Νομολογία , Νομοθεσία

ΜΠρΠατρών 1637/2017 Ασφ. Μέτρα - Οι δημοτικές επιχειρήσεις θεωρούνται ότι ανήκουν στον δημόσιο τομέα -Διαδικασία πρόσληψης δικηγόρου κατά τον Κώδικα περί Δικηγόρων

Αριθμός απόφασης 1637/2017
(1272/2017)
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ
(Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων)
Συγκροτήθηκε από τον Δικαστή Αντώνιο Αλαπάντα, Πρόεδρο Πρωτοδικών.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του , στις 18 ΟκτωβρΙου 2017, χωρίς τη
σύμπραξη γραμματέα, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :
ΤΗΣ ΑΙΤΟΥΣΑΣ : Χρυσούλας Καπάτου του Ιωάννη , δικηγόρου και κατοίκου
Πατρών, που παραστάθηκε αυτοπροσώπως και μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου
της Μαρίας Σωτηροπούλου .
ΤΟΥ ΚΑΘ' ΟΥ Η ΑΙΤΗΣΗ : Ν .Π.Ι .Δ με έδρα στην Πάτρα και την επωνυμία
«Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης και Αποχέτευσης Πάτρας» (Δ.Ε.Υ.Α.Π) που
εκπροσωπείται νόμιμα και παραστάθηκε δια των πληρεξούσιων δικηγόρων του
Παναγιώτας Τζαμαλούκα και Μαρίας Παπαγεωργίου .
Η αιτούσα κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρ ίου τούτου την από
12.9.2017 με αρ . κατάθεσης 1272/2017 αίτηση , της οποίας η συζήτηση ορίστηκε
στην ως άνω δικάσιμο. Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως οι πληρεξούσιοι δικηγόροι
των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτοί αυτοί
(κατέθεσαν και σημειώματα).
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Επειδή με την υπό κρίση αίτηση η αιτούσα , δικηγόρος Πατρών, με την επίκληση
επείγουσας περίπτωσης, ζητεί την αναστολή όλων των διαδικασιών πρόσληψης για
την πλήρωση θέσης δικηγόρου με πάγια αντιμισθία και σχέση έμμισθης εντολής
(ειδικότερα των με αρ . 257/2017, 284/2017 αποφάσεων του Δ .Σ του καθ ου και της με
αρ. 128091 Γ/4.9.2017 απόφασης του Προέδρου του Δ .Σ του περί πρόσληψης
δικηγόρου) μέχρι ι την έκδοση σχετικής τελεσίδικης απόφασης (λόγω παράβασης
νόμου και προσβολής της προσωπικότητας της) , την απαγόρευση κάθε συναφούς
υλικής πράξης με την απειλή χρηματικής ποινής 1.000 ευρώ για κάθε ημέρα μη
συμμόρφωσης με το διατακτικό της απόφασης που θα εκδοθεί και την καταδίκη του
καθ ου στην καταβολή της δικαστικής της δαπάνης. Η αίτηση αυτή παραδεκτώς
εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού κατά τη διαδικασία των
ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 1 -δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων κατά το
τυπικό κριτήριο λόγω του ότι το καθ’ ου είναι Ν .Π .Ι .Δ , βλ . ΣτΕ 256312014, NOMOS-,
22, 686 επ. ΚΠολΔ) , είναι νόμιμη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 174, 180 ΑΚ,
682,731,732, 947§1 (ως προς την προσβολή της προσωπικότητας) ΚΠολΔ, 1§1 και
3 Ν . 1069/1980 και πρέπει να εξεταστεί και κατ ' ουσίαν.
Επειδή από την ανωμοτί εξέταση του Προέδρου του Δ .Σ του καθ ου ………………………., την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης ……………….. στο ακροατήριο και όλα τα προσαχθέντα εκατέρωθεν έγγραφα , πιθανολογήθηκαν τα ακόλουθα : Στις 18.7.2016 το καθ ου προκήρυξε την πλήρωση με επιλογή μίας θέσης δικηγόρου με πάγια αντιμισθία και σχέση έμμισθης εντολής ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, κατόπιν του με αρ . πρωτ. 2828/28.1.2016 εγγράφου της Γεν. Διεύθυνσης Αποκέντρωσης και Τοπικής Αυτοδιοίκησης του Υπουργείου Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης (έγκριση) και τη με αρ. 218/18.7.2016 απόφαση του Δ.Σ του καθ’ ου . Η αιτούσα υπέβαλε την από 26.9.2016 αίτηση υποψηφιότητας, αρχικά αποκλείστηκε με την υπ' αρ. 1/5.1.2017 απόφαση του Δ .Σ του καθ ου λόγω έλλειψης τυπικών κριτηρίων (προϋπηρεσία τουλάχιστον 18 ετών), προσέφυγε δικαστικά και με την υπ' αρ . 467/2017 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού πέτυχε (λόγω μη προσμέτρησης ως προϋπηρεσίας του χρόνου άσκησης δικηγορίας) την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης αυτής μέχρι την έκδοση σχετικής απόφασης από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών (η υπόθεση συζητήθηκε σε αυτό στις 10.10.2017 κατόπιν της από 14.2.2017 με αρ. καταθ. 32712017 αγωγής της αιτούσας) . Αργότερα , το καθ ου συμμορφώθηκε με τη δικαστική απόφαση αυτή , εξέδωσε την υπ'αρ . 13712017 απόφαση του περί ανάκλησης της ως άνω με αρ . 1/2017 απόφασης του που κοινοποιήθηκε στην καθ'ης η οποία απάντησε με το από 25.7.2017 εξώδικο της με το οποίο του δήλωσε ότι θα συμμετάσχει στις περαιτέρω διαδικασίες επιλογής δικηγόρου (συνεντεύξεις) με επιφύλαξη και κατόπιν, μετά τη διαδικασία των συνεντεύξεων , δυνάμει των με αρ. 257/2017, 28412017 αποφάσεων του Δ.Σ του καθ’ ου και της με αρ . 128091 Γ/4 .9.2017 απόφασης του Προέδρου του Δ .Σ, προσλήφθηκε στην προκηρυχθεlσα θέση η δικηγόρος Πατρών …………………………. , η οποία και υπέγραψε στις 6.9.2017 τη σχετική σύμβαση με το καθ’ ου . Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι δεν υπάρχει εκκρεμοδικία μεταξύ της αρχικής ως άνω αγωγής (δίκης) που εκκρεμεί στο Πολ. Πρωτ.Πατρών και συζητήθηκε στις 10.10.2017 (σχετική η ως άνω απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Δικαστηρίου αυτού με αρ. 467/2017) και της παρούσας δίκης, διότι το αντικείμενό τους , όπως ορίζεται από τα αιτήματά τους, είναι διαφορετικό (στην πρώτη δίκη το αίτημα της με αρ . καταθ.327/2017 αγωγής αναφέρεται στην ακύρωση της ως άνω με αρ. 1/2017 απόφασης του Δ.Σ του καθ ' ου, ενώ στην παρούσα δίκη ασφαλιστικών μέτρων επιδιώκεται η αναστολή ισχύος των ως άνω διαφορετικών αποφάσεων του καθ’ ου) , σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 221, 222 ΚΠολΔ . Περαιτέρω, με βάση το με αρ . 257/31 .8.2017 πρακτικό του Δ .Σ του καθ’ ου υπήρχε μόνο μία πρόταση επιλογής δικηγόρου, αυτή του μέλους του Δ .Σ ………………………………. που έκρινε ότι η δικηγόρος ………………….. υπερέχει των υπόλοιπων υποψηφίων που έφτασαν στο τελικό στάδιο (συνέντευξη), διότι (κατά αυτόν) έχει συγκρότηση και ωριμότητα σκέψης, έχει καταξιωθεί κοινωνικά στο χώρο της , αλλά και επαγγελματικά (αναφέροντας επιπροσθέτως την εξειδίκευση της στο αντικείμενο της θέσης και την εμπειρία της 28 ετών) , η οποία έγινε δεκτή με 7 ψήφους υπέρ και μία αποχή. Η άποψη αυτή του ως άνω μέλους του Δ .Σ (που διατυπώθηκε στο με αρ . 257/2017 ως άνω πρακτικό και έλαβε δημοσιότητα μέσω του συστήματος «Διαύγεια») έγινε καλόπιστα, στο πλαίσιο άσκησης των καθηκόντων του και προς υποστήριξη (αιτιολόγηση) της άποψης του περί επιλογής της δικηγόρου ……………… και δεν έθιξε τους υπόλοιπους διαγωνιζόμενους (και την αιτούσα), για τους οποίους δεν αναφέρθηκε αρνητικά και επομένως η ως άνω νομική βάση περί προσβολής της προσωπικότητας της αιτούσας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. Όμως, οι ως άνω προσβαλλόμενες αποφάσεις του καθ’ ου πάσχουν από άποψη νομιμότητας για τους κάτωθι νομικούς λόγους: το καθ’ ου έσφαλε (δεν ενήργησε όμως δολίως εν όψει του κάτωθι ιδιαιτέρως δυσχερούς νομικού ζητήματος) και προέβη στην πρόσληψη δικηγόρου με απόφαση του Δ.Σ του με βάση το άρθρο 14 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας του ως πρόσληψη λοιπού προσωπικού (με αρ. 29777/1991 απόφαση του Νομάρχη Αχαΐας στο ΦΕΚ Τ.Β αρ . 856/18.10.1991), ενώ έπρεπε η επιλογή αυτή να γίνει με βάση το άρθρο 43§2 Ν . 4194/2013 (Κώδικας περί δικηγόρων -πρώην άρθρο 11 Ν . 1649/1986) από ειδική πενταμελή επιτροπή με κατά πλειοψηφία νομικούς (ήτοι από ένα ανώτερο μέλος του Ν.Σ.Κ, τρεις δικηγόρους και έναν εκπρόσωπο του καθ’ ου) και με την εκεί αναφερόμενη αυστηρή διαδικασία (συγκεκριμένα δικαιολογητικά, ατομική συνέντευξη, συγκεκριμένα κριτήρια επιλογής, αιτιολογημένη απόφαση με τη σειρά αξιολόγησης των υποψηφίων), δεδομένου ότι η πρόσληψη αυτή αφορά στη δικαστική εκπροσώπηση (από πληρεξούσιο δικηγόρο) του καθ’ ου ενώπιον όλων των διοικητικών και δικαστικών αρχών και στην παράσταση στις σχετικές δίκες και όχι απλά στην παροχή νομικών συμβουλών ή γνωμοδοτήσεων ή στην πρόσληψη σε θέση προϊσταμένου νομικής υπηρεσίας (ΑΠ 1101/2017, NOMOS, ΑΠ 1619/2011 , Αρμ. 2012,859, Εφ .Πειρ. 126/2014, NOMOS), εν όψει του ότι ειδικά για τις προσλήψεις προσωπικού (και των δικηγόρων που λόγω του ιδιαίτερου δημοσίου λειτουργήματος τους επιλέγονται με την ειδική διαδικασία του άρθρου 43§2 Ν . 4194/2013 και όχι με την κοινή διαδικασία των υπαλλήλων), οι δημοτικές επιχειρήσεις (όπως το καθ’ ου που αποτελεί δημοτική επιχείρηση με κοινωφελή χαρακτήρα) θεωρούνται ότι ανήκουν στον δημόσιο τομέα, κατά το άρθρο 14 §1 περ. γ Ν . 2190/1994 (η εξαίρεση του άρθρου 14§2 περ .ιβ Ν. 219011994 περί έμμισθης εντολής αφορά στην εξαίρεση των δικηγόρων από τη γενική διαδικασία του Α.Σ.Ε .Π των κεφαλαίων Α,Β,Γ του νόμου αυτού και μόνο και επομένως στην εφαρμογή της ειδικής διαδικασίας του άρθρου 43§2 Ν . 4194/2013και όχι στην εξαίρεση των αναφερόμενων στην §1 του ίδιου άρθρου περιπτώσεων , όπως του καθ’ ου , από την υπαγωγή τους , ειδικά ως προς την πρόσληψη προσωπικού , στον δημόσιο τομέα). Επομένως , λόγω του ότι συντρέχει επείγουσα περίπτωση (προς αποτροπή παγίωσης της επίδικης μη νόμιμης διαδικασίας και
συνακόλουθης μη νόμιμης πρόσληψης δικηγόρου στο καθ’ ου προς βλάβη και της διαγωνισθείσας αιτούσας) πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αυτή (κατά το βασικό της αίτημα), κατά την ως άνω νομική βάση και να ανασταλεί η εκτέλεση των επίδικων με αρ. 257/2017, 284/2017 αποφάσεων του Δ.Σ του καθ’ ου (που σημειωτέον δεν έχουν την ειδική αιτιολογία με βάση τα ειδικά κριτήρια- προσόντα και πίνακα κατάταξης των υποψηφίων όπως απαιτεί το ως άνω άρθρο 43 §2 Ν . 4194/2013) και της με αρ . 128091 Γ/4 .9.2017 απόφασης του Προέδρου του Δ.Σ του περί πρόσληψης δικηγόρου έως την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της σχετικής κυρίας δίκης, ως πρόσφορο ασφαλιστικό μέτρο για την υπόθεση αυτή κατ ' άρθρο 732 ΚΠολΔ (δεν προσβάλλεται δικαίωμα τρίτου και δη της ως άνω ………………….. , κατ ' άρθρο 692 §5 ΚΠολΔ, διότι αυτή προσλήφθηκε με βάση την ως άνω μη νόμιμη διαδικασία , έστω και αν δεν ενήργησε δολίως), να ορίσει προθεσμία σαράντα (40) ημερών για την άσκηση της σχετικής αγωγής για την κύρια υπόθεση (άρθρο 693 ΚΠολΔ) και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη της αιτούσας εις βάρος της καθ' ης , κατόπιν αιτήματος της, λόγω της νίκης της (άρθρο 176 ΚΠολΔ) .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων. -
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ό,τι κρίθηκε απορριπτέο. ΔΕΧΕΤΑΙ
την αίτηση.-
ΑΝΑΣΤΕΛΛΕΙ την εκτέλεση των με αρ. 257/2017, 28412017 αποφάσεων του
Διοικητικού Συμβουλίου (Δ .Σ) του καθ’ ου και της με αρ. 128091 Γ/4 .9.2017 απόφασης του Προέδρου του Δ.Σ αυτού περί πρόσληψης δικηγόρου με σχέση έμμισθης εντολής ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στο καθ’ ου , έως την έκδοση τελεσίδικης δικαστικής απόφασης επί της επίδικης διαφοράς .-
ΟΡΙΖΕΙ προθεσμία άσκησης σχετικής αγωγής για την κύρια υπόθεση αυτή σαράντα (40) ημερών από τη δημοσίευση της παρούσας, άλλως αίρεται αυτοδίκαια το
ως άνω μέτρο.-
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τη δικαστική δαπάνη της αιτούσας εις βάρος του καθ’ ου και την
ορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ .-
ΚΡΙΘΗΚΕ , αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο
ακροατήριο του , στην Πάτρα , στις 29 Δεκεμβρίου 2017.
Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ (για τη δημοσίευση)

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ 556/2017 Εκ περιτροπής εργασία - Μερική απασχόληση - σιωπηλή αποδοχή βλαπτικής μεταβολής όρων σύμβασης.

 

https://dspatras-news.blogspot.gr/2017/12/55628.html

 

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ 556/2017 Εκ περιτροπής εργασία - Μερική απασχόληση - σιωπηλή αποδοχή βλαπτικής μεταβολής όρων σύμβασης.

 
                    ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ 556/28.12.2017
ΕΦΕΤΗΣ: Αικατερίνη Ντόκα
ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ ΔΙΚΗΓΟΡΟΙ: Ευστρατία Μωραΐτη, Δημήτριος Ρήγας
Για την εκ μέρους του εργοδότη μονομερή επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας στους εργαζομένους κάποιας επιχείρησης ή τμήματος αυτής δεν αρκεί απλώς η εκ μέρους των τελευταίων γνώση των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η επιχείρηση και μάλιστα λόγω του μικρού μεγέθους αυτής, αλλά απαιτείται η εκ μέρους του εργοδότη κατά τα ανωτέρω ενημέρωση και διαβούλευση με εργαζομένων, πριν την επιβολή του ανωτέρω μέτρου.
Μερική απασχόληση. Υποχρεώση τήρησης έγγραφου τύπου. Η έλλειψη τύπου και, συνακόλουθα, έγκαιρης γνωστοποίησης της ρήτρας για τη μερική απασχόληση τεκμαίρει την ύπαρξη σύμβασης εργασίας με πλήρη απασχόληση.
Προέκυψε ότι ο ενάγων δεν είχε αντιδράσει στην βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής του σύμβασης, η οποία αρχικώς περιορίσθηκε σε εργασία τεσσάρων ημερών εβδομαδιαίως, επί οκτώ ώρες ημερησίως, με αποτέλεσμα να έχει αποδεχθεί σιωπηλώς την τοιαύτη τροποποίηση των όρων της σύμβασης εργασίας του, όπως βασίμως ισχυρίσθηκε η εναγόμενη. Όμως ο ενάγων δεν αποδέχθηκε την περαιτέρω βλαπτική μεταβολή της εργασιακής του σύμβασης που έλαβε χώρα τον Ιανουάριο του 2013, προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας, και άσκησε εναντίον  της εναγομένης αίτηση ασφαλιστικών μέτρων και τακτική αγωγή.
Η καταγγελία δεν έγινε από λόγους εκδίκησης, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων, αλλά εξαιτίας της κακής οικονομικής κατάστασης της εναγομένης, όπως προκύπτει αναμφίβολα από το γεγονός πως η εναγόμενη όχι μόνο δεν προσέλαβε άλλον εργαζόμενο στη θέση του ενάγοντος, αλλά αντίθετα κατήγγειλε και τις συμβάσεις εργασίας των υπολοίπων εργαζομένων της και κατά το έτος 2014 απασχολούσε πλέον μόνο έναν εργαζόμενο. Επομένως, το αγωγικό αίτημα να κηρυχθεί άκυρη ως καταχρηστική η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, ως γενομένη από λόγους εκδίκησης, κρίνεται απορριπτέο ως αβάσιμο.
 
 
 
 
 
 
Αριθμός απόφασης  556/2017
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ 
 
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Αικατερίνη Ντόκα, Εφέτη, που όρισε ο Πρόεδρος Εφετών, και από τη Γραμματέα Αφροδίτη Γεωργίου.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 4 Μαΐου 2017, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ :
Α]Του εκκαλούντος : …………………, κατοίκου Πατρών, ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας του δικηγόρου Ευστρατίας Μωραΐτη.
 Της εφεσίβλητης : Ανώνυμης εταιρίας µε την επωνυµία «ΑΝΩΝΥΜΗ ………………………….. ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΤΡΩΝ Α.Ε.», με το διακριτικό τίτλο ‘……………………………….’, που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόµιµα, η οποία παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Δημητρίου Ρήγα.
Β]Της εκκαλούσας : Ανώνυμης εταιρίας µε την επωνυµία «ΑΝΩΝΥΜΗ ………………………………. ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΤΡΩΝ Α.Ε.», με το διακριτικό τίτλο ‘…………………………………..’, που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόµιµα, η οποία παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Δημητρίου Ρήγα.
Του εφεσίβλητου : ……………………………….., κατοίκου Πατρών, ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας του δικηγόρου Ευστρατίας Μωραΐτη.
Ο εκκαλών –εφεσίβλητος ……………………………….. άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών  τις από 19.9.2013 με αρ. καταθ. 2776/20.9.2013 και από 29.5.2014 με αρ. καταθ. 1529/2.6.2014 αγωγές, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών και εκδόθηκε η με αρ. 159/2015 οριστική απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου που τις έκανε εν μέρει δεκτές. Την ως άνω απόφαση προσέβαλαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου : Α]ο ενάγων με τη με αρ. εκθ. καταθ. 169/30.4.2015 έφεσή του, Β]η εναγόμενη με τη με αρ. εκθ. καταθ.  173/4.5.2015 έφεσή της. Οι ως άνω εφέσεις προσδιορίσθηκαν, δυνάμει των με αρ. 232 και 233/7.5.2015 πράξεων της γραμματέως του Δικαστηρίου αυτού για τη δικάσιμο της 12ης.11.2015 και κατόπιν αναβολών για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης (4.5.2017) και γράφτηκαν στο πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων κατέθεσαν τις έγγραφες προτάσεις του και ζήτησαν να γίνουν δεκτοί οι διαλαμβανόμενοι σε αυτές ισχυρισμοί τους.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι υπό κρίση αντίθετες εφέσεις κατά της υπ’ αριθ. 159/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, έχουν ασκηθεί νομίμως με νομότυπη κατάθεση του σχετικού δικογράφου στην γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και εμπροθέσμως (άρθρ. 495 παρ. 1, 2, 499, 511, 513 παρ. 1β, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 1, 520 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, αυτές να γίνουν τυπικώς δεκτές, διότι ασκήθηκαν από διαδίκους που νίκησαν και ηττήθηκαν εν μέρει, ενώ, λόγω της πρόδηλης συνάφειάς τους, πρέπει να διαταχθεί η συνεκδίκασή τους (άρθρα 524 και 246 ΚΠολΔ) και να ερευνηθούν κατά την ίδια ως άνω διαδικασία ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 522, 524 παρ. 1, 2, 532 και 533 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).
Με τη διάταξη του άρθρου 38 του Ν. 1892/1990 (ΦΕΚ Α 101), όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 2 του Ν. 2639/1998 (ΦΕΚ Α 205) και συμπληρώθηκε με το άρθρο 7 του Ν. 2874/ 2000 (ΦΕΚ Α 286) και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 2 του Ν. 3846/2010 (ΦΕΚ Α 66), όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 17 παρ. 3 Ν. 3899/2010 (ΦΕΚ Α` 212) ορίζεται στην παρ. 3 αυτού ότι: "Κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας ή κατά τη διάρκειά της ο εργοδότης και ο μισθωτός μπορούν με έγγραφη ατομική σύμβαση να συμφωνήσουν κάθε μορφή απασχόλησης εκ περιτροπής. Εκ περιτροπής απασχόληση θεωρείται η απασχόληση κατά λιγότερες ημέρες την εβδομάδα ή κατά λιγότερες εβδομάδες το μήνα ή κατά λιγότερους μήνες το έτος ή και συνδυασμός αυτών κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο εργασίας. Η παρεχόμενη από το άρθρο αυτό προστασία καλύπτει και τους απασχολούμενους με βάση τις συμφωνίες του προηγούμενου εδαφίου. Αν περιοριστούν οι δραστηριότητες του ο εργοδότης μπορεί, αντί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, να επιβάλλει σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης στην επιχείρησή του, η διάρκεια της οποίας δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τους εννέα (9) μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος, μόνο εφόσον προηγουμένως προβεί σε ενημέρωση και διαβούλευση με τους νόμιμους εκπροσώπους των εργαζομένων, σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.Δ. 240/2006 και του Ν. 1767/1988. Οι συμφωνίες ή οι αποφάσεις της παραγράφου αυτής γνωστοποιούνται μέσα σε οκτώ (8) ημέρες από την κατάρτιση ή τη λήψη τους στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας". Κατά δε την παρ.4 του ιδίου άρθρου "Ως εκπρόσωποι των εργαζομένων για την εφαρμογή της προηγουμένης παραγράφου ορίζονται κατά την εξής σειρά προτεραιότητας: α) οι εκπρόσωποι από την πλέον αντιπροσωπευτική συνδικαλιστική οργάνωση της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης, η οποία καλύπτει κατά το καταστατικό της τους εργαζομένους, ανεξάρτητα από την κατηγορία, τη θέση ή την ειδικότητα τους, β) οι εκπρόσωποι των υφισταμένων συνδικαλιστικών οργανώσεων της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης, γ) τα συμβούλια εργαζομένων, δ) εάν ελλείπουν συνδικαλιστικές οργανώσεις ή συμβούλια εργαζομένων, η ενημέρωση και η διαβούλευση γίνεται με το σύνολο των εργαζομένων. Η ενημέρωση μπορεί να γίνει με εφάπαξ ανακοίνωση σε εμφανές και προσιτό σημείο της επιχείρησης. Η διαβούλευση πραγματοποιείται σε τόπο και χρόνο που ορίζει ο εργοδότης". Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι η εκ περιτροπής εργασία (συμβατική ή επιβαλλομένη μονομερώς), αποτελεί ειδικότερη μορφή μερικής απασχόλησης, κατά την οποία ο μισθωτός απασχολείται στην επιχείρηση ή σε ορισμένο τμήμα αυτής λιγότερες ημέρες την εβδομάδα ή λιγότερες εβδομάδες το μήνα ή λιγότερους μήνες το έτος, αλλά πάντα κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο εργασίας. Βασικό εννοιολογικό γνώρισμα της εκ περιτροπής εργασίας είναι η εναλλαγή χρονικών διαστημάτων εργασίας και αργίας (μη εργασίας), μολονότι η λειτουργία της επιχείρησης ή τμήματος αυτής παραμένει συνεχής. Από τις ίδιες αυτές διατάξεις, συνάγεται ότι η εκ περιτροπής εργασία μπορεί να λάβει δύο ειδικότερες μορφές και συγκεκριμένα: 1) της συμφωνημένης (συμβατικής) εκ περιτροπής εργασίας, η οποία επιτρέπεται να συμφωνηθεί ελεύθερα με διάφορους συνδυασμούς που επιλέγουν τα μέρη, με μόνο περιορισμό της παροχής της ημερήσιας εργασίας κατά πλήρες ωράριο και 2)αυτής που εφαρμόζεται με μονομερή εργοδοτική απόφαση. Ειδικότερα στη δεύτερη περίπτωση παρέχεται η δυνατότητα στον εργοδότη και στο πλαίσιο του διευθυντικού του δικαιώματος σε ευρεία έννοια (ΑΠ 468/2012), σε περίπτωση περιορισμού της δραστηριότητάς της επιχείρησής του, να επιβάλλει στην επιχείρησή του "σύστημα εκ περιτροπής εργασίας", μέχρι εννέα μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος. Προϋποθέσεις κατά την τελευταία ως άνω διάταξη του εδαφίου δ της ως άνω παραγράφου για τη μονομερή επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας είναι: α)o περιορισμός των δραστηριοτήτων του εργοδότη, β)η ενημέρωση και διαβούλευση με τους εκπροσώπους των εργαζομένων και, ελλείψει αυτών, με το σύνολο των εργαζομένων, χωρίς να είναι απαραίτητο τα μέρη να καταλήξουν σε συμφωνία, οπότε η εφαρμογή του συστήματος εκ περιτροπής εργασίας λαμβάνει χώρα με μονομερή απευθυντέα δήλωση του εργοδότη προς τους εργαζομένους, διαπλαστικού χαρακτήρα (ΑΠ 1252/2014, δημ. ΝΟΜΟΣ), γ) η διάρκειά της να μην είναι μεγαλύτερη από τους εννέα μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος και δ)η απόφαση του εργοδότη (όταν αυτή επιβάλλεται μονομερώς) ή η συμφωνία (όταν πρόκειται για συμβατική εκ περιτροπής εργασία) να κοινοποιηθεί εντός οκτώ (8) ημερών στην Επιθεώρηση Εργασίας. Από το ότι η μονομερής επιβολή του συστήματος της εκ περιτροπής εργασίας εκ μέρους του εργοδότη προβλέπεται κατά το νόμο "αντί της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας", προκύπτει ότι ο περιορισμός της δραστηριότητας του εργοδότη, ανεξαρτήτως των λόγων στους οποίους οφείλεται, πρέπει να είναι τέτοιος, που θα οδηγούσε σε απολύσεις για οικονομικοτεχνικούς λόγους. Προϋποτίθεται δηλαδή η από τον περιορισμό της δραστηριότητας του εργοδότη πρόκληση πλεονάζοντος προσωπικού, λόγω της μείωσης της διαθέσιμης εργασίας, ήτοι της ανάγκης του εργοδότη για παροχή εργασίας προς αυτόν. Ως εκ τούτου ο περιορισμός της δραστηριότητας δεν δικαιολογεί την επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας, αν είναι εντελώς ασήμαντος, αλλά θα πρέπει αντιθέτως να πρόκειται για σημαντικό περιορισμό αυτής. Από την πρόβλεψη δε επιβολής "συστήματος εκ περιτροπής εργασίας", αντί της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας του πλεονάζοντος προσωπικού, συνάγεται ότι το σύστημα αυτό αξιολογείται από τον νομοθέτη ως ηπιότερο μέτρο σε σχέση με την καταγγελία. Το σύστημα δε της εκ περιτροπής εργασίας που δικαιούται να επιβάλει μονομερώς ο εργοδότης προϋποθέτει αναγκαίως εναλλαγή εργαζομένων στην ίδια επιχείρηση στην ίδια ή περισσότερες θέσεις εργασίας σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, ενώ η λειτουργία της επιχείρησης παραμένει συνεχής. Η εναλλαγή αυτή μπορεί να γίνεται, είτε κατά ομάδες μισθωτών εκ των οποίων η μία θα αντικαθιστά την άλλη διαδοχικά στην απασχόληση και τη μη απασχόληση, είτε από ένα μισθωτό τη φορά, υπό την έννοια ότι κάθε φορά ένας μισθωτός θα τίθεται εναλλάξ σε υποχρεωτική αργία, ενώ ο άλλος μισθωτός θα καλύπτει κατά πλήρες ωράριο τη θέση εργασίας. Χωρίς αυτή την εναλλάξ παροχή εργασίας, η οποία θα καταλαμβάνει το σύνολο των εργαζομένων στην επιχείρηση ή στο τμήμα αυτής που εμφανίζει σημαντικά μειωμένη δραστηριότητα, η εφαρμογή του συστήματος δεν είναι νοητή και κατά συνέπεια δεν μπορεί να επιβληθεί με μονομερή απόφαση του εργοδότη κατά το εδάφιο δ της παρ.3 του άρθρου 38 του Ν. 1892/1990, όπως τροποποιηθέν ισχύει (ΑΠ 1252/2014 ο.α., σχετ. ΑΠ 969/2011 υπό το πριν το Ν. 3846/2010 ισχύον νομοθετικό καθεστώς, δημ. ΝΟΜΟΣ). Συνακόλουθα δεν είναι κατά νόμο επιτρεπτή η εκ μέρους του εργοδότη μονομερής επιβολή συστήματος εργασίας κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο για τις ίδιες συγκεκριμένες ημέρες την εβδομάδα σε μισθωτούς της επιχείρησής του, αφού στη περίπτωση αυτή ελλείπει το στοιχείο της εναλλάξ παροχής εργασίας. Περαιτέρω, εκτός της πιο πάνω ουσιαστικής προϋπόθεσης του περιορισμού της δραστηριότητας της επιχείρησης, για την επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας, τίθενται επιπλέον και ορισμένες τυπικές προϋποθέσεις, στις οποίες περιλαμβάνεται η υποχρέωση ενημέρωσης και εν συνεχεία διαβούλευσης με τους εκπροσώπους αυτών, και σε περίπτωση έλλειψης εκπροσώπων, με το σύνολο των εργαζομένων. Εξάλλου με το Π.Δ. 240/2006 (ΦΕΚ Α 252), που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την οδηγία 2002/14/Ε.Κ., στο οποίο παραπέμπει η διάταξη του ως άνω εδαφίου δ ως προς τον τρόπο κατά τον οποίο γίνεται η ενημέρωση των εργαζομένων και στη συνέχεια η διαβούλευση αυτών με τον εργοδότη, θεσπίστηκε γενικότερα η υποχρέωση του εργοδότη για ενημέρωση και διαβούλευση, με τους εκπροσώπους των εργαζομένων, για ζητήματα, όπως και η εκ περιτροπής εργασία. Η ενημέρωση αυτή, η οποία μπορεί να γίνει και με εφάπαξ ανακοίνωση σε εμφανές και προσιτό σημείο της επιχείρησης, θα πρέπει να περιέχει τους λόγους που κατά την εργοδοσία επιβάλλουν την εκ περιτροπής εργασία, όπως στοιχεία από τα οποία προκύπτει ο σημαντικός περιορισμός της δραστηριότητας, η πιθανή διάρκειά της και το συγκεκριμένο σύστημα κατανομής της απασχόλησης που προτίθεται να εφαρμόσει ο εργοδότης. Δεν αποκλείεται βεβαίως η ενημέρωση να γίνει και κατ’ άλλο τρόπο, όπως με προφορική ανακοίνωση προς τους εργαζομένους, που θα συνιστά άλλωστε τη συνήθη περίπτωση σε μικρές επιχειρήσεις με μικρό αριθμό εργαζομένων. Η διαβούλευση στη συγκεκριμένη περίπτωση συνίσταται στην ανταλλαγή απόψεων μεταξύ του εργοδότη και των εκπροσώπων των εργαζομένων ή του συνόλου αυτών σχετικά με τα μέτρα και τις αποφάσεις που πρέπει να ληφθούν για την αντιμετώπιση των δυσχερειών της επιχείρησης από τη σημαντική μείωση της δραστηριότητας αυτής και ειδικότερα για τη δημιουργία συστήματος κατανομής της εναπομένουσας διαθέσιμης εργασίας στο σύνολο του προσωπικού της επιχείρησης ή του τμήματος αυτής, προκειμένου να διασωθούν έτσι οι θέσεις εργασίας. Επομένως για την εκ μέρους του εργοδότη μονομερή επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας στους εργαζομένους κάποιας επιχείρησης ή τμήματος αυτής δεν αρκεί απλώς η εκ μέρους των τελευταίων γνώση των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η επιχείρηση και μάλιστα λόγω του μικρού μεγέθους αυτής, αλλά απαιτείται η εκ μέρους του εργοδότη κατά τα ανωτέρω ενημέρωση και διαβούλευση με εργαζομένων, πριν την επιβολή του ανωτέρω μέτρου. Ενόψει δε του συλλογικού χαρακτήρα του ανωτέρω μέτρου της επιβολής συστήματος εκ περιτροπής εργασίας, το οποίο συνιστά μία μορφή ex lege εργατικής αλληλεγγύης εις τρόπο ώστε στη περίπτωση προσφυγής του εργοδότη στο μέτρο αυτό να μετατρέπεται το ενδεχόμενο της πλήρους απώλειας των θέσεων εργασίας συγκεκριμένου αριθμού εργαζομένων σε μείωση του χρόνου απασχόλησης με αντίστοιχη μείωση των αποδοχών ενός μεγαλυτέρου αριθμού εργαζομένων, η τήρηση της υποχρέωσης ενημέρωσης και εν συνεχεία διαβούλευσης αφορά όλες τις επιχειρήσεις στις οποίες ο εργοδότης προτίθεται να επιβάλει το μέτρο αυτό, ανεξαρτήτως του αριθμού των εργαζομένων σε αυτές και ειδικότερα ανεξαρτήτως του αν αυτές απασχολούν μικρότερο αριθμό εργαζομένων από τον προβλεπόμενο για την εφαρμογή τους στο άρθρο 3 του Π.Δ/τος 240/2006 και στο άρθρο 1 του Ν.1767/1988 (σχετ. ΑΠ 1252/2014), αφού η σχετική παραπομπή του εδαφίου δ στις διατάξεις των νόμων αυτών αναφέρεται στο τρόπο με τον οποίο λαμβάνει χώρα η κατά τα άνω ενημέρωση και εν συνεχεία διαβούλευση και όχι στο μέγεθος της επιχείρησης. Τούτο ενισχύεται και από τη ρύθμιση της παρ.4 περ. δ του πιο πάνω άρθρου που ορίζει ότι η ενημέρωση και η διαβούλευση γίνεται με το σύνολο των εργαζομένων, εάν ελλείπουν οι κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνδικαλιστικές οργανώσεις ή συμβούλια εργαζομένων στην επιχείρηση αυτή. Αντίθετη άλλωστε ερμηνευτική εκδοχή θα είχε ως αποτέλεσμα την αιφνίδια και χωρίς προηγούμενο διάλογο επιβολή του επαχθούς εκ του αποτελέσματος μέτρου της εκ περιτροπής εργασίας με μονομερή απόφαση του εργοδότη, δια της οποίας τροποποιούνται μονομερώς επί τα χείρω και κατά παράβαση της θεμελιώδους αρχής pacta sunt servanda οι όροι της ατομικής σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του μισθωτού και θα περιόριζε την καθιέρωση του εν λόγω διαλόγου σε μικρό αριθμό επιχειρήσεων, ενόψει και της δομής της ελληνικής οικονομίας. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η νόμιμη επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας κατά την έννοια του άρθρου 7 ν. 2112/1920, διότι λαμβάνει χώρα κατ` ενάσκηση διαπλαστικού δικαιώματος του εργοδότη απορρέοντος από τον νόμο. Αν αντιθέτως δεν τηρούνται οι ανωτέρω όροι και προϋποθέσεις, δεν υφίσταται σχετικό δικαίωμα του εργοδότη για μονομερή μεταβολή των όρων εργασίας, δεν επέρχεται δηλαδή αναστολή της πλήρους λειτουργίας της εργασιακής σύμβασης, με τη μείωση του χρόνου απασχόλησης και την αντίστοιχη μείωση της αμοιβής, η δε μονομερής επιβολή της συνιστά (παράνομη) βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, που λαμβάνει χώρα χωρίς τη συμφωνία του εργαζομένου και χωρίς σχετικό δικαίωμα του εργοδότη, η οποία επισύρει τις συνέπειες του άρθρου 7 του Ν. 2112/1920 και των άρθρων 361, 349, 350, 656 του ΑΚ. Στην περίπτωση αυτή, ο μισθωτός έχει διαζευκτικώς τις εξής δυνατότητες: α)να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση, τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη (άρθ. 361 ΑΚ), εφ` όσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη, β)να θεωρήσει την μονομερή βλαπτική μεταβολή ως καταγγελία από την πλευρά του εργοδότη και να αποχωρήσει, αξιώνοντας συγχρόνως την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης κατά το άρθρο 7 του Ν. 2112/1920 και γ)να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους πριν από τη μεταβολή όρους, οπότε η μη αποδοχή τους από τον εργοδότη τον καθιστά υπερήμερο δανειστή και επέρχονται οι συνέπειες που ορίζει το άρθρο 656 ΑΚ (καταβολή μισθών υπερημερίας). 
Περαιτέρω κατά την παρ. 1 του ιδίου ως άνω άρθρου 38 του ν. 1892/1990, ορίζεται ότι: "Κατά τη σύσταση της σύμβασης εργασίας ή κατά τη διάρκειά της ο εργοδότης και ο μισθωτός μπορούν με έγγραφη ατομική σύμβαση να συμφωνήσουν, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ημερήσια ή εβδομαδιαία εργασία ή δεκαπενθήμερη ή μηνιαία εργασία, η οποία θα είναι μικρότερης διάρκειας από την κανονική (μερική απασχόληση). Η συμφωνία, εφόσον μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την κατάρτισή της δεν γνωστοποιηθεί στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας, τεκμαίρεται ότι καλύπτει σχέση εργασίας με πλήρη απασχόληση" (παρ.1). Η διάταξη αυτή αποβλέπει στην πληρέστερη προστασία των εργαζομένων σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες τίθεται ζήτημα μείωσης του χρόνου απασχόλησης κάτω από τα συνήθη όρια που συνιστούν την πλήρη απασχόληση, με αντίστοιχη μείωση του ύψους του οφειλομένου μισθού. Η διάταξη εισάγει απόκλιση από το γενικό κανόνα περί του ότι η σύμβαση εργασίας καταρτίζεται ατύπως (ΑΚ 158, 361, 648). Γι` αυτό και, ως εξαιρετική διάταξη, πρέπει να ερμηνευθεί στενώς. Ως εκ τούτου, η υποχρέωση τηρήσεως του έγγραφου τύπου εκτείνεται μόνο στον όρο που προβλέπει τη μερική απασχόληση. Κατά τα λοιπά, η σύμβαση εργασίας μπορεί να είναι άτυπη και να έχει το περιεχόμενο, που πραγματικά θέλησαν τα μέρη να προσδώσουν σ` αυτή. Η συνέπεια της παράλειψης του έγγραφου τύπου ως προς τον όρο για τη μερική απασχόληση, εμμέσως πλην σαφώς, καθορίζεται στην ίδια διάταξη. Με αφετηρία τη σκέψη ότι η έλλειψη εγγράφου ματαιώνει τη δυνατότητα γνωστοποίησης της συμφωνίας για τη μερική απασχόληση προς την αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, συνάγεται ότι ως κύρωση της παράλειψης του έγγραφου τύπου ο νομοθέτης επέβαλε τη λειτουργία αποδεικτικού τεκμηρίου. Η έλλειψη τύπου και, συνακόλουθα, έγκαιρης γνωστοποίησης της ρήτρας για τη μερική απασχόληση τεκμαίρει την ύπαρξη σύμβασης εργασίας με πλήρη απασχόληση. Σε μια τέτοια περίπτωση, ο επικαλούμενος την κατάρτιση σύμβασης με πλήρη απασχόληση θα έχει υπέρ αυτού το εν λόγω τεκμήριο, ενώ ο αντίδικός του θα φέρει το βάρος της κατάρριψής του. Οπότε, σε περίπτωση αμφιβολίας, θα γίνει δεκτό από το δικαστήριο ότι καταρτίσθηκε σύμβαση με πλήρη απασχόληση. Αν, όμως, ο μαχόμενος κατά του τεκμηρίου κατορθώσει να δημιουργήσει πλήρη δικανική πεποίθηση περί του αντιθέτου, τότε, παρά την έλλειψη εγγράφου, θα γίνει δεκτό ότι καταρτίσθηκε σύμβαση με μερική και όχι με πλήρη απασχόληση. Διότι η ανάγκη προστασίας των εργαζομένων, στην οποία αποβλέπουν ο έγγραφος τύπος και η λειτουργία του τεκμηρίου, δεν επιτρέπεται να οδηγήσει μέχρι την κατάφαση μιας συμβατικής μορφής (δηλαδή, αυτής της πλήρους απασχόλησης), την οποία, σε συγκεκριμένη περίπτωση, ουδόλως θέλησαν ή επιδίωξαν τα μέρη (ΑΠ 1264/2012 ΔΕΕ 2013.834).
Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 ΑΚ συνάγεται ότι ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει στον εργαζόμενο ως αντιπαροχή της εργασίας του τον συμφωνημένο ή νόμιμο ή ειθισμένο μισθό, δεδομένου ότι, κατά την δεύτερη των διατάξεων αυτών, η συμφωνία για μισθό τεκμαίρεται από το γεγονός ότι υπάρχει συμφωνία για παροχή εργασίας, η οποία κατά τις συνηθισμένες περιστάσεις παρέχεται μόνο με μισθό. Συμφωνημένος ή συμβατικός είναι ο μισθός που ως προς το ποσό και τη μορφή του καθορίζεται με συμφωνία του εργοδότη και του μισθωτού, ρητή ή σιωπηρή. Αντίθετα, νόμιμος μισθός είναι ο μισθός, τα επιδόματα και οι προσαυξήσεις που καθορίζονται άμεσα με κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται οι κανονιστικές διατάξεις Σ.Σ.Ε., Δ.Α. και Υπουργικών Αποφάσεων, διά των οποίων θεσπίζονται κατά τρόπο υποχρεωτικό κατώτατα όρια νόμιμου μισθού. Τέτοια διάταξη είναι και εκείνη του άρθρου 8 του Ν. 1876/1990 "ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και άλλες διατάξεις", κατά την οποία οι εθνικές γενικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας καθορίζουν τους ελάχιστους όρους εργασίας - άρα και τα ελάχιστα όρια αμοιβών - και ισχύουν για τους εργαζόμενους όλης της χώρας. Παρέπεται εξ αυτών ότι ο συμβατικός μισθός δεν μπορεί να υπολείπεται του ελάχιστου ορίου νόμιμου μισθού, που καθορίζεται με τις εθνικές γενικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας, εκτός αν συνδυάζεται με υποχρέωση παροχής από τον εργαζόμενο χρονικώς μειωμένης εργασίας, κάθε δε αντίθετη ατομική συμφωνία για καταβολή μικρότερου μισθού είναι άκυρη και δεν ισχύει, κατά τα άρθρα 174, 180 ΑΚ (ΑΠ 1161/2014, δημ. σε ΤΝΠ της  Νόμος).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 19.9.2013 με αρ. καταθ. 2776/20.9.2013 αγωγή του ο ενάγων εξέθετε ότι δυνάμει της από 11.2.1998 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προσλήφθηκε από την εναγόμενη, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως οδηγός φορτηγού, επί πέντε ημέρες εβδομαδιαίως και οκτώ ώρες ημερησίως, αμειβόμενος με βάση τις ισχύουσες ΣΣΕ. Ότι κατά το διάστημα από 15.1.2010 έως 30.9.2012 η εναγόμενη, χωρίς να τηρήσει τις νόμιμες προϋποθέσεις περί μετατροπής της σύμβασής του σε μερικής απασχόλησης ή στην επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας, τον απασχολούσε τέσσερις ημέρες εβδομαδιαίως, ενώ κατά το διάστημα Μαρτίου έως και Σεπτεμβρίου του 2012 μονομερώς προέβη σε μείωση των αποδοχών του κατά ποσοστό 15%. Ότι κατά το διάστημα  από 1.10.2012 έως 14.1.2013 η εναγόμενη τον απασχολούσε πέντε ημέρες την εβδομάδα, αλλά επί έξι ώρες ημερησίως, χωρίς και πάλι να τηρηθούν οι νόμιμες προϋποθέσεις περί μετατροπής της σύμβασής του σε μερικής απασχόλησης, ενώ από 14.1.2013 επέβαλε εκ νέου σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης, χωρίς να τηρήσει τις νόμιμες προϋποθέσεις, απασχολώντας τον δύο ημέρες εβδομαδιαίως, επί οκτώ ώρες ημερησίως. Ότι την 28.1.2013 η εναγόμενη γνωστοποίησε στην Επιθεώρηση Εργασίας την επιβολή μονομερώς συστήματος εκ περιτροπής απασχόλησής του για μία ημέρα εβδομαδιαίως, επί οκτώ ώρες, για το χρονικό διάστημα από 28.1.2013 έως 27.6.2013, πλην όμως αυτή συνέχισε να τον απασχολεί για μία ημέρα εβδομαδιαίως και μετά την 27.6.2013 και έως την άσκηση της από 19.9.2013 αγωγής του. Ότι ο ίδιος ρητώς απέκρουσε την βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής του σύμβασης, συνεχίζοντας ωστόσο να προσφέρει την εργασία του στην εναγόμενη, ζήτησε δε, όπως παραδεκτώς περιορίσθηκε η αγωγή του με δήλωση της πληρεξουσίας του δικηγόρου κατά την επ’ ακροατηρίου διαδικασία στην πρωτοβάθμια δίκη, να αναγνωρισθεί ότι η ως άνω επιβολή της εκ περιτροπής απασχόλησής του και η μερική του απασχόληση ήταν άκυρη και συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής του σύμβασης, να αναγνωρισθεί ότι η εναγόμενη κατέστη υπερήμερη ως προς την καταβολή των οφειλομένων αποδοχών του για το διάστημα από 15.1.2010 έως 31.7.2013, να υποχρεωθεί να του καταβάλει για τη  ίδια αιτία το ποσό των 26.128,17 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε μερικότερο κονδύλιο έπρεπε να καταβληθεί και να υποχρεωθεί να αποδέχεται την εργασία του υπό τους πριν τη βλαπτική μεταβολή όρους μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης. Ζήτησε ακόμα να αναγνωρισθεί ότι η εναγόμενη οφείλει να του καταβάλει το ποσό των 10.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που έχει υποστεί εκ της συμπεριφοράς του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης, ο οποίος με συνεχείς απειλές περί απόλυσής του και δόλιες υποσχέσεις περί εξόφλησής του, προσέβαλε την προσωπικότητά του.
Με την από 29.5.2014 αγωγή ο ενάγων εξέθεσε περαιτέρω ότι και μετά την άσκηση της πρώτης αγωγής του η εναγόμενη συνέχισε να τον απασχολεί μία ημέρα εβδομαδιαίως, ενώ την 8.11.2013 προέβη σε καταγγελία της σύμβασής του, πλην όμως δυνάμει της με αρ. 122/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που εκδόθηκε με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και της επιδόθηκε την 4.3.2014, αυτή υποχρεώθηκε να αποδέχεται προσωρινά την εργασία του, υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, έως την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της ως άνω αγωγής του. Ότι η εναγόμενη την 24.3.2014 κατήγγειλε εκ νέου τη σύμβασή του, καταβάλλοντάς του ως αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 8.864,31 ευρώ. Ότι η απόλυσή του είναι άκυρη καθώς έγινε καταχρηστικά, από λόγους εκδίκησης, λόγω της προηγούμενης άσκησης αγωγής εναντίον της. Ζήτησε δε, μετά από νομότυπο περιορισμό του αιτήματός του, να αναγνωρισθεί ότι οι αποφάσεις της εναγομένης για μονομερή επιβολή του συστήματος της εκ περιτροπής εργασίας, που επέβαλε τον  Ιανουάριο του 2013 ήταν άκυρες, ότι οφείλει να του καταβάλει ως διαφορές αποδοχών για το διάστημα Αυγούστου-Οκτωβρίου 2013 το ποσό των 3.575,61 ευρώ, από τότε που κάθε μερικότερο κονδύλιο έπρεπε να καταβληθεί, άλλως από την επίδοση της αγωγής, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα των γενομένων από 8.11.2013 και 24.3.2014 καταγγελιών της εργασιακής του σύμβασης, να υποχρεωθεί να αποδέχεται της εργασία του, όπως και πριν από την από 28.1.2013 επιβληθείσα εκ περιτροπής εργασία, με απειλή χρηματικής ποινής για κάθε ημέρα άρνησής της, να αναγνωρισθεί ότι οφείλει να του καταβάλει το ποσό των 1520,77 ευρώ μηνιαίως για μισθούς υπερημερίας του διαστήματος από 24.3.2014 έως τη συζήτηση της αγωγής, αλλά και για το διάστημα από τη συζήτηση της αγωγής έως την άρση της υπερημερίας της, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε μηνιαίος μισθός καθίσταται απαιτητός, άλλως από την επίδοση της αγωγής, καθώς και το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την περαιτέρω προσβολή της προσωπικότητάς του ως εργαζομένου, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Επικουρικώς, σε περίπτωση που κρινόταν έγκυρη η καταγγελία της σύμβασής του ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει το επιπλέον της αποζημίωσης απόλυσης, ποσό των 12.426,47 ευρώ, νομιμότοκα από 24.3.2014, άλλως από την επίδοση της αγωγής. 
Οι εν λόγω αγωγές συνεκδικάσθηκαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών και εκδόθηκε η εκκαλουμένη, με την οποία απορρίφθηκε το  αίτημα περί επιδίκασης μισθών υπερημερίας για το χρονικό διάστημα μετά τη συζήτηση ως αορίστως υποβαλλόμενο και έγιναν εν μέρει δεκτές οι αγωγές, αναγνωρίσθηκε ως άκυρη η επιβολή του συστήματος της εκ περιτροπής εργασίας από την εναγόμενη στον ενάγοντα από τον Ιανουάριο του 2010, αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα των από 8.11.2013 και 24.3.2014 καταγγελιών της σύμβασης εργασίας του, υποχρεώθηκε η εναγόμενη να αποδέχεται την εργασία του ενάγοντος μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης και σε περίπτωση μη συμμόρφωσής της την καταδίκασε σε χρηματική ποινή 300 ευρώ για κάθε μήνα άρνησης, αναγνώρισε ότι η εναγόμενη οφείλει ως χρηματική ικανοποίηση για την προσβολή της προσωπικότητάς του ενάγοντος το ποσό των 500 ευρώ για έκαστη αγωγή, ήτοι συνολικά το ποσό των 1000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση έκαστης αγωγής, υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει ως διαφορά μισθών υπερημερίας για το διάστημα από 24.3.2014 έως τη συζήτηση της αγωγής (12.2.2015) το ποσό των 6.343,39 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε μερικότερο κονδύλιο ήταν καταβλητέο, κατόπιν αποδοχής ως ουσιαστικώς βάσιμης της ένστασης της εναγομένης περί συμψηφισμού των αξιώσεων του ενάγοντος με την καταβληθείσα αποζημίωση απόλυσης ποσού 8.864,31 ευρώ, την υποχρέωσε να καταβάλει το συνολικό ποσό των 3.575,61 ευρώ ως διαφορά μισθών Αυγούστου, Σεπτεμβρίου και Οκτωβρίου 2013, νομιμοτόκως από το τέλος του μήνα στον  οποίο κάθε μερικότερο ποσό έπρεπε να καταβληθεί, ενώ απέρριψε το αίτημα της πρώτης αγωγής περί καταβολής διαφοράς αποδοχών για το διάστημα από 15.1.2010 έως 31.7.2013 ποσού 26.128,17 ευρώ, ως επικουρικώς υποβαλλόμενο. Οι εκκαλούντες, με τις εφέσεις τους, προσβάλλουν την απόφαση και παραπονούνται για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας ο μεν ενάγων την πλήρη παραδοχή των αγωγών του, η δε εναγόμενη την απόρριψή τους. 
Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος και τη χωρίς όρκο κατάθεση του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Η εναγόμενη ανώνυμη εταιρία έχει ως αντικείμενο την εμπορία και πραγματοποίηση εισαγωγών και εξαγωγών τροφίμων και συναφών ειδών, τη δημιουργία βιοτεχνίας για την επεξεργασία κα παραγωγή των ειδών αυτών, την τροφοδοσία πλοίων, αεροσκαφών και ξενοδοχειακών μονάδων, την παροχή προς αυτά εξυπηρετήσεων και την πρακτόρευσή τους, την ανάληψη της εκμετάλλευσης των ευρισκόμενων σε αυτά αναψυκτηρίων, μπαρ, εστιατορίων και καταστημάτων αφορολογήτων ειδών καθώς και την αντιπροσώπευση οίκων εσωτερικού ή εξωτερικού κατασκευής ή εμπορίας των ως άνω ειδών. Δυνάμει της από 11.2.1998 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου η εναγόμενη προσέλαβε τον ενάγοντα ως οδηγό σε φορτηγό 7,5 και 13 τόνων, με τη συμφωνία να αμείβεται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες οικείες ΣΣΕ, παρείχε δε στην εναγόμενη την εργασία του έως την 15.1.2010 με πλήρη απασχόληση, ήτοι πέντε ημέρες εβδομαδιαίως επί οκτώ ώρες ημερησίως. Η εναγόμενη απασχολούσε κατά το έτος 2008 συνολικά οκτώ εργαζομένους, οι οποίοι μειώθηκαν κατά το έτος 2010 σε πέντε με έξι, εκ των οποίων η μία υπάλληλος (βοηθός λογιστή) είχε προσληφθεί με μερική απασχόληση. Εξαιτίας της μείωσης του κύκλου εργασιών της εναγομένης, τον Ιανουάριο του 2010 ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτής Ελευθέριος Κυρούσης, επέβαλε μονομερώς σε ορισμένους εργαζομένους της επιχείρησης, μεταξύ δε αυτών και στον ενάγοντα, σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης, με εργασία τεσσάρων ημερών την εβδομάδα και οκτώ ωρών ημερησίως, χωρίς να τηρηθούν οι ανωτέρω προϋποθέσεις της προηγούμενης ενημέρωσης και διαβούλευσης με τους εργαζομένους της επιχείρησης, έστω και προφορικά, και χωρίς να τεθεί συγκεκριμένο χρονικό πλαίσιο στο οποίο θα ίσχυε η εκ περιτροπής απασχόληση, όπως επιτάσσεται από την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου  38 παρ.3 του Ν. 1892/1990, ως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο. Ειδικότερα, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, η ενημέρωση θα έπρεπε να περιέχει, μεταξύ άλλων, τους λόγους που επέβαλαν, κατά την άποψη της εναγομένης,  την εκ περιτροπής εργασία, όπως στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ο σημαντικός περιορισμός της δραστηριότητάς της και η πιθανή διάρκειά της, χωρίς να αρκεί μόνο η γνώση εκ μέρους των εργαζομένων των οικονομικών προβλημάτων της επιχείρησης, ενώ η διαβούλευση στη συγκεκριμένη περίπτωση συνίσταται στην ανταλλαγή απόψεων μεταξύ του εργοδότη και των εκπροσώπων των εργαζομένων ή του συνόλου αυτών σχετικά με τα μέτρα και τις αποφάσεις που πρέπει να ληφθούν, για την αντιμετώπιση των δυσχερειών της επιχείρησης από τη σημαντική μείωση της δραστηριότητας αυτής και ειδικότερα για τη δημιουργία συστήματος κατανομής της εναπομένουσας διαθέσιμης εργασίας στο σύνολο του προσωπικού της επιχείρησης ή του τμήματος αυτής, προκειμένου να διασωθούν με τον τρόπο αυτό οι θέσεις εργασίας. Ο ενάγων συμμορφώθηκε με τους τιθέμενους μονομερώς από την εργοδότρια του νέους όρους εργασίας και εξακολούθησε να παρέχει την εργασία του τέσσερις ημέρες εβδομαδιαίως και οκτώ ώρες ημερησίως έως τον Οκτώβριο του 2012, οπότε η εναγόμενη, ενεργώντας και πάλι μονομερώς, ζήτησε από τον ενάγοντα να απασχολείται πέντε ημέρες εβδομαδιαίως αλλά έξι ώρες ημερησίως, χωρίς και στην περίπτωση αυτή να τηρήσει τις προϋποθέσεις του άρθρου 38 παρ.1 του ως άνω νόμου, ήτοι χωρίς να περιβληθεί ο όρος περί μερικής απασχόλησης τον έγγραφο τύπο και χωρίς να γνωστοποιηθεί η απόφασή της στην Επιθεώρηση Εργασίας. Η τοιαύτη θέση του ενάγοντος αρχικώς, από 15.1.2010 έως τον Οκτώβριο του 2012 σε σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης (με εργασία 32 ωρών εβδομαδιαίως) και ακολούθως, από τον Οκτώβριο του 2012 έως τον Ιανουάριο του 2013 σε μερική απασχόληση (με εργασία 30 ωρών εβδομαδιαίως), χωρίς να τηρηθούν οι νόμιμες προϋποθέσεις, συνιστά αναμφίβολα παράνομη βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής του σύμβασης. Ωστόσο, όπως προκύπτει από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης …………………………………., ο οποίος εργαζόταν στην ίδια επιχείρηση ως χειριστής ανυψωτικού μηχανήματος, ο ενάγων καθ’ όλη τη διάρκεια των ετών 2010, 2011 και 2012 δεν προέβη σε οιαδήποτε ενέργεια, εγγράφως ή προφορικώς, από την οποία να δύναται να συναχθεί πως δεν αποδέχθηκε τη βλαπτική αυτή μεταβολή και  πως ενέμεινε στην τήρηση των αρχικών όρων της σύμβασης εργασίας του. Ακολούθως, λόγω της συνεχιζόμενης μείωσης του κύκλου εργασιών της, στις 14.1.2013 η εναγόμενη επέβαλε, και πάλι μονομερώς, χωρίς να τηρήσει τις ως άνω προϋποθέσεις περί ενημέρωσης και διαβούλευσης με τους εργαζομένους της επιχείρησης, σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης τους τέσσερις εκ των έξι συνολικά εργαζομένων της, μεταξύ δε αυτών και στον ενάγοντα, με εργασία δύο ημερών εβδομαδιαίως, ήτοι Τετάρτη και Πέμπτη, επί οκτώ ώρες ημερησίως, για το διάστημα από 28.1.2013 έως 27.6.2013, όπως εμφαίνεται στο με αρ. πρωτ. 1259/14.1.2013 πίνακα προσωπικού, που κατατέθηκε στην Επιθεώρηση Εργασίας, ενώ οι άλλοι δύο εργαζόμενοι είχαν προσληφθεί και εξακολουθούσαν να εργάζονται με μερική απασχόληση. Στη συνέχεια, με την από 28.1.2013 νεότερη απόφασή της, που ομοίως γνωστοποίησε στην Επιθεώρηση Εργασίας, η εναγόμενη επέβαλε μονομερώς στους ως άνω τέσσερις εργαζομένους, μεταξύ δε αυτών και στον ενάγοντα σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης μίας ημέρας εβδομαδιαίως, επί οκτώ ώρες ημερησίως, για το διάστημα από 28.1.2013 έως 27.6.2013, όπως εμφαίνεται στο με αρ. πρωτ. 2490/29.1.2013 πίνακα προσωπικού που κατέθεσε στην Επιθεώρηση Εργασίας. Ο ενάγων διαμαρτυρήθηκε για τον περιορισμό της απασχόλησής του σε μόλις δύο ημέρες εβδομαδιαίως και ακολούθως σε μία ημέρα εβδομαδιαίως, και προσέφυγε στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας της Περιφερειακής Διεύθυνσης Κοινωνικής Επιθεώρησης Δυτικής Ελλάδος το Μάιο του 2013 μαζί με άλλους εργαζομένους, συντάχθηκε δε το με αρ. 168/3.7.2013 δελτίο εργατικής διαφοράς, όπου επισημαίνονται οι ανωτέρω παρατυπίες και παραλείψεις της εναγομένης σε σχέση με τη θέση του ενάγοντος σε καθεστώς εκ περιτροπής εργασίας και μερικής απασχόλησης από το έτος 2010 και εντεύθεν.  Ακολούθως, ο ενάγων άσκησε την από 19.9.2013 αίτηση περί λήψης ασφαλιστικών μέτρων κατά της εναγομένης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί προσωρινά να τον απασχολεί με πλήρη απασχόληση μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της ως άνω με αρ. καταθ. 2776/20.9.2013 αγωγής του, η οποία είχε κοινοποιηθεί στην εναγόμενη στις 25.9.2013.  Η τελευταία στις 8.11.2013 προέβη, διά του νομίμου εκπροσώπου της, στην έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, χωρίς ωστόσο να του καταβάλει αποζημίωση απόλυσης. Η συζήτηση της ως άνω από 19.9.2013 αίτησης  έλαβε χώρα την 13.11.2013 και εκδόθηκε η με αρ.  122/2014 απόφασή του ως άνω Δικαστηρίου, το οποίο, αφού έκρινε πως η θέση του ενάγοντος σε εκ περιτροπής απασχόληση ήταν παράνομη, υποχρέωσε την εναγόμενη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της με αρ. καταθ. 2776/20.9.2013 αγωγής. Η απόφαση κοινοποιήθηκε στην εναγόμενη στις 4.3.2014 (σχετ. η με αρ. 11482/4.3.2014 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Πατρών Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου), ωστόσο αυτή στις 24.3.2014 κατήγγειλε εκ νέου εγγράφως τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος και στις 4.4.2014 κατέθεσε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό ων 8.864,31 ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης.
Από τα ανωτέρω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι έως την 14.1.2013 ο ενάγων δεν είχε αντιδράσει στην βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής του σύμβασης, η οποία αρχικώς από 15.1.2010 έως 30.9.2012 περιορίσθηκε σε εργασία τεσσάρων ημερών εβδομαδιαίως, επί οκτώ ώρες ημερησίως, ήτοι εργασία 32 ωρών εβδομαδιαίως, και από 1.10.2012 έως την 14.1.2013 σε εργασία πέντε ημερών εβδομαδιαίως αλλά έξι ωρών ημερησίως, ήτοι εργασία 30 ωρών εβδομαδιαίως, με αποτέλεσμα να έχει αποδεχθεί σιωπηλώς την τοιαύτη τροποποίηση των όρων της σύμβασης εργασίας του, όπως βασίμως ισχυρίσθηκε η εναγόμενη. Επομένως τα αγωγικά αιτήματα περί αναγνώρισης της ακυρότητας της θέσης του ενάγοντος σε εκ περιτροπής και σε μερική απασχόληση καθώς και περί επιδίκασης αποδοχών υπερημερίας για το διάστημα από 15.1.2010 έως 14.1.2013 κρίνονται απορριπτέα. Όμως ο ενάγων δεν αποδέχθηκε την περαιτέρω βλαπτική μεταβολή της εργασιακής του σύμβασης που έλαβε χώρα τον Ιανουάριο του 2013, προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας, και άσκησε εναντίον  της εναγομένης αίτηση ασφαλιστικών μέτρων και τακτική αγωγή. Επομένως, η εναγόμενη, μη αποδεχόμενη την εργασία του ενάγοντος σύμφωνα με τους όρους που ίσχυαν έως την 14.1.2013 περιήλθε σε υπερημερία εργοδότη. Οι μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος έως την 14.1.2013 για εργασία 30 ωρών εβδομαδιαίως, ανέρχονταν στο ποσό των 1110,98 ευρώ. Συνακόλουθα, η εναγόμενη οφείλει ως αποδοχές υπερημερίας για το διάστημα Ιανουαρίου 2013 έως Οκτωβρίου 2013 τα κάτωθι ποσά: για το μήνα Ιανουάριο 2013 ο ενάγων έλαβε το ποσό των 887,36 ευρώ και του οφείλεται επιπλέον το ποσό των (1110,98-887,36=) 223,62 ευρώ, για τους μήνες Φεβρουάριο, Μάρτιο, Απρίλιο και Ιούνιο 2013 έλαβε μηνιαίως το ποσό των 263,04 ευρώ και του οφείλεται επιπλέον το ποσό των (1110,98-263,04=847,94 Χ 4 μήνες=) 3.391,76 ευρώ, για τους μήνες Μάιο, Αύγουστο, Σεπτέμβριο και Οκτώβριο 2013 έλαβε το ποσό των 328,90 ευρώ και του οφείλεται επιπλέον το ποσό των (1110,98 – 328,90= 782,08 Χ 4 μήνες=) 3.128,32 ευρώ, για το μήνα Ιούλιο 2013 έλαβε το ποσό των 394,68 ευρώ και του οφείλεται το ποσό των (1110,98 – 394,68=) 716,30 ευρώ, για επίδομα εορτών Πάσχα έλαβε το ποσό των 256,76 ευρώ και του οφείλεται το ποσό των (555,49-256,76=) 298,73 ευρώ, για επίδομα αδείας 2013 το ποσό των 555,49 ευρώ και συνολικά το ποσό των 8.314,22 ευρώ [223,62+ 3.391,76 + 3.128,32 + 716,30+ 298,73+ 555,49].
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων εξακολούθησε να απασχολείται στην εναγόμενη έως την 24.3.2014, οπότε αυτή κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας του, καταθέτοντας ως αποζημίωση απόλυσής του στις 4.4.2014 το ποσό των 8.864,31 ευρώ. Η καταγγελία αυτή δεν έγινε από λόγους εκδίκησης, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων, αλλά εξαιτίας της κακής οικονομικής κατάστασης της εναγομένης, όπως προκύπτει αναμφίβολα από το γεγονός πως η εναγόμενη όχι μόνο δεν προσέλαβε άλλον εργαζόμενο στη θέση του ενάγοντος, αλλά αντίθετα κατήγγειλε και τις συμβάσεις εργασίας των υπολοίπων εργαζομένων της και κατά το έτος 2014 απασχολούσε πλέον μόνο έναν εργαζόμενο. Επομένως, το αγωγικό αίτημα να κηρυχθεί άκυρη ως καταχρηστική η από 24.3.2014 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, ως γενομένη από λόγους εκδίκησης, κρίνεται απορριπτέο ως αβάσιμο. Ακολούθως, πρέπει να γίνει δεκτό το επικουρικώς υποβαλλόμενο αίτημα του ενάγοντος και να του επιδικασθεί ως υπόλοιπο της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης. Η αποζημίωση που αυτός δικαιούταν ανέρχεται στο ποσό των {1110,98 μικτές μηνιαίες αποδοχές κατά το χρόνο της απόλυσης Χ 12 μήνες= 13.331,76 + 1/6 (2.221,96)=} 15.553,72 ευρώ, εκ του οποίου πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των  8.864,31 ευρώ που αυτός ήδη έλαβε, όπως ο ίδιος εκθέτει στην αγωγή του, και επομένως του οφείλεται το υπόλοιπο ποσού 6.689,41 ευρώ. Εξάλλου με το άρθρο 74 παρ. 3 του ν. 3863/2010, που στην προκειμένη περίπτωση διεκδικεί εφαρμογής, ορίζεται ότι «όταν η αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας υπερβαίνει τις αποδοχές δύο (2) μηνών, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει κατά την απόλυση μέρος της αποζημίωσης, που αντιστοιχεί στις αποδοχές δύο (2) μηνών. Το υπόλοιπο ποσό καταβάλλεται σε διμηνιαίες δόσεις, καθεμία από τις οποίες δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές δύο (2) μηνών, εκτός και αν το ποσό που υπολείπεται για την εξόφληση του συνόλου της αποζημιώσεως είναι μικρότερο. Η πρώτη δόση καταβάλλεται την επομένη της συμπλήρωσης διμήνου από την απόλυση».  Επομένως η εναγόμενη οφείλει το υπόλοιπο του ως άνω ποσού της αποζημίωσης με το νόμιμο τόκο ως προς το ποσό των 1504,83 ευρώ (υπόλοιπο της τέταρτης οφειλόμενης δόσης) από 25.9.2014, το ποσό των 2.592,29 από 25.11.2014 και το ποσό των 2592,29 ευρώ από 25.1.2015.
Εξάλλου, ουδόλως αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη, διά των εκπροσωπούντων οργάνων της, προσέβαλε την προσωπικότητα του ενάγοντος, ενώ μόνο η θέση του σε κατάσταση εκ περιτροπής και σε μερική απασχόληση, χωρίς την τήρηση των νόμιμων προϋποθέσεων και η καταγγελία της σύμβασης του, επειδή διεκδίκησε την καταβολή των νομίμων αποδοχών του και τη συνέχιση της εργασιακής του σύμβασης δε συνιστά παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του. Ως εκ τούτου το αίτημα περί επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικώς αβάσιμο.
Ακόμα, αποδείχθηκε πως η εναγόμενη δεν κατέβαλε για το διάστημα των μηνών Μαρτίου 2012 έως Σεπτεμβρίου 2012 τις δεδουλευμένες αποδοχές του ενάγοντος που αντιστοιχούσαν σε εργασία τεσσάρων ημερών εβδομαδιαίως και οκτώ ωρών ημερησίως, αλλά του κατέβαλε αυθαίρετα μειωμένες αποδοχές κατά ποσοστό 15%, με αποτέλεσμα αντί του ποσού των 1135,30 ευρώ, στο οποίο ανέρχονταν οι νόμιμες αποδοχές του, να λαμβάνει για το ανωτέρω διάστημα το ποσό των 965 ευρώ μηνιαίως. Επομένως η εναγόμενη οφείλει στον ενάγοντα ως διαφορά για το διάστημα αυτό το ποσό των {(1135-965=)170,30 ευρώ Χ 7 μήνες =} 1192,10 ευρώ. 
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω έπρεπε οι αγωγές να γίνουν εν μέρει δεκτές, να αναγνωρισθεί ως άκυρη η από 15.1.2013 και η από 28.1.2013 θέση του ενάγοντος σε ενάγοντα σύστημα εκ περιτροπής απασχόληση δύο ημερών εβδομαδιαίως και μίας ημέρας εβδομαδιαίως αντιστοίχως, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα: α]το ποσό των 1192,10 ευρώ ως διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών για το διάστημα Μαρτίου 2012 έως Σεπτεμβρίου 2012, με το νόμιμο τόκο από την τελευταία ημέρα κάθε μήνα που κάθε μερικότερο ποσό έπρεπε να καταβληθεί, β]το ποσό των 8.314,22 ευρώ ως διαφορές αποδοχών υπερημερίας για το διάστημα Ιανουαρίου έως και Οκτωβρίου 2013, με το νόμιμο τόκο ως προς τη διαφορά επί των μηνιαίων αποδοχών από την τελευταία ημέρα κάθε μήνα που κάθε μερικότερο ποσό έπρεπε να καταβληθεί, ως προς τη διαφορά επιδόματος Πάσχα 2013 από την 30.4.2013 και ως προς το επίδομα αδείας από 1.1.2014, γ]το ποσό των 6.689,41 ευρώ ως υπόλοιπο αποζημίωσης απόλυσης, με το νόμιμο τόκο ως προς το ποσό των 1504,83 ευρώ από 25.9.2014, ως προς το ποσό των 2.592,29 από 25.11.2014 και ως προς το ποσό των 2592,29 ευρώ από 25.1.2015. Η εκκαλουμένη δεν δέχθηκε πως υπήρξε αποδοχή από τον ενάγοντα της βλαπτικής μεταβολής των όρων της εργασιακής του σύμβασης για το διάστημα Ιανουραρίου 2010 έως Ιανουαρίου 2013, χωρίς ωστόσο να του επιδικάσει διαφορές επί των αποδοχών υπερημερίας για το εν λόγω διάστημα, καθώς και διαφορές επί των δεδουλευμένων αποδοχών για το διάστημα Μαρτίου-Σεπτεμβρίου 2012, διότι εσφαλμένως θεώρησε πως το σχετικό αίτημα είχε υποβληθεί επικουρικώς, περαιτέρω δέχθηκε πως ήταν άκυρη ως καταχρηστική η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος και πως προσβλήθηκε η προσωπικότητα του, επιδικάζοντάς του ως χρηματική ικανοποίηση το συνολικό ποσό των 1000 ευρώ και ως αποδοχές υπερημερίας  το ποσό των 3.575 ευρώ για το διάστημα Αυγούστου 2013 έως Οκτωβρίου 2013, καθώς και το ποσό των 6.343,39 ευρώ για το διάστημα από 24.3.2014 έως τη συζήτηση της υπόθεσης. Κρίνοντας όμως έτσι ούτε το νόμο ορθά εφάρμοσε ούτε τις αποδείξεις σωστά εκτίμησε, όπως βάσιμα εν μέρει παραπονούνται αμφότεροι οι διάδικοι με τις εφέσεις τους.  Πρέπει λοιπόν να γίνουν εν μέρει δεκτές οι εφέσεις και να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη. Περαιτέρω το δικαστήριο πρέπει να κρατήσει την υπόθεση και να δικάσει την ουσία της και τελικά να κάνει εν μέρει δεκτές τις αγωγές ως βάσιμες κατά ένα μέρος, όπως ορίζεται στο διατακτικό. Μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος, και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας βαρύνουν την εναγομένη που ηττάται κατά την έκταση της ήττας της (άρθρα 176, 178, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων τις με αρ. εκθ. καταθ. 169/30.4.2015 και  173/4.5.2015 εφέσεις.
ΔΕΧΕΤΑΙ τις εφέσεις από τυπική και ουσιαστική άποψη.
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την υπ’ αριθ. 159/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία επίλυσης εργατικών διαφορών .
ΔΙΑΚΡΑΤΕΙ  την υπόθεση και ΔΙΚΑΖΕΙ την ουσία της.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ όσα κρίθηκαν απορριπτέα.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει τις με αρ. καταθ. 2776/20.9.2013 και 1529/2.6.2014 αγωγές.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ως άκυρη την από 15.1.2013 και την από 28.1.2013 θέση του ενάγοντος σε σύστημα εκ περιτροπής απασχόληση δύο ημερών εβδομαδιαίως και μίας ημέρας εβδομαδιαίως αντιστοίχως.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα : α]το ποσό των 1192,10 ευρώ ως διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών για το διάστημα Μαρτίου 2012 έως Σεπτεμβρίου 2012, με το νόμιμο τόκο από την τελευταία ημέρα κάθε μήνα που κάθε μερικότερο ποσό έπρεπε να καταβληθεί, β]το ποσό των 8.314,22 ευρώ ως διαφορές αποδοχών υπερημερίας για το διάστημα Ιανουαρίου έως και Οκτωβρίου 2013, με το νόμιμο τόκο ως προς τη διαφορά επί των μηνιαίων αποδοχών από την τελευταία ημέρα κάθε μήνα που κάθε μερικότερο ποσό έπρεπε να καταβληθεί, ως προς τη διαφορά επιδόματος Πάσχα 2013 από την 30.4.2013 και ως προς το επίδομα αδείας από 1.1.2014, γ]το ποσό των 6.689,41 ευρώ ως υπόλοιπο αποζημίωσης απόλυσης, με το νόμιμο τόκο ως προς το ποσό των 1504,83 ευρώ από 25.9.2014, ως προς το ποσό των 2.592,29 από 25.11.2014 και ως προς το ποσό των 2.592,29 ευρώ από 25.1.2015.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας σε βάρος της εναγομένης και τα καθορίζει σε  600 ευρώ.
   Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στην Πάτρα στις 28 Δεκεμβρίου 2017 σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.
 
      Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΣτΕ Δ΄ Τμ. 3046/2017 επταμ. Αλλοδαποί – Έκδοση – Άσυλο – ΥΑ περί έκδοσης (στη Ρωσία) – Ένδικη προστασία – Δικαιοδοσία ΣτΕ - Σχέση μεταξύ της διαδικασίας έκδοσης και της διαδικασίας χορήγησης διεθνούς προστασίας

https://dspatras-news.blogspot.gr/2017/12/blog-post_29.html

 

 ΣτΕ Δ΄ Τμ. 3046/2017 επταμ. Αλλοδαποί – Έκδοση – Άσυλο – ΥΑ περί έκδοσης (στη Ρωσία) – Ένδικη προστασία – Δικαιοδοσία ΣτΕ - Σχέση μεταξύ της διαδικασίας έκδοσης και της διαδικασίας χορήγησης διεθνούς προστασίας

Πηγή: /www.humanrightscaselaw.gr/

(Α) Η έκδοση στην Ρωσική Ομοσπονδία των καταδιωκομένων για εγκλήματα ή καταζητουμένων προκειμένου να εκτίσουν ποινή διέπεται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως της 13ης Δεκεμβρίου 1957 –η οποία κυρώθηκε από την Ελλάδα με τον 
ν. 4165/1961 και ετέθη σε ισχύ ως προς την Ρωσική Ομοσπονδία από 9.3.2000, σύμφωνα με τα στοιχεία του Συμβουλίου της Ευρώπης–, και από την από 21.5.1981 Σύμβαση δικαστικής αρωγής σε αστικές και ποινικές υποθέσεις μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Ε.Σ.Δ.Δ., η οποία κυρώθηκε από την Ελλάδα με τον ν. 1242/1982 και διατηρήθηκε σε ισχύ δυνάμει του από 13.12.1995 Πρωτοκόλλου μεταξύ των Κυβερνήσεων της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Ρωσικής Ομοσπονδίας – Για τη ρύθμιση ζητημάτων που δεν ρυθμίζονται από τις ως άνω διεθνείς συμβάσεις, εφαρμόζεται συμπληρωματικώς ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας (Κ.Π.Δ. - π.δ. 258/1986) στα άρθρα 436 επ. του οποίου διαρθρώνεται η διαδικασία της εκδόσεως σε δύο φάσεις: Κατά την πρώτη φάση, ανατίθεται σε όργανα της δικαστικής εξουσίας (Συμβούλιο Εφετών, και, επί εφέσεως, Άρειος Πάγος σε συμβούλιο), με προφανή σκοπό την εξασφάλιση μειζόνων εγγυήσεων, η διαπίστωση της συνδρομής των προϋποθέσεων (θετικών και αρνητικών) υπό τις οποίες επιτρέπεται η έκδοση κατά τις διατάξεις του Κώδικα ή της τυχόν υφισταμένης συμβάσεως περί εκδόσεως και εάν μεν τα δικαστικά όργανα γνωμοδοτήσουν αμετακλήτως κατά της εκδόσεως, η διαδικασία τερματίζεται, ενώ, εάν γνωμοδοτήσουν αμετακλήτως υπέρ της εκδόσεως, κρίνοντας ότι δεν υφίσταται σχετική απαγόρευση και ότι συντρέχουν όλες οι προβλεπόμενες κατά νόμο θετικές προϋποθέσεις, ακολουθεί η δεύτερη φάση της διαδικασίας, κατά την οποία ο Υπουργός Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ασκώντας την παρεχομένη επί του ζητήματος ευρύτατη διακριτική ευχέρεια, μπορεί είτε να διατάξει την έκδοση του εκζητουμένου είτε, αντίθετα, να απορρίψει το αίτημα των αλλοδαπών αρχών, λαμβάνοντας, μεταξύ άλλων, υπ’ όψιν τις διεθνείς σχέσεις της Χώρας και την τήρηση της αρχής της αμοιβαιότητας – Ως έχει κριθεί στη νομολογία του ΣτΕ, η απόφαση του αρμόδιου Υπουργού, με την οποία διατάσσεται η έκδοση αλλοδαπού, δεν συνιστά πράξη αναγόμενη στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης, αλλά εκτελεστή πράξη διοικητικής αρχής, κατά την έννοια των άρθρων 95 παρ. 1 περ. α΄ του Συντάγματος και 45 παρ. 1 του π.δ. 18/1989, ούτε εξαιρείται του ακυρωτικού ελέγχου, χαρακτηριζόμενη ως κυβερνητική πράξη κατά την έννοια του άρθρου 45 παρ. 5 του π.δ. 18/1989, εφ’ όσον τούτο αφ’ ενός θα καθιστούσε ανέφικτο τον δικαστικό έλεγχο της τηρήσεως, εκ μέρους του Υπουργού, των θεσπιζομένων με τις διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας και των διεθνών συμβάσεων εγγυήσεων υπό τις οποίες κρίνεται το αίτημα εκδόσεως και αφ’ ετέρου θα απέκλειε και τον δικαστικό έλεγχο του σεβασμού του καθεστώτος προστασίας που θεσπίζεται με το άρθρο 5 παρ. 2 του Συντάγματος, το οποίο απαγορεύει απολύτως την έκδοση αλλοδαπού διωκόμενου για την υπέρ της ελευθερίας δράση του 
(Β) Εν όψει των ανωτέρω, οι διαφορές που γεννώνται από την προσβολή αποφάσεων περί εκδόσεως αλλοδαπού, οι οποίες εκδίδονται κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και των μνημονευθεισών διεθνών συμβάσεων και άπτονται των διεθνών σχέσεων της Χώρας, δεν περιλαμβάνονται στις διαφορές που αναφύονται από την προσβολή ατομικών πράξεων εκδοθεισών κατ’ εφαρμογή της νομοθεσίας περί αλλοδαπών, οι οποίες υπήχθησαν, δυνάμει του άρθρου 15 του ν. 3068/2002, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 49 του ν. 3900/2010 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 67 του ν. 4055/2012, στην ακυρωτική αρμοδιότητα των διοικητικών πρωτοδικείων – Αρμοδίως, ως εκ τούτου, ασκείται η κρινόμενη αίτηση ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, στον ακυρωτικό έλεγχο του οποίου υπάγεται η προσβαλλόμενη απόφαση ως εκτελεστή πράξη διοικητικής αρχής, η οποία δεν φέρει τα χαρακτηριστικά κυβερνητικής πράξης
(Γ) Μία εκ των διαδικαστικών εγγυήσεων που επιφυλάσσει η οδηγία 2013/32 στους αιτούντες διεθνή προστασία είναι το δικαίωμα παραμονής τους στο κράτος μέλος μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας εξέτασης της αιτήσεώς τους και, σε περίπτωση ασκήσεως ενδίκου μέσου κατά της απορριπτικής απόφασης επ’ αυτής, έως την έκβαση της σχετικής δίκης, τούτο δε προκειμένου να διασφαλισθεί η αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας – Η οδηγία προβλέπει τη δυνατότητα εισαγωγής εξαιρέσεων από το δικαίωμα παραμονής κατά τη διοικητική εξέταση της αίτησης στις περιοριστικά αναφερόμενες στο άρθρο 9 παρ. 2 περιπτώσεις, μεταξύ των οποίων και η έκδοση αιτούντος διεθνή προστασία σε τρίτη χώρα, μόνο όμως υπό την προϋπόθεση ότι δεν παραβιάζεται η αρχή της μη επαναπροώθησης (η οποία απαγορεύει την έκδοση αλλοδαπού σε κράτος όπου κινδυνεύει να υποστεί δίωξη για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 33 παρ. 1 της Σύμβασης της Γενεύης ή μεταχείριση αντίθετη με το άρθρο 3 ΕΣΔΑ), και, πάντως, δεν απαγορεύει τη θέσπιση ευνοϊκότερων διαδικαστικών απαιτήσεων από τα κράτη μέλη, υπό την προϋπόθεση ότι οι απαιτήσεις αυτές συνάδουν με την οδηγία
(Δ) Από τις διατάξεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Εκδόσεως, των άρθρων 438 επ. Κ.Π.Δ., του άρθρου 33 της Διεθνούς Συμβάσεως της Γενεύης περί της νομικής καταστάσεως των προσφύγων, του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ, της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, «σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας» της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ, «σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας», καθώς και των διατάξεων με τις οποίες οι εν λόγω Οδηγίες μεταφέρθηκαν στην ελληνική έννομη τάξη (αντίστοιχα, π.δ. 141/2013 και Τρίτου Μέρος του ν. 4375/2016, όπως τροποποιήθηκε με τον ν. 4399/2016), που διέπουν αφ’ ενός τη διαδικασία έκδοσης αλλοδαπού και αφ’ ετέρου τη διαδικασία χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας συνάγεται ότι πρόκειται για δύο διακριτές διαδικασίες, οι οποίες επιδιώκουν διαφορετικούς σκοπούς και διέπονται από διαφορετικά νομικά κριτήρια – Η μεν πρώτη διαδικασία έχει ως σκοπό την διά της διεθνούς συνεργασίας πάταξη του εγκλήματος, ανατίθεται, κατά βάση, σε όργανα της δικαστικής εξουσίας, διασφαλίζοντας μείζονες εγγυήσεις για την προστασία των δικαιωμάτων του εκζητουμένου, στο πλαίσιο δε αυτής εξετάζεται, μεταξύ άλλων, από τα δικαστικά όργανα και η συνδρομή, ως αρνητικής προϋπόθεσης που κωλύει την έκδοση, της αρχής της μη επαναπροώθησης, σε περίπτωση που ο εκζητούμενος αντιτάξει φόβο δίωξης για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 33 παρ. 1 της Σύμβασης της Γενεύης ή κίνδυνο μεταχείρισης αντίθετης με το άρθρο 3 ΕΣΔΑ έναντι του εκζητούντος κράτους – Η δεύτερη διαδικασία, η οποία οργανώνεται στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου, στοχεύει στη χορήγηση ειδικού καθεστώτος προστασίας στους πρόσφυγες ή στα πρόσωπα που χρήζουν προστασίας για άλλο λόγο υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζονται ειδικώς στην οικεία νομοθεσία, ανατίθεται σε διοικητικά όργανα και διέπεται από ειδικές διαδικαστικές εγγυήσεις που διασφαλίζουν τη σφαιρική και αποτελεσματική εκτίμηση των αναγκών διεθνούς προστασίας των αιτούντων σε εξατομικευμένη βάση, την προστασία από την επαναπροώθηση καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας και δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου – Οι ως άνω διαδικασίες είναι μεν ανεξάρτητες και βαίνουν, κατ’ αρχήν, παραλλήλως, δεν αποκλείεται όμως να διασταυρωθούν, σε περίπτωση, κατά την οποία, εκκρεμούσης της διαδικασίας εκδόσεως κατόπιν αιτήματος της χώρας καταγωγής του εκζητουμένου, ο τελευταίος υποβάλει στα αρμόδια διοικητικά όργανα αίτηση για τη χορήγηση διεθνούς προστασίας έναντι του εκζητούντος κράτους – Στην περίπτωση αυτή η ανάγκη προστασίας του εκζητουμένου από την επαναπροώθηση που συνεπάγεται η πραγματοποίηση της έκδοσης, επιβάλλει τη νομική και χρονική ιεράρχηση των δύο διαδικασιών, η οποία ρυθμίζεται από την ήδη ισχύουσα διάταξη του άρθρου 37 παρ. 2 του ν. 4375/2016, σε συνδυασμό με τα άρθρα 34 περ. ε΄ και 64 του νόμου αυτού, όπου ορίζεται ότι κανένας δεν εκδίδεται πριν εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση, ήτοι απόφαση η οποία δεν υπόκειται πλέον σε αίτηση ακυρώσεως, επί της αιτήσεως διεθνούς προστασίας που έχει υποβάλει, εφ’ όσον επικαλείται φόβο δίωξης στο εκζητούν κράτος. Κατά την έννοια της ρύθμισης αυτής –η οποία επαναλαμβάνεται αυτούσια σε όλα τα νομοθετήματα που εκδόθηκαν προς ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία της προγενέστερης οδηγίας 2005/85/ΕΚ σχετικά με τη διαδικασία ασύλου, ορθώς ερμηνευομένης εν όψει και της ανάγκης τηρήσεως των διεθνών υποχρεώσεων της Χώρας που απορρέουν τόσο από τις διεθνείς συμβάσεις περί εκδόσεως όσο και από τη Σύμβαση της Γενεύης και την Ε.Σ.Δ.Α., νομίμως μεν εκδίδεται η απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης με την οποία, επί τη βάσει των θετικών γνωμοδοτήσεων των δικαστικών συμβουλίων, διατάσσεται η έκδοση και η παράδοση του αλλοδαπού στην εκζητούσα χώρα καταγωγής του, πριν να επιδοθεί και να καταστεί τελεσίδικη η απόφαση επί της αιτήσεως διεθνούς προστασίας του εκζητουμένου, ωστόσο η επέλευση των εννόμων αποτελεσμάτων της εκδόσεως διά της υλοποιήσεως της παραδόσεως του εκζητουμένου στις αρχές του εκζητούντος κράτους αναστέλλεται εκ του νόμου μέχρι την τελεσιδικία της απορριπτικής επί της αιτήσεως διεθνούς προστασίας αποφάσεως – Και εάν μεν δεν ασκηθεί αίτηση ακυρώσεως εντός της νομίμου προθεσμίας κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως ή η ασκηθείσα αίτηση ακυρώσεως απορριφθεί, η απόφαση που διατάσσει την έκδοση και την παράδοση αναπτύσσει πλήρως τις έννομες συνέπειές της διά της εκτελέσεώς της με την παράδοση του εκζητουμένου στις αρχές του εκζητούντος κράτους, ενώ σε κάθε άλλη περίπτωση εκκρεμοδικίας ισχύει η πρόνοια του νόμου, όπως αυτή προβλέπεται ειδικώς στις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 37 παρ. 2, 34 ε΄ και 64 του ν. 4375/2016, σύμφωνα με την οποία ο αιτηθείς διεθνή προστασία δεν εκδίδεται πριν εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση που δεν υπόκειται πλέον σε άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως, με την οποία κρίνεται ότι ο υπό έκδοση αλλοδαπός δεν δικαιούται να αναγνωρισθεί ως πρόσφυγας ή δικαιούχος επικουρικής προστασίας, κατά περίπτωση – Εξ άλλου, η δυνατότητα αναστολής της παραδόσεως του εκζητουμένου, για τον οποίο έχει ήδη ληφθεί και κοινοποιηθεί στις αρχές του εκζητούντος κράτους απόφαση περί εκδόσεώς του στο κράτος αυτό, αναγνωρίζεται και από τις διατάξεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Εκδόσεως που προβλέπουν τον ορισμό νέας ημερομηνίας παράδοσης όταν αυτή παρεμποδίζεται από λόγους ανωτέρας βίας (άρθρο 18 παρ. 5), περίπτωση που συντρέχει και όταν η πραγματοποίηση της παράδοσης τελεί σε αναστολή βάσει διατάξεως νόμου του κράτους που διατάσσει την έκδοση, ως εν προκειμένω η διάταξη του άρθρου 37 παρ. 2 του ν. 4375/2016 – Περαιτέρω, η ανωτέρω ρύθμιση, δυνάμει της οποίας απαγορεύεται έως το χρονικό σημείο της τελεσιδικίας της απόφασης επί της αιτήσεως διεθνούς προστασίας η εκτέλεση της αποφάσεως εκδόσεως διά της παραδόσεως του εκζητουμένου στις αρχές της εκζητούντος κράτους έναντι του οποίου επικαλείται φόβο δίωξης, δεν διακυβεύει τους θεμιτούς σκοπούς της έκδοσης ούτε οδηγεί σε αδυναμία τήρησης των διεθνών υποχρεώσεων της Χώρας, εν όψει αφ’ ενός των ασφαλιστικών δικλείδων της διαδικασίας ασύλου προς αντιμετώπιση απαράδεκτων, προφανώς αβάσιμων, μεταγενέστερων και καταχρηστικών αιτήσεων και ταχεία κατά προτεραιότητα εξέταση αιτήσεων προσώπων που τελούν υπό κράτηση και αφ’ ετέρου των παρεχομένων δικονομικών δυνατοτήτων για την κατά προτεραιότητα εκδίκαση από τα διοικητικά δικαστήρια υποθέσεων με επείγοντα χαρακτήρα – Ειδικότερα, στις περιπτώσεις αυτές παρίσταται αναγκαία η κατά προτεραιότητα εκδίκαση και έκδοση αποφάσεως επί της αιτήσεως ακυρώσεως κατά της απορριπτικής επί της αιτήσεως διεθνούς προστασίας του εκζητουμένου πράξεως, είτε κατόπιν αυτεπάγγελτων ενεργειών του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί η αίτηση ακυρώσεως είτε κατόπιν αιτήσεως του Δημοσίου, κατά τρόπο ώστε η δικαστική απόφαση να επιλύει στον απολύτως αναγκαίο χρόνο την εκκρεμή διαφορά από την οποία εξαρτάται η εκτέλεση της αποφάσεως περί εκδόσεως και, πάντως, πριν την επέλευση του προβλεπομένου στο άρθρο 452 παρ. 2 τελ. εδ. Κ.Π.Δ. απώτατου χρονικού διαστήματος των δύο ετών και έξι μηνών κράτησης του εκζητουμένου, ώστε να μην καθίσταται επισφαλής η πραγματοποίηση της εκδόσεως – Εξ άλλου, η ρύθμιση αυτή (άρθρο 37 παρ. 2 τελευταίο εδάφιο του ν. 4376/2016), με την οποία εκδηλώνεται η βούληση του εθνικού νομοθέτη να εξασφαλίσει αυξημένη προστασία στην ως άνω κατηγορία προσώπων (αιτούντων διεθνή προστασία που τελούν υπό έκδοση και επικαλούνται φόβο δίωξης έναντι του εκζητούντος κράτους), συνάδει με την Οδηγία 2013/32/ΕΕ, διότι, κατά πρώτον, δεν εμπίπτει στις προβλεπόμενες στο άρθρο 9 παρ. 2 της οδηγίας εξαιρέσεις από το δικαίωμα παραμονής μέχρι την ολοκλήρωση της διοικητικής διαδικασίας, και, κατά δεύτερον, εισάγει ευνοϊκότερες απαιτήσεις, ήτοι μείζονες διαδικαστικές εγγυήσεις ως προς την ένδικη προστασία, οι οποίες στοιχούν προς τον σκοπό και τις απαιτήσεις της Οδηγίας προς εξασφάλιση αποτελεσματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου, κατά τρόπο ώστε να διασφαλίζεται η τήρηση της αρχής της μη επαναπροώθησης καθ’ όλη τη διάρκεια εξέτασης της αίτησης διεθνούς προστασίας του εκζητουμένου όχι μόνο έως την έκβαση της προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου κατά την έννοια της Οδηγίας (η οποία ήδη με τον ν. 4375/2016 αντιστοιχεί, κατά την αντίληψη του εθνικού νομοθέτη, με την προσφυγή ενώπιον της Επιτροπής Προσφυγών, η οποία οργανώνεται με τα χαρακτηριστικά «δικαστηρίου» κατά την έννοια του ενωσιακού δικαίου), αλλά έως την έκδοση τελεσίδικης απόφασης κατά την έννοια του άρθρου 64 του ν. 4375/2016, ήτοι απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου που επιλαμβάνεται αιτήσεως ακυρώσεως κατά αποφάσεως της ως άνω Επιτροπής – Συνεπώς, εν όψει των όσων εκτέθησαν ανωτέρω, κατά την έννοια των άρθρων 37 παρ. 2, 34 περ. ε΄ και 64 του ν. 4375/2016 είναι νόμιμη η έκδοση της αποφάσεως του Υπουργού Δικαιοσύνης περί εκδόσεως και παραδόσεως αλλοδαπού στο εκζητούν κράτος, έναντι του οποίου επικαλείται φόβο δίωξης, και πριν την τελεσιδικία της απορριπτικής επί της αιτήσεως διεθνούς προστασίας του εκζητουμένου αποφάσεως, από την οποία (τελεσιδικία) εξαρτάται η εκτέλεσή της
[με μειοψηφία ενός Συμβούλου και μίας Παρέδρου, σύμφωνα με την οποία η διάταξη του άρθρου 37 παρ. 2 του ν. 4375/2016 έχει την έννοια ότι δεν είναι επιτρεπτή η έκδοση της, κατ’ άρθρο 452 παρ. 1 ΚΠοινΔ, υπουργικής απόφασης, με την οποία διατάσσεται η έκδοση και παράδοση αλλοδαπού στο εκζητούν κράτος, πριν καταστεί τελεσίδικη, κατά την έννοια του άρθρου 34 περ. ε΄ του ίδιου ως άνω νόμου, η απόφαση περί απορρίψεως αιτήσεως διεθνούς προστασίας που έχει υποβάλει ο εκζητούμενος, επικαλούμενος φόβο δίωξης στο κράτος αυτό]

ΝΕΟΣ ΝΟΜΟΣ 4509-2017 ΦΕΚ 201-22.12.2017 Τροποποιήσεις σε ΠΚ, ΑΚ, ΚΠολΔ, ΚΔΔ κλπ

ΝΕΟΣ ΝΟΜΟΣ 4509-2017 ΦΕΚ 201-22.12.2017

Τροποποιήσεις σε ΠΚ, ΑΚ, ΚΠολΔ, ΚΔΔ κλπ

 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΑ:

 

Διατάξεις για το συναινετικό διαζύγιο

1. Το άρθρο 1438 του Αστικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 1438

Ο γάμος μπορεί να λυθεί με διαζύγιο, το οποίο απαγγέλλεται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση ή με συμφωνία μεταξύ των συζύγων, όπως ορίζεται στο άρθρο 1441.».

2. Το άρθρο 1441 του Αστικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 1441

1. Οι σύζυγοι μπορούν με έγγραφη συμφωνία να λύσουν τον γάμο τους. Η συμφωνία αυτή συνάπτεται μεταξύ των συζύγων με την παρουσία πληρεξούσιου δικηγόρου για καθέναν από αυτούς και υπογράφεται από τους ίδιους και από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους ή μόνον από τους τελευταίους, εφόσον είναι εφοδιασμένοι με ειδικό πληρεξούσιο. Η πληρεξουσιότητα πρέπει να έχει δοθεί μέσα στον τελευταίο μήνα πριν από την υπογραφή της συμφωνίας.

2. Αν υπάρχουν ανήλικα τέκνα, για να λυθεί ο γάμος πρέπει να ρυθμίζεται η επιμέλειά τους, η επικοινωνία με αυτά και η διατροφή τους, με την ίδια ή με άλλη έγγραφη συμφωνία μεταξύ των συζύγων, που υπογράφεται όπως ορίζεται στην παράγραφο 1 και ισχύει για δύο (2) έτη τουλάχιστον.

3.α) Η έγγραφη συμφωνία για τη λύση του γάμου, καθώς και η συμφωνία για την επιμέλεια, την επικοινωνία και τη διατροφή των ανήλικων τέκνων υποβάλλονται από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του κάθε συζύγου, μαζί με τα ειδικά πληρεξούσια σε συμβολαιογράφο.

β) Η κατάρτιση της συμβολαιογραφικής πράξης της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου απέχει τουλάχιστον δέκα (10) ημέρες από την έγγραφη συμφωνία των συζύγων, η ημερομηνία της οποίας αποδεικνύεται με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των συζύγων από τη Γραμματεία του Ειρηνοδικείου της έδρας του συμβολαιογράφου που θα καταρτίσει τη συμβολαιογραφική πράξη.

4. Ο συμβολαιογράφος συντάσσει πράξη με την οποία βεβαιώνει τη λύση του γάμου, επικυρώνει τις συμφωνίες των συζύγων και τις ενσωματώνει σε αυτή. Τη συμβολαιογραφική πράξη υπογράφουν οι σύζυγοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους ή μόνον οι τελευταίοι, εφόσον είναι εφοδιασμένοι με ειδικό πληρεξούσιο. Η πληρεξουσιότητα πρέπει να έχει δοθεί μέσα στον τελευταίο μήνα πριν από την υπογραφή της πράξης. Όταν η βεβαίωση αφορά στην επιμέλεια, επικοινωνία και διατροφή των ανήλικων τέκνων, η πράξη  αποτελεί εκτελεστό τίτλο, εφόσον έχουν συμπεριληφθεί στη συμφωνία οι ρυθμίσεις των άρθρων 950 και 951 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Μετά τη λήξη ισχύος της επικυρωμένης συμφωνίας, μπορεί να ρυθμίζεται η επιμέλεια, η επικοινωνία και η διατροφή των τέκνων για περαιτέρω χρονικό διάστημα με νέα συμφωνία και με την ίδια διαδικασία.

5. Η λύση του γάμου επέρχεται με την κατάθεση αντιγράφου της συμβολαιογραφικής πράξης στο ληξιαρχείο όπου έχει καταχωρισθεί η σύσταση του γάμου.».

3. Η ρύθμιση της προηγούμενης παραγράφου 5 δεν καταλαμβάνει τις ήδη κατατεθειμένες αιτήσεις στα δικαστήρια, οι οποίες εκδικάζονται κατά τη διαδικασία που ίσχυε κατά τον χρόνο της κατάθεσής τους. 4. Σε περίπτωση θρησκευτικού γάμου, παραγγέλλεται η λύση αυτού από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών, ύστερα από αίτηση του έχοντος έννομο συμφέρον η οποία συνοδεύεται από αντίγραφο της συμβολαιογραφικής πράξης. Η αίτηση με την παραγγελία συνυποβάλλονται στην

Ιερά Μητρόπολη στην οποία ανήκει ο ιερός ναός όπου τελέστηκε ο γάμος. Η πνευματική λύση του γάμου είναι υποχρεωτική.

 

 

Τροποποίηση του άρθρου 686 του ΚώδικαΠολιτικής Δικονομίας

Η παράγραφος 6 του άρθρου 686 του Κώδικα Πολιτικής

Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:

«6. Στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων στο μονομελές πρωτοδικείο ή στο ειρηνοδικείο η πρόσθετη παρέμβαση και η ανταίτηση μπορεί να ασκηθεί και προφορικά.».

 

 

 

 

Τροποποιήσεις του π.δ. 18/1989

1. Στο άρθρο 33 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8) προστίθεται παράγραφος 6 ως εξής:

«6. Οι διάδικοι μπορούν να συμφωνήσουν ότι δεν θα εμφανισθούν στο ακροατήριο, αλλά θα παραστούν με κοινή δήλωση που υπογράφεται από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους. Τέτοια δήλωση μπορεί να γίνει και από έναν ή ορισμένους μόνο πληρεξούσιους. Η δήλωση κατατίθεται από τον πληρεξούσιο δικηγόρο ή, σε περίπτωση κοινής δήλωσης, από έναν τουλάχιστον πληρεξούσιο

δικηγόρο, στον αρμόδιο γραμματέα, το αργότερο έως την παραμονή της δικασίμου.».

2. Στο άρθρο 53 του π.δ. 18/1989 προστίθεται παράγραφος 6 ως εξής:

«6. Επιτρέπεται πάντοτε η άσκηση αίτησης αναιρέσεως ανεξαρτήτως ποσού, ακόμη και εάν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 3, όταν η προσβαλλόμενη απόφαση έρχεται σε αντίθεση με τελεσίδικη απόφαση άλλου δικαστηρίου που επιλύει υπόθεση του ιδίου φορολογικού αντικειμένου εκ κληρονομίας, η οποία στηρίζεται στην ίδια νομική και πραγματική βάση, ακόμη και για διαφορετικό διάδικο.».

3. Η αίτηση αναιρέσεως της παραγράφου 2 μπορεί να κατατεθεί εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών από τη δημοσίευση του παρόντος.

 

 

«Άρθρο 358

Παραβίαση της υποχρέωσης για διατροφή και της συμφωνίας για επικοινωνία

1. Όποιος κακόβουλα παραβιάζει την υποχρέωση διατροφής που του την έχει επιβάλει ο νόμος και έχει αναγνωρίσει, έστω και προσωρινά, το δικαστήριο ή προκύπτει από συμφωνία που έχει επικυρώσει ο συμβολαιογράφος κατά το άρθρο 1441 του Αστικού Κώδικα, με τρόπο τέτοιο ώστε ο δικαιούχος να υποστεί στερήσεις ή να αναγκαστεί να δεχτεί βοήθεια άλλων, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός (1) έτους.

2. Όποιος με πρόθεση δεν συμμορφώνεται σε συμφωνία που επικυρώθηκε από συμβολαιογράφο κατά το άρθρο 1441 του Αστικού Κώδικα και αφορά την επικοινωνία των ανήλικων τέκνων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη

διάταξη.».

 

 

Άρθρο 31

Τροποποίηση του Κώδικα Δικηγόρων

Μετά το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου

61 του Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013, Α΄ 208) προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Η υποχρέωση προκαταβολής της παράστασης κατά τη συζήτηση κάθε είδους ενδίκων βοηθημάτων ή μέσων θεωρείται τυπική παράλειψη η οποία μπορεί να καλυφθεί μετά τη συζήτηση και πριν από την έκδοση της απόφασης, ύστερα από σχετική ειδοποίηση του πληρεξούσιου δικηγόρου από τo δικαστήριο.».

 

 

Άρθρο 25

Τροποποιήσεις του

Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας

1. Tο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 70 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:

«Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η άσκηση δεύτερης προσφυγής, όταν η πρώτη έχει απορριφθεί τελεσιδίκως για οποιονδήποτε τυπικό λόγο και σε κάθε περίπτωση, εκτός από αυτή της απόρριψής της ως εκπρόθεσμης, καθώς και όταν ο προσφεύγων κλήθηκε κατ’ εφαρμογή των άρθρων

28 παράγραφος 3, 139A και 277 παράγραφος 1 του παρόντος Κώδικα.».

2. Στην παράγραφο 4 του άρθρου 92 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας προστίθεται περίπτωση στ΄ ως εξής:

«στ) αν η προσβαλλόμενη απόφαση έρχεται σε αντίθεση με απόφαση άλλου δικαστηρίου που επιλύει υπόθεση φορολογικού αντικειμένου εκ κληρονομίας η οποία στηρίζεται στην ίδια νομική και πραγματική βάση ακόμη και για διαφορετικό διάδικο.».

3. Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 καταλαμβάνουν και τις εκκρεμείς υποθέσεις, δύναται δε να ασκηθεί δεύτερη προσφυγή κατά την παράγραφο 1 ή έφεση κατά την παράγραφο 2 εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών από τη δημοσίευση του παρόντος. Δεύτερη προσφυγή δεν δύναται να ασκηθεί αν έχουν περάσει τρία (3) έτη από τη δημοσίευση της απορριπτικής απόφασης.

 

 

4. Οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 110 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας αντικαθίστανται ως εξής:

«3. Ως προς τη διαδικασία των παραγράφων 1 και 2 εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις που ρυθμίζουν την εκδίκαση του ενδίκου βοηθήματος ή μέσου, το οποίο προκάλεσε την έκδοση της απόφασης.

4. Η διαδικασία της αυτεπάγγελτης διόρθωσης δεν υπόκειται σε προθεσμία και κινείται με πράξη του Προέδρου του συμβουλίου διεύθυνσης ή του Δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο ή του εισηγητή Δικαστή, με την οποία προσδιορίζονται τα λάθη και εισάγεται σε συμβούλιο, εφαρμοζομένης αναλόγως της διάταξης του άρθρου 126Α του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας.».

 

5. Στην παράγραφο 3 του άρθρου 126 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας προστίθεται δεύτερο εδάφιο ως εξής:

«Μαζί με τα ένδικα βοηθήματα ή μέσα κατατίθεται και αντίγραφο της προσβαλλόμενης ατομικής διοικητικής πράξης ή της δικαστικής απόφασης, εφόσον έχουν κοινοποιηθεί.».

 

6. Η παράγραφος 1 του άρθρου 139Α του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Αν υπάρχουν τυπικές παραλείψεις, ο Πρόεδρος του πολυμελούς δικαστηρίου ή ο εισηγητής ή ο Δικαστής του μονομελούς δικαστηρίου καλεί, και μετά τη συζήτηση, τον πληρεξούσιο δικηγόρο ή τον υπογράφοντα το δικόγραφο δικηγόρο, στους οποίους έχει χορηγηθεί σχετική πληρεξουσιότητα, σε κάθε περίπτωση, είτε αυτοί έχουν παρασταθεί αυτοπροσώπως ή με δήλωση είτε δεν έχουν παρασταθεί, ή τον διάδικο, στην περίπτωση που ο τελευταίος παρίσταται αυτοπροσώπως, να τις συμπληρώσουν ή να τις καλύψουν, τάσσοντας εύλογη κατά την κρίση του προθεσμία. Τα στοιχεία που προσκομίζονται για την κάλυψη των τυπικών παραλείψεων επιτρέπεται να είναι και

μεταγενέστερα της συζήτησης.».

 

 

8. Στο τέλος της παραγράφου 2 του άρθρου 218 του

Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας προστίθεται δεύτερο εδάφιο ως εξής:

«Ειδικώς, όταν πρόκειται για κατασχέσεις εις χείρας πιστωτικών ιδρυμάτων, αρμόδιο είναι και το δικαστήριο του τόπου κατοικίας του οφειλέτη.».

9. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 277 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:

«4. Κατά την κατάθεση του εισαγωγικού δικογράφου των ενδίκων βοηθημάτων και μέσων της παραγράφου 3 καταβάλλεται από τον υπόχρεο το 1/3 του κατά την προηγούμενη παράγραφο παραβόλου, έως δε την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης τα υπόλοιπα 2/3 αυτού, εφαρμοζομένης της

διάταξης του άρθρου 139Α.».

10. Οι διατάξεις των παραγράφων 6 και 9 εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς δίκες. Σε περίπτωση ενδίκων βοηθημάτων ή μέσων που έχουν απορριφθεί, αυτά μπορεί να ασκηθούν εκ νέου εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών από τη δημοσίευση του παρόντος και με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 του άρθρου 94 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, όπως ισχύει.

 

 

Άρθρο 42

Ευρωπαϊκή Διαταγή Δέσμευσης Λογαριασμού

Εισάγεται «Κεφάλαιο Θ΄» στο Βιβλίο Πέμπτο (Ασφαλιστικά Μέτρα) του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αποτελούμενο από ένα άρθρο με αριθμό 738Α, ως εξής:

«ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θ΄

ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΔΙΑΤΑΓΗ

ΔΕΣΜΕΥΣΗΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥ

Άρθρο 738Α

1. Αρμόδιος να εκδώσει Ευρωπαϊκή Διαταγή Δέσμευσης Λογαριασμού σύμφωνα με τον Κανονισμό 655/2014 είναι για απαίτηση της αρμοδιότητας ειρηνοδικείου ο ειρηνοδίκης και για κάθε άλλη απαίτηση ο δικαστής του μονομελούς πρωτοδικείου.

2. Ο δικαστής απορρίπτει εν όλω ή εν μέρει την αίτηση: α) αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του Κανονισμού για την έκδοση της διαταγής, β) αν ο αιτών δεν υποβάλει τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το άρθρο 8 του Κανονισμού ή δεν συμπληρώνει ή διορθώνει την αίτηση εντός της προθεσμίας που όρισε ο δικαστής. Η απορριπτική απόφαση περιέχει συνοπτική αιτιολογία και

γνωστοποιείται επιμελεία του δικαστηρίου στον αιτούντα. Η γνωστοποίηση μπορεί να γίνεται και με ηλεκτρονικό μήνυμα στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αιτούντος, με ηλεκτρονική υπογραφή και ηλεκτρονικό αποδεικτικό παραλαβής. Κατά της απορριπτικής απόφασης επιτρέπεται έφεση εντός τριάντα (30) ημερών από τη γνωστοποίησή της. Η έφεση εκδικάζεται από το αρμόδιο κατά τις γενικές διατάξεις δικαστήριο κατά τη διαδικασία του άρθρου 11 του Κανονισμού.

3. Ο οφειλέτης έχει τα δικαιώματα που προβλέπονται στα άρθρα 33 έως 38 του Κανονισμού. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του Κανονισμού, για την εκτέλεση της Ευρωπαϊκής Διαταγής Δέσμευσης Λογαριασμού εφαρμόζονται οι διατάξεις της αναγκαστικής κατάσχεσης απαιτήσεων στα χέρια τρίτου και το πιστωτικό ίδρυμα, εκείνος που επέβαλε την κατάσχεση και ο οφειλέτης έχουν όλες

τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα που προβλέπουν οι διατάξεις αυτές.

4. Αν η διαταγή δέσμευσης έχει εκδοθεί πριν από την άσκηση της αγωγής για την κύρια υπόθεση, η αγωγή πρέπει να ασκηθεί εντός τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της διαταγής στον τρίτο. Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία του προηγούμενου εδαφίου αίρεται αυτοδικαίως η δέσμευση, εκτός αν εκείνος που επέβαλε την κατάσχεση μέσα στην προθεσμία αυτή επιδώσει διαταγή πληρωμής

για την ίδια απαίτηση.

5. Όποιος έχει επιδώσει Ευρωπαϊκή Διαταγή Δέσμευσης Λογαριασμού γίνεται, από την τελεσιδικία της απόφασης που δέχεται την αγωγή για την κύρια υπόθεση ή από την τελεσιδικία της διαταγής πληρωμής που επιδικάζει την ίδια απαίτηση, δικαιούχος ολόκληρης της απαίτησης ή μέρους της, ανάλογα με το περιεχόμενο της απόφασης ή της διαταγής πληρωμής.

6. Η ευθύνη του δανειστή που έχει επιτύχει την έκδοση Ευρωπαϊκής Διαταγής Δέσμευσης Λογαριασμού για τη ζημία που προξενήθηκε στον οφειλέτη διέπεται από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 13 του Κανονισμού. Το άρθρο 703 εφαρμόζεται ανάλογα.».

ΑΠ 702/2016 - Σπάνια αναιρετική απόφαση λόγω μη αιτιολόγησης απόρριψης ισχυρισμού 22/25 ΠΚ

Απόφαση 702 / 2016    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)


Αριθμός 702/2016 

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτόλγου Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Βιολέττας Κυτέα, σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 38/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου) Αγγελική Αλειφεροπούλου - Εισηγήτρια, Δημήτριος Χονδρογιάννης, Διονυσία Μπιτζούνη και Ιωάννης Μπαλιτσάρης, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαρτίου 2016, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Σπυροπούλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Ζ. του Λ., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Περικλή Σταυριανάκη, για αναίρεση της υπ’ αριθ.4788/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Νοεμβρίου 2015 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1258/2015.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 313 Π.Κ., "αν εξαιτίας συμπλοκής ή επίθεσης που έγινε από πολλούς επήλθε θάνατος ή βαριά σωματική βλάβη ανθρώπων (άρθρο 310), καθένας από εκείνους που πήραν μέρος στη συμπλοκή ή στην επίθεση τιμωρείται για μόνη τη συμμετοχή του σ’ αυτήν με φυλάκιση μέχρι τριών ετών εκτός αν συμπλέχθηκε χωρίς υπαιτιότητά του". Με την ανωτέρω διάταξη τιμωρείται η απλή συμμετοχή σε συμπλοκή ή επίθεση, ως εξόχως επικίνδυνη δραστηριότητα. Πρόκειται για ιδιώνυμο έγκλημα, αναγκαίας συμμετοχής και αφηρημένης διακινδυνεύσεως, αφού μόνη η συμμετοχή σε συμπλοκή με θανατηφόρο αποτέλεσμα ή βαριά σωματική βλάβη ενέχει επικινδυνότητα. Συμπλοκή είναι η σύγκρουση δύο ή περισσοτέρων μεθ’ ενός ή περισσοτέρων κατ’ αλλήλων βιαιοπραγούντων, θα πρέπει δε να έχει ως επακόλουθο το θάνατο ή τη βαριά σωματική βλάβη ανθρώπων, η επέλευση των οποίων συνιστά εξωτερικό όρο του αξιοποίνου. Για τη στοιχειοθέτηση της εν λόγω πράξεως πρέπει να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπλοκής ή επιθέσεως και του θανάτου ή της βαριάς σωματικής βλάβης, υποκειμενικά δε αρκεί απλός δόλος (πρόθεση), που περιλαμβάνει τη γνώση του δράστη, ότι πρόκειται για συμπλοκή περισσοτέρων κατά την άνω έννοια. Αυτουργός του εγκλήματος είναι όποιος είναι παρών κατά τη βιαιοπραγική φιλονικία και συμβάλλει (σωματικώς ή ψυχικώς) σε επαγωγή των βιαιοπραγιών. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 22 Π.Κ. προκύπτει, ότι για να υπάρξει άμυνα, η οποία αποτελεί λόγο, που αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως, απαιτείται: α) άδικη επίθεση, δηλαδή επίθεση, συνιστάμενη σε ανθρώπινη ενέργεια, με την οποία εκτίθεται σε κίνδυνο έννομο αγαθό ορισμένου προσώπου, η οποία αντικειμενικά αντιφάσκει προς το δίκαιο, β) η επίθεση να είναι παρούσα και ως τέτοια θεωρείται εκείνη που έχει αρχίσει να πραγματοποιείται και να εξακολουθεί, καθώς και όταν αμέσως και ασφαλώς επίκειται η πραγμάτωσή της, όπως, όταν βασίμως και δικαιολογημένα μπορεί κάποιος να φοβάται άμεση έναρξη επιθετικής ενέργειας και γ) η προσβολή του επιτιθέμενου να είναι αναγκαία προς υπεράσπιση του ατόμου που εκτίθεται στον κίνδυνο της επιθέσεως. Συντρεχόντων δε των ανωτέρω όρων της καταστάσεως άμυνας, ο υφιστάμενος την επίθεση ή οποιοσδήποτε τρίτος δικαιούται προς απόκρουση αυτής να προσβάλει οποιοδήποτε αγαθό του επιτιθεμένου, όπως την προσωπική ελευθερία, την ιδιοκτησία ή ακόμη και τη ζωή του, αρκεί μόνο κατά την εν λόγω απόκρουση της επιθέσεως να μην υπερβεί τα όρια, που ορίζονται από τη διάταξη της παραγράφου 3 του ανωτέρω άρθρου, σύμφωνα με την οποία το αναγκαίο μέτρο της άμυνας κρίνεται από το βαθμό επικινδυνότητας της επιθέσεως, από το είδος της βλάβης που απειλείται, από τον τρόπο και την ένταση της επιθέσεως και τις λοιπές περιστάσεις. Ακόμη, από τις διατάξεις του άρθρου 25 Π.Κ. προκύπτει, ότι για την κατά νόμο θεμελίωση καταστάσεως ανάγκης, που επίσης αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως, χρειάζεται να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις: α) κίνδυνος παρών και αναπότρεπτος, δηλαδή που ο απειλούμενος αδυνατεί να τον αποτρέψει με άλλο τρόπο, παρά μόνο με την προσβολή ξένου έννομου αγαθού μικρότερης κατ’ είδος και σπουδαιότητα αξίας, β) ο κίνδυνος να απειλεί το πρόσωπο ή την περιουσία του ίδιου ή οποιουδήποτε άλλου, γ) ο βλάπτων το ξένο αγαθό να μην περιήλθε στην κατάσταση αυτή από υπαιτιότητά του, δηλαδή από δόλο ή αμέλεια και να μην έχει καθήκον από το νόμο, τη σύμβαση ή το ασκούμενο επάγγελμα να εκτεθεί στον κίνδυνο και δ) εξ υποκειμένου απαιτείται σκοπός αποτροπής του κινδύνου. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ Κ.Ποιν.Δ., όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ειδική και σαφής αιτιολογία πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία αλλά και ως προς την ποινή, η επιμέτρηση της οποίας, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ανήκει μεν στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, θα πρέπει όμως αυτό (δικαστήριο), λαμβάνοντας υπόψη τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρ. 79 παρ. 1, 2, 3 Π.Κ., αφενός να επιβάλει μία συγκεκριμένη ποινή εντός των ορίων που διαγράφει ο νόμος για κάθε πράξη, για την οποία κηρύσσει ένοχο τον κατηγορούμενο (άρθρ. 79 παρ.1 Π.Κ.), αφετέρου δε να αναφέρει ρητά τους λόγους, που δικαιολογούν την κρίση του για την ποινή που επέβαλε, όπως επιτάσσει η παράγρ. 4 του ανωτέρω άρθρου 79 Π.Κ. Η επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ.2 και 333 παρ.2 Κ.Ποιν.Δ., από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στον αποκλεισμό ή τη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που κατά νόμο απαιτούνται για τη θεμελίωσή τους. Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί είναι και αυτοί περί νόμιμης άμυνας, από το άρθρ. 22 Π.Κ. και περί καταστάσεως ανάγκης, από το άρθρ. 25 παρ.1 Π.Κ., που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην κατηγορία, αφού σε περίπτωση ουσιαστικής βασιμότητάς τους αποκλείεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξεως του δράστη κατηγορουμένου, γι’ αυτό και η απόρριψή τους πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως από το δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ., υπό την προεκτεθείσα αυτονόητη προϋπόθεση, ότι έχουν προβληθεί με πληρότητα. Διαφορετικά, όταν δηλαδή απορριφθούν οι εν λόγω αυτοτελείς ισχυρισμοί, που προβλήθηκαν κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, χωρίς την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ιδρύεται ο προαναφερθείς λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ του Κ.Ποιν.Δ.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης, υπ’ αριθ. 4788/2015, αποφάσεώς του, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ’ είδος σ’ αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "Περί ώρα 16.30’ της 27-04-2008 στο ..., εντός οικισμού … και σε κατάστημα ψιλικών που λειτουργεί επί της οδού ..., βρίσκονταν ανήλικα παιδιά από τις οικογένειες Ζ. και Σ., κατοίκων της περιοχής. Κάποια στιγμή και για ασήμαντη αφορμή, τα παιδιά αυτά τσακώθηκαν και συνεπλάκησαν. Τότε επενέβη να διαχωρίσει τους ανήλικους ο πρώτος κατηγορούμενος Ζ. Κ., πατέρας ενός των συμπλεκομένων ανηλίκων, ο οποίος επιπλέον χαστούκισε παιδιά της οικογένειας Σ. Το συμβάν αντιλήφθηκε ο ήδη τρίτος κατηγορούμενος Ζ. Π. συγγενής, της οικογένειας Σ., ο οποίος επιτέθηκε στον Κ. Ζ. και οι δυο τους ήρθαν στα χέρια. Προς βοήθεια του πρώτου κατηγορουμένου Ζ. προσέτρεξε ο ήδη δεύτερος κατηγορούμενος Μ. Ν. μαζί με τέσσερα - πέντε άτομα αγνώστων στοιχείων και από κοινού επιτέθηκαν κατά του Ζ. Π.. Ωστόσο οι ανήλικοι της οικογένειας Σ., είχαν ζητήσει βοήθεια από την δική τους οικογένεια, οπότε μετά από λίγο κατέφθασαν στο σημείο συγγενικά και φιλικά τους πρόσωπα, με αποτέλεσμα να επέλθει γενική συμπλοκή μεταξύ των ατόμων των παραπάνω οικογενειών, που αριθμούσαν περίπου τα πενήντα εξήντα (50-60) άτομα και από τις δύο πλευρές. Επειδή τα άτομα της οικογένειας Ζ. ήταν αριθμητικά λιγότερα αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν και να καταφύγουν στην οικία του Ζ. επί της οδού ..., καταδιωκόμενα από άτομα της οικογένειας Σ., τα οποία πλησίασαν. Τότε ο Κ. Ζ., μετά την συμπλοκή που επακολούθησε τον διαπληκτισμό του με τον Π. Ζ., εισήλθε στην οικία, πήρε μία κυνηγετική καραμπίνα, που θεωρείται όπλο και εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.1 εδ.α’ Ν.2168/1993, και άρχισε να πυροβολεί, προξενώντας από πρόθεση σε άλλους βαριά σωματική βλάβη. Ειδικότερα, προκάλεσε σωματικές βλάβες στους: α) Ε. Κ. η οποία τραυματίστηκε στον κόγχο του αριστερού ματιού από σκάγι πυροβόλου όπλου β) Γ. Θ., ο οποίος τραυματίστηκε στον δεξιό οφθαλμό υποστάς "ρήξεις βολβού και διάτρηση κερατοειδούς" και υπεβλήθη ακολούθως σε μεταμόσχευση κερατοειδούς. Ο τρόπος δε με τον οποίο έπληξε τους ανωτέρω παθόντες ως και το ευπαθές μέλος του σώματος αυτών επέφεραν σε αυτούς βαριά σωματική τους βλάβη.
Επιπλέον προξένησε, από πρόθεση σωματικές βλάβες στους: γ) Γ. Μ. η οποία δέχθηκε σκάγια σε πολλά σημεία του σώματος της, δ) Β. Π., η οποία δέχθηκε σκάγια στα πόδια, ε) Μ. Α., η οποία δέχθηκε σκάγια στα πόδια και στ) Π. Ε. η οποία δέχθηκε σκάγια στα δύο της πόδια και στον γλουτό. Οι αμέσως παραπάνω σωματικές βλάβες σε βάρος των υπό στοιχ. γ’ , δ’ , ε’ , στ’ προσώπων, ενόψει του μέσου που χρησιμοποιήθηκε και των σημείων του σώματος των που επλήγησαν, τελέσθηκαν με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στους παθόντες βαριά σωματική βλάβη. Αποδείχθηκε έτσι και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος Κ. Ζ., από πρόθεση τέλεσε α) την πράξη της βαριάς σωματικής βλάβης κατά συρροή (σε βάρος Ε. Κ. και Γ. Θ. και β) της επικίνδυνης σωματικής βλάβης κατά συρροή (σε βάρος Γ. Μ., Β. Π., Μ. Α. και Π. Ε.) (αρθρ. 308 παρ. 1 και 309 του ΠΚ) και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη αυτή, κατ’ επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας από βαριά σωματική βλάβη σε βάρος των ως άνω παθόντων (αρθρ. 310 παρ. 1-2 ΠΚ) (βλ. και ΑΠ 1025/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επίσης αποδείχθηκε ότι ο παραπάνω κατηγορούμενος Κ. Ζ. στον ως άνω τόπο και χρόνο έφερε παράνομα όπλο, από τα αναφερόμενα στο άρθρο 1 § 1 εδ α του Ν 2168/1993 και συγκεκριμένα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, έφερε παράνομα ένα λειόκανο επαναληπτικό όπλο (καραμπίνα - pump action) διαμετρήματος "GAUGE 12", η χρήση του οποίου μπορεί να επιφέρει κάκωση ή βλάβη της υγείας σε πρόσωπα ή βλάβη σε πράγματα, καίτοι τούτο απαγορεύεται. Ενώ επίσης χρησιμοποίησε παρανόμως όπλο προκειμένου να διαπράξει πλημμέλημα από δόλο και συγκεκριμένα χρησιμοποίησε το περιγραφόμενο αμέσως παραπάνω όπλο, για να διαπράξει την αντικειμενική υπόσταση των αδικημάτων της βαρείας σωματικής βλάβης κατά συρροή καθώς και της επικίνδυνης σωματικής βλάβης κατά συρροή. Οι ισχυρισμοί του πρώτου κατηγορουμένου ότι αυτός βρισκόταν σε άμυνα ή άλλως σε κατάσταση ανάγκης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι κατ’ ουσίαν αφού δεν αποδείχθηκε η συνδρομή τέτοιων περιστάσεων..... Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος και για τις πράξεις της παράνομης οπλοφορίας και της οπλοχρησίας.... Περαιτέρω αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι ήτοι ο Κ. Ζ. και ο Ν. Μ. στον ανωτέρω τόπο και χρόνο έλαβαν μέρος σε συμπλοκή μεταξύ αλλήλων και άλλων αγνώστων ατόμων, από την οποία επήλθε βαρειά σωματική βλάβη ανθρώπων κατά συρροή, όπως ειδικότερα περιγράφεται παραπάνω και συνακόλουθα αυτοί πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι για την πράξη αυτή". Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας, εκτός άλλων διατάξεων, που αφορούν συγκατηγορουμένους του ήδη αναιρεσείοντος, κήρυξε τον τελευταίο (αναιρεσείοντα) ένοχο, με το ελαφρυντικό ότι ωθήθηκε στις αναφερόμενες πράξεις του από οργή που του προκάλεσε προηγηθείσα άδικη πράξη εναντίον του (άρθρ. 84 παρ.2 περ. γ’ Π.Κ.), των αξιόποινων πράξεων της βαριάς σωματικής βλάβης κατά συρροή εις βάρος δύο παθόντων, της επικίνδυνης σωματικής βλάβης κατά συρροή (κατ’ επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας από εκείνη της βαριάς σωματικής βλάβης) εις βάρος τεσσάρων παθόντων, της παράνομης οπλοφορίας και της οπλοχρησίας, για τις οποίες του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως είκοσι (20) μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική προς δέκα (10) ευρώ ημερησίως, καταβλητέα σε δύο ισόποσες ετήσιες δόσεις, με το ακόλουθο διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον κατηγορούμενο Κ. Ζ. του Λ. ΕΝΟΧΟ των εξής πράξεων και δη του ότι: στο ..., την 27-04-2008, με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα, που προβλέπονται και τιμωρούνται από το νόμο με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές. Συγκεκριμένα: Α) Από πρόθεση προξένησε σε άλλον βαριά σωματική βλάβη και δη μετά από διαπληκτισμό που είχε με τον Π. Ζ. και επακολουθήσασα συμπλοκή με πολλά άγνωστα άτομα, με τη χρήση όπλου το οποίο εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.1 εδ.α’ Ν.2168/1993 πυροβόλησε κατά ομάδας ανθρώπων και προκάλεσε σ’ αυτούς βαριές σωματικές βλάβες. Ειδικότερα, προκάλεσε σωματικές βλάβες στους: α) Ε. Κ. η οποία τραυματίστηκε στον κόγχο του αριστερού ματιού από σκάγι πυροβόλου όπλου, β) Γ. Θ., ο οποίος τραυματίστηκε στον δεξιό οφθαλμό υποστάς "ρήξεις βολβού και διάτρηση κερατοειδούς" και υπεβλήθη ακολούθως σε μεταμόσχευση κερατοειδούς. Ο τρόπος δε με τον οποίο έπληξε τους ανωτέρω παθόντες ως και το ευπαθές μέλος του σώματος αυτών επέφεραν σε αυτούς βαριά σωματική τους βλάβη. Β) ΚΗΡΥΣΣΕΙ αυτόν ΕΝΟΧΟ κατ’ επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας του ότι: Από πρόθεση προξένησε σε άλλον σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας του, η οποία, ενόψει του μέσου που χρησιμοποιήθηκε και των σημείων του σώματος που επλήγησαν, τελέσθηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα βαριά σωματική βλάβη. Ειδικότερα, προξένησε, από πρόθεση σωματικές βλάβες στους: γ) Γ. Μ. η οποία δέχθηκε σκάγια σε πολλά σημεία του σώματος της, δ) Β. Π., η οποία δέχθηκε σκάγια στα πόδια, ε) Μ. Α., η οποία δέχθηκε σκάγια στα πόδια και στ) Π. Ε. η οποία δέχθηκε σκάγια στα δύο της πόδια και στον γλουτό. Οι αμέσως παραπαίω σωματικές βλάβες σε βάρος των υπό στοιχ. γ’ , δ’ , ε’ , στ’ προσώπων, ενόψει του μέσου που χρησιμοποιήθηκε και των σημείων του σώματος των που επλήγησαν, τελέσθηκαν με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στους παθόντες βαριά σωματική βλάβη. Γ) Έφερε παράνομα όπλο, από τα αναφερόμενα στο άρθρο 1 § 1 εό α του Ν 2168/1993 και συγκεκριμένα έφερε παράνομα ένα λειόκανο επαναληπτικό όπλο (καραμπίνα - pump action) διαμετρήματος "GAUGE 12", η χρήση του οποίου μπορεί να επιφέρει κάκωση ή βλάβη της υγείας σε πρόσωπα ή βλάβη σε πράγματα, καίτοι τούτο απαγορεύεται.
Δ) Χρησιμοποίησε παρανόμως όπλο προκειμένου να διαπράξει πλημμέλημα από δόλο και συγκεκριμένα χρησιμοποίησε το περιγραφόμενο αμέσως παραπάνω όπλο, για να διαπράξει την αντικειμενική υπόσταση των αδικημάτων της βαρείας σωματικής βλάβης κατά συρροή καθώς και της επικίνδυνης σωματικής βλάβης κατά συρροή, όπως ειδικότερα αναφέρεται παραπάνω υπό στοιχ. Α’ και Β’ . Το Δικαστήριο δέχεται ότι ο κατηγορούμενος ωθήθηκε στην πράξη του από οργή που του προκάλεσε προηγηθείσα άδικη πράξη εναντίον του ΚΗΡΥΣΣΕΙ τους κατηγορούμενους: 1) Κ. Ζ. του Λ. και 2)....... ΕΝΟΧΟΥΣ του ότι στο ..., την 27-04-2008, έλαβαν μέρος σε συμπλοκή μεταξύ αλλήλων και άλλων άγνωστων ατόμων, από την οποία επήλθε βαρειά σωματική βλάβη ανθρώπων κατά συρροή, όπως ειδικότερα περιγράφεται παραπάνω υπό στοιχ. Α’ ".
Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση, σε σχέση με την επίδικη αξιόποινη πράξη της συμπλοκής, περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος τούτου, οι αποδείξεις, που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην προπαρατεθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 313 Π.Κ. Η διαλαμβανόμενη στο αναιρετήριο ειδικότερη αιτίαση περί αντιφάσεως μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού της ανωτέρω αποφάσεως, ενόψει της παραδοχής στο σκεπτικό, ότι οι Κ. Ζ. (αναιρεσείων - πρώτος κατηγορούμενος) και Ν. Μ. (δεύτερος κατηγορούμενος, μη ασκήσας αναίρεση) είχαν επιτεθεί εναντίον του Π. Ζ.υ, ενώ στο διατακτικό εκτίθεται ότι οι Κ. Ζ. (αναιρεσείων) και Ν. Μ. έλαβαν μέρος σε συμπλοκή μεταξύ τους και μεταξύ άλλων ατόμων χωρίς αναφορά στον Π. Ζ., δεν ευσταθεί, διότι η παραπάνω πράξη της συμπλοκής επαρκώς στοιχειοθετείται ως προς τον ήδη αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο (Κ. Ζ.), που ενδιαφέρει εν προκειμένω, με βάση τις προπαρατεθείσες κρίσιμες παραδοχές περί επελεύσεως γενικής συμπλοκής μεταξύ των ατόμων των οικογενειών Ζ. και Σ., συγγενής της οποίας (οικογένειας Σ.) ήταν ο Π. Ζ., οι οποίοι αριθμούσαν 50 - 60 άτομα και από τις δύο βιαιοπραγούσες πλευρές και περί της παρουσίας του ιδίου (Κ. Ζ.) κατά τη βιαιοπραγική φιλονικία και συμβολής του στις βιαιοπραγίες. Οι παραδοχές αυτές ουδόλως αντιφάσκουν, αλλά συμπορεύονται με το περιεχόμενο του διατακτικού, σύμφωνα με το οποίο οι κατηγορούμενοι Κ. Ζ. και Ν. Μ. έλαβαν μέρος σε συμπλοκή με άλλα άγνωστα άτομα, από την οποία επήλθε βαριά σωματική βλάβη ανθρώπων κατά συρροή, ενώ η μη αναφορά του Π. Ζ. στο διατακτικό, το οποίο, όπως προεκτέθηκε, συμπληρώνεται από το σκεπτικό, δεν αποκλείει ούτε ανατρέπει τις κατά τα άνω παραδοχές του σκεπτικού, το γεγονός δε, ότι στο διατακτικό της αποφάσεως δεν μνημονεύεται η συμμετοχή του Π. Ζ. στην αξιόποινη πράξη της συμπλοκής οφείλεται, προφανώς, στο ότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης, καθώς και της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (υπ’ αριθ. 20044/2015 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών), που υπάρχει στη δικογραφία, ως προς τον Π. Ζ. (τρίτο κατηγορούμενο στη δευτεροβάθμια δίκη), ο οποίος καταδικάστηκε πρωτοδίκως ως συμμέτοχος στην ανωτέρω πράξη της συμπλοκής, με την προσβαλλόμενη δευτεροβάθμια απόφαση απορρίφθηκε η ασκηθείσα εκ μέρους του έφεση, ως ανυποστήρικτη, οπότε διατηρήθηκε η περί ενοχής κρίση και η ποινή που του επιβλήθηκε για την πράξη αυτή από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και δεν χρειάστηκε να περιληφθεί στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως διάταξη περί ενοχής του. Επομένως, τα αντίθετα υποστηριζόμενα με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την πράξη της συμπλοκής, λόγω δήθεν αντιφάσεως μεταξύ του σκεπτικού και του διατακτικού αυτής, από το άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ Κ.Ποιν.Δ., είναι αβάσιμα. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων υπέβαλε εγγράφως ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας, που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση, δια του συνηγόρου του, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικώς, μεταξύ άλλων, τους ακόλουθους αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι αφορούσαν τις αποδοθείσες εις βάρος του κατηγορίες της βαριάς σωματικής βλάβης κατά συρροή (εις βάρος έξι παθόντων προσώπων) και της οπλοχρησίας και έχουν, κατά λέξη, ως εξής: "Επί των αποδιδόμενων σε βάρος μου κατηγοριών της βαριάς σωματικής βλάβης κατά συρροή και τής oπλοχρησίας επάγομαι τα εξής: Τα γεγονότα που έλαβαν χώρα την 27.4.2008 έξω από την οικία μου, συνίσταντο σε ένοπλη επίθεση με ΠΥΡΟΒΟΛΙΣΜΟΥΣ, ΡΙΨΗ ΛΙΘΩΝ και ΞΥΛΩΝ εκ μέρους δεκάδων ατόμων εναντίον εμού του ιδίου και των οικείων μου. (Ίδε από 22/11 /2008 διαβιβαστικό ΕΛ.ΑΣ).
Επ’ αυτής της ΕΠΙΘΕΣΗ! αμύνθηκα και προσπάθησα να αποτρέψω τα αποτελέσματα της σε βάρος εμού και των οικείων μου. ΑΜΥΝΑ Το Δικαστήριο Σας θα πρέπει να αναγνωρίσει πως, πέραν πάσης αμφιβολίας, τελούσα σε άμυνα όταν έριχνα πυροβολισμούς προς εκφοβισμό των ενόπλων επιτιθέμενων στην προσπάθεια μου να αποτρέψω παρούσα και άδικη επίθεση, στρεφόμενη κατά της ζωής της δικής μου και των μελών της οικογενείας μου (άρθρ. 22 Π.Κ.).
Η επίθεση που εκδηλώθηκε ήταν εξαιρετικά σοβαρή, με απειλή όχι μόνο κατά της σωματικής μας ακεραιότητας αλλά και κατά της ιδίας της ζωής όλων των δικών μου προσώπων που ευρίσκοντο στο συγκεκριμένο χώρο κατά την ημέρα αυτή, διότι είναι εντελώς αδύνατο να προβλέψει κανένας σε ποιο σημείο θα μπορούσε να σταματήσει η επίθεση ενός επιτιθέμενου πλήθους περισσοτέρων των 60 ή 70 ατόμων, όταν τους ενθαρρύνει η σκέψη πως δεν θα μπορέσει να συγκεκριμενοποιηθεί η δραστηριότητα κάθε ενός από αυτούς.
Ο μόνος δε τρόπος που μπορούσα να αναχαιτίσω την επίθεση εναντίον των οικείων μου, που ήταν συνολικά 18 άτομα, εκ των οποίων 12 ανήλικα παιδιά και 4 γυναίκες και μόνο 2 άνδρες, ήταν η χρήση της καραμπίνας που έτυχε να βρίσκεται στο σπίτι όπου κατέφυγα για να προστατευθώ.
Σημειώνω ότι όπως προκύπτει από τις προσκομισθείσες 7 ΙΑΤΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΕΚΘΕΣΕΙΣ, τόσον εγώ όσο και τα άλλα μέλη της οικογένειας μου είχαμε χτυπηθεί προηγουμένως και όταν έκανα χρήση του όπλου κτυπούσαν τις 4 γυναίκες, ενώ σταμάτησαν μόνον μετά τους δικούς μου πυροβολισμούς.
Για να καταδειχθεί δε το πόσο αδίστακτα και επικίνδυνα ήσαν τα άτομα που μας επιτέθηκαν επισημαίνω δύο γεγονότα:
Το πρώτο είναι ότι ενώ προσήλθαν 3 περιπολικά της ΕΛ.ΑΣ. και 2 μηχανές, δεν δίστασαν να πυροβολήσουν εναντίον τους, με αποτέλεσμα να μην μπορέσουν να επέμβουν ΟΥΤΕ τα Αστυνομικά όργανα αλλά να φύγουν! Που αποδεικνύει πως ακόμη και τα Αστυνομικά όργανα γνώριζαν πως είχαν απέναντι τους άτομα "αποφασισμένα" να σκοτώσουν και για να το αποφύγουν αυτό αποχώρησαν.
Το δεύτερο γεγονός είναι το ότι την ακριβώς επόμενη μέρα, 28/4/2008, με αυτοσχέδιες βόμβες μολότωφ επιχείρησαν να κάψουν το σπίτι μας, αδιαφορώντας αν θα καίγονταν και άνθρωποι και σώθηκε επειδή ειδοποιήσαμε άμεσα την πυροσβεστική και έφτασε αμέσως.
ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΑΝΑΓΚΗΣ άρθρου 25 ΠΚ Άλλως το Δικαστήριό Σας θα πρέπει να δεχθεί πως βρισκόμουν σε κατάσταση ανάγκης που αποκλείει το άδικο, αποπειρώμενος να αποτρέψω παρόντα και άλλως αναπότρεπτο κίνδυνο, όταν πυροβολούσα προς εκφοβισμό του επιτιθέμενου ένοπλου πλήθους, που ξυλοκοπούσε αλύπητα ανυπεράσπιστες γυναίκες, μέλη της οικογενείας μου, απειλώντας τη ζωή και τη σωματική ακεραιότητα τόσο τη δική μου όσο και των συγγενών μου (αρθρ. 25 Π.Κ.), ως προεξετέθη.
Σε κάθε περίπτωση και γενομένων δεκτών των ανωτέρω ισχυρισμών μου, το Δικαστήριο Σας θα πρέπει να δεχθεί πως αίρεται το άδικο των πράξεων για τις οποίες κατηγορούμαι, απαλλάσσοντας με των συγκεκριμένων κατηγοριών...... Λαμβανομένων υπ’ όψιν των παραπάνω ισχυρισμών θα πρέπει να κηρυχθώ ΑΘΩΟΣ από το Δικαστήριο Σας".
Κατόπιν, μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας, το παραπάνω Δικαστήριο, όπως προεκτέθηκε, κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο, με το προαναφερθέν ελαφρυντικό, εκτός άλλων, και των αξιόποινων πράξεων της βαριάς σωματικής βλάβης κατά συρροή εις βάρος δύο παθόντων, της επικίνδυνης σωματικής βλάβης κατά συρροή, κατ’ επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας από εκείνη της βαριάς σωματικής βλάβης, εις βάρος τεσσάρων παθόντων και της οπλοχρησίας, απέρριψε δε τους προπαρατεθέντες αυτοτελείς ισχυρισμούς του ήδη αναιρεσείοντος (που αφορούσαν τις παραπάνω πράξεις), με την εμπεριεχόμενη στο προπαρατεθέν σκεπτικό του αιτιολογία, ότι "...Οι ισχυρισμοί του πρώτου κατηγορουμένου ότι αυτός βρισκόταν σε άμυνα ή άλλως σε κατάσταση ανάγκης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι κατ’ ουσίαν αφού δεν αποδείχθηκε η συνδρομή τέτοιων περιστάσεων". Η εντελώς τυπική αυτή αιτιολογία δεν είναι ειδική ούτε εμπεριστατωμένη, καθόσον, εκτός του ότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν παραθέτει τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και το οδήγησαν στην αρνητική περί συνδρομής των προβαλλόμενων λόγων αποκλεισμού του άδικου χαρακτήρα των ανωτέρω πράξεων κρίση του ούτε τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους προέβη στην απόρριψη των πιο πάνω αυτοτελών ισχυρισμών, δεν αναφέρθηκε καθόλου στα επικληθέντα από τον αναιρεσείοντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν κατά τρόπο σαφή και ορισμένο και με πληρότητα τους ισχυρισμούς αυτούς. Τέλος, από την επισκόπηση των σχετικών με το κεφάλαιο περί της επιβληθείσας στον αναιρεσείοντα ποινής διατάξεων της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, ομοίως, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας κατά τούτο, αφού δεν προσδιορίζονται κατά τρόπο ειδικό και συγκεκριμένο, όπως είναι αναγκαίο, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, οι επιβληθείσες σ’ αυτόν (αναιρεσείοντα) ποινές για κάθε μία από τις περισσότερες κατά συρροή πράξεις, για τις οποίες καταδικάστηκε, ούτε εξειδικεύεται, ως προς την επιμέτρηση της επιβληθείσας συνολικής ποινής των είκοσι (20) μηνών, ποία έλαβε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ως ποινή βάση και πόσο μέρος ποινής έλαβε για την επαύξηση αυτής από τις συντρέχουσες, ώστε να καθίσταται δυνατή η διαπίστωση της μη χειροτερεύσεως από αυτό της θέσεως του ασκήσαντος το ένδικο μέσο της εφέσεως κατηγορουμένου, που απαγορεύεται από το άρθρ. 470 Κ.Ποιν.Δ. Η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη των προαναφερθέντων αυτοτελών ισχυρισμών και ως προς την επιβληθείσα ποινή καθιστά την προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετέα σε σχέση με τα κεφάλαια και διατάξεις αυτής περί κηρύξεως του πρώτου κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος ενόχου για τις πράξεις της βαριάς σωματικής βλάβης κατά συρροή, της επικίνδυνης σωματικής βλάβης κατά συρροή και της οπλοχρησίας (στις οποίες αναφέρονταν οι ανωτέρω αυτοτελείς ισχυρισμοί), καθώς και περί της εν γένει επιβληθείσας σ’ αυτόν (για όλες τις πράξεις, για τις οποίες καταδικάστηκε) ποινής καθώς και της συνολικής τοιαύτης.
Συνεπώς, οι σχετικοί πρώτος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ Κ.Ποιν.Δ., με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια αυτή, είναι βάσιμοι.
Κατ’ ακολουθία τούτων, πρέπει, κατά παραδοχή των ανωτέρω λόγων της υπό κρίση αιτήσεως, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε αυτήν, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρ. 519 Κ.Ποιν.Δ.), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ 
Αναιρεί εν μέρει την υπ’ αριθ. 4788/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, ως προς κεφάλαια και διατάξεις αυτής α) περί κηρύξεως του αναιρεσείοντος - πρώτου κατηγορουμένου Κ. Ζ. του Λ., ενόχου για τις πράξεις της βαριάς σωματικής βλάβης κατά συρροή, της επικίνδυνης σωματικής βλάβης κατά συρροή και της οπλοχρησίας και β) περί της εν γένει επιβληθείσας στον ίδιο (για όλες τις πράξεις, για τις οποίες καταδικάστηκε) ποινής, καθώς και της συνολικής τοιαύτης.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 9-11-2015 (ασκηθείσα δια δηλώσεως, που επιδόθηκε αυθημερόν στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) αίτηση του παραπάνω αναιρεσείοντος Κ. Ζ. του Λ., κατοίκου ... για αναίρεση της υπ’ αριθ. 4788/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου 2016. 
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Μαρτίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ 

 

Ζητήματα του δικαίου της απόδειξης κατά τον ΚΠολΔ (μετά το Ν. 4335.2015) - ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΚΩΝ/ΝΟΥ ΡΗΓΑ - ΠΡΩΤΟΔΙΚΗ ΠΑΤΡΩΝ

Το κείμενο που επισυνάπτεται σε μορφές word και pdf αποτελεί τη γραπτή απόδοση της ομιλίας, με αντικείμενο το δίκαιο της απόδειξης, που ανατέθηκε στον Πρωτοδίκη Κ. Ρήγα στο πλαίσιο της ημερίδας του Δικηγορικού Συλλόγου Πατρών για το «νέο» ΚΠολΔ κατά την 25-11-2016.

Subscribe to this RSS feed