωστοποιείται επιμελεία του δικαστηρίου στον αιτούντα. Η γνωστοποίηση μπορεί να γίνεται και με ηλεκτρονικό μήνυμα στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αιτούντος, με ηλεκτρονική υπογραφή και ηλεκτρονικό αποδεικτικό παραλαβής. Κατά της απορριπτικής απόφασης επιτρέπεται έφεση εντός τριάντα (30) ημερών από τη γνωστοποίησή της. Η έφεση εκδικάζεται από το αρμόδιο κατά τις γενικές διατάξεις δικαστήριο κατά τη διαδικασία του άρθρου 11 του Κανονισμού.

3. Ο οφειλέτης έχει τα δικαιώματα που προβλέπονται στα άρθρα 33 έως 38 του Κανονισμού. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του Κανονισμού, για την εκτέλεση της Ευρωπαϊκής Διαταγής Δέσμευσης Λογαριασμού εφαρμόζονται οι διατάξεις της αναγκαστικής κατάσχεσης απαιτήσεων στα χέρια τρίτου και το πιστωτικό ίδρυμα, εκείνος που επέβαλε την κατάσχεση και ο οφειλέτης έχουν όλες

τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα που προβλέπουν οι διατάξεις αυτές.

4. Αν η διαταγή δέσμευσης έχει εκδοθεί πριν από την άσκηση της αγωγής για την κύρια υπόθεση, η αγωγή πρέπει να ασκηθεί εντός τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της διαταγής στον τρίτο. Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία του προηγούμενου εδαφίου αίρεται αυτοδικαίως η δέσμευση, εκτός αν εκείνος που επέβαλε την κατάσχεση μέσα στην προθεσμία αυτή επιδώσει διαταγή πληρωμής

για την ίδια απαίτηση.

5. Όποιος έχει επιδώσει Ευρωπαϊκή Διαταγή Δέσμευσης Λογαριασμού γίνεται, από την τελεσιδικία της απόφασης που δέχεται την αγωγή για την κύρια υπόθεση ή από την τελεσιδικία της διαταγής πληρωμής που επιδικάζει την ίδια απαίτηση, δικαιούχος ολόκληρης της απαίτησης ή μέρους της, ανάλογα με το περιεχόμενο της απόφασης ή της διαταγής πληρωμής.

6. Η ευθύνη του δανειστή που έχει επιτύχει την έκδοση Ευρωπαϊκής Διαταγής Δέσμευσης Λογαριασμού για τη ζημία που προξενήθηκε στον οφειλέτη διέπεται από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 13 του Κανονισμού. Το άρθρο 703 εφαρμόζεται ανάλογα.».

ΑΠ 702/2016 - Σπάνια αναιρετική απόφαση λόγω μη αιτιολόγησης απόρριψης ισχυρισμού 22/25 ΠΚ

Απόφαση 702 / 2016    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)


Αριθμός 702/2016 

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτόλγου Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Βιολέττας Κυτέα, σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 38/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου) Αγγελική Αλειφεροπούλου - Εισηγήτρια, Δημήτριος Χονδρογιάννης, Διονυσία Μπιτζούνη και Ιωάννης Μπαλιτσάρης, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαρτίου 2016, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Σπυροπούλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Ζ. του Λ., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Περικλή Σταυριανάκη, για αναίρεση της υπ’ αριθ.4788/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Νοεμβρίου 2015 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1258/2015.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 313 Π.Κ., "αν εξαιτίας συμπλοκής ή επίθεσης που έγινε από πολλούς επήλθε θάνατος ή βαριά σωματική βλάβη ανθρώπων (άρθρο 310), καθένας από εκείνους που πήραν μέρος στη συμπλοκή ή στην επίθεση τιμωρείται για μόνη τη συμμετοχή του σ’ αυτήν με φυλάκιση μέχρι τριών ετών εκτός αν συμπλέχθηκε χωρίς υπαιτιότητά του". Με την ανωτέρω διάταξη τιμωρείται η απλή συμμετοχή σε συμπλοκή ή επίθεση, ως εξόχως επικίνδυνη δραστηριότητα. Πρόκειται για ιδιώνυμο έγκλημα, αναγκαίας συμμετοχής και αφηρημένης διακινδυνεύσεως, αφού μόνη η συμμετοχή σε συμπλοκή με θανατηφόρο αποτέλεσμα ή βαριά σωματική βλάβη ενέχει επικινδυνότητα. Συμπλοκή είναι η σύγκρουση δύο ή περισσοτέρων μεθ’ ενός ή περισσοτέρων κατ’ αλλήλων βιαιοπραγούντων, θα πρέπει δε να έχει ως επακόλουθο το θάνατο ή τη βαριά σωματική βλάβη ανθρώπων, η επέλευση των οποίων συνιστά εξωτερικό όρο του αξιοποίνου. Για τη στοιχειοθέτηση της εν λόγω πράξεως πρέπει να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπλοκής ή επιθέσεως και του θανάτου ή της βαριάς σωματικής βλάβης, υποκειμενικά δε αρκεί απλός δόλος (πρόθεση), που περιλαμβάνει τη γνώση του δράστη, ότι πρόκειται για συμπλοκή περισσοτέρων κατά την άνω έννοια. Αυτουργός του εγκλήματος είναι όποιος είναι παρών κατά τη βιαιοπραγική φιλονικία και συμβάλλει (σωματικώς ή ψυχικώς) σε επαγωγή των βιαιοπραγιών. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 22 Π.Κ. προκύπτει, ότι για να υπάρξει άμυνα, η οποία αποτελεί λόγο, που αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως, απαιτείται: α) άδικη επίθεση, δηλαδή επίθεση, συνιστάμενη σε ανθρώπινη ενέργεια, με την οποία εκτίθεται σε κίνδυνο έννομο αγαθό ορισμένου προσώπου, η οποία αντικειμενικά αντιφάσκει προς το δίκαιο, β) η επίθεση να είναι παρούσα και ως τέτοια θεωρείται εκείνη που έχει αρχίσει να πραγματοποιείται και να εξακολουθεί, καθώς και όταν αμέσως και ασφαλώς επίκειται η πραγμάτωσή της, όπως, όταν βασίμως και δικαιολογημένα μπορεί κάποιος να φοβάται άμεση έναρξη επιθετικής ενέργειας και γ) η προσβολή του επιτιθέμενου να είναι αναγκαία προς υπεράσπιση του ατόμου που εκτίθεται στον κίνδυνο της επιθέσεως. Συντρεχόντων δε των ανωτέρω όρων της καταστάσεως άμυνας, ο υφιστάμενος την επίθεση ή οποιοσδήποτε τρίτος δικαιούται προς απόκρουση αυτής να προσβάλει οποιοδήποτε αγαθό του επιτιθεμένου, όπως την προσωπική ελευθερία, την ιδιοκτησία ή ακόμη και τη ζωή του, αρκεί μόνο κατά την εν λόγω απόκρουση της επιθέσεως να μην υπερβεί τα όρια, που ορίζονται από τη διάταξη της παραγράφου 3 του ανωτέρω άρθρου, σύμφωνα με την οποία το αναγκαίο μέτρο της άμυνας κρίνεται από το βαθμό επικινδυνότητας της επιθέσεως, από το είδος της βλάβης που απειλείται, από τον τρόπο και την ένταση της επιθέσεως και τις λοιπές περιστάσεις. Ακόμη, από τις διατάξεις του άρθρου 25 Π.Κ. προκύπτει, ότι για την κατά νόμο θεμελίωση καταστάσεως ανάγκης, που επίσης αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως, χρειάζεται να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις: α) κίνδυνος παρών και αναπότρεπτος, δηλαδή που ο απειλούμενος αδυνατεί να τον αποτρέψει με άλλο τρόπο, παρά μόνο με την προσβολή ξένου έννομου αγαθού μικρότερης κατ’ είδος και σπουδαιότητα αξίας, β) ο κίνδυνος να απειλεί το πρόσωπο ή την περιουσία του ίδιου ή οποιουδήποτε άλλου, γ) ο βλάπτων το ξένο αγαθό να μην περιήλθε στην κατάσταση αυτή από υπαιτιότητά του, δηλαδή από δόλο ή αμέλεια και να μην έχει καθήκον από το νόμο, τη σύμβαση ή το ασκούμενο επάγγελμα να εκτεθεί στον κίνδυνο και δ) εξ υποκειμένου απαιτείται σκοπός αποτροπής του κινδύνου. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ Κ.Ποιν.Δ., όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ειδική και σαφής αιτιολογία πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία αλλά και ως προς την ποινή, η επιμέτρηση της οποίας, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ανήκει μεν στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, θα πρέπει όμως αυτό (δικαστήριο), λαμβάνοντας υπόψη τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρ. 79 παρ. 1, 2, 3 Π.Κ., αφενός να επιβάλει μία συγκεκριμένη ποινή εντός των ορίων που διαγράφει ο νόμος για κάθε πράξη, για την οποία κηρύσσει ένοχο τον κατηγορούμενο (άρθρ. 79 παρ.1 Π.Κ.), αφετέρου δε να αναφέρει ρητά τους λόγους, που δικαιολογούν την κρίση του για την ποινή που επέβαλε, όπως επιτάσσει η παράγρ. 4 του ανωτέρω άρθρου 79 Π.Κ. Η επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ.2 και 333 παρ.2 Κ.Ποιν.Δ., από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στον αποκλεισμό ή τη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που κατά νόμο απαιτούνται για τη θεμελίωσή τους. Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί είναι και αυτοί περί νόμιμης άμυνας, από το άρθρ. 22 Π.Κ. και περί καταστάσεως ανάγκης, από το άρθρ. 25 παρ.1 Π.Κ., που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην κατηγορία, αφού σε περίπτωση ουσιαστικής βασιμότητάς τους αποκλείεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξεως του δράστη κατηγορουμένου, γι’ αυτό και η απόρριψή τους πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως από το δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ., υπό την προεκτεθείσα αυτονόητη προϋπόθεση, ότι έχουν προβληθεί με πληρότητα. Διαφορετικά, όταν δηλαδή απορριφθούν οι εν λόγω αυτοτελείς ισχυρισμοί, που προβλήθηκαν κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, χωρίς την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ιδρύεται ο προαναφερθείς λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ του Κ.Ποιν.Δ.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης, υπ’ αριθ. 4788/2015, αποφάσεώς του, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ’ είδος σ’ αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "Περί ώρα 16.30’ της 27-04-2008 στο ..., εντός οικισμού … και σε κατάστημα ψιλικών που λειτουργεί επί της οδού ..., βρίσκονταν ανήλικα παιδιά από τις οικογένειες Ζ. και Σ., κατοίκων της περιοχής. Κάποια στιγμή και για ασήμαντη αφορμή, τα παιδιά αυτά τσακώθηκαν και συνεπλάκησαν. Τότε επενέβη να διαχωρίσει τους ανήλικους ο πρώτος κατηγορούμενος Ζ. Κ., πατέρας ενός των συμπλεκομένων ανηλίκων, ο οποίος επιπλέον χαστούκισε παιδιά της οικογένειας Σ. Το συμβάν αντιλήφθηκε ο ήδη τρίτος κατηγορούμενος Ζ. Π. συγγενής, της οικογένειας Σ., ο οποίος επιτέθηκε στον Κ. Ζ. και οι δυο τους ήρθαν στα χέρια. Προς βοήθεια του πρώτου κατηγορουμένου Ζ. προσέτρεξε ο ήδη δεύτερος κατηγορούμενος Μ. Ν. μαζί με τέσσερα - πέντε άτομα αγνώστων στοιχείων και από κοινού επιτέθηκαν κατά του Ζ. Π.. Ωστόσο οι ανήλικοι της οικογένειας Σ., είχαν ζητήσει βοήθεια από την δική τους οικογένεια, οπότε μετά από λίγο κατέφθασαν στο σημείο συγγενικά και φιλικά τους πρόσωπα, με αποτέλεσμα να επέλθει γενική συμπλοκή μεταξύ των ατόμων των παραπάνω οικογενειών, που αριθμούσαν περίπου τα πενήντα εξήντα (50-60) άτομα και από τις δύο πλευρές. Επειδή τα άτομα της οικογένειας Ζ. ήταν αριθμητικά λιγότερα αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν και να καταφύγουν στην οικία του Ζ. επί της οδού ..., καταδιωκόμενα από άτομα της οικογένειας Σ., τα οποία πλησίασαν. Τότε ο Κ. Ζ., μετά την συμπλοκή που επακολούθησε τον διαπληκτισμό του με τον Π. Ζ., εισήλθε στην οικία, πήρε μία κυνηγετική καραμπίνα, που θεωρείται όπλο και εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.1 εδ.α’ Ν.2168/1993, και άρχισε να πυροβολεί, προξενώντας από πρόθεση σε άλλους βαριά σωματική βλάβη. Ειδικότερα, προκάλεσε σωματικές βλάβες στους: α) Ε. Κ. η οποία τραυματίστηκε στον κόγχο του αριστερού ματιού από σκάγι πυροβόλου όπλου β) Γ. Θ., ο οποίος τραυματίστηκε στον δεξιό οφθαλμό υποστάς "ρήξεις βολβού και διάτρηση κερατοειδούς" και υπεβλήθη ακολούθως σε μεταμόσχευση κερατοειδούς. Ο τρόπος δε με τον οποίο έπληξε τους ανωτέρω παθόντες ως και το ευπαθές μέλος του σώματος αυτών επέφεραν σε αυτούς βαριά σωματική τους βλάβη.
Επιπλέον προξένησε, από πρόθεση σωματικές βλάβες στους: γ) Γ. Μ. η οποία δέχθηκε σκάγια σε πολλά σημεία του σώματος της, δ) Β. Π., η οποία δέχθηκε σκάγια στα πόδια, ε) Μ. Α., η οποία δέχθηκε σκάγια στα πόδια και στ) Π. Ε. η οποία δέχθηκε σκάγια στα δύο της πόδια και στον γλουτό. Οι αμέσως παραπάνω σωματικές βλάβες σε βάρος των υπό στοιχ. γ’ , δ’ , ε’ , στ’ προσώπων, ενόψει του μέσου που χρησιμοποιήθηκε και των σημείων του σώματος των που επλήγησαν, τελέσθηκαν με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στους παθόντες βαριά σωματική βλάβη. Αποδείχθηκε έτσι και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος Κ. Ζ., από πρόθεση τέλεσε α) την πράξη της βαριάς σωματικής βλάβης κατά συρροή (σε βάρος Ε. Κ. και Γ. Θ. και β) της επικίνδυνης σωματικής βλάβης κατά συρροή (σε βάρος Γ. Μ., Β. Π., Μ. Α. και Π. Ε.) (αρθρ. 308 παρ. 1 και 309 του ΠΚ) και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη αυτή, κατ’ επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας από βαριά σωματική βλάβη σε βάρος των ως άνω παθόντων (αρθρ. 310 παρ. 1-2 ΠΚ) (βλ. και ΑΠ 1025/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επίσης αποδείχθηκε ότι ο παραπάνω κατηγορούμενος Κ. Ζ. στον ως άνω τόπο και χρόνο έφερε παράνομα όπλο, από τα αναφερόμενα στο άρθρο 1 § 1 εδ α του Ν 2168/1993 και συγκεκριμένα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, έφερε παράνομα ένα λειόκανο επαναληπτικό όπλο (καραμπίνα - pump action) διαμετρήματος "GAUGE 12", η χρήση του οποίου μπορεί να επιφέρει κάκωση ή βλάβη της υγείας σε πρόσωπα ή βλάβη σε πράγματα, καίτοι τούτο απαγορεύεται. Ενώ επίσης χρησιμοποίησε παρανόμως όπλο προκειμένου να διαπράξει πλημμέλημα από δόλο και συγκεκριμένα χρησιμοποίησε το περιγραφόμενο αμέσως παραπάνω όπλο, για να διαπράξει την αντικειμενική υπόσταση των αδικημάτων της βαρείας σωματικής βλάβης κατά συρροή καθώς και της επικίνδυνης σωματικής βλάβης κατά συρροή. Οι ισχυρισμοί του πρώτου κατηγορουμένου ότι αυτός βρισκόταν σε άμυνα ή άλλως σε κατάσταση ανάγκης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι κατ’ ουσίαν αφού δεν αποδείχθηκε η συνδρομή τέτοιων περιστάσεων..... Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος και για τις πράξεις της παράνομης οπλοφορίας και της οπλοχρησίας.... Περαιτέρω αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι ήτοι ο Κ. Ζ. και ο Ν. Μ. στον ανωτέρω τόπο και χρόνο έλαβαν μέρος σε συμπλοκή μεταξύ αλλήλων και άλλων αγνώστων ατόμων, από την οποία επήλθε βαρειά σωματική βλάβη ανθρώπων κατά συρροή, όπως ειδικότερα περιγράφεται παραπάνω και συνακόλουθα αυτοί πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι για την πράξη αυτή". Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας, εκτός άλλων διατάξεων, που αφορούν συγκατηγορουμένους του ήδη αναιρεσείοντος, κήρυξε τον τελευταίο (αναιρεσείοντα) ένοχο, με το ελαφρυντικό ότι ωθήθηκε στις αναφερόμενες πράξεις του από οργή που του προκάλεσε προηγηθείσα άδικη πράξη εναντίον του (άρθρ. 84 παρ.2 περ. γ’ Π.Κ.), των αξιόποινων πράξεων της βαριάς σωματικής βλάβης κατά συρροή εις βάρος δύο παθόντων, της επικίνδυνης σωματικής βλάβης κατά συρροή (κατ’ επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας από εκείνη της βαριάς σωματικής βλάβης) εις βάρος τεσσάρων παθόντων, της παράνομης οπλοφορίας και της οπλοχρησίας, για τις οποίες του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως είκοσι (20) μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική προς δέκα (10) ευρώ ημερησίως, καταβλητέα σε δύο ισόποσες ετήσιες δόσεις, με το ακόλουθο διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον κατηγορούμενο Κ. Ζ. του Λ. ΕΝΟΧΟ των εξής πράξεων και δη του ότι: στο ..., την 27-04-2008, με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα, που προβλέπονται και τιμωρούνται από το νόμο με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές. Συγκεκριμένα: Α) Από πρόθεση προξένησε σε άλλον βαριά σωματική βλάβη και δη μετά από διαπληκτισμό που είχε με τον Π. Ζ. και επακολουθήσασα συμπλοκή με πολλά άγνωστα άτομα, με τη χρήση όπλου το οποίο εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.1 εδ.α’ Ν.2168/1993 πυροβόλησε κατά ομάδας ανθρώπων και προκάλεσε σ’ αυτούς βαριές σωματικές βλάβες. Ειδικότερα, προκάλεσε σωματικές βλάβες στους: α) Ε. Κ. η οποία τραυματίστηκε στον κόγχο του αριστερού ματιού από σκάγι πυροβόλου όπλου, β) Γ. Θ., ο οποίος τραυματίστηκε στον δεξιό οφθαλμό υποστάς "ρήξεις βολβού και διάτρηση κερατοειδούς" και υπεβλήθη ακολούθως σε μεταμόσχευση κερατοειδούς. Ο τρόπος δε με τον οποίο έπληξε τους ανωτέρω παθόντες ως και το ευπαθές μέλος του σώματος αυτών επέφεραν σε αυτούς βαριά σωματική τους βλάβη. Β) ΚΗΡΥΣΣΕΙ αυτόν ΕΝΟΧΟ κατ’ επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας του ότι: Από πρόθεση προξένησε σε άλλον σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας του, η οποία, ενόψει του μέσου που χρησιμοποιήθηκε και των σημείων του σώματος που επλήγησαν, τελέσθηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα βαριά σωματική βλάβη. Ειδικότερα, προξένησε, από πρόθεση σωματικές βλάβες στους: γ) Γ. Μ. η οποία δέχθηκε σκάγια σε πολλά σημεία του σώματος της, δ) Β. Π., η οποία δέχθηκε σκάγια στα πόδια, ε) Μ. Α., η οποία δέχθηκε σκάγια στα πόδια και στ) Π. Ε. η οποία δέχθηκε σκάγια στα δύο της πόδια και στον γλουτό. Οι αμέσως παραπαίω σωματικές βλάβες σε βάρος των υπό στοιχ. γ’ , δ’ , ε’ , στ’ προσώπων, ενόψει του μέσου που χρησιμοποιήθηκε και των σημείων του σώματος των που επλήγησαν, τελέσθηκαν με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στους παθόντες βαριά σωματική βλάβη. Γ) Έφερε παράνομα όπλο, από τα αναφερόμενα στο άρθρο 1 § 1 εό α του Ν 2168/1993 και συγκεκριμένα έφερε παράνομα ένα λειόκανο επαναληπτικό όπλο (καραμπίνα - pump action) διαμετρήματος "GAUGE 12", η χρήση του οποίου μπορεί να επιφέρει κάκωση ή βλάβη της υγείας σε πρόσωπα ή βλάβη σε πράγματα, καίτοι τούτο απαγορεύεται.
Δ) Χρησιμοποίησε παρανόμως όπλο προκειμένου να διαπράξει πλημμέλημα από δόλο και συγκεκριμένα χρησιμοποίησε το περιγραφόμενο αμέσως παραπάνω όπλο, για να διαπράξει την αντικειμενική υπόσταση των αδικημάτων της βαρείας σωματικής βλάβης κατά συρροή καθώς και της επικίνδυνης σωματικής βλάβης κατά συρροή, όπως ειδικότερα αναφέρεται παραπάνω υπό στοιχ. Α’ και Β’ . Το Δικαστήριο δέχεται ότι ο κατηγορούμενος ωθήθηκε στην πράξη του από οργή που του προκάλεσε προηγηθείσα άδικη πράξη εναντίον του ΚΗΡΥΣΣΕΙ τους κατηγορούμενους: 1) Κ. Ζ. του Λ. και 2)....... ΕΝΟΧΟΥΣ του ότι στο ..., την 27-04-2008, έλαβαν μέρος σε συμπλοκή μεταξύ αλλήλων και άλλων άγνωστων ατόμων, από την οποία επήλθε βαρειά σωματική βλάβη ανθρώπων κατά συρροή, όπως ειδικότερα περιγράφεται παραπάνω υπό στοιχ. Α’ ".
Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση, σε σχέση με την επίδικη αξιόποινη πράξη της συμπλοκής, περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος τούτου, οι αποδείξεις, που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην προπαρατεθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 313 Π.Κ. Η διαλαμβανόμενη στο αναιρετήριο ειδικότερη αιτίαση περί αντιφάσεως μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού της ανωτέρω αποφάσεως, ενόψει της παραδοχής στο σκεπτικό, ότι οι Κ. Ζ. (αναιρεσείων - πρώτος κατηγορούμενος) και Ν. Μ. (δεύτερος κατηγορούμενος, μη ασκήσας αναίρεση) είχαν επιτεθεί εναντίον του Π. Ζ.υ, ενώ στο διατακτικό εκτίθεται ότι οι Κ. Ζ. (αναιρεσείων) και Ν. Μ. έλαβαν μέρος σε συμπλοκή μεταξύ τους και μεταξύ άλλων ατόμων χωρίς αναφορά στον Π. Ζ., δεν ευσταθεί, διότι η παραπάνω πράξη της συμπλοκής επαρκώς στοιχειοθετείται ως προς τον ήδη αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο (Κ. Ζ.), που ενδιαφέρει εν προκειμένω, με βάση τις προπαρατεθείσες κρίσιμες παραδοχές περί επελεύσεως γενικής συμπλοκής μεταξύ των ατόμων των οικογενειών Ζ. και Σ., συγγενής της οποίας (οικογένειας Σ.) ήταν ο Π. Ζ., οι οποίοι αριθμούσαν 50 - 60 άτομα και από τις δύο βιαιοπραγούσες πλευρές και περί της παρουσίας του ιδίου (Κ. Ζ.) κατά τη βιαιοπραγική φιλονικία και συμβολής του στις βιαιοπραγίες. Οι παραδοχές αυτές ουδόλως αντιφάσκουν, αλλά συμπορεύονται με το περιεχόμενο του διατακτικού, σύμφωνα με το οποίο οι κατηγορούμενοι Κ. Ζ. και Ν. Μ. έλαβαν μέρος σε συμπλοκή με άλλα άγνωστα άτομα, από την οποία επήλθε βαριά σωματική βλάβη ανθρώπων κατά συρροή, ενώ η μη αναφορά του Π. Ζ. στο διατακτικό, το οποίο, όπως προεκτέθηκε, συμπληρώνεται από το σκεπτικό, δεν αποκλείει ούτε ανατρέπει τις κατά τα άνω παραδοχές του σκεπτικού, το γεγονός δε, ότι στο διατακτικό της αποφάσεως δεν μνημονεύεται η συμμετοχή του Π. Ζ. στην αξιόποινη πράξη της συμπλοκής οφείλεται, προφανώς, στο ότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης, καθώς και της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (υπ’ αριθ. 20044/2015 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών), που υπάρχει στη δικογραφία, ως προς τον Π. Ζ. (τρίτο κατηγορούμενο στη δευτεροβάθμια δίκη), ο οποίος καταδικάστηκε πρωτοδίκως ως συμμέτοχος στην ανωτέρω πράξη της συμπλοκής, με την προσβαλλόμενη δευτεροβάθμια απόφαση απορρίφθηκε η ασκηθείσα εκ μέρους του έφεση, ως ανυποστήρικτη, οπότε διατηρήθηκε η περί ενοχής κρίση και η ποινή που του επιβλήθηκε για την πράξη αυτή από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και δεν χρειάστηκε να περιληφθεί στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως διάταξη περί ενοχής του. Επομένως, τα αντίθετα υποστηριζόμενα με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την πράξη της συμπλοκής, λόγω δήθεν αντιφάσεως μεταξύ του σκεπτικού και του διατακτικού αυτής, από το άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ Κ.Ποιν.Δ., είναι αβάσιμα. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων υπέβαλε εγγράφως ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας, που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση, δια του συνηγόρου του, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικώς, μεταξύ άλλων, τους ακόλουθους αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι αφορούσαν τις αποδοθείσες εις βάρος του κατηγορίες της βαριάς σωματικής βλάβης κατά συρροή (εις βάρος έξι παθόντων προσώπων) και της οπλοχρησίας και έχουν, κατά λέξη, ως εξής: "Επί των αποδιδόμενων σε βάρος μου κατηγοριών της βαριάς σωματικής βλάβης κατά συρροή και τής oπλοχρησίας επάγομαι τα εξής: Τα γεγονότα που έλαβαν χώρα την 27.4.2008 έξω από την οικία μου, συνίσταντο σε ένοπλη επίθεση με ΠΥΡΟΒΟΛΙΣΜΟΥΣ, ΡΙΨΗ ΛΙΘΩΝ και ΞΥΛΩΝ εκ μέρους δεκάδων ατόμων εναντίον εμού του ιδίου και των οικείων μου. (Ίδε από 22/11 /2008 διαβιβαστικό ΕΛ.ΑΣ).
Επ’ αυτής της ΕΠΙΘΕΣΗ! αμύνθηκα και προσπάθησα να αποτρέψω τα αποτελέσματα της σε βάρος εμού και των οικείων μου. ΑΜΥΝΑ Το Δικαστήριο Σας θα πρέπει να αναγνωρίσει πως, πέραν πάσης αμφιβολίας, τελούσα σε άμυνα όταν έριχνα πυροβολισμούς προς εκφοβισμό των ενόπλων επιτιθέμενων στην προσπάθεια μου να αποτρέψω παρούσα και άδικη επίθεση, στρεφόμενη κατά της ζωής της δικής μου και των μελών της οικογενείας μου (άρθρ. 22 Π.Κ.).
Η επίθεση που εκδηλώθηκε ήταν εξαιρετικά σοβαρή, με απειλή όχι μόνο κατά της σωματικής μας ακεραιότητας αλλά και κατά της ιδίας της ζωής όλων των δικών μου προσώπων που ευρίσκοντο στο συγκεκριμένο χώρο κατά την ημέρα αυτή, διότι είναι εντελώς αδύνατο να προβλέψει κανένας σε ποιο σημείο θα μπορούσε να σταματήσει η επίθεση ενός επιτιθέμενου πλήθους περισσοτέρων των 60 ή 70 ατόμων, όταν τους ενθαρρύνει η σκέψη πως δεν θα μπορέσει να συγκεκριμενοποιηθεί η δραστηριότητα κάθε ενός από αυτούς.
Ο μόνος δε τρόπος που μπορούσα να αναχαιτίσω την επίθεση εναντίον των οικείων μου, που ήταν συνολικά 18 άτομα, εκ των οποίων 12 ανήλικα παιδιά και 4 γυναίκες και μόνο 2 άνδρες, ήταν η χρήση της καραμπίνας που έτυχε να βρίσκεται στο σπίτι όπου κατέφυγα για να προστατευθώ.
Σημειώνω ότι όπως προκύπτει από τις προσκομισθείσες 7 ΙΑΤΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΕΚΘΕΣΕΙΣ, τόσον εγώ όσο και τα άλλα μέλη της οικογένειας μου είχαμε χτυπηθεί προηγουμένως και όταν έκανα χρήση του όπλου κτυπούσαν τις 4 γυναίκες, ενώ σταμάτησαν μόνον μετά τους δικούς μου πυροβολισμούς.
Για να καταδειχθεί δε το πόσο αδίστακτα και επικίνδυνα ήσαν τα άτομα που μας επιτέθηκαν επισημαίνω δύο γεγονότα:
Το πρώτο είναι ότι ενώ προσήλθαν 3 περιπολικά της ΕΛ.ΑΣ. και 2 μηχανές, δεν δίστασαν να πυροβολήσουν εναντίον τους, με αποτέλεσμα να μην μπορέσουν να επέμβουν ΟΥΤΕ τα Αστυνομικά όργανα αλλά να φύγουν! Που αποδεικνύει πως ακόμη και τα Αστυνομικά όργανα γνώριζαν πως είχαν απέναντι τους άτομα "αποφασισμένα" να σκοτώσουν και για να το αποφύγουν αυτό αποχώρησαν.
Το δεύτερο γεγονός είναι το ότι την ακριβώς επόμενη μέρα, 28/4/2008, με αυτοσχέδιες βόμβες μολότωφ επιχείρησαν να κάψουν το σπίτι μας, αδιαφορώντας αν θα καίγονταν και άνθρωποι και σώθηκε επειδή ειδοποιήσαμε άμεσα την πυροσβεστική και έφτασε αμέσως.
ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΑΝΑΓΚΗΣ άρθρου 25 ΠΚ Άλλως το Δικαστήριό Σας θα πρέπει να δεχθεί πως βρισκόμουν σε κατάσταση ανάγκης που αποκλείει το άδικο, αποπειρώμενος να αποτρέψω παρόντα και άλλως αναπότρεπτο κίνδυνο, όταν πυροβολούσα προς εκφοβισμό του επιτιθέμενου ένοπλου πλήθους, που ξυλοκοπούσε αλύπητα ανυπεράσπιστες γυναίκες, μέλη της οικογενείας μου, απειλώντας τη ζωή και τη σωματική ακεραιότητα τόσο τη δική μου όσο και των συγγενών μου (αρθρ. 25 Π.Κ.), ως προεξετέθη.
Σε κάθε περίπτωση και γενομένων δεκτών των ανωτέρω ισχυρισμών μου, το Δικαστήριο Σας θα πρέπει να δεχθεί πως αίρεται το άδικο των πράξεων για τις οποίες κατηγορούμαι, απαλλάσσοντας με των συγκεκριμένων κατηγοριών...... Λαμβανομένων υπ’ όψιν των παραπάνω ισχυρισμών θα πρέπει να κηρυχθώ ΑΘΩΟΣ από το Δικαστήριο Σας".
Κατόπιν, μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας, το παραπάνω Δικαστήριο, όπως προεκτέθηκε, κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο, με το προαναφερθέν ελαφρυντικό, εκτός άλλων, και των αξιόποινων πράξεων της βαριάς σωματικής βλάβης κατά συρροή εις βάρος δύο παθόντων, της επικίνδυνης σωματικής βλάβης κατά συρροή, κατ’ επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας από εκείνη της βαριάς σωματικής βλάβης, εις βάρος τεσσάρων παθόντων και της οπλοχρησίας, απέρριψε δε τους προπαρατεθέντες αυτοτελείς ισχυρισμούς του ήδη αναιρεσείοντος (που αφορούσαν τις παραπάνω πράξεις), με την εμπεριεχόμενη στο προπαρατεθέν σκεπτικό του αιτιολογία, ότι "...Οι ισχυρισμοί του πρώτου κατηγορουμένου ότι αυτός βρισκόταν σε άμυνα ή άλλως σε κατάσταση ανάγκης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι κατ’ ουσίαν αφού δεν αποδείχθηκε η συνδρομή τέτοιων περιστάσεων". Η εντελώς τυπική αυτή αιτιολογία δεν είναι ειδική ούτε εμπεριστατωμένη, καθόσον, εκτός του ότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν παραθέτει τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και το οδήγησαν στην αρνητική περί συνδρομής των προβαλλόμενων λόγων αποκλεισμού του άδικου χαρακτήρα των ανωτέρω πράξεων κρίση του ούτε τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους προέβη στην απόρριψη των πιο πάνω αυτοτελών ισχυρισμών, δεν αναφέρθηκε καθόλου στα επικληθέντα από τον αναιρεσείοντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν κατά τρόπο σαφή και ορισμένο και με πληρότητα τους ισχυρισμούς αυτούς. Τέλος, από την επισκόπηση των σχετικών με το κεφάλαιο περί της επιβληθείσας στον αναιρεσείοντα ποινής διατάξεων της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, ομοίως, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας κατά τούτο, αφού δεν προσδιορίζονται κατά τρόπο ειδικό και συγκεκριμένο, όπως είναι αναγκαίο, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, οι επιβληθείσες σ’ αυτόν (αναιρεσείοντα) ποινές για κάθε μία από τις περισσότερες κατά συρροή πράξεις, για τις οποίες καταδικάστηκε, ούτε εξειδικεύεται, ως προς την επιμέτρηση της επιβληθείσας συνολικής ποινής των είκοσι (20) μηνών, ποία έλαβε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ως ποινή βάση και πόσο μέρος ποινής έλαβε για την επαύξηση αυτής από τις συντρέχουσες, ώστε να καθίσταται δυνατή η διαπίστωση της μη χειροτερεύσεως από αυτό της θέσεως του ασκήσαντος το ένδικο μέσο της εφέσεως κατηγορουμένου, που απαγορεύεται από το άρθρ. 470 Κ.Ποιν.Δ. Η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη των προαναφερθέντων αυτοτελών ισχυρισμών και ως προς την επιβληθείσα ποινή καθιστά την προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετέα σε σχέση με τα κεφάλαια και διατάξεις αυτής περί κηρύξεως του πρώτου κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος ενόχου για τις πράξεις της βαριάς σωματικής βλάβης κατά συρροή, της επικίνδυνης σωματικής βλάβης κατά συρροή και της οπλοχρησίας (στις οποίες αναφέρονταν οι ανωτέρω αυτοτελείς ισχυρισμοί), καθώς και περί της εν γένει επιβληθείσας σ’ αυτόν (για όλες τις πράξεις, για τις οποίες καταδικάστηκε) ποινής καθώς και της συνολικής τοιαύτης.
Συνεπώς, οι σχετικοί πρώτος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ Κ.Ποιν.Δ., με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια αυτή, είναι βάσιμοι.
Κατ’ ακολουθία τούτων, πρέπει, κατά παραδοχή των ανωτέρω λόγων της υπό κρίση αιτήσεως, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε αυτήν, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρ. 519 Κ.Ποιν.Δ.), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ 
Αναιρεί εν μέρει την υπ’ αριθ. 4788/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, ως προς κεφάλαια και διατάξεις αυτής α) περί κηρύξεως του αναιρεσείοντος - πρώτου κατηγορουμένου Κ. Ζ. του Λ., ενόχου για τις πράξεις της βαριάς σωματικής βλάβης κατά συρροή, της επικίνδυνης σωματικής βλάβης κατά συρροή και της οπλοχρησίας και β) περί της εν γένει επιβληθείσας στον ίδιο (για όλες τις πράξεις, για τις οποίες καταδικάστηκε) ποινής, καθώς και της συνολικής τοιαύτης.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 9-11-2015 (ασκηθείσα δια δηλώσεως, που επιδόθηκε αυθημερόν στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) αίτηση του παραπάνω αναιρεσείοντος Κ. Ζ. του Λ., κατοίκου ... για αναίρεση της υπ’ αριθ. 4788/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου 2016. 
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Μαρτίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ 

 

Ζητήματα του δικαίου της απόδειξης κατά τον ΚΠολΔ (μετά το Ν. 4335.2015) - ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΚΩΝ/ΝΟΥ ΡΗΓΑ - ΠΡΩΤΟΔΙΚΗ ΠΑΤΡΩΝ

Το κείμενο που επισυνάπτεται σε μορφές word και pdf αποτελεί τη γραπτή απόδοση της ομιλίας, με αντικείμενο το δίκαιο της απόδειξης, που ανατέθηκε στον Πρωτοδίκη Κ. Ρήγα στο πλαίσιο της ημερίδας του Δικηγορικού Συλλόγου Πατρών για το «νέο» ΚΠολΔ κατά την 25-11-2016.

Subscribe to this RSS feed