Βασίλης Γαλανόπουλος

Βασίλης Γαλανόπουλος

Email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε. Website URL:

Χορήγηση αντιγράφων, αποσπασμάτων ή πιστοποιητικών από τα ληξιαρχικά βιβλία σε οποιονδήποτε αιτούντα και χωρίς την δικαιολόγηση εννόμου συμφέροντος (ΝΣΚ)

 Χορήγηση αντιγράφων, αποσπασμάτων ή πιστοποιητικών από τα ληξιαρχικά βιβλία σε οποιονδήποτε αιτούντα και χωρίς την δικαιολόγηση εννόμου συμφέροντος (ΝΣΚ)

Κατά τον γ.ε., υπήκοος τρίτης χώρας που έχει την επιμέλεια ανήλικου πολίτη της ΕΕ δεν μπορεί να απελαθεί από κράτος μέλος

 

Υπηρεσία Τύπου και Πληροφόρησης

Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ ΤΥΠΟΥ αριθ. 12/2016

Λουξεμβούργο, 4 Φεβρουαρίου 2016

Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα στις υποθέσεις C‑165/14, Alfredo Rendón Marín κατά

Administración del Estado, και C‑304/14, Secretary of State for the Home Department κατά CS


Κατά τον γενικό εισαγγελέα Μ. Szpunar, υπήκοος τρίτης χώρας ο οποίος έχει την αποκλειστική επιμέλεια ανήλικου πολίτη της ΕE δεν δύναται να απελαθεί από κράτος μέλος ή να στερηθεί της δυνατότητας αποκτήσεως άδειας διαμονής αποκλειστικώς λόγω του ποινικού ιστορικού του

Έκδοση μέτρου απελάσεως χωρεί μόνον εφόσον το μέτρο αυτό είναι σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας και θεμελιώνεται επί επιτακτικών λόγων δημοσίας ασφαλείας, καθώς και επί της προσωπικής συμπεριφοράς του υπηκόου τρίτης χώρας, η οποία πρέπει να συνιστά πραγματική, ενεστώσα και αρκούντως σοβαρή απειλή

Η Συνθήκη ΛΕΕ ορίζει ότι κάθε πρόσωπο που έχει την υπηκοότητα κράτους μέλους είναι πολίτης της Ένωσης και έχει το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής στο έδαφος των κρατών μελών.

Λόγω του ποινικού ιστορικού τους, δύο υπήκοοι τρίτης χώρας (ένας Κολομβιανός και μια Μαροκινή) υπήρξαν αποδέκτες, αντιστοίχως, απορριπτικής αποφάσεως επί αιτήσεως χορηγήσεως άδειας διαμονής και αποφάσεως απελάσεως εκ μέρους των αρχών του κράτους μέλους κατοικίας και ιθαγένειας των ανήλικων τέκνων τους, πολιτών της Ένωσης, τα οποία συντηρούνται από τους ίδιους. Ο A. Rendón Marín είναι πατέρας δύο τέκνων των οποίων έχει την αποκλειστική επιμέλεια, ήτοι ενός άρρενος ισπανικής ιθαγένειας και ενός θήλεος πολωνικής ιθαγένειας. Τόπος κατοικίας των δύο ανήλικων τέκνων υπήρξε ανέκαθεν η Ισπανία (υπόθεση C-165/14). Η CS είναι μητέρα ενός άρρενος τέκνου βρετανικής ιθαγένειας που κατοικεί με την ίδια στο Ηνωμένο Βασίλειο και του οποίου αυτή έχει την αποκλειστική επιμέλεια (υπόθεση C-304/14).

Το Tribunal Supremo (Ανώτατο Δικαστήριο Ισπανίας) και το Upper Tribunal (Immigration and Asylum Chamber) London (Τμήμα Μεταναστεύσεως και Ασύλου του Ανωτέρου Δικαστηρίου του Λονδίνου, Ηνωμένο Βασίλειο) υπέβαλαν στο Δικαστήριο ερώτημα περί των ενδεχόμενων συνεπειών του ποινικού παρελθόντος επί της αναγνωρίσεως δικαιώματος διαμονής δυνάμει του δικαίου της Ένωσης.

Με τις προτάσεις του ο γενικός εισαγγελέας Maciej Szpunar τονίζει κατ’ αρχάς ότι η οδηγία περί ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους[1] τυγχάνει εφαρμογής επί της καταστάσεως του Α. Rendón Marín και της πολωνικής ιθαγένειας κόρης του, δεν τυγχάνει όμως εφαρμογής επί της καταστάσεως του Α. Rendón Marín και του ισπανικής ιθαγένειας υιού του ούτε επί της καταστάσεως της CS και του βρετανικής ιθαγένειας τέκνου της. Συγκεκριμένα, η οδηγία εφαρμόζεται επί των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους που μεταβαίνουν ή διαμένουν σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο του οποίου είναι υπήκοοι. Ούτε όμως τα τέκνα του A. Rendón Marín, ισπανικής και πολωνικής ιθαγένειας, αντιστοίχως, ούτε το τέκνο της CS, Βρετανός υπήκοος, διέσχισαν σύνορο. Κατά τον γενικό εισαγγελέα, η οδηγία τυγχάνει εφαρμογής αποκλειστικώς υπό την έννοια ότι επιτρέπει στον Α. Rendón Marín να διαμένει στην Ισπανία (κράτος μέλος υποδοχής) με την πολωνικής ιθαγένειας κόρη του (νεαρής ηλικίας ανήλικη υπήκοο άλλου κράτους μέλους) της οποίας ο ίδιος έχει εν τοις πράγμασι την επιμέλεια.

Ο γενικός εισαγγελέας εκτιμά ότι το δικαίωμα διαμονής που ο A. Rendón Marín αντλεί από την οδηγία χάρις στην κόρη του δεν δύναται να περιορισθεί διά εθνικής διατάξεως η οποία εξαρτά κατά τρόπο αυτόματο τη χορήγηση άδειας διαμονής από την απουσία ποινικού ιστορικού στην Ισπανία ή στις χώρες προηγούμενης διαμονής του. Συγκεκριμένα, η εν λόγω αυτοδίκαιη απόρριψη της αιτήσεως χορηγήσεως άδειας διαμονής δεν είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας ούτε καθιστά δυνατό να αξιολογηθεί κατά πόσον η προσωπική συμπεριφορά του ενδιαφερομένου συνιστά ενδεχομένως ενεστώτα κίνδυνο για τη δημόσια τάξη ή τη δημόσια ασφάλεια. Συνεπώς, το δίκαιο της Ένωσης αποκλείει εθνική κανονιστική ρύθμιση προβλέπουσα την αυτοδίκαιη απόρριψη αιτήσεως χορηγήσεως άδειας διαμονής υπηκόου τρίτης χώρας, γονέα ανήλικου τέκνου πολίτη της Ένωσης το οποίο συντηρείται από τον ίδιο και συνοικεί με αυτόν στο κράτος μέλος υποδοχής, εκ μόνου του λόγου ότι ο αιτών έχει ποινικό ιστορικό.

Λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας του Δικαστηρίου[2], ο γενικός εισαγγελέας εκτιμά ότι, ως υπήκοοι κράτους μέλους, τα τέκνα του Α. Rendón Marín και το τέκνο της CS απολαύουν του καθεστώτος του πολίτη της Ένωσης, το οποίο τους παρέχει το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής εντός της Ένωσης. Οιοσδήποτε περιορισμός του εν λόγω δικαιώματος εμπίπτει, επομένως, στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, το οποίο αποκλείει μέτρα που έχουν ως αποτέλεσμα να στερούν από τους πολίτες της Ένωσης τη δυνατότητα πραγματικής απολαύσεως, κατά το ουσιώδες μέρος τους, των δικαιωμάτων που τους απονέμει η Συνθήκη. Στις υπό εξέταση περιπτώσεις, τα τέκνα ενδέχεται να υποχρεωθούν εκ των πραγμάτων να συνοδεύσουν τον γονέα τους σε περίπτωση απελάσεώς του, δεδομένου ότι αυτός έχει την αποκλειστική επιμέλειά τους. Σε μια τέτοια περίπτωση, τα τέκνα θα υποχρεώνονταν να εγκαταλείψουν το έδαφος της Ένωσης, ενδεχόμενο που θα τους στερούσε τη δυνατότητα πραγματικής απολαύσεως, κατά το ουσιώδες μέρος τους, των δικαιωμάτων που πηγάζουν από την ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης. Προς διασφάλιση του συμφέροντος των εν λόγω τέκνων έχει αναγνωρισθεί στους γονείς οι οποίοι τελούν σε αυτήν την κατάσταση δευτερογενές δικαίωμα διαμονής. Το δικαίωμα αυτό πηγάζει απευθείας από τη Συνθήκη ΛΕΕ. Ο γενικός εισαγγελέας προβαίνει εν προκειμένω σε αναλογική εφαρμογή της νομολογίας περί των μέτρων απομακρύνσεως εις βάρος υπηκόων κράτους μέλους που βαρύνονται με ποινικές καταδίκες, δεδομένου ότι ο Α. Rendón Marín και η CS δεν είναι οι ίδιοι πολίτες της Ένωσης, αλλά υπήκοοι τρίτης χώρας μέλη της οικογένειας πολίτη της Ένωσης. Κατά την εν λόγω νομολογία, οι έννοιες της δημοσίας τάξεως και της δημοσίας ασφαλείας πρέπει να τυγχάνουν στενής ερμηνείας στο πλαίσιο των περιορισμών του δικαιώματος διαμονής. Ο γενικός εισαγγελέας θεωρεί ανεπίτρεπτη τη διαφοροποίηση των περιορισμών ενός τέτοιου δικαιώματος για λόγους δημοσίας τάξεως ή δημοσίας ασφαλείας αναλόγως της πηγής, Συνθήκης ή οδηγίας, του εν λόγω δικαιώματος.

Ο γενικός εισαγγελέας καταλήγει στο συμπέρασμα ότι εθνική κανονιστική ρύθμιση προβλέπουσα την αυτοδίκαιη απόρριψη αιτήσεως χορηγήσεως άδειας διαμονής υπηκόου τρίτης χώρας, πατέρα ανήλικων τέκνων πολιτών της Ένωσης των οποίων ο ίδιος έχει την αποκλειστική επιμέλεια, λόγω του ποινικού ιστορικού του, προσκρούει στη Συνθήκη ΛΕΕ, στην περίπτωση κατά την οποία η εν λόγω απόρριψη έχει ως συνέπεια να υποχρεωθούν τα τέκνα να εγκαταλείψουν το έδαφος της Ένωσης.

Ο γενικός εισαγγελέας εξετάζει, τέλος, την εξαίρεση για λόγους δημοσίας τάξεως ή δημοσίας ασφαλείας την οποία επικαλείται η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου προς δικαιολόγηση της αποφάσεως απελάσεως της CS. Κατά την εν λόγω απόφαση απελάσεως, το βαρύ ποινικό ιστορικό της CS συνιστά σαφή απειλή για τη συνοχή και τις αξίες της κοινωνίας του εν λόγω κράτους μέλους, η διαφύλαξη των οποίων αποτελεί θεμιτό συμφέρον. Ο γενικός εισαγγελέας εκτιμά ότι το δίκαιο της Ένωσης αποκλείει, κατ’ αρχήν, την απέλαση, μέτρο το οποίο, εντούτοις, σε εξαιρετικές περιστάσεις, δύναται να επιτραπεί, υπό τον όρον τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας και της θεμελιώσεώς του επί της προσωπικής συμπεριφοράς του συγκεκριμένου ατόμου (συμπεριφοράς η οποία πρέπει να συνιστά πραγματική, ενεστώσα και αρκούντως σοβαρή απειλή για θεμελιώδες συμφέρον της κοινωνίας), καθώς και επί επιτακτικών λόγων δημοσίας ασφαλείας.


ΥΠΟΜΝΗΣΗ: Οι προτάσεις του γενικού εισαγγελέα δεν δεσμεύουν το Δικαστήριο. Έργο του γενικού εισαγγελέα είναι να προτείνει στο Δικαστήριο, με πλήρη ανεξαρτησία, νομική λύση για την υπόθεση που του έχει ανατεθεί. Η υπόθεση τελεί υπό διάσκεψη στο Δικαστήριο. Η απόφαση θα εκδοθεί αργότερα.

ΥΠΟΜΝΗΣΗ: Η προδικαστική παραπομπή παρέχει στα δικαστήρια των κρατών μελών τη δυνατότητα, στο πλαίσιο της ένδικης διαφοράς της οποίας έχουν επιληφθεί, να υποβάλουν στο Δικαστήριο ερώτημα σχετικό με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ή με το κύρος πράξεως οργάνου της Ένωσης. Το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να επιλύσει τη διαφορά σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου. Η απόφαση αυτή δεσμεύει, κατά τον ίδιο τρόπο, τα άλλα εθνικά δικαστήρια που επιλαμβάνονται παρόμοιου προβλήματος.


Ανεπίσημο έγγραφο προοριζόμενο για τα μέσα μαζικής ενημερώσεως, το οποίο δεν δεσμεύει το Δικαστήριο.

Το πλήρες κείμενο των προτάσεων (C-165/14, C-304/14) δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα CURIA κατά την ημερομηνία αναπτύξεώς τους

Επικοινωνία: Estella Cigna-Αγγελίδη ( (+352) 4303 2582



[1] Οδηγία 2004/38/EK του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 και την κατάργηση των οδηγιών 64/221/ΕΟΚ, 68/360/ΕΟΚ, 72/194/ΕΟΚ, 73/148/ΕΟΚ, 75/34/ΕΟΚ, 75/35/ΕΟΚ, 90/364/ΕΟΚ, 90/365/ΕΟΚ και 93/96/ΕΟΚ (ΕΕ L 158, σ. 77).

[2] Ιδίως των αποφάσεων του Δικαστηρίου της 19ης Οκτωβρίου 2004, Zhu και Chen (C‑200/02, βλ., επίσης, ΑΤ αριθ. 84/04 στα αγγλικά), της 2ας Μαρτίου 2010, Rottmann (C‑135/08 βλ., επίσης, ΑΤ αριθ. 15/10) και της 8ης Μαρτίου 2011, Ruiz Zambrano (C‑34/09, βλ., επίσης, ΑΤ αριθ. 16/11).

ΑΝΤΙΝΤΑΜΠΙΝΓΚ-Ανίσχυρος εν μέρει ο κανονισμός για την επιβολή δασμών επί των εισαγωγών υποδημάτων από Κίνα και Βιετνάμ στην ΕΕ

 

Υπηρεσία Τύπου και Πληροφόρησης

Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ ΤΥΠΟΥ αριθ. 11/16

Λουξεμβούργο, 4 Φεβρουαρίου 2016

Απόφαση στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-659/13 C & J Clark International Ltd κατά Commissioners for Her Majesty’s Revenue and Customs και C-34/14 Puma SE κατά Hauptzollamt Nürnberg


Ο κανονισμός για την επιβολή δασμού αντιντάμπινγκ επί των εισαγωγών στην Ευρωπαϊκή Ένωση ορισμένων υποδημάτων από δέρμα, καταγωγής Κίνας και Βιετνάμ είναι εν μέρει ανίσχυρος

Το Συμβούλιο και η Επιτροπή παρέβησαν ορισμένους διαδικαστικούς κανόνες κατά την έκδοση του κανονισμού

Στις 5 Οκτωβρίου 2006, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξέδωσε έναν κανονισμό[1] για την επιβολή δασμού αντιντάμπινγκ σε ορισμένα υποδήματα από δέρμα που εισάγονται από την Κίνα και το Βιετνάμ στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο συντελεστής του δασμού αντιντάμπινγκ καθορίστηκε σε 16,5 % για τα υποδήματα που παράγονται από τις εταιρείες που είναι εγκατεστημένες στην Κίνα (εκτός από την εταιρεία Golden Step, για την οποία ο δασμός αντιντάμπινγκ καθορίστηκε σε 9,7 %) και σε 10 % για τα υποδήματα που παράγονται από τις εταιρείες που είναι εγκατεστημένες στο Βιετνάμ.

Το 2010 και το 2012, η Clark, βρετανική εταιρεία κατασκευής και λιανικής πωλήσεως υποδημάτων, ζήτησε από τις φορολογικές και τελωνειακές αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου την επιστροφή του δασμού αντιντάμπινγκ που είχε καταβάλει λόγω της εισαγωγής υποδημάτων στην Ένωση κατά τη διάρκεια της περιόδου μεταξύ 1ης Ιουλίου 2007 και 31ης Αυγούστου 2010. Το οικείο ποσό ανερχόταν περίπου σε 60 εκατομμύρια ευρώ. Η εταιρεία αιτιολόγησε το αίτημά της, προβάλλοντας ότι ο κανονισμός για την επιβολή του δασμού αντιντάμπινγκ ήταν ανίσχυρος. Κατόπιν της απορρίψεως του αιτήματός της, η Clark άσκησε προσφυγή ενώπιον του First-tier Tribunal (Tax Chamber) (πρωτοβάθμιο δικαστήριο, φορολογικό τμήμα).

Το 2011 και το 2012, η Puma, γερμανική επιχείρηση αθλητικών ειδών, ζήτησε από το Κεντρικό Τελωνείο της Νυρεμβέργης (Γερμανία) την επιστροφή του δασμού αντιντάμπινγκ για την εισαγωγή των ίδιων προϊόντων, επικαλούμενη και αυτή ότι ο κανονισμός είναι ανίσχυρος. Το οικείο ποσό ανερχόταν περίπου σε 5,1 εκατομμύρια ευρώ. Κατόπιν της απορρίψεως του αιτήματός της, η εταιρεία άσκησε προσφυγή ενώπιον του Finanzgericht München (φορολογικό δικαστήριο Μονάχου).

Τα δύο αυτά δικαστήρια έχουν αμφιβολίες ως προς το κύρος του κανονισμού και, συνεπώς, αποφάσισαν να απευθυνθούν στο Δικαστήριο.

Με την απόφαση που εξέδωσε σήμερα, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο κανονισμός για την επιβολή δασμού αντιντάμπινγκ επί των εισαγωγών ορισμένων υποδημάτων καταγωγής Κίνας και Βιετνάμ είναι εν μέρει ανίσχυρος.

Το Δικαστήριο υπενθυμίζει κατ’ αρχάς ότι, σε περίπτωση που ο αριθμός των επιχειρηματιών τους οποίους αφορά έρευνα αντιντάμπινγκ είναι μεγάλος, η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει να περιορίσει την εν λόγω έρευνα σε εύλογο αριθμό ενδιαφερομένων μερών, κάνοντας χρήση δειγμάτων που περιλαμβάνουν παραγωγούς – εξαγωγείς, με δειγματοληψίες ανταποκρινόμενες στις αρχές της στατιστικής.

Ακολούθως, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι το δίκαιο της Ένωσης προβλέπει βασικό κανόνα σύμφωνα με τον οποίο ο καθορισμός της κανονικής αξίας προϊόντος, ο οποίος αποτελεί ένα από τα ουσιώδη βήματα για να αποδειχθεί η ύπαρξη ντάμπινγκ, πρέπει να βασίζεται κατ’ αρχήν στις πληρωτέες τιμές, κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις, από ανεξάρτητους πελάτες στις χώρες εξαγωγής.

Στην περίπτωση εισαγωγών που προέρχονται, μεταξύ άλλων, από την Κίνα, το Βιετνάμ καθώς και από χώρες χωρίς οικονομία της αγοράς που είναι μέλη του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ) κατά την ημερομηνία έναρξης έρευνας αντιντάμπινγκ, η κανονική αξία καθορίζεται σύμφωνα με τον βασικό κανόνα, εάν αποδεικνύεται, με βάση δεόντως αιτιολογημένους ισχυρισμούς που θα υποβάλουν ένας ή περισσότεροι παραγωγοί που είναι εγκατεστημένοι στις εν λόγω χώρες και υπόκεινται στην έρευνα, ότι ισχύουν, ως προς αυτόν ή αυτούς τους παραγωγούς, συνθήκες οικονομίας της αγοράς. Ο κανόνας αυτός παρέχει στους παραγωγούς που υπόκεινται σε συνθήκες οικονομίας της αγοράς, οι οποίοι αναδύθηκαν στις οικείες χώρες, τη δυνατότητα να επωφεληθούν ενός καθεστώτος που ανταποκρίνεται στην ατομική τους κατάσταση και όχι στη συνολική κατάσταση της χώρας στην οποία είναι εγκατεστημένοι.

Τέλος, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι το Συμβούλιο και η Επιτροπή έχουν την υποχρέωση να αποφαίνονται επί κάθε αιτήσεως υπαγωγής στο καθεστώς εταιρείας που λειτουργεί υπό συνθήκες οικονομίας της αγοράς που υποβάλλεται από παραγωγό, ακόμη και όταν χρησιμοποιείται η τεχνική της δειγματοληψίας.

Εν προκειμένω, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι το Συμβούλιο και η Επιτροπή δεν αποφάνθηκαν επί των αιτήσεων υπαγωγής στο καθεστώς εταιρείας που λειτουργεί υπό συνθήκες οικονομίας της αγοράς που υπέβαλαν Κινέζοι και Βιετναμέζοι παραγωγοί – εξαγωγείς οι οποίοι δεν περιελήφθησαν στο δείγμα και κατά συνέπεια κηρύσσει τον κανονισμό ανίσχυρο ως προς το σημείο αυτό.

Το Δικαστήριο υπενθυμίζει επίσης ότι το Συμβούλιο και η Επιτροπή έχουν, κατ’ αρχήν, την υποχρέωση να διευκρινίζουν με τον κανονισμό για την επιβολή δασμών αντιντάμπινγκ το ποσό του δασμού που επιβάλλεται σε κάθε ενδιαφερόμενο παραγωγό – εξαγωγέα, εκτός αν αυτή η εξατομικευμένη μεταχείριση είναι ανέφικτη. Εντούτοις, για τις χώρες που δεν έχουν οικονομία αγοράς, ένας τέτοιος κανονισμός περιορίζεται να καθορίζει το ύψος του επιβαλλόμενου δασμού που ισχύει σε όλη την οικεία προμηθεύτρια χώρα. Τα όργανα οφείλουν όμως να υπολογίζουν ατομικό δασμό αντιντάμπινγκ για τους παραγωγούς – εξαγωγείς που είναι εγκατεστημένοι σε χώρα χωρίς οικονομία της αγοράς οι οποίοι αποδεικνύουν, με βάση δεόντως αιτιολογημένους ισχυρισμούς, ότι πληρούν τα κριτήρια που δικαιολογούν εξατομικευμένη μεταχείριση.

Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο κρίνει ότι το Συμβούλιο και η Επιτροπή υποχρεούνται, κατ' αρχήν, να εξετάζουν τις αιτήσεις εξατομικευμένης μεταχειρίσεως που τους υποβάλλονται και να αποφαίνονται επί των εν λόγω αιτήσεων, ακόμη και όταν χρησιμοποιείται η τεχνική της δειγματοληψίας.

Εν προκειμένω, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι το Συμβούλιο και η Επιτροπή δεν αποφάνθηκαν επί των αιτήσεων εξατομικευμένης μεταχειρίσεως που υπέβαλαν οι Κινέζοι και Βιετναμέζοι παραγωγοί – εξαγωγείς οι οποίοι δεν περιελήφθησαν στο δείγμα και κατά συνέπεια κηρύσσει τον κανονισμό ανίσχυρο και ως προς το σημείο αυτό.


ΥΠΟΜΝΗΣΗ: Η διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως παρέχει στα δικαστήρια των κρατών μελών τη δυνατότητα να υποβάλουν στο Δικαστήριο, στο πλαίσιο της ένδικης διαφοράς της οποίας έχουν επιληφθεί, ερώτημα σχετικό με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ή με το κύρος πράξεως οργάνου της Ένωσης. Το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να επιλύσει τη διαφορά αυτή, λαμβάνοντας υπόψη την απόφαση του Δικαστηρίου. Η απόφαση αυτή δεσμεύει, ομοίως, άλλα εθνικά δικαστήρια ενώπιον των οποίων ανακύπτει παρόμοιο ζήτημα.


Ανεπίσημο έγγραφο προοριζόμενο για τα μέσα μαζικής ενημερώσεως, το οποίο δεν δεσμεύει το Δικαστήριο.

Το πλήρες κείμενο της αποφάσεως είναι διαθέσιμο στην ιστοσελίδα CURIA από την ημερομηνία δημοσιεύσεώς της

Επικοινωνία: Estella Cigna-Αγγελίδη ( (+352) 4303 2582



[1] Κανονισμός (ΕΚ) 1472/2006 του Συμβουλίου της 5ης Οκτωβρίου 2006 για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ και για την οριστική είσπραξη του προσωρινού δασμού που επιβλήθηκε στις εισαγωγές ορισμένων υποδημάτων που έχουν το πάνω μέρος από δέρμα, καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας και Βιετνάμ (ΕΕ L 275, σ. 1)

Αντίθετη με το δίκαιο της ΕΕ η επιβολή κυρώσεων για την άνευ αδείας στη Γερμανία διασυνοριακή πρακτορεία αθλητικών στοιχημάτων

 

Υπηρεσία Τύπου και Πληροφόρησης

Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ ΤΥΠΟΥ αριθ. 10/16

Λουξεμβούργο, 4 Φεβρουαρίου 2016

Απόφαση στην υπόθεση C-336/14

Sebat Ince


Το δίκαιο της Ένωσης αντιτίθεται, υπό προϋποθέσεις, στην επιβολή κυρώσεων για την άνευ αδείας στη Γερμανία διασυνοριακή πρακτορεία αθλητικών στοιχημάτων

Τούτο ισχύει ιδίως στο μέτρο που το προϋφιστάμενο κρατικό μονοπώλιο, το οποίο κρίθηκε από τα γερμανικά δικαστήρια αντίθετο προς το δίκαιο της Ένωσης, στην πράξη διατηρήθηκε

Ενώπιον του Amtsgericht Sonthofen (ειρηνοδικείου του Sonthofen, Γερμανία), η γερμανική εισαγγελική αρχή κατηγορεί την S. Ince ότι προέβη, χωρίς να διαθέτει την απαιτούμενη διοικητική άδεια, σε πρακτορεία αθλητικών στοιχημάτων μέσω μηχανήματος παιγνίων που είχε εγκαταστήσει σε αθλητικού χαρακτήρα μπαρ στη Βαυαρία. Η αυστριακή εταιρία για λογαριασμό της οποίας συγκέντρωνε τα εν λόγω στοιχήματα διέθετε άδεια διοργανώσεως αθλητικών στοιχημάτων μόνο στην Αυστρία και όχι στη Γερμανία.

Οι κατηγορίες σε βάρος της S. Ince αφορούν καταρχάς το πρώτο εξάμηνο του 2012, διάστημα κατά το οποίο οι διατάξεις της κρατικής συμφωνίας περί τυχηρών παιγνίων του 2008 [1] καθιέρωναν κρατικό μονοπώλιο όσον αφορά τη διοργάνωση και την πρακτορεία αθλητικών στοιχημάτων στη Γερμανία. Οι διατάξεις αυτές απαγόρευαν την άνευ αδείας διοργάνωση και πρακτορεία αθλητικών στοιχημάτων και απέκλειαν τη χορήγηση τέτοιων αδειών σε ιδιωτικούς φορείς. Μετά την έκδοση των αποφάσεων του Δικαστηρίου Stoß κ.λπ. και Carmen Media Group [2], όλα τα γερμανικά δικαστήρια τα οποία εκλήθησαν να αποφανθούν εάν το μονοπώλιο αυτό ήταν σύμφωνο με το δίκαιο της Ένωσης κατέληξαν, σύμφωνα με το Amtsgericht Sonthofen, στο συμπέρασμα ότι τούτο δεν συνέβαινε. Εντούτοις, τα εν λόγω δικαστήρια διαφωνούν ως προς τις συνέπειες που πρέπει να συναχθούν από τον παράνομο χαρακτήρα του εν λόγω μονοπωλίου. Ειδικότερα, ορισμένα εξ αυτών διερωτώνται αν στους ιδιωτικούς φορείς θα πρέπει να εφαρμόζεται μια πλασματική διαδικασία αδειοδοτήσεως, εξετάζοντας, κατά περίπτωση, εάν οι εν λόγω φορείς πληρούν τις προϋποθέσεις οι οποίες προβλέπονται για τους φορείς του κρατικού μονοπωλίου. Κατά το Amtsgericht Sonthofen, κανένας ιδιωτικός φορέας δεν έλαβε άδεια κατά το πέρας της εν λόγω πλασματικής διαδικασίας αδειοδοτήσεως.

Οι κατηγορίες σε βάρος της S. Ince αφορούν επίσης το δεύτερο εξάμηνο του 2012, διάστημα κατά το οποίο η διοργάνωση και η πρακτορεία αθλητικών στοιχημάτων διέπονταν από την τροποποιητική συμφωνία περί τυχηρών παιγνίων του 2012 [3].Η συμφωνία αυτή περιέχει ρήτρα περί διοργανώσεως αθλητικών στοιχημάτων για δοκιμαστική περίοδο, κατά την οποία οι ιδιωτικοί φορείς μπορούν να λάβουν, για περίοδο επτά ετών από την έναρξη ισχύος της εν λόγω συμφωνίας, άδεια διοργανώσεως αθλητικών στοιχημάτων. Από τη στιγμή χορηγήσεως της σχετικής άδειας, οι πράκτορες του διοργανωτή μπορούν να λάβουν άδεια συγκεντρώσεως των στοιχημάτων για λογαριασμό του. Η υποχρέωση λήψεως άδειας έχει εφαρμογή στους ήδη δραστηριοποιούμενους δημόσιους διοργανωτές και στους πράκτορές τους μόνο μετά την πάροδο ενός έτους από τη χορήγηση της πρώτης άδειας. Εντούτοις, κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών (και μέχρι την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, της 10ης Ιουνίου 2015, ενώπιον του Δικαστηρίου), καμία από τις 20 προς διάθεση άδειες δεν είχε χορηγηθεί, με συνέπεια ότι κανένας ιδιωτικός φορέας δεν είχε λάβει άδεια διοργανώσεως ή συγκεντρώσεως αθλητικών στοιχημάτων στη Γερμανία. Βάσει των ανωτέρω το Amtsgericht Sonthofen κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το προϋφιστάμενο κρατικό μονοπώλιο, το οποίο κρίθηκε από τα γερμανικά δικαστήρια αντίθετο προς το δίκαιο της Ένωσης, εξακολούθησε να υφίσταται στην πράξη.

Στο πλαίσιο αυτό, το Amtsgericht ερωτά το Δικαστήριο ως προς τις συνέπειες τις οποίες οι διοικητικές και δικαστικές αρχές οφείλουν να αντλήσουν, αφενός, από την έλλειψη συμβατότητας με το δίκαιο της Ένωσης του προϋφιστάμενου κρατικού μονοπωλίου κατά το διάστημα προετοιμασίας της μεταρρυθμίσεως και, αφετέρου, από τη διατήρηση, στην πράξη, του εν λόγω μονοπωλίου μετά τη μεταρρύθμιση του 2012.

Όσον αφορά το διάστημα κατά το οποίο ίσχυαν οι διατάξεις της κρατικής συμφωνίας περί τυχηρών παιγνίων του 2008, το Δικαστήριο, με τη σημερινή απόφασή του, κρίνει ότι, οσάκις η υποχρέωση κατοχής άδειας διοργανώσεως ή πρακτορείας αθλητικών στοιχημάτων εντάσσεται στο πλαίσιο ενός καθεστώτος κρατικού μονοπωλίου το οποίο κρίθηκε από τα εθνικά δικαστήρια αντίθετο προς το δίκαιο της Ένωσης, η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών απαγορεύει στις διωκτικές αρχές κράτους μέλους να επιβάλλουν κυρώσεις για την άνευ αδείας πρακτορεία αθλητικών στοιχημάτων από έναν ιδιωτικό φορέα για λογαριασμό άλλου ιδιωτικού φορέα ο οποίος δεν διαθέτει άδεια διοργανώσεως αθλητικών στοιχημάτων στο κράτος μέλος αυτό, πλην όμως διαθέτει άδεια σε άλλο κράτος μέλος.

Ακόμη και όταν ο ιδιωτικός φορέας μπορεί, θεωρητικώς, να λάβει άδεια διοργανώσεως ή πρακτορείας αθλητικών στοιχημάτων, η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών απαγορεύει την επιβολή τέτοιων κυρώσεων στο μέτρο που η μεν γνώση της διαδικασίας χορηγήσεως τέτοιας άδειας δεν διασφαλίζεται, το δε καθεστώς κρατικού μονοπωλίου επί των αθλητικών στοιχημάτων, το οποίο κρίθηκε από τα εθνικά δικαστήρια αντίθετο προς το δίκαιο της Ένωσης, διατηρήθηκε, παρά τη θέσπιση της διαδικασίας αυτής. Το Δικαστήριο παρατηρεί, συναφώς, ότι η πλασματική διαδικασία αδειοδοτήσεως δεν ήρε τη διαπιστωθείσα από τα εθνικά δικαστήρια ασυμβατότητα με το δίκαιο της Ένωσης του κρατικού μονοπωλίου.

Επιπλέον, το γεγονός ότι δυνάμει απλώς ενός νόμου του Land της Βαυαρίας οι διατάξεις της κρατικής συμφωνίας περί τυχηρών παιγνίων του 2008 εξακολουθούσαν, παρά τη λήξη ισχύος της εν λόγω συμφωνίας στα τέλη του 2011, να εφαρμόζονται στη Βαυαρία κατά το πρώτο εξάμηνο του 2012, έχει ως αποτέλεσμα ότι ορισμένοι τεχνικοί κανόνες που περιλαμβάνονται στον ως άνω νόμο δεν είναι αντιτάξιμοι, όσον αφορά την εν λόγω περίοδο, σε ιδιώτες όπως η S. Ince. Συγκεκριμένα, σε αντίθεση με τη συμφωνία αυτή καθεαυτή, ο ως άνω νόμος [4] ουδέποτε κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή. Ωστόσο, βάσει οδηγία της Ένωσης [5] απαιτείται η κοινοποίηση κάθε σχεδίου νομοθετήματος το οποίο περιέχει τεχνικούς κανόνες σχετικά με «υπηρεσία της κοινωνίας των πληροφοριών». Η υποχρέωση αυτή κοινοποιήσεως καταλαμβάνει όχι μόνον τη συμφωνία, αλλά και τον νόμο ο οποίος τη διατηρεί σε ισχύ σε περιφερειακό επίπεδο. Στο Amtsgericht Sonthofen απόκειται να εξακριβώσει αν η S. Ince κατηγορείται ότι παρέβη τεχνικούς κανόνες που θεσπίστηκαν με την κρατική συμφωνία περί τυχηρών παιγνίων του 2008 (όπως είναι η απαγόρευση προσφοράς τυχηρών παιγνίων στο Διαδίκτυο, οι περιορισμοί που επιβάλλονται στη δυνατότητα προσφοράς αθλητικών στοιχημάτων με τη χρήση τηλεπικοινωνιακού εξοπλισμού ή η απαγόρευση διαφημίσεως των τυχηρών παιγνίων στο διαδίκτυο ή με τη χρήση τηλεπικοινωνιακού εξοπλισμού).

Όσον αφορά το διάστημα κατά το οποίο ίσχυε η τροποποιητική συμφωνία περί τυχηρών παιγνίων του 2012, το Δικαστήριο απαντά ότι η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών αντιτίθεται στην επιβολή κυρώσεων από κράτος μέλος για την άνευ αδείας πρακτορεία αθλητικών στοιχημάτων στην επικράτειά του για λογαριασμό οικονομικού φορέα που διαθέτει άδεια σε άλλο κράτος μέλος,

οσάκις η χορήγηση άδειας διοργανώσεως αθλητικών στοιχημάτων εξαρτάται από τη σύναψη συμβάσεως παραχωρήσεως από τον εν λόγω φορέα σύμφωνα με διαδικασία όπως η επίμαχη, εφόσον το Amtsgericht Sonthofen διαπιστώνει ότι η διαδικασία αυτή δεν τηρεί τις αρχές της ίσης μεταχειρίσεως και της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας καθώς και την εντεύθεν απορρέουσα υποχρέωση διαφάνειας,

και

στο μέτρο που, παρά τη θέση σε ισχύ εθνικής διατάξεως επιτρέπουσας τη χορήγηση αδειών σε ιδιωτικούς φορείς, η εφαρμογή των διατάξεων με τις οποίες θεσπίστηκε κρατικό μονοπώλιο όσον αφορά τη διοργάνωση και πρακτορεία των αθλητικών στοιχημάτων και οι οποίες κρίθηκαν από τα εθνικά δικαστήρια αντίθετες προς το δίκαιο της Ένωσης εξακολούθησε στην πράξη.

Το Δικαστήριο επισημαίνει συναφώς ότι η ρήτρα περί διοργανώσεως αθλητικών στοιχημάτων για δοκιμαστική περίοδο δεν ήρε την ασυμβατότητα με την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών του προϋφιστάμενου κρατικού μονοπωλίου στο μέτρο που, λαμβανομένου υπόψη ότι ουδεμία άδεια χορηγήθηκε και ότι οι δημόσιοι φορείς μπορούσαν να συνεχίσουν να διοργανώνουν αθλητικά στοιχήματα, το προϋφιστάμενο καθεστώς εξακολούθησε να εφαρμόζεται στην πράξη, παρά τη μεταρρύθμιση που τέθηκε σε ισχύ το 2012.


ΥΠΟΜΝΗΣΗ: Η διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως παρέχει στα δικαστήρια των κρατών μελών τη δυνατότητα να υποβάλουν στο Δικαστήριο, στο πλαίσιο της ένδικης διαφοράς της οποίας έχουν επιληφθεί, ερώτημα σχετικό με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ή με το κύρος πράξεως οργάνου της Ένωσης. Το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να επιλύσει τη διαφορά αυτή, λαμβάνοντας υπόψη την απόφαση του Δικαστηρίου. Η απόφαση αυτή δεσμεύει, ομοίως, άλλα εθνικά δικαστήρια ενώπιον των οποίων ανακύπτει παρόμοιο ζήτημα.


Ανεπίσημο έγγραφο προοριζόμενο για τα μέσα μαζικής ενημερώσεως, το οποίο δεν δεσμεύει το Δικαστήριο.

Το πλήρες κείμενο της αποφάσεως είναι διαθέσιμο στην ιστοσελίδα CURIA από την ημερομηνία δημοσιεύσεώς της

Επικοινωνία: Estella Cigna-Αγγελίδη ( (+352) 4303 2582



[1] Staatsvertrag zum Glücksspielwesen συναφθείσα μεταξύ των γερμανικών Länder, η οποία ίσχυσε μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 2008 και 31ης Δεκεμβρίου 2011. Εντούτοις, οι κανόνες της εν λόγω συμφωνίας εξακολουθούν να ισχύουν σε όλα τα Länder (με εξαίρεση το Land του Schleswig-Holstein) μέχρι τη θέση σε ισχύ νέας συμφωνίας.

[2] Αποφάσεις του Δικαστηρίου της 8ης Σεπτεμβρίου 2010, Stoß κ.λπ. (C‑316/07, C‑358/07 έως C‑360/07, C‑409/07 και C‑410/07) και Carmen Media Group (C-46/08), βλ. επίσης ΑΤ αριθ. 78/10. Με τις αποφάσεις αυτές το Δικαστήριο έκρινε ότι τα γερμανικά δικαστήρια μπορούσαν θεμιτώς να καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι το μονοπώλιο αυτό δεν είναι κατάλληλο προς διασφάλιση, με τρόπο συνεπή και συστηματικό, της επιτεύξεως του σκοπού της καταπολέμησης των κινδύνων εξάρτησης από τα τυχερά παίγνια.

[3] Glücksspieländerungsvertrag συναφθείσα μεταξύ των Länder και τεθείσα σε ισχύ στη Βαυαρία την 1η Ιουλίου 2012.

[4] Όπως και οι αντίστοιχοι νόμοι των υπόλοιπων Länder.

[5] Οδηγία 98/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1998, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών και των κανόνων σχετικά με τις υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών (ΕΕ L 204, σ. 37), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 98/48/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1998 (ΕΕ L 217, σ. 18).

Subscribe to this RSS feed