Κωνσταντίνος Γ.

Κωνσταντίνος Γ.

Email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε. Website URL:

ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ «ΑΝΙΣΧΥΡΗ» ΚΑΙ ΜΗ ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΑ Η ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 19 ΠΑΡ. 5 ΤΟΥ Ν. 489/1976 ΠΕΡΙ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΤΟΥ Ε.Κ. ΟΤΑΝ ΣΥΝΤΡΕΧΕΙ ΩΣ ΥΠΟΧΡΕΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ή ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ[υπό Γεωργίου Αμπατζή Δικηγόρου ε.τ.]

 

 

ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΤΑΞΗΣ ΜΕΤΑ ΤΙΣ ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ
ΤΗΣ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ (3,4 ΚΑΙ 5/2017)

 

(Σ.Σ. Με την δημοσιευόμενη κατωτέρω μελέτη επιχειρείται να αναδειχθεί το μείζων κοι­νωνικό ζήτημα που προκύπτει σε περίπτωση εμπλοκής σε τροχαίο ατύχημα οχήματος ασφαλισμένου σε εταιρεία που πτώχευσε ή ανεκλήθη η άδεια λειτουργίας της ή απέβη άκαρπη η εις βάρος της αναγκαστική εκτέλεση από τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 5 του Ν. 489.

Το κοινωνικό πρόβλημα προκύπτει στην πράξη όταν ο ασφαλισμένος, που πλήρωνε κανονικά τα ασφάλιστρά του, για να έχει πλήρη ασφαλιστική κάλυψη, μένει στην πράξη ακάλυπτος, όταν στη θέση του ασφαλιστή υπεισέρχεται το Επικουρικό Κεφάλαιο και ο ζημιωθείς έλαβε ασφαλιστικές παροχές από το ασφαλιστικό του ταμείο (ΙΚΑ, ΤΕΒΕ, ΟΑΕΕ κλπ). Στην περί­πτωση αυτή βάσει της διάταξης του άρθρου 19 § 5 του Ν 489/1976 ο ασφαλισμένος καλείται να πληρώσει εξ ιδίων στο ασφαλιστικό ταμείο του παθόντος, που χορήγησε τις παροχές προς αυτόν; ολόκληρο το ποσό των εν λόγω παροχών.

Το άδικο τη ρύθμισης καταδεικνύεται από το γεγονός ότι οι παροχές του ταμείου κοινωνι­κής ασφάλισης είναι στην ουσία του ανταποδοτικές, αφού για αυτές πλήρωνε ο εργαζό­μενος ασφαλιστικές εισφορές που είναι υποχρεωτικές εκ του νόμου. Ετσι παρουσιάζεται το παράδοξο φαινόμενο το μεν ασφαλιστικό ταμείο να εισπράττει σωρευτικά τις ασφαλι­στικές εισφορές και αποζημίωση για τις παροχές που αυτό πρόσφερε στον ασφαλισμένο του, ενώ ο υπόχρεοι σε αποζημίωση επί τροχαίου ατυχήματος να καλείται να πληρώσει, εκτός από τις εισφορές που πλήρωνε στον ασφαλιστή του, και αποζημίωση για τις παροχές του κοινωνικού ασφαλιστικού ταμείου προς τον ζημιωθέντα).

Με τις παραπάνω αποφάσεις της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου κρίθηκε ότι είναι ανίσχυροι και μη εφαρμοστέοι οι ποσοτικοί περιορισμοί που θεσπίσθηκαν με το άρθρο 4 παρ. 1 του Ν. 4092/2012 όταν υπόχρεο προς αποζημίωση είναι το Επικουρικό Κεφάλαιο. Τα ερμηνευ­τικά πορίσματα αυτών των αποφάσεων πρέπει για την ταυτότητα του νομικού λόγου να εφαρμοσθούν και για τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 5 του Ν. 489/1976, που προβλέπει περιορισμό της ευθύνης του ΕΚ όταν καταβάλονται ασφαλιστικές παροχές στον ζημιω­θέντα από Ασφαλιστικό Ταμείο ή από άλλο συναφή Οργανισμό Κοινωνικής Ασφάλισης. Και αυτό διότι με την τελευταία αυτή διάταξη εισάγονται ποσοτικοί περιορισμοί στις αποζη­μιώσεις τις οποίες καλείται να πληρώσει το ΕΚ, οι οποίοι έρχονται σε ευθεία αντίθεση με τις υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις του Συντάγματος και του Ενωσιακού Δικαίου.

  1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Με το άρθρο 5 παρ. 3 του ΠΔ 264/1991 προστέθηκε διάταξη στο άρθρο 19 παρ. 5 του Π.Δ. 237/1986, με το οποίο κωδικοποιήθηκε ο Ν. 489/1976, η οποία διάταξη θέσπισε τον κανόνα ότι στην περίπτωση κατά την οποία το Επικουρικό Κεφάλαιο (εφεξής ΕΚ) ευθύνεται σε αποζημίωση προσώπων που ζημιώθηκαν λόγω θανάτωσης συγγενούς τους ή σωματικών βλαβών ή υλικών ζημιών από αυτοκινητικά ατυχήματα, η έκταση της οφειλής του περιορί­ζεται σε ό,τι υπολείπεται, αφού προηγουμένως αφαιρεθεί το ποσό και μόνο εκείνο το οποίο υποχρεούται για την ίδια αιτία να καταβάλει στον ζημιωθέντα ασφαλιστικό ταμείο ή άλλος συναφής οργανισμός κοινωνικής ασφάλισης, χωρίς να έχει εφαρμογή στην περίπτωση αυτή η διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 του ΑΚ. Η ρύθμιση αυτή επικρίθηκε τόσο από τυπική άποψη ως αντισυνταγματική όσο και από ουσιαστική άποψη, διότι οδηγεί στην πράξη σε άκρως ανεπιεική αποτελέσματα εις βάρος του ζημιώσαντος. Και αυτό ισχύει κυρίως στην περίπτωση που ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της ασφαλιστικής εταιρίας στην οποία ήταν ασφαλισμένο το ζημιογόνο όχημα ή αυτή επτώχευσε και ενώ πληρώνονταν σε αυτήν κανονικά τα ασφάλιστρα από τον ασφαλισμένο της. Ειδικώτερα οι επικρίσεις εντοπίζονταν στο γεγονός ότι με την εν λόγω διάταξη εισάγεται μεν εξαίρεση στον κανόνα του άρθρου 930 παρ. 3 του ΑΚ, με την οποία προβλέπεται σωρευτική απόληψη της αποζημίωσης τόσο από τον ζημιώσαντα όσο και από τον τρίτο, αλλά προς μία μόνο κατεύθυνση. Η εξαίρεση δηλαδή αφορά την έκταση της αποζημιωτικής ευθύνης μόνο του ΕΚ έναντι του ζημιωθέν- τος, ο οποίος δικαιούται να αξιώσει από αυτό την διαφορά μεταξύ των ασφαλιστικών πα­ροχών και της αποζημίωσης. Όμως για τους λοιπούς υπόχρεους σε αποζημίωση όπως είναι π.χ. ο υπαίτιος οδηγός ή ο ιδιοκτήτης του ζημιογόνου αυτοκινήτου δεν ισχύει αυτή η εξαί­ρεση, όπως δέχεται η νομολογία. Έτσι αυτοί θα υποχρεωθούν να καταβάλουν εξ ιδίων τα ποσά τα οποία πλήρωσε στον ζημιωθέντα ο οργανισμός κοινωνικής ασφάλισης ή το ασφα­λιστικό ταμείο με τη μορφή των ασφαλιστικών παροχών και στα οποία ποσά ο οργανισμός αυτός υποκαταστάθηκε στη θέση του ζημιωθέντος[1]. Ο ασφαλισμένος λοιπόν, ο οποίος έχει τηρήσει πλήρως τις νόμιμες υποχρεώσεις του έναντι της ασφαλιστικής του εταιρίας, εμ­φανίζεται να «τιμωρείται» από το νομοθέτη για την πτώχευση, την αδυναμία της εις βάρος της αναγκαστικής εκτέλεσης ή την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της, δηλαδή για ένα εξωτερικό γεγονός ανεξάρτητο από τη βούλησή του και για το οποίο στην ουσία δεν τον βαρύνει καμία υπαιτιότητα[2].

  1. Η ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΡΥΘΜΙΣΗΣ ΑΠΟ ΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Στις υποθέσεις που οδηγήθηκαν ενώπιον του Αρείου Πάγου και είχαν σαν αντικείμενο την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 19 παρ. 5 του Ν. 489/1976 οι οποίες αφορούσαν περι­πτώσεις κατά τις οποίες είχε ανακληθεί η άδεια της ασφαλιστικής εταιρίας στην οποία ήταν ασφαλισμένο το ζημιογόνο αυτοκίνητο, οι ισχυρισμοί τους οποίους προέβαλαν οι εναγό-

μενοι ήταν οι ακόλουθοι: 1) Ότι η πάρα πάνω διάταξη δεν μπορεί να εφαρμοστεί ως αντι- συνταγματική και 2) ότι αυτή αντίκειται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Ειδικώτερα ο ισχυρισμός περί αντισυνταγματικότητας στηριζόταν στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, με το οποίο θεσπίζεται η αρχή της αναλογικότητας, και στο άρθρο 4 αυτού με το οποίο διακηρύσσεται η ισότητα των ελλήνων πολιτών ενώπιον του νόμου. Εξάλλου με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, το οποίο έχει κυρωθεί με το ΝΔ 53/1974 και έχει αυξημένη τυπική ισχύ έναντι των κοινών νόμων, καθιερώνεται η αρχή του σεβασμού της περιουσίας των φυσικών και των νομικών προσώ­πων. Οι διάδικοι ισχυρίσθηκαν ότι με την πάρα πάνω ρύθμιση παραβιάζονται σωρευτικά οι πάρα πάνω διατάξεις υπερνομοθετικής ισχύος. Ο Αρειος Πάγος απέρριψε αυτούς τους ισχυρισμούς και με επιγραμματική και ομοιόμορφη διατύπωση αποφάνθηκε ότι «............................... η διά­

ταξη του άρθρου 19 παρ. 5 του Ν. 489/1976 δεν αντίκειται στα άρθρα 25 και 4 του Συντάγ­ματος ούτε και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ»[3]. Η «αξιωματικά» διατυπούμενη αυτή σκέψη των αποφάσεων του Δ'Πολιτικού Τμήματος του Ανωτάτου Δικαστηρίου της χώρας μας δεν υποστηρίζεται από κάποια ερμηνευτική προ­σέγγιση από αυτές τις αποφάσεις των πάρα πάνω αναφερόμενων υπερνομοθετικών δια­τάξεων και με βάση τους ερμηνευτικούς κανόνες που συνάδουν προς την ερμηνεία ακριβώς των διατάξεων αυτής της φύσης. Αντίθετα οι πάρα πάνω υπ’αριθ. 3,4 και 5 /2017 αποφάσεις της Ολομέλειας του ΑΠ προβαίνουν σε αναλυτική και εμπεριστατωμένη ερμηνεία των ίδιων πάρα πάνω διατάξεων, η οποία και τις οδήγησε στο συμπέρασμα ότι οποιοιδήποτε ποσο­τικοί περιορισμοί τίθενται από τον κοινό νομοθέτη στην ασφαλιστική κάλυψη είναι ανί­σχυροι.

Αξίζει να επισημανθεί ότι ευχάριστη έκπληξη στην ερμηνεία και εφαρμογή της πάρα πάνω διάταξης αποτέλεσε η αντίθετη νομολογία των κατώτερων ιεραρχικά δικαστηρίων, τα οποία μετά από μία εξαιρετικά επιτυχή και τεκμηριωμένη ερμηνεία των διατάξεων του ενωσιακού δικαίου (αριθ. 1 παρ. 4 της Δεύτερης Οδηγίας και άρθ. 3 παρ. 1 της Πρώτης Οδηγίας), του Συντάγματος, του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (άρθ. 1) αλλά και των δια­τάξεων του νόμου 489/1976 που αναφέρονται στο ΕΚ, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η πάρα πάνω διάταξη του άρθρου 19 παρ. 5 του Ν. 489/1976 δεν μπορεί να εφαρμοστεί. Είναι αξιοσημείωτο ότι οι αποφάσεις αυτές των κατώτερων ιεραρχικά δικαστηρίων προ­σφεύγουν και σε αξιολογικές κρίσεις και σκέψεις κοινωνικής δικαιοσύνης, αξιοπιστίας του κράτους απέναντι στον νομιμόφρονα πολίτη αλλά και σε τελολογικές αναλύσεις δικαιο- πολιτικής φύσεως, για να επισημάνουν ότι «....η στέρηση από τον ασφαλισμένο-ζημιώ- σαντα των περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεων του έναντι του ΕΚ εξαιτίας και μόνο του λόγου ότι ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας του ασφαλιστή του, χωρίς να συντρέχει λόγος δημόσιου συμφέροντος ή ωφέλειας, συνιστά παράνομη στέρηση περιουσιακού δικαιώμα­τος, αντικείμενη στο άρθρου 17 του Συντάγματος και στο άρθρο 1 του Πρώτο Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ»[4].

  • ΟΙ ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΕΣ ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥΣ

Η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου ασχολήθηκε πρόσφατα με την ερμηνεία του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 4092/2012, με το οποίο τροποποιήθηκαν οι διατάξεις του κωδικοποιημενού ΠΔ 237/1986 που ρυθμίζει την ίδρυση και λειτουργία του ΕΚ, Οι τροποποιήσεις αυτές αφορούν κυρίως ποσοτικούς περιορισμούς στις αποζημιώσεις τις οποίες καλείται να πληρώσει το ΕΚ όταν ο ασφαλιστής πτώχευσε ή η εκτέλεση σε βάρος του απέβη άκαρπη ή ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της επιχείρησής του ένεκα παράβασης του νόμου. Με την πάρα πάνω διάταξη συγκεκριμένα: α) Θεσπίζεται ως ανώτατο όριο για τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης το ποσό των 6.000 ευρώ για κάθε δικαιούχο, β) Προβλέπεται ανώτατο πο­σοτικό όριο αποζημίωσης, το οποίο ορίζεται στις 100.000 ευρώ, γ) Ορίζεται μείωση της οφειλομένης από το ΕΚ αποζημίωσης σε ποσοστό 90% της όλης ζημίας για τα μικρότερα ποσά και σε ποσοστό 70% αυτής για τα μεγαλύτερα ποσά, δ) Το ποσό του επιτοκίου υπο­λογίζεται σε 6% ετησίως. Αφορμή για την ενασχόληση του Αρείου Πάγου με αυτό το ζή­τημα έδωσαν αναιρέσεις οι οποίες ασκήθηκαν κατά της υπ’αριθ. 5038/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, 345/2013 του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων και 106/2014 αποφά­σεως του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Επί των υποθέσεων αυτών εκδόθηκαν αντί­στοιχα οι υπ’αριθ. 3,4 και 5 /2017 αποφάσεις της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου. Η πρώτη από τις αποφάσεις αυτές ασχολήθηκε με το ποσοστό του επιτοκίου που οφείλει να κατα­βάλει το ΕΚ στους ζημιωθέντες και έκρινε ότι αυτό είναι το ισχύον εκάστοτε επιτόκιο υπε­ρημερίας και όχι το επιτόκιο 6%. Για το ζήτημα που μας απασχολεί εδώ ιδιαίτερη σημασία έχουν οι αποφάσεις 4 και 5/2017, ol οποίες ασχολήθηκαν με το ζήτημα αν οι ποσοτικοί πε­ριορισμοί που εισάγονται με τον πάρα πάνω Νόμο στη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχι­κής οδύνης στο ύψος των 6.000 ευρώ ανά δικαιούχο, εναρμονίζονται με το σύστημα της έννομης τάξης της χώρας μας. Η ερμηνεία που έδωσε η Ολομέλεια στις κρίσιμες διατάξεις υπερνομόθετικής ισχύος αποτελούν και τις βασικές κατευθύνσεις για την ερμηνευτική προσέγγιση του άρθρου 19 παρ. 5 του Ν. 489/1976. Και αυτό διότι και στις δύο περιπτώσεις, δηλαδή τόσο στην πάρα πάνω αναφερόμενη όσο και σε εκείνη του άρθρου 4 του Ν. 4092/2012, το ερμηνευτικό πρόβλημα είναι ταυτόσημο. Δηλαδή και στις δύο περιπτώσεις τίθεται το ερώτημα αν οι εισαγόμενοι με τις διατάξεις αυτές ποσοτικοί περιορισμοί στην ασφαλιστική κάλυψη εναρμονίζονται με την έννομη τάξη της χώρας μας.

Οι ερμηνευτικές θέσεις των αποφάσεων 4 και 5/2017 της Ολομέλειας του ΑΠ

Ο Άρειος Πάγος με απόλυτη ομοφωνία, όχι συνήθη για τα νομολογιακά χρονικά αυτής της σύνθεσης, δέχθηκε ότι «...οι περιορισμοί τόσο στις αποζημιώσεις που καταβάλει το Επι­κουρικό Κεφάλαιο σε περίπτωση πτώχευσης του ασφαλιστή ή ανάκλησης της άδειας λει­τουργίας του όσο και στο θέμα της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης... .είναι ανίσχυροι...». Από τη γενικότητα της διατύπωσης αυτής, η οποία είναι κοινή στο σκεπτικό και των δύο πάρα πάνω αποφάσεων, προκύπτει με σαφήνεια ότι «το ανίσχυρο» δεν περιορίζεται μόνο στους ποσοτικούς περιορισμούς που ορίζει το άρθρο 4 του 4092/2012 για τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, αλλά αυτό ισχύει και για όλους τους ποσοτικούς περιορισμούς που προβλέπει ο νόμος αυτός. Η απολύτως τεκμη­ριωμένη και αναλυτική συλλογιστική αυτών των αποφάσεων στηρίζεται στην επίκληση των διατάξεων τόσο του ενωσιακού όσο και του συνταγματικού δικαίου, με τις οποίες διατάξεις έρχεται σε ευθεία αντίθεση οποιοσδήποτε ποσοτικός περιορισμός της οφειλόμενης από το ΕΚ αποζημίωσης. Η συλλογιστική αυτή δημιουργεί ένα στεγανό ερμηνευτικό πλέγμα των διατάξεων υπερνομοθετικής ισχύος, όπως είναι το ενωσιακό και το συνταγματικό δί­καιο, τις οποίες ο κοινός νομοθέτης δεν δικαιούται να παραβιάσει ή να παραγνωρίσει. Οι διατάξεις αυτές στις οποίες αναφέρονται οι πάρα πάνω αποφάσεις είναι οι ακόλουθες: 1) Η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 4 της Δεύτερης Οδηγίας 84/5/ΕΟΚ, η οποία ενσωματώθηκε στο εσωτερικό μας δίκαιο με το ΠΔ 264/1991 και η οποία θεσπίζει τον κανόνα ότι «κάθε κράτος μέλος ιδρύει ή εγκρίνει οργανισμό, αποστολή του οποίου είναι να αποζημιώνει του­λάχιστον εντός των ορίων της υποχρέωσης ασφάλισης τις υλικές ζημίες ή τις σωματικές βλάβες που προκαλούνται από οχήματα αγνώστων στοιχείων ή για τα οποία δεν έχει ολο­κληρωθεί η υποχρέωση ασφάλισης που προβλέπεται στην παράγραφο 1». (Σημειώνεται ότι η διάταξη αυτή μεταφέρθηκε αυτολεξεί στην κωδικοποιημένη 2009/103/ΕΚ Οδηγία του Ευ­ρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου). 2) Το άρθρο 9 παρ. 1 της κωδικοποιημένης Οδηγίας (πρώην άρθρο 1 παρ. 2 της Δεύτερης Οδηγίας) το οποίο ορίζει επακριβώς ποια είναι τα ελάχιστα αυτά ποσά ασφαλιστικής κάλυψης τα οποία θα πρέπει να τηρούνται σε κάθε περίπτωση. Για την ενίσχυση αυτής της θέσης οι πάρα πάνω αποφάσεις επικαλούνται τη νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (πρώην ΔΕΚ αργότερα ΔΕΕ) και ειδικώτερα την απόφαση ΔΕΚ C-348/98 της 14-11-2000, υπόθεση Ferreira. 3) Το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου τελούν υπό την εγγύηση του κράτους, ενώ οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν κατά το Σύνταγμα στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από αυτό είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επι­φύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. 4) Το άρθρο 1 του Πρώ­του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, το οποίο κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 και έχει αυξημένη τυπική ισχύ έναντι των κοινών νόμων, με το οποίο και ορίσθηκε ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ερμηνεύοντας τις πάρα πάνω διατάξεις υπερνομοθετικής ισχύος οι δύο προαναφερόμενες αποφάσεις της Ολομέλειας κατέληξαν στα ακόλουθα συμπεράσματα: Ότι όλες οι διατάξεις του νόμου 4092/2012 με τις οποίες εισάγονται ποσοτικοί περιορισμοί στις αποζημιώσεις που οφείλει να πληρώσει το ΕΚ στις προαναφερόμενες περιπτώσεις είναι ανίσχυρες για τους ακόλουθους λόγους: α) Διότι οι περιορισμοί αυτοί προσκρούουν ευθέως στην παράγραφο 4 παρ. 1 της πάρα πάνω Δεύτερης Οδηγίας 84/5/ΕΟΚ. β) Επίσης διότι αυτοί είναι αντίθετη προς την αρχή της stricto sensu αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ του Συντάγματος), αφού η παρέμβαση αυτή του νομοθέτη δεν είναι ούτε πρόσφορη, αλλά ούτε και αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, δηλαδή για την εξασφάλιση της βιωσιμότητας του ΕΚ. γ) Διότι η εφαρμογή της ρύθμισης και επί των ήδη γεγενημένων αξιώσεων είναι εντελώς αντίθετη προς το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, η υπερνομοθετική ισχύς του οποίου απορρέει από το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος. Το επιστέγασμα των συμ­περασματικών συλλογισμών αυτών των αποφάσεων είναι ότι ol πάρα πάνω ποσοτικοί πε­ριορισμοί τείνουν σε αδικαιολόγητη αποστέρηση περιουσιακού στοιχείου από τους δικαιούχους αποζημίωσης, χωρίς να συντρέχουν λόγοι δημόσιας ωφέλειας. Τέτοια δη­μόσια ωφέλεια δεν συγκροτεί σε καμία περίπτωση το ταμειακό απλώς συμφέρον του ΕΚ.

  1. ΟΙ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠ ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥΣ ΣΤΗ ΔΙΑΜΟΡ­ΦΩΣΗ ΟΜΟΙΟΜΟΡΦΗΣ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ

Όπως και σε άλλη θέση έχουμε υποστηρίξει[5] η ερμηνεία του δικαίου που γίνεται από την Ολομέλεια του ΑΠ εξασφαλίζει όχι μόνο την ορθότητα αλλά επίσης και την ομοιομορφία και τη διάρκεια ως προς το αληθές νόημα των κανόνων του δικαίου. Η ομοιόμορφη αυτή ερμηνεία του δικαίου εξασφαλίζει την ισότητα των πολιτών, αξίωμα που αποτελεί την πρώτη αρχή του κράτους δικαίου, όπως έχει υποστηρίξει ο καθηγητής Κωνσταντίνος Κε- ραμεύς[6]. Η συνύπαρξη δε των τμημάτων και της Ολομέλειας που προβλέπεται στην οργα­νωτική δομή του Ανώτατου Δικαστηρίου της χώρας μας εξυπηρετεί ακριβώς αυτή την ομοιομορφία στην ερμηνεία του δικαίου, αφού τα τμήματα δεσμεύονται «ψυχολογικά» να ακολουθήσουν την ερμηνεία που υιοθέτησε η Ολομέλεια. Και γίνεται λόγος για ψυχολογική δέσμευση, διότι στο δικό μας δικαύκό σύστημα, στο οποίο επικρατεί η αρχή της δικαστικής ανεξαρτησίας, κανένα δικαστήριο δεν δεσμεύεται από τις λύσεις που έχουν νομολογηθεί προηγουμένως ούτε ακόμα και από τη νομολογία των Ανωτάτων Δικαστηρίων. Η πάρα πάνω υποχρέωση των τμημάτων του ΑΠ δεν περιορίζεται μόνο στην ερμηνεία του εγχώ­ριου δικαίου, αλλά επεκτείνεται και στις διατάξεις του ευρωπαϊκού ενωσιακού δικαίου κατά το μέτρο που αυτές ενσωματώθηκαν στο εθνικό μας δίκαιο, αφού και το δίκαιο αυτό απο­τελεί πηγή του ελληνικού δικαίου[7].

  1. Η ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΩΝ ΠΟΡΙΣΜΑΤΩΝ ΤΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΤΗΣ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΚΑΙ ΣΤΗ ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 19 ΠΑΡ. 5 ΤΟΥ Ν. 489/1976 ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΝΟΜΙΚΟΥ ΛΟΓΟΥ

Οι ερμηνευτικές θέσεις των πάρα πάνω αποφάσεων της Ολομέλειας του ΑΠ, σύμφωνα με τις οποίες ο κοινός νομοθέτης δεν δικαιούται να θεσπίζει κανόνες με τους οποίους επέρ­χονται ποσοτικοί περιορισμοί στην ασφαλιστική κάλυψη των οχημάτων και στην περίπτωση κατά την οποία υπόχρεο είναι το ΕΚ, δεν περιορίζονται μόνο στην ερμηνεία του άρθρου 4 του Ν. 4092/2012, αλλά εφαρμόζονται αναγκαίως και στην περίπτωση του άρθρου 19 παρ. 5 του Ν. 489/2976, για την ταυτότητα του νομικού λόγου. Και αυτό διότι η απαλλαγή του ΕΚ από την υποχρέωση αποζημίωσης κατά το ποσό κατά το οποίο ο ζημιωθείς έλαβε ασφα­λιστικές παροχές από το ασφαλιστικό του ταμείο ή από άλλον συναφή οργανισμό κοινω­νικής ασφάλισης συνιστά αναμφιβόλως ποσοτικό περιορισμό της ασφαλιστικής κάλυψης που αυτό παρέχει. Αυτό καταδεικνύεται α) από την ίδια τη νομική φύση και λειτουργία του ΕΚ, το οποίο εξομοιώνεται πλήρως προς τον ασφαλιστή και β) από τους σκοπούς τους οποίους υπηρετεί ο θεσμός της υποχρεωτικής ασφάλισης αστικής ευθύνης από τροχαία ατυχήματα.

Η νομική φύση και λειτουργία του ΕΚ

Το γεγονός ότι στις υποχρεώσεις του ασφαλιστή του οποίου ανεκλήθη η άδεια ή ο οποίος επτώχευσε υπεισέρχεται το ΕΚ δεν διαφοροποιεί τη θέση του τελευταίου, το οποίο και εξομοιώνεται απολύτως προς τον ασφαλιστή, ως προς τον λειτουργικό ρόλο τον οποίο καλείται αυτό να παίξει, όπως τον ρόλο αυτό έχει προσδιορίσει η νομολογία του ΑΠ. Το δικαστήριο αυτό με την υπ’αριθ. 9/1993 απόφαση της Ολομέλειας του[8] [9] δέχθηκε ότι α) ο λειτουργικός ρόλος του ΕΚ εξομοιώνεται απολύτως με τον ρόλο του ασφαλιστή, ενώ πα­ράλληλα τονίζεται ότι το ΕΚ είναι ο φορέας κοινωνικής εξασφάλισης εκείνων που υπέ­στησαν ζημία από την κυκλοφορία αυτοκινήτων και οι οποίοι δεν μπορούν να προστατευθούν από το σύστημα της υποχρεωτικής ασφαλίσεως είτε γιατί δεν υφίσταται ασφαλιστική σύμβαση είτε γιατί η τυχόν υφιστάμενη δεν μπορεί να καταστεί ενεργός, β) Η ευθύνη του ΕΚ έχει το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο και την ίδια έκταση με την ευθύνη που θα είχε η ασφαλιστική εταιρία σε περίπτωση ενεργού ασφαλίσεως του ζημιογόνου αυτο­κινήτου. Για την τεκμηρίωση αυτών των ερμηνευτικών του θέσεων το Ανώτατο Δικαστήριο παραθέτει την ακόλουθη επιχειρηματολογία: Αν ο σκοπός του νομοθέτη ήταν ο περιορι­σμός της ευθύνης του ΕΚ σε σχέση με εκείνη της ασφαλιστικής εταιρίας, τότε στο άρθρο 17 του Ν. 489/1976 δεν θα γινόταν λόγος για καταβολή ασφαλιστικής αποζημίωσης, αλλά περί αποζημιώσεως απλώς των μη δυναμένων να ικανοποιηθούν άλλως παθόντων από την κυκλοφορία αυτοκινήτων. Επομένως δεν μπορεί να υπάρξει καμία διαφοροποίηση στην αν­τιμετώπιση μεταξύ του ασφαλιστή και του ΕΚ, εφόσον η νομική θέση αυτών ταυτίζεται.

Η φύση και ο σκοπός της υποχρεωτικής ασφάλισης αστικής ευθύνης
Η απαγόρευση ποσοτικών περιορισμών
Η ταυτότητα του νομικού λόγου

Η επιχειρηματολογία των πρόσφατων αποφάσεων της Ολομέλειας του ΑΠ, σύμφωνα με την οποία ποσοτικοί περιορισμοί οποιοσδήποτε φύσεως στην ασφαλιστική κάλυψη είτε όταν υπόχρεος είναι ο ασφαλιστής είτε το ΕΚ είναι ανεπίτρεπτοι, εναρμονίζεται απόλυτα προς την ίδια τη φύση και το λειτουργικό σκοπό για τον οποίο θεσπίσθηκε ο θεσμός της ασφάλισης αυτής για ζημιές από αυτοκίνητα. Όπως παρατηρεί ο Α. Κρητικός, ο θεσμός αυτός προέκυψε από την ανάγκη αντιμετώπισης του κινδύνου να θεμελιωθεί η υποχρέωση αποζημίωσης τρίτου ο οποίος ζημιώθηκε από αυτοκινητικό ατύχημα σε βάρος των προσώ­πων που συνδέονται με το ατύχημα. Πρόσφορο μέσο για το σκοπό αυτό αποτέλεσε η σύ­ναψη συμβάσεως ασφαλίσεως με την οποία επιτυγχάνεται η μετάθεση στον ασφαλιστή, έναντι ασφαλίστρου, των περιουσιακής φύσεως δυσμενών συνεπειών που θα έχει για τα πρόσωπα αυτά η πρόκληση ατυχήματος σε τρίτο πρόσωπο®. Η απαλλαγή αυτή των υπό­χρεων σε αποζημίωση έναντι του ζημιωθέντος τρίτου επιτυγχάνεται με την υποκατάσταση στη θέση αυτών των υποχρεών σε αποζημίωση ενός κεφαλαιουχικά φερέγγυου προσώπου, όπως είναι ο ασφαλιστής. Η ασφαλιστική δηλαδή σύμβαση εμπεριέχει ταυτόχρονα από την ίδια της τη φύση και το σκοπό της δύο στοιχεία: α) Την απαλλαγή των υπόχρεων σε απο­ζημίωση έναντι του ζημιωθέντος μέχρι του ποσού της ασφαλιστικής κάλυψης και β) τη δια­σφάλιση του τελευταίου όη θα λάβει την αποζημίωσή του από τον ασφαλιστή μέχρι του ποσού αυτού. Κεντρικό κομβικό σημείο στην τριμερή έννομη σχέση που δημιουργείται είναι ο προσδιορισμός του ποσού του ασφαλίσματος, όπως αυτό προσδιορίζεται ως ελάχιστο όριο υποχρεωτικής ασφαλιστικής κάλυψης, εκτός και αν έχει συμφωνηθεί υψηλότερο ποσό. Όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση, δηλαδή όταν προξενηθεί ζημία στα έννομα αγαθά τρίτου προσώπου από το ασφαλισμένο αυτοκίνητο, τότε ενεργοποιείται η ασφαλι­στική σύμβαση ταυτόχρονα και προς τις δύο κατευθύνσεις με τη μορφή ανακλαστικού τόξου. Δηλαδή τόσο προς την πλευρά του ζημιωθέντος, για τον οποίο γεννάται αξίωση αποζημίωσης κατά του ασφαλιστή όσο και προς την πλευρά του ασφαλισμένου, ο οποίος έχει αξίωση έναντι του ασφαλιστή για την πλήρη ασφαλιστική του κάλυψη μέχρι του ύψους των ποσοτικών ορίων της ασφάλισης. Και τα δύο μέρη, δηλαδή τόσο ο υπόχρεος σε απο­ζημίωση όσο και ο ασφαλισμένος, έχουν ταυτόσημα συμφέροντα να είναι προσδιορισμένο το ποσό της ασφαλιστικής κάλυψης, ώστε να επιτευχθεί βεβαιότητα ως προς το ύψος του ποσού με το οποίο θα καλυφθεί η ζημία και ακολούθως να επέλθει κατά το ποσό αυτό η απαλλαγή των υποχρέων. Η σχέση αυτή μεταξύ ζημιώσαντος και ζημιωθέντος τελεί σε πλήρη αλληλεξάρτηση και εσωτερική σύνδεση και οποιοσδήποτε ποσοτικός περιορισμός στην αποζημίωση που οφείλει ο ασφαλιστής φαλκιδεύει τα συμφέροντα και των δύο μερών. Διότι αν επιβληθούν ποσοτικοί περιορισμοί στο ύψος της οφειλόμενης αποζημίωσης, όπως συμβαίνει με την περίπτωση της παρ. 4 του Ν. 4092/2012 και του άρθρου 19 παρ. 5 του Ν. 489/1976, τότε καταστρατηγούνται άμεσα τα συμφέροντα και των δύο μερών. Ειδικώτερα αναιρείται στην βάση της η νόμιμη αξίωση του ζημιωθέντος να εισπράξει από τον ασφαλι­στή το πλήρες ποσό του ασφαλίσματος, ενώ παράλληλα θίγεται άμεσα και το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του ασφαλισμένου στην «περιουσία» του, στην οποία συμπερι- λαμβάνεται και η νόμιμη προσδοκία του να καλυφθεί από τον ασφαλιστή με το πλήρες ποσό του ασφαλίσματος, για το οποίο εξάλλου πλήρωνε και τα ανάλογα ασφάλιστρα, όπως δέχεται και η νομολογία της Ολομέλειας του ΑΠ (για το ζήτημα αυτό βλέπετε πάρα κάτω παρ. VI αρίθ. 3). Η πλήρης αυτή αλληλεξάρτηση των νόμιμων συμφερόντων του ασφαλι­σμένου και του ζημιωθέντος έναντι του ασφαλιστή, τα οποία και φαλκιδεύονται με οποι- ουσδήποτε ποσοτικούς περιορισμούς στην ασφαλιστική κάλυψη εισάγει ο κοινός νομοθέτης, καταφαίνεται στη νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων. Ειδικώτερα οι απο­φάσεις 345/2013 του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, η οποία και επικυρώθηκε με την υπ’αριθ. 4/2017 της Ολομέλειας του ΑΠ, και η 1958/2014 του Εφετείου Αθηνών[10], οι οποίες κλήθηκαν να αποφανθούν για την ισχύ ή μη των ποσοτικών περιορισμών που εισήγαγε ο νόμος 4092/2012, στήριξαν την επιχειρηματολογία τους όχι μόνο στις δυσμενείς συνέπειες που οι περιορισμοί αυτοί έχουν για τους ζημιωθέντες, αλλά και στα άκρως ανεπιεική απο­τελέσματα στα οποία οδηγούν αυτοί οι περιορισμοί για τους υπόχρεους σε αποζημίωση που ήταν ασφαλισμένοι σε ασφαλιστική εταιρία της οποίας ανακλήθηκε η άδεια ή η οποία επτώχευσε. (Αξίζει τον κόπο να ανατρέξει κανείς στις σκέψεις οι οποίες εκτίθενται στις αποφάσεις αυτές, στις οποίες τονίζεται η παραδοξότητα της νομοθετικής ρύθμισης και τα άτοπα τα οποία αυτή συνεπάγεται, με την οποία ρύθμιση ο κοινός νομοθέτης «τιμωρεί» στην ουσία τον νομίμόφρονα πολίτη, ο οποίος αν και καταβάλει κανονικά τα ασφάλιστρα στην ασφαλιστική του εταιρία βρίσκεται στην δεινή θέση να καλείται να πληρώσει τη ζημία την οποία οφείλει να καλύψει ο ασφαλιστής του). Και καταλήγουν αυτές οι αποφάσεις με τις σκέψεις ότι οι ποσοτικοί αυτοί περιορισμοί, εκτός του ότι αντίκεινται ευθέως στις υπερ­νομοθετικές διατάξεις στις οποίες αυτές παραπέμπουν, έρχονται επίσης σε αντίθεση και με το περί δικαίου αίσθημα και ως εκ τούτου κρίνονται ως μη εφαρμοστέες. Στο σκεπτικό αυτών των αποφάσεων βασιζόμενη και η πάρα πάνω υπ’αριθ. 66/2015 απόφαση του Ειρη­νοδικείου Πειραιά έκρινε ότι οι ερμηνευτικές θέσεις που παρατίθενται στην προαναφερό- μενη υπ’αριθ. 345/2013 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων εφαρμόζονται για την ταυτότητα του νομικού λόγου και στην περίπτωση του άρθρου 19 παρ. 5 του Ν. 489/1976. Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η προαναφερόμενη υπ’αριθ. 96/2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πειραιά.

  1. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Από την ανάλυση που προηγήθηκε απορρέουν οι ακόλουθες συμπερασματικές κρίσεις:

  • Οι ποσοτικοί περιορισμοί τους οποίους θεσπίζει η διάταξη του άρθρου 19 παρ. 5 του πάρα πάνω νόμου όταν υπόχρεο είναι το ΕΚ, λόγω ανάκλησης αδείας ή πτώχευσης του ασφαλιστή έρχεται σε ευθεία αντίθεση κυρίως προς την παράγραφο 4 του άρθρου 1 της Δεύτερης Οδηγίας.
  • Οι περιορισμοί αυτοί προσκρούουν ευθέως προς το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος με το οποίο θεσπίζεται η αρχή της αναλογικότητας. Και αυτό διότι η παρέμβαση αυτή του νομοθέτη ούτε αναγκαία ούτε πρόσφορη είναι για την εξασφάλιση της βιωσιμότητας του ΕΚ. Όπως ορθά τονίζεται στις πάρα πάνω αποφάσεις της Ολομέλειας του ΑΠ η βιωσιμό­τητα αυτή μπορεί να επιτευχθεί με άλλα μέσα, δηλαδή είτε με την πρόβλεψη μιας έκτακτης επιδότησης του ΕΚ από τον κρατικό προϋπολογισμό είτε με το να υποχρεωθεί αυτό να εξυ- γιάνει τα οικονομικά του μέσω της αύξησης των εσόδων του και του περιορισμού των λει­τουργικών του δαπανών.
  • Η εφαρμογή της πάρα πάνω ρύθμισης και στις αξιώσεις που ήδη έχουν γεννηθεί είναι ανίσχυρη, διότι είναι αντίθετη προς το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με τις υπ’αριθ. 6/2007 και 40/1998 αποφάσεις της[11] δέχθηκε ότι στην έννοια της προστατευόμενης από το Σύν­ταγμα και την ΕΣΔΑ περιουσίας περιλαμβάνονται, εκτός από τα εμπράγματα δικαιώματα, καί όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμ­φέροντα. Στην κατηγορία αυτή επομένως υπάγονται και οι περιουσιακού χαρακτήρα απαι­τήσεις οι οποίες είναι γεγενημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά. Στην κρινόμενη περίπτωση η ασφάλεια αστικής ευθύνης αποτελεί ένα σημαντικό περιουσιακό δικαίωμα για τον ασφαλισμένο, το οποίο συνίσταται στις περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις που ο ασφαλισμένος έχει έναντι του ασφαλιστή μέχρι του ποσού του ασφαλίσματος σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιστικού γεγονότος και εμπίπτει στην έννοια του όρου περιουσία του άρθρου 1 του πάρα πάνω Πρω­τοκόλλου όπως επίσης και στην έννοια του όρου «ιδιοκτησία» του άρθρου 17 του Συντάγ­ματος[12].
  • Πέρα όμως από τις πάρα πάνω δογματικής φύσεως αντιρρήσεις κατά της εν λόγω ρύθ­μισης, υπάρχουν και βάσιμες ουσιαστικές δικαιοπολιτικού χαρακτήρα αντιρρήσεις. Αυτές περιλαμβάνονται στο σκεπτικό των πάρα πάνω υπ’αριθ. 345/2013, 158/2014 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών, όπως και εκείνων του Ειρηνοδικείου Πειραιά υπ’αριθ. 66/2015 καί 96/2013. Οι αποφάσεις αυτές, μετά από εμπεριστατωμένη ουσιαστική αξιολόγηση των αρχών που πρέπει να διέπουν το κράτος δικαίου, καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι οι πο­σοτικοί περιορισμοί που εισάγονται με ρυθμίσεις του κοινού νομοθέτη έρχονται σε ευθεία αντίθεση και με το περί δικαίου αίσθημα.

Με βάση όλα όσα εκτέθηκαν πάρα πάνω τα δικαστήρια της χώρας μας, συμπεριλαμβανο­μένου και του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, οφείλουν να μην εφαρμόζουν τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 5 του Ν. 489/1976 όχι μόνο για λόγους δογματικούς, αλλά και για λόγους ουσιαστικής δικαιοσύνης.

 

 

[1]  ΑΠ 671/2013 σε Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ.

[2]  Βλέπετε αναλυτική και τεκμηριωμένη κριτική αυτής της ρύθμισης Ηλ. Κλάππα σε ΕπιθΣυγκΔικ 2010 σελ. 358 κ.επ.

[3]  ΑΠ 671/2013, 34/2012 καί 1229/2010 σε ΝΟΜΟΣ.

[4]  ΕιρΠειρ 66/2015 και 96/2013 σε ΝΟΜΟΣ.

[5]  ΕπιθΣυγκΔικ 2015σελ. 146-147.

[6]  Κ.Κεραμεύς ΝοΒ 2001 σελ. 1 κ.επ.

7 Παν. Λαδάς «ΓενΑρχ ΑστΔ» εκδ. 2007 παρ. Ill αρίθ. 30

[8]  ΕτπθΣυγκΔικ 1994 σελ. 16.

[9]  Α. Κρητικός «Ασφάλιση αστικής ευθύνης» εκδ. 1989 παρ. 1 αριθ. 2.

[10]  ΕπιθΣυγκΔικ 2013 σελ, 516 κ.επ. καί ιδιαίτερα αελ. 522, ΕπιθΣυγκΔικ 2014 σελ. 7 κ.επ. και ιδιαίτερα σελ. 15.

[11]  ΕλΔνη 48 σελ. 746 και 1999 σελ. 46.

[12]  Ηλ.Κλάππας οπ.παρ. αελ. 363.

Επισυνάπτεται ο τόμος της Αχαϊκής Διοικητικής Νομολογίας (αποφάσεις έτους 2014) σε μορφή pdf.

 

Αχαϊκή Νομολογία-Αποφάσεις-Περιέχονται αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου Πατρών και Διοικητικού Πρωτοδικείου του έτους 2014 - Λήμματα και αριθμητικό ευρετήριο αποφάσεων.

Subscribe to this RSS feed