Ειδικά ζητήματα του δικαιώματος επικοινωνίας με το ανήλικο τέκνο μετά τον Ν. 4800/2021[1]
Α. Εισαγωγικές παρατηρήσεις
Με τον Ν. 4800/2021 επιδιώκεται, πέραν της καθιερώσεως της από κοινού και εξίσου ασκήσεως της γονικής μέριμνας του ανήλικου τέκνου από αμφότερους τους γονείς του ως νόμιμου συστήματος, η ενίσχυση της επικοινωνίας αυτού με τον γονέα του, με τον οποίο δε διαμένει, ανεξαρτήτως της υπάρξεως συνεπιμέλειας ή μη. Τούτο, διότι η εν λόγω επικοινωνία συμβάλλει κατ’ αρχήν στην ανάπτυξη της προσωπικότητας του παιδιού και στην ψυχική υγεία αυτού, ώστε να γίνει υπεύθυνη προσωπικότητα, προάγοντας το συμφέρον του, που συνιστά εν προκειμένω σημαντική κανονιστική και ερμηνευτική αρχή. Έτσι, το άρθρο 1520 ΑΚ αντικαταστάθηκε, με τον προαναφερθέντα νόμο, ως δικαιοθετική βάση του οικογενειακού δικαίου για το δικαίωμα επικοινωνίας του ανήλικου τέκνου με τον δικαιούχο γονέα του, που δε διαμένει μ’ αυτό, προκειμένου να ενδυναμωθούν, με την πρόβλεψη ιδίως ελάχιστου χρόνου επικοινωνίας, οι δεσμοί μεταξύ τους, ανεξαρτήτως αφενός του τρόπου θεμελιώσεως της συγγένειας και κυρίως της πατρότητας του παιδιού και αφετέρου της από κοινού ασκήσεως ή της μη ασκήσεως της επιμέλειας αυτού από τον δικαιούχο του δικαιώματος επικοινωνίας γονέα του. Η ratio της ενισχύσεως του δικαιώματος επικοινωνίας έγκειται επιπροσθέτως στην αποφυγή των δικαστικών διενέξεων και των εντάσεων μεταξύ των γονέων, οι οποίες αντιβαίνουν στο συμφέρον του τέκνου. Ακολουθεί λοιπόν η ανάλυση των σημαντικότερων εριζόμενων ερμηνευτικών ζητημάτων, τα οποία έχουν ανακύψει μετά τον Ν. 4800/2021, παρουσιάζοντας θεωρητικό και πρακτικό ενδιαφέρον[2].
Β. Ο ελάχιστος χρόνος επικοινωνίας του «ενός τρίτου» με τον δικαιούχο γονέα και το συμφέρον του τέκνου
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1520§1εδ.γ ΑΚ, «ο χρόνος επικοινωνίας του τέκνου με φυσική παρουσία με τον γονέα, με τον οποίο δεν διαμένει, τεκμαίρεται στο ένα τρίτο (1/3) του συνολικού χρόνου, εκτός αν ο γονέας αυτός ζητά μικρότερο χρόνο επικοινωνίας, ή επιβάλλεται να καθορισθεί μικρότερος ή μεγαλύτερος χρόνος επικοινωνίας για λόγους που αφορούν στις συνθήκες διαβίωσης ή στο συμφέρον του τέκνου, εφόσον, σε κάθε περίπτωση, δεν διαταράσσεται η καθημερινότητα του τέκνου». Το μαχητό τεκμήριο του «ενός τρίτου» διέπει συνεπώς την επικοινωνία μόνο μεταξύ του γονέα και του παιδιού και όχι άλλων προσώπων μ’ αυτό[3].
Η επικοινωνία ασκείται αυτοπροσώπως και περιλαμβάνει τόσο τη φυσική παρουσία και επαφή του γονέα με το τέκνο του όσο και τη διαμονή του παιδιού στην οικία του δικαιούχου γονέα, χωρίς ωστόσο να σημαίνει υποχρεωτικώς διανυκτέρευση (ά. 1520§1εδ.α ΑΚ). Υπάγονται επίσης οι διάφορες μορφές επαφής δίχως φυσική παρουσία, όπως είναι η τηλεφωνική επικοινωνία και η βιντεοκλήση, αλλά αυτές δεν προσμετρώνται για τον υπολογισμό του 1/3, το οποίο άπτεται της επικοινωνίας με φυσική παρουσία.
Παρά τη διατύπωση του νόμου, δεν πρόκειται περί γνήσιου τεκμηρίου, αλλά για νομοθετική εξειδίκευση του συμφέροντος του τέκνου, που πρέπει κατ’ αρχήν να περνά τουλάχιστον το 1/3 του χρόνου του με τον γονέα, με τον οποίο δε διαμένει. Έχει επομένως παιδαγωγική λειτουργία ως βάση διαλόγου για τη σχετική έγγραφη συμφωνία των γονέων (νόμιμος συστατικός τύπος, ά. 1520§3εδ.α, 158, 159§1, 160, 281, 1441 και 1514§1εδ.β ΑΚ), που δε δεσμεύονται από το τεκμήριο, αλλά και κατευθυντήρια ως προς την περαιτέρω εξειδίκευση του συμφέροντος του παιδιού στη συγκεκριμένη περίπτωση από το δικαστήριο (ά. 1520§3εδ.α ΑΚ), που παρεμβαίνει επικουρικώς, ήτοι επί ανυπαρξίας συμφωνίας των γονέων ή ακυρότητας αυτής (ά. 180 ΑΚ, π.χ. ένεκα αντιθέσεώς της στο συμφέρον του τέκνου κατ’ άρθρο 174 ΑΚ ή στα χρηστά ήθη κατ’ άρθρο 178 ΑΚ).
Το 1/3 του συνολικού χρόνου του παιδιού αποτελεί την αφετηρία για τον προσδιορισμό του χρόνου επικοινωνίας αυτού με τον γονέα του, με τον οποίο δε διαμένει. Ερμηνεύεται ως το 1/3 της εκάστοτε χρονικής περιόδου, που διανύει το τέκνο στη ζωή αυτού, δηλαδή στο σχολικό έτος, στις εξωσχολικές δραστηριότητές του, στις εορταστικές περιόδους και στις θερινές διακοπές, χωρίς να λαμβάνει χώρα εννοιοκρατικός υπολογισμός του 1/3 με βάση μόνον το σύνολο των ημερών του έτους. Τούτο, δοθέντος ότι η οριοθέτηση ελάχιστου χρόνου επικοινωνίας γονέα και τέκνου συμβάλλει κατ’ αρχήν καθοριστικά στην ανάπτυξη της προσωπικότητας του παιδιού και στην ψυχική υγεία αυτού, προκειμένου να προάγεται το συμφέρον του και, κατ’ επέκταση, να αποτρέπεται το σύνδρομο της γονικής αποξενώσεως[4].
Άρα, το τεκμήριο του 1/3 τυγχάνει μαχητό, με συνέπεια να ανατρέπεται, αν αποδειχθεί ότι το συμφέρον του παιδιού επιβάλλει μεγαλύτερο ή μικρότερο χρόνο επικοινωνίας. Τούτο συμβαίνει, όταν ο δικαιούχος γονέας ζητά μικρότερο χρόνο επικοινωνίας, ο μεγαλύτερος ή ο μικρότερος χρόνος αυτής επιβάλλεται από τις συνθήκες διαβιώσεως του τέκνου του ή με το 1/3 διαταράσσεται η καθημερινότητα του παιδιού, όπως είναι ιδίως οι σχολικές, οι εξωσχολικές και οι κοινωνικές δραστηριότητές του (λ.χ. σε περίπτωση μικρής ηλικίας αυτού, διαμονής του τέκνου σε μεγάλη απόσταση από την κατοικία του δικαιούχου γονέα του, ελάχιστης μέχρι τότε επικοινωνίας γονέα και τέκνου, μη διανυκτερεύσεως του παιδιού στην οικία του δικαιούχου γονέα αυτού έως την εξομάλυνση των σχέσεών τους ή αυξημένων σχολικών και εξωσχολικών δραστηριοτήτων του τέκνου)[5]. Στις περιπτώσεις αυτές, η ανάγκη τακτικής επικοινωνίας είναι δυνατό να επιβάλλει την εν μέρει άσκησή της διά τηλεφωνικών κλήσεων και μέσων ηλεκτρονικής επικοινωνίας. Ο αντίδικος γονέας δεν απαιτείται εντούτοις, αλλά μπορεί να προτείνει σχετικό ισχυρισμό, επικαλούμενος λόγους, που επιβάλλουν διαφορετικό χρόνο ή περιορισμό της επικοινωνίας σύμφωνα με το συμφέρον του παιδιού και τα προειρημένα κριτήρια εξειδικεύσεώς του (π.χ. για τον τόπο της επικοινωνίας ή την παρουσία τρίτου προσώπου κατ’ αυτήν). Η αυστηρή τυπική λειτουργία του νόμιμου μαχητού τεκμηρίου, το οποίο θα επέβαλλε το βάρος αποδείξεως, ως προς το εύρος και το περιεχόμενο της επικοινωνίας, αποκλειστικώς στους διαδίκους γονείς, δε συνάδει με τον παιδοκεντρικό χαρακτήρα των ρυθμίσεων του οικογενειακού δικαίου και το συμφέρον του τέκνου.
Οι λόγοι, οι οποίοι άπτονται του συμφέροντος του παιδιού και επιβάλλουν μεγαλύτερο ή μικρότερο χρόνο επικοινωνίας από το 1/3, εξειδικεύονται λοιπόν διά της αποδεικτικής διαδικασίας και λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο ύστερα από αγωγή, ανταγωγή ή αίτηση ασφαλιστικών μέτρων του δικαιούχου (ά. 268, 335 επ., 591, 592§3στοιχ.β, 593 επ., 682 επ. ΚΠολΔ, 1514§2εδ.α ΑΚ, 3 και 6 Ν. 4640/2019). Τούτο, διότι πρόκειται στην ουσία για την εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας του συμφέροντος του τέκνου ως νόμιμης προϋποθέσεως, που προσδιορίζεται in concreto με βάση τις επικρατούσες περιστάσεις σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο και κυρίως τις ιδιαίτερες συνθήκες και ανάγκες κάθε παιδιού, όπως αυτές προκύπτουν ιδίως από την κατάσταση της υγείας αυτού, την ηλικία του, τις οικογενειακές και κοινωνικές συνθήκες, υπό τις οποίες διαβιώνει, καθώς και τις επιμέρους πτυχές του δικαιώματος της προσωπικότητας του τέκνου, ήτοι τη ζωή, τη σωματική ακεραιότητα, την υγεία, τη συναισθηματική και ψυχολογική ασφάλεια και σταθερότητα, τη διανοητική πρόοδο, την κοινωνική ένταξη και αποδοχή, την υπευθυνότητα, την κοινωνική συνείδηση και ανεξαρτησία αυτού. Όσο το παιδί μεγαλώνει και εξελίσσεται, διαφοροποιούνται οι ανάγκες του και αναπροσδιορίζεται το συμφέρον αυτού (βλ., επιπλέον, τα ά. 1520§3εδ.α,β, 1536, 1511§4, 1514§2εδ.α ΑΚ, 3, 6 Ν. 4640/2019, 268, 591 επ., 612, 682 επ., 691Α, 693, 696 επ. και 735 ΚΠολΔ, ως προς τη συμβατική ή τη δικαστική μεταρρύθμιση της επικοινωνίας).
Για τη συγκεκριμενοποίηση του συμφέροντος του τέκνου, που εξυπηρετείται ιδίως αφενός από την ουσιαστική συμμετοχή αμφότερων των γονέων αυτού στην ανατροφή και στη φροντίδα του και αφετέρου από την αποτροπή της διαρρήξεως των σχέσεών του με καθέναν απ’ αυτούς, το δικαστήριο συνεκτιμά επιπροσθέτως, ενδεικτικώς, τους δεσμούς του παιδιού με καθέναν από τους γονείς αυτού, τυχόν συμφωνίες των γονέων ως προς την άσκηση της γονικής του μέριμνας, την ικανότητα και την πρόθεση καθενός από τους γονείς να σέβεται τα δικαιώματα του άλλου, να διαφυλάσσει και να ενισχύει τη σχέση του τέκνου με τον έτερο γονέα, τους αδελφούς του παιδιού και την οικογένεια του άλλου γονέα, τη συμπεριφορά κάθε γονέα κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα, τη συμμόρφωση αυτού με τις νόμιμες υποχρεώσεις του, δικαστικές αποφάσεις, εισαγγελικές διατάξεις και προηγούμενες συμφωνίες, που είχε συνάψει με τον έτερο γονέα αναφορικά με το κοινό τέκνο αυτών, τα πορίσματα της εξελικτικής ψυχολογίας και της παιδοψυχιατρικής, τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη γνώμη του ίδιου του παιδιού, η οποία ακούγεται κατ’ αρχήν υποχρεωτικώς και συναξιολογείται σύμφωνα με την ωριμότητά του. Το δικαστήριο πρέπει μάλιστα να τηρεί την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην προβαίνει σε διακρίσεις (π.χ. λόγω του φύλου ή του σεξουαλικού προσανατολισμού αυτών) (ά. 1511§§2,3,4, 1514§3, 1518§4, 1520§3εδ.β ΑΚ, 336§4 και 612 ΚΠολΔ).
Αν η απόφαση δεν περιέχει ειδική αιτιολογία για τον καθορισμό διαφορετικού χρόνου από το 1/3, δηλαδή μεγαλύτερου ή μικρότερου, ή δεν εξειδικεύει, ορθώς και πλήρως, το συμφέρον του παιδιού στη συγκεκριμένη περίπτωση, καθίσταται επομένως αναιρετέα (ά. 559αρ.1,19 ΚΠολΔ)[6]. Όσον αφορά άλλωστε τα έξοδα της επικοινωνίας, μπορεί να κατανέμονται μεταξύ των γονέων (π.χ. σε περίπτωση επικοινωνίας με την παρουσία παιδοψυχιάτρου)[7] ή να συνυπολογίζονται στον καθορισμό της συνεισφοράς του δικαιούχου της επικοινωνίας γονέα στη διατροφή του τέκνου του[8].
Συνεπώς, το δικαίωμα επικοινωνίας υφίσταται και στο πλαίσιο της συνεπιμέλειας. Αν όμως η τελευταία συνδυάζεται in casu με το σύστημα της εναλλασσόμενης κατοικίας του τέκνου, γίνεται ειδικότερη ρύθμιση από τους γονείς ή το δικαστήριο αναφορικά με το δικαίωμα επικοινωνίας του καθενός από τους γονείς με το τέκνο, όταν αυτό κατοικεί με τον άλλον γονέα, και δεν μπορεί να ισχύσει το τεκμήριο του 1/3.
Γ. Η νομική φύση του δικαιώματος επικοινωνίας του γονέα με το παιδί, η ενεργητική νομιμοποίηση ως προς τη δικαστική ρύθμιση ή μεταρρύθμιση αυτής και η αυτεπάγγελτη ρύθμισή της από το δικαστήριο
Ο γονέας, με τον οποίο δε διαμένει το παιδί, δεν έχει μόνον το δικαίωμα, αλλά και την υποχρέωση της ευρύτερης δυνατής επικοινωνίας μ’ αυτό, ενώ ο έτερος γονέας υποχρεούται να διευκολύνει και να προωθεί την επικοινωνία του τέκνου του με τον άλλον γονέα (ά. 1520§1εδ.α,β ΑΚ). Για τη μεταβολή του τόπου διαμονής του παιδιού, που επιδρά ουσιωδώς στο δικαίωμα της συμβατικώς ή δικαστικώς ρυθμισμένης ή μη ρυθμισμένης επικοινωνίας του γονέα, με τον οποίο δε διαμένει, απαιτείται πρότερη έγγραφη συμφωνία των γονέων ή προηγούμενη δικαστική απόφαση, κατόπιν αγωγής, ανταγωγής ή αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων ενός από τους γονείς του τέκνου ή προσωρινής διαταγής (ά. 1519§2, 1514§2εδ.α ΑΚ, 3, 6 Ν. 4640/2019, 268, 591 επ. και 682 επ. ΚΠολΔ). Τόσο η κακή άσκηση και η υπαίτια παράλειψη της ασκήσεως του δικαιώματος επικοινωνίας από τον δικαιούχο γονέα όσο και η παρεμπόδιση της ασκήσεως αυτού από τον έτερο γονέα αποτελούν κακή άσκηση της γονικής μέριμνας του παιδιού (ά. 1532§§2στοιχ.β,γ,δ,3,4 ΑΚ), που δύναται να άγει στην αφαίρεση της τελευταίας από τον υπαίτιο γονέα του (ά. 1533 ΑΚ, 121 ΕισΝΑΚ, 47εδ.α Ν. 2447/1996 και 739 επ. ΚΠολΔ), συνιστώντας συγχρόνως παράνομη συμπεριφορά αυτού (βλ. τα ά. 57, 59, 297 επ., 914, 932, 1520 ΑΚ, 904 επ., 946 επ. ΚΠολΔ, 27 και 169Α§1 ΠΚ)[9].
Άρα, το δικαίωμα επικοινωνίας τυγχάνει λειτουργικό, συνιστώντας επιπροσθέτως υποχρέωση του δικαιούχου, αφού η άσκησή του είναι υποχρεωτική χάριν του συμφέροντος του τέκνου, απόλυτο, προσωποπαγές, αμεταβίβαστο και ανεπίδεκτο παραιτήσεως. Στρέφεται κατ’ αρχήν εναντίον του κατά κανόνα παθητικώς νομιμοποιούμενου έτερου γονέα και όχι του παιδιού, ως προς το οποίο δε συνιστά υποχρέωση, αλλά δικαίωμα απορρέον από την προσωπικότητα του τέκνου, το οποίο προσβάλλεται κατ’ αρχήν από τη μη άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας του γονέα μ’ αυτό (ά. 5§1, 21§1 Σ., 24 ΧΘΔΕΕ, 8 ΕΣΔΑ και 57 ΑΚ). Δε γεννάται ωστόσο κατ’ αρχήν αγώγιμη αξίωση για τον εξαναγκασμό του παιδιού να επικοινωνεί με τον γονέα και του γονέα να επικοινωνεί με το τέκνο, πράγμα το οποίο αποτελεί γενικότερο χαρακτηριστικό των λειτουργικών δικαιωμάτων, ενώ τέτοια αξίωση θα αντέβαινε, κατά κανόνα, στο συμφέρον του παιδιού. Εξαίρεση υπάρχει, όταν θεμελιώνεται in concreto προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητάς τους εξαιτίας της μη ασκήσεως του δικαιώματος επικοινωνίας, οπότε εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 57 ΑΚ και 947 ΚΠολΔ, ως προς την άρση της προσβολής της προσωπικότητας αυτών και την παράλειψή της στο μέλλον. Η εκ μέρους του γονέα μη άσκηση, ακόμη και υπαιτίως, της δικαστικώς ή με επικυρωμένη από συμβολαιογράφο συμφωνία συναινετικού διαζυγίου ρυθμισμένης επικοινωνίας με το τέκνο αυτού δε συνιστά επομένως κατ’ αρχήν αξιόποινη συμπεριφορά του γονέα (ά. 14 και 169Α§1 ΠΚ), αλλά αποτελεί, εφόσον τυγχάνει υπαίτια, κακή άσκηση της γονικής μέριμνας (ά. 1532§§2στοιχ.δ,3,4 και 1533 ΑΚ).
Ως προς τη δικαστική ρύθμιση ή μεταρρύθμιση του εν θέματι δικαιώματος επικοινωνίας νομιμοποιείται εντούτοις ενεργητικώς τόσο ο δικαιούχος γονέας όσο και ο έτερος γονέας, ο οποίος ασκεί τότε δικό του δικαίωμα, που πηγάζει από την επιμέλεια του παιδιού, ενώ παθητικώς νομιμοποιείται ο άλλος γονέας (ά. 1520, 1536 ΑΚ, 68, 73, 216, 268, 591 επ., 682 επ. και 696 επ. ΚΠολΔ)[10]. Η υπό μεταρρύθμιση οριστική απόφαση περί της επικοινωνίας δεν απαιτείται εξάλλου, κατά την ορθότερη άποψη, να είναι τελεσίδικη, δοθέντος ότι αναπτύσσει, ως διαπλαστική, την ισχύ αυτής από την έκδοσή της, δυνάμενη μάλιστα, ως καταψηφιστική συγχρόνως, να κηρυχθεί, ύστερα από την υποβολή σχετικού παρεπόμενου αιτήματος του ενάγοντος (ά. 106, 115§3, 223, 591§1 και 907 ΚΠολΔ), προσωρινώς εκτελεστή για την απειλή, ακόμη και αυτεπαγγέλτως, χρηματικής ποινής ως μέσο έμμεσης αναγκαστικής εκτελέσεως αυτής (ά. 950§2 και 947 του ίδιου κώδικα)[11], ενώ μπορεί, μέχρι τη μεταρρύθμισή της, να ληφθούν τα αναγκαία ασφαλιστικά μέτρα και να εκδοθεί προσωρινή διαταγή (ά. 735 και 691Α ΚΠολΔ).
Τίθεται περαιτέρω το ζήτημα εάν είναι δυνατή η αυτεπάγγελτη ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας, ακόμη κι αν δεν έχει υποβληθεί σχετικό αίτημα του γονέα σε δίκη με αντικείμενο την ανάθεση της επιμέλειας του τέκνου. Ανεξάρτητα από τη θεωρητική κυρίως διχογνωμία αναφορικά με το εάν το δικαίωμα επικοινωνίας τυγχάνει αυτοτελές, ως απορρέον από το απόλυτο δικαίωμα της προσωπικότητας του γονέα[12], ή πηγάζει από το λειτουργικό και απόλυτο δικαίωμα της γονικής μέριμνας, πρέπει, σύμφωνα με την ορθότερη άποψη, να γίνει δεκτό, όπως προβλέπεται και σε αλλοδαπά δίκαια, ότι μπορεί να ρυθμισθεί και ex officio από το δικαστήριο, εφόσον κάτι τέτοιο επιβάλλεται in casu από το συμφέρον του παιδιού, που προστατεύεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (ά. 1520§1εδ.γ ΑΚ, 106 in fine, 107 και 611εδ.β ΚΠολΔ)[13]. Πάντως, το αυτοτελές δικαίωμα επικοινωνίας διατηρεί κατ’ αρχήν και ο γονέας, από τον οποίο έχει αφαιρεθεί η γονική μέριμνα.
Οι εν λόγω οικογενειακές διαφορές υπόκεινται άλλωστε κατ’ αρχήν, ως προς το παραδεκτό της συζητήσεώς τους και με εξαίρεση τα ασφαλιστικά μέτρα, σε υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολαβήσεως (Υ.Α.Σ.Δ.) (ά. 3 και 6 Ν. 4640/2019). Οι υποχρεωτικές εναλλακτικές διαδικασίες επιλύσεως των διαφορών, συμπεριλαμβανομένης της διαμεσολαβήσεως, απαγορεύονται ωστόσο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 48§1 της Συμβάσεως της Κωνσταντινούπολης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την πρόληψη και την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας, που κυρώθηκε μέσω του άρθρου 1 Ν. 4531/2018 (ά. 28§1 Σ.), στις περιπτώσεις, μεταξύ άλλων, της ενδοοικογενειακής βίας, οπότε δεν είναι υποχρεωτική η διενέργεια διαμεσολαβήσεως ή η απόπειρα συμβιβαστικής επιλύσεως της διαφοράς από το δικαστήριο (ά. 1-3 της προμνημονευθείσας διεθνούς συμβάσεως, 1514§2 ΑΚ, 611 ΚΠολΔ και 1 επ. Ν. 3500/2006).
Δ. Η κοινωνικοσυναισθηματική σχέση οικογενειακής φύσεως και η ειδικότερη περίπτωση της επικοινωνίας του παιδιού με τον νέο σύζυγο ή σύντροφο του γονέα του
Εκτός από τον γονέα, με τον οποίο δε διαμένει το τέκνο, αυτοτελές δικαίωμα επικοινωνίας μ’ αυτό έχουν εν πρώτοις οι απώτεροι ανιόντες του (λ.χ. οι παππούδες και οι γιαγιάδες της πατρικής και της μητρικής γραμμής) και οι αδελφοί αυτού, ήτοι αμφιθαλείς, ετεροθαλείς και θετοί, εκτός αν συντρέχει σπουδαίος λόγος αποκλεισμού ή περιορισμού της εν θέματι επικοινωνίας, ο οποίος έγκειται στη μη προαγωγή του συμφέροντος του παιδιού και αποδεικνύεται από τους γονείς του (ά. 1520§2εδ.α ΑΚ)[14]. Οι τελευταίοι δεν επιτρέπεται επιπλέον να εμποδίζουν την επικοινωνία του τέκνου με τρίτους, οι οποίοι έχουν αναπτύξει μ’ αυτό κοινωνικοσυναισθηματική σχέση οικογενειακής φύσεως, εφόσον η εν λόγω επικοινωνία εξυπηρετεί το συμφέρον του παιδιού, που αποδεικνύεται από τον τρίτο (ά. 1520§2εδ.β ΑΚ).
Η κοινωνικοσυναισθηματική σχέση οικογενειακής φύσεως αποτελεί αόριστη νομική έννοια, ελεγχόμενη αναιρετικώς (ά. 559αρ.1,19 ΚΠολΔ), η οποία συγκεκριμενοποιείται με βάση τις ειδικές συνθήκες της ατομικής περιπτώσεως (π.χ. επιτρεπόμενη συνοίκηση τέκνου και τρίτου για μεγάλο χρονικό διάστημα). Η εν θέματι σχέση μπορεί, με τελολογική διασταλτική ερμηνεία, να έχει ήδη διαμορφωθεί ή να ευρίσκεται στο στάδιο της διαμορφώσεώς της (βλ. επίσης το ά. 8 ΕΣΔΑ, για την προστασία και των de facto οικογενειακών σχέσεων)[15]. Αυτή δεν αρκεί όμως για τη θεμελίωση του αυτοτελούς δικαιώματος επικοινωνίας του τρίτου με το παιδί, αλλά η εν λόγω, ρυθμιζόμενη συμβατικώς ή δικαστικώς, επικοινωνία πρέπει επιπροσθέτως, ως προς το εύρος και το περιεχόμενό της, να προάγει το συμφέρον του τέκνου. Η συναναστροφή του παιδιού με τους λοιπούς τρίτους, με τους οποίους υφίσταται κοινωνικοσυναισθηματική σχέση, που δεν είναι εντούτοις οικογενειακής φύσεως (λ.χ. δασκάλους, συμμαθητές και φίλους), διέπεται από τη διάταξη του άρθρου 1518 ΑΚ, η οποία ρυθμίζει την επιμέλεια του τέκνου.
Οι δικαιούχοι επικοινωνίας τρίτοι δύνανται να είναι, μεταξύ άλλων, έτεροι συγγενείς του παιδιού (π.χ. θείοι, θείες και εξάδελφοι)[16], ο ανάδοχος γονέας (ά. 1655 επ. ΑΚ), ο βιολογικός γονέας, με τον οποίο δεν έχει ακόμη θεμελιωθεί συγγένεια, ο μέχρι πρότινος νομικός πατέρας (ά. 1465 επ. ΑΚ) και το πρόσωπο που έχει αναθρέψει το τέκνο (κοινωνικός γονέας), εφόσον έχουν αναπτύξει ή διαμορφώνουν κοινωνικοσυναισθηματική σχέση οικογενειακής φύσεως με το παιδί και η επικοινωνία τους μ’ αυτό προάγει το συμφέρον του. Χαρακτηριστική περίπτωση συνιστά ο νέος σύζυγος ή σύντροφος, ανεξαρτήτως φύλου, του κάθε γονέα. Ο νέος σύζυγος ή σύντροφος αποκτά συνεπώς δικαίωμα επικοινωνίας με το τέκνο, όταν αφενός υπάρχουν μεταξύ τους αμοιβαία και έντονα αισθήματα αγάπης, που αποδεικνύονται ιδίως από τη φροντίδα του παιδιού από τον τρίτο, τη συνοίκησή τους για μεγάλο χρονικό διάστημα και τη γνώμη του τέκνου στο πλαίσιο της επικοινωνίας αυτού με τον δικαστή, και αφετέρου η εν θέματι επικοινωνία προωθεί το συμφέρον του παιδιού, συμβάλλοντας θετικά στην ομαλή ψυχοσυναισθηματική ισορροπία και ανάπτυξή του[17]. Το εύρος και το ειδικότερο περιεχόμενο της επικοινωνίας του τέκνου με τους δικαιούχους συγγενείς και έτερους δικαιούχους τρίτους καθορίζονται, μέσω συμφωνίας αυτών με τους γονείς ή τον επίτροπο του παιδιού ή δικαστικής αποφάσεως κατόπιν αγωγής, ανταγωγής ή αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων των δικαιούχων εναντίον των τελευταίων, με βάση το συμφέρον του τέκνου. Η εν λόγω επικοινωνία μπορεί να μεταρρυθμισθεί, διά συμφωνίας των προαναφερθέντων μερών ή δικαστικής αποφάσεως ύστερα από αγωγή, ανταγωγή ή αίτηση ασφαλιστικών μέτρων οποιουδήποτε μέρους, σύμφωνα με το συμφέρον του παιδιού (ά. 1520§3εδ.α,β, 1536, 1511§4, 1514§2εδ.α ΑΚ, 3, 6 Ν. 4640/2019, 268, 591 επ., 612, 682 επ., 691Α, 693, 696 επ. και 735 ΚΠολΔ, λ.χ. να αποκλεισθεί ή να περιορισθεί σε περίπτωση συνδρομής σπουδαίου λόγου, ελεγχόμενου αναιρετικώς κατ’ άρθρο 559αρ.1,19 του ίδιου κώδικα).
Ε. Ο αποκλεισμός της επικοινωνίας με το παιδί και το τεκμήριο αθωότητας του δικαιούχου γονέα του
Αποκλεισμός ή περιορισμός της επικοινωνίας του γονέα με το τέκνο αυτού είναι δυνατός μόνον ένεκα εξαιρετικά σοβαρών λόγων, που θέτουν σε κίνδυνο τη σωματική, ψυχική και πνευματική υγεία του παιδιού, όπως συμβαίνει κυρίως στην περίπτωση της ακαταλληλότητας, ακόμη και ανυπαίτιας (π.χ. εξαιτίας ψυχικής νόσου), του γονέα να ασκήσει το εν λόγω δικαίωμα, η οποία διαπιστώνεται με κάθε πρόσφορο μέσο, εγκείμενο ιδίως στην εκπόνηση εμπεριστατωμένης εκθέσεως κοινωνικών λειτουργών, ψυχιάτρων ή/και ψυχολόγων (ά. 1520§1εδ.δ,ε ΑΚ, 107, 237§§5,8, 254, 591§§1,4 και 691§1 ΚΠολΔ). Οι επερχόμενες δυνάμει δικαστικής αποφάσεως συνέπειες του εξαιρετικά σοβαρού λόγου κυμαίνονται από διάφορες μορφές περιορισμού της επικοινωνίας (λ.χ. δίχως διανυκτέρευση, με την παρουσία τρίτου προσώπου, σε ορισμένο τόπο, στο ιατρείο παιδοψυχιάτρου με την παρουσία και τη μεσολάβηση του παιδοψυχιάτρου ή υπό την εποπτεία κοινωνικού λειτουργού στο ίδρυμα παιδικής προστασίας, στο οποίο έχει ανατεθεί, με προγενέστερη δικαστική απόφαση, προσωρινή διαταγή ή εισαγγελική διάταξη, η αφαιρεθείσα από τους γονείς άσκηση της γονικής μέριμνας του παιδιού) έως τον πλήρη αποκλεισμό της.
Η επιλογή του καταλληλότερου μέτρου λαμβάνει χώρα, από το δικαστήριο, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας και το συμφέρον του τέκνου και πρέπει, όπως και η συνδρομή του εξαιρετικά σοβαρού λόγου ως αόριστης νομικής έννοιας, να αιτιολογείται ειδικώς (βλ. και το ά. 559αρ.1,19 ΚΠολΔ). Έτσι, αρκεί κατ’ αρχήν ο περιορισμός της επικοινωνίας και δε διατάσσεται ο αποκλεισμός αυτής, όταν επί παραδείγματι ο δικαιούχος γονέας δεν τηρεί τις υποχρεώσεις, οι οποίες του έχουν επιβληθεί διά της συμφωνίας αυτού με τον έτερο γονέα ή της δικαστικής αποφάσεως ως προς τη ρύθμιση της επικοινωνίας με το παιδί (π.χ. ωράριο παραλαβής και επιστροφής του τέκνου, σχολική προετοιμασία του και πραγματοποίηση των εξωσχολικών δραστηριοτήτων αυτού).
Χαρακτηριστική περίπτωση αποκλεισμού της εν θέματι επικοινωνίας αποτελεί η σεξουαλική κακοποίηση ή η σοβαρή ενδοοικογενειακή βία του γονέα εις βάρος του τέκνου του. Ανακύπτει λοιπόν το ζήτημα εάν ο προαναφερθείς αποκλεισμός της επικοινωνίας μπορεί να διαταχθεί, ακόμη και προσωρινώς με απόφαση ασφαλιστικών μέτρων ή προσωρινή διαταγή, μέχρι την αμετάκλητη καταδίκη του γονέα για αξιόποινη πράξη στρεφόμενη κατά της γενετήσιας ελευθερίας και της ανηλικότητας (ά. 336 επ. ΠΚ) ή της σωματικής ακεραιότητας του παιδιού (ά. 1 επ. Ν. 3500/2006) ή μήπως χωρεί, έως τότε, μόνον περιορισμός της επικοινωνίας μεταξύ αυτών.
Αν το δικάζον κατά την ειδική διαδικασία των οικογενειακών διαφορών ή τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων αστικό δικαστήριο διαπιστώσει, από την αποδεικτική διαδικασία ενώπιόν του και κυρίως τις ιατροδικαστικές εκθέσεις, τις ψυχιατρικές πραγματογνωμοσύνες, ως προς τον γονέα και το τέκνο, και την επικοινωνία του δικαστή με το παιδί, ότι ο γονέας αυτού έχει προβεί στη σεξουαλική κακοποίησή του ή έχει ασκήσει σοβαρή ενδοοικογενειακή βία εις βάρος αυτού, πρέπει κατ’ αρχήν να αποκλείσει την επικοινωνία του υπαίτιου γονέα με το τέκνο, έστω κι αν δεν έχει ακόμη εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση στη συναφή ποινική δίκη. Τούτο, διότι το τεκμήριο της αθωότητας του εναγομένου ή καθ’ ου η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, το οποίο ισχύει μέχρι την αμετάκλητη καταδίκη αυτού για τις προαναφερθείσες αξιόποινες πράξεις του εις βάρος του ανήλικου τέκνου αυτού (ά. 6 Σ., 48§1 ΧΘΔΕΕ, 6§2 ΕΣΔΑ, 71 ΚΠΔ και 1537 ΑΚ), υποχωρεί εν προκειμένω, σύμφωνα με τη θεμελιώδη κανονιστική αρχή της αναλογικότητας, που τριτενεργεί άμεσα στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, και ύστερα από στάθμιση ad hoc, ενώπιον του συμφέροντος του παιδιού [ά. 2§1, 5§1, 25§1 Σ., 1, 7, 24 ΧΘΔΕΕ, 8§1 ΕΣΔΑ, 3§1, 9§3 της Διεθνούς Συμβάσεως του Ο.Η.Ε. για τα δικαιώματα του παιδιού (Ν. 2101/1992), 1520 και 1511§2 ΑΚ, βλ. και το ά. 1532 του ίδιου κώδικα][18]. Σε διαφορετική περίπτωση, το δικαστήριο μπορεί να περιορίσει την επικοινωνία έως την έκδοση της οριστικής ή της αμετάκλητης ποινικής αποφάσεως, προκειμένου να προστατευθεί το συμφέρον του τέκνου (βλ. και το ά. 1532§2στοιχ.στ ΑΚ, λ.χ. μόνο με την παρουσία του παιδοψυχιάτρου και του άλλου γονέα στο ιατρείο του παιδοψυχιάτρου ή με την παρουσία του έτερου γονέα ή αξιόπιστου τρίτου προσώπου σε ανοικτό χώρο)[19]. Η προσωρινή, οριστική, τελεσίδικη ή αμετάκλητη απόφαση αποκλεισμού ή περιορισμού της επικοινωνίας υπόκειται, εφόσον μεταβληθούν οι συνθήκες, σε συμβατική ή δικαστική μεταρρύθμιση σύμφωνα με το συμφέρον του παιδιού (π.χ. σε περίπτωση αμετάκλητης απαλλαγής ή αθωώσεως του γονέα, ά. 1520§3εδ.α,β, 1536, 1511§4, 1514§2εδ.α ΑΚ, 3, 6 Ν. 4640/2019, 268, 591 επ., 612, 682 επ., 691Α, 693, 696 επ. και 735 ΚΠολΔ).
ΣΤ. Η καταχρηστική άσκηση της επικοινωνίας από τον γονέα και η μη προσήκουσα εκπλήρωση απ’ αυτόν της υποχρεώσεως διατροφής του τέκνου
Μεταξύ των λόγων μεταρρυθμίσεως της επικοινωνίας με το παιδί περιλαμβάνονται η κακή και η καταχρηστική άσκησή της από τον γονέα ή τους τρίτους, ακόμη κι αν είναι ανυπαίτιες (ά. 1520§3εδ.γ και 1536 ΑΚ). Αυτές συνιστούν αόριστες νομικές έννοιες, ελεγχόμενες αναιρετικώς (ά. 559αρ.1,19 ΚΠολΔ). Η εν θέματι μεταρρύθμιση (π.χ. ως προς τον χρόνο, τον τόπο ή/και τον τρόπο της επικοινωνίας, της παραδόσεως, της παραλαβής και της επιστροφής του παιδιού, τις συνθήκες διαβιώσεως, τη σχολική προετοιμασία και την εκτέλεση των δραστηριοτήτων του κατά την επικοινωνία) επέρχεται λοιπόν κατόπιν αγωγής, ανταγωγής ή αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων του έτερου γονέα του τέκνου εναντίον του δικαιούχου της επικοινωνίας γονέα ή καθενός από τους γονείς κατά του τρίτου δικαιούχου της επικοινωνίας, ανεξάρτητα από το εάν η επικοινωνία έχει ρυθμισθεί με συμφωνία ή δικαστική απόφαση, ενώ υπόκειται, εφόσον μεταβληθούν οι συνθήκες, σε νέα μεταρρύθμιση με βάση το συμφέρον του παιδιού (ά. 1520§3εδ.α,β, 1536, 1511§4, 1514§2εδ.α ΑΚ, 3, 6 Ν. 4640/2019, 268, 591 επ., 612, 682 επ., 691Α, 693, 696 επ. και 735 ΚΠολΔ).
Ως κακή άσκηση νοείται αφενός η μη συμμόρφωση με τους όρους της συμφωνίας ή της δικαστικής αποφάσεως για τη ρύθμιση της επικοινωνίας (λ.χ. ως προς τη σχολική προετοιμασία και τη λήψη της αναγκαίας φαρμακευτικής αγωγής του τέκνου) και αφετέρου η μη άσκηση αυτής. Αν τυγχάνει υπαίτια, αποτελεί επιπροσθέτως κακή άσκηση της γονικής μέριμνας από τον δικαιούχο γονέα (ά. 1532§§2στοιχ.γ,δ,3,4 και 1533 ΑΚ).
Η καταχρηστική άσκηση της επικοινωνίας κρίνεται εξάλλου με τα στοιχεία της γενικής ρήτρας του άρθρου 281 ΑΚ. Έτσι, η άσκηση της επικοινωνίας τυγχάνει καταχρηστική, όταν ιδίως αντιβαίνει προφανώς στα χρηστά ήθη ή δεν πραγματοποιείται σύμφωνα με τον σκοπό της, δηλαδή για την εξυπηρέτηση πρωτίστως του συμφέροντος του παιδιού (π.χ. σε περίπτωση συνεχών αντιπαραθέσεων ένεκα ολιγόλεπτων καθυστερήσεων παραδόσεως του τέκνου για την επικοινωνία, αξιώσεως επικοινωνίας με μετακίνηση του ασθενούς παιδιού, διαταράξεως, με αφορμή την επικοινωνία, των σχέσεων του τέκνου με τον έτερο γονέα, μη εκτελέσεως των δραστηριοτήτων του παιδιού κατά τη διάρκεια της επικοινωνίας, παραβιάσεως της κατ’ άρθρο 1513εδ.β ΑΚ υποχρεώσεως ενημερώσεως του άλλου γονέα ως προς τις πράξεις επιμέλειας που επιτρεπτώς επιχειρεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1516§1 ΑΚ, μόνος του ο γονέας κατά την επικοινωνία αυτού με το τέκνο ή υπερβάσεως των ορίων επιχειρήσεως πράξεων επιμέλειας από τον έναν μόνο γονέα κατά την επικοινωνία). Μορφή καταχρηστικής ασκήσεως συνιστά η αποδυνάμωση του δικαιώματος επικοινωνίας, εφόσον σε εξαιρετικές περιπτώσεις συντρέχουν, πέραν της μακροχρόνιας αδράνειας του δικαιούχου να ασκήσει το εν λόγω δικαίωμά του, ειδικές συνθήκες αφορώσες το συμφέρον του παιδιού, αφού η επικοινωνία εξυπηρετεί, εκτός από το συμφέρον του δικαιούχου, και το συμφέρον του τέκνου (βλ. και το ά. 281 ΑΚ)[20]. Δεν υπάρχει επομένως καταχρηστική άσκηση, όταν επί παραδείγματι ο δικαιούχος ζητά να επικοινωνεί με το παιδί μόνον κατά τα σαββατοκύριακα και τις θερινές διακοπές και όχι τις καθημερινές.
Αμφισβητείται εάν η καταχρηστική άσκηση μπορεί να άγει στον αποκλεισμό της επικοινωνίας. Αυτό πρέπει να γίνει δεκτό, μόνον εφόσον η καταχρηστική άσκηση αυτής αποτελεί συγχρόνως σπουδαίο λόγο αποκλεισμού της (ά. 1520§§1εδ.δ,ε,2,3 και 281 ΑΚ), οπότε η μεταρρύθμιση της επικοινωνίας έγκειται στον αποκλεισμό αυτής (λ.χ. σε περίπτωση κατ’ εξακολούθηση εκδηλώσεως επιθετικών τάσεων και βίαιης συμπεριφοράς εναντίον του παιδιού).
Τίθεται κατ’ επέκταση το ζήτημα εάν είναι καταχρηστική η άσκηση της επικοινωνίας με το τέκνο, όταν ο δικαιούχος της επικοινωνίας γονέας, έτερος ανιών του παιδιού ή τρίτος δεν εκπληρώνει προσηκόντως τη νόμιμη ή συμβατική υποχρέωση διατροφής του τέκνου (ά. 361 και 1485 επ. ΑΚ). Δοθέντος ότι η αδικαιολόγητη άρνηση του γονέα να καταβάλει τη συμφωνηθείσα ή επιδικασθείσα διατροφή του τέκνου συνεκτιμάται, από το δικαστήριο, κατά τη ρύθμιση της γονικής μέριμνας και της επικοινωνίας (ά. 1511§2 ΑΚ) και αποτελεί κακή άσκηση της γονικής μέριμνας και ενδεχομένως αξιόποινη πράξη (επιχείρημα από το μείζον στο έλασσον εκ των ά. 1532§2στοιχ.ε ΑΚ και 358 ΠΚ), πρέπει να γίνει δεκτό ότι η εκ μέρους του δικαιούχου της επικοινωνίας γονέα, άλλου ανιόντος ή τρίτου υπαίτια μη προσήκουσα καταβολή της προαναφερθείσας διατροφής συνιστά, ως αντιφατική συμπεριφορά αντιβαίνουσα στο συμφέρον του παιδιού (αρχή του non venire contra factum proprium, ά. 281 ΑΚ), περίπτωση καταχρηστικής ασκήσεως της επικοινωνίας με το τέκνο, δυνάμενη να άγει στη μεταρρύθμιση αυτής (π.χ. στον χρονικό περιορισμό της), που κρίνεται ad hoc.
Ζ. Συμπερασματικές σκέψεις
Παρά τις, περιορισμένες πάντως, νομοτεχνικές ατέλειες, όπως είναι ο χαρακτηρισμός του 1/3 ως τεκμηρίου και ο ιδιαίτερα λεπτομερής σε ορισμένα σημεία χαρακτήρας των ρυθμίσεων, που μπορούν να αρθούν σε επόμενη τροποποίηση, η μεταρρύθμιση για τον εκσυγχρονισμό του οικογενειακού δικαίου με τον Ν. 4800/2021 κινείται προς την ορθή κατεύθυνση, συμβάλλοντας στην επίλυση σημαντικών πρακτικών ζητημάτων και παρουσιάζοντας θετικό πρόσημο. Επιτυχημένες είναι επίσης, πέντε έτη μετά, η θεωρητική επεξεργασία, η ερμηνευτική προσέγγιση και η νομολογιακή εφαρμογή των νέων διατάξεων για τη συνεπιμέλεια και την επικοινωνία, διότι εστιάζουν στην αιτιολογημένη εξειδίκευση του συμφέροντος του παιδιού με βάση τις συνθήκες της ατομικής περιπτώσεως, αναζητώντας επιεικείς και ευέλικτες λύσεις. Απαιτούνται εντούτοις η νομοθετική πρόβλεψη ευρύτερου περιθωρίου αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστηρίου στις υποθέσεις με αντικείμενο τη γονική μέριμνα και την επικοινωνία, ώστε να δύναται, με γνώμονα το συμφέρον του τέκνου και την αρχή της οικονομίας της δίκης, να διατάξει οποιοδήποτε πρόσφορο μέτρο ρυθμίσεως, μη δεσμευόμενο από τα αιτήματα των διαδίκων (βλ. και το ά. 106 in fine ΚΠολΔ) και τη διαδικασία εκδικάσεως της υποθέσεως (λ.χ. ειδική διαδικασία των οικογενειακών διαφορών και εκουσία δικαιοδοσία), η νομοθετική και η πρακτική ενίσχυση της οικογενειακής διαμεσολαβήσεως, η καλλιέργεια κουλτούρας συναινέσεων των ενδιαφερόμενων μερών και η ίδρυση τμημάτων οικογενειακού δικαίου και σωμάτων αποτελούμενων από ειδικούς επιστήμονες (λ.χ. κοινωνικούς λειτουργούς, ψυχιάτρους και ψυχολόγους) στα πολιτικά πρωτοδικεία, με περαιτέρω σκοπό την ασφάλεια δικαίου, τη συναινετική, δίκαιη, εύστοχη και ταχεία επίλυση των διαφορών, την κοινωνική ειρήνη και εξέλιξη και την ευημερία της ολότητας.
Κωνσταντίνος Ηρ. Ρήγας
Δ.Ν., Πρωτοδίκης Αχαΐας, βοηθός διδασκαλίας αστικού δικαίου στη Νομική Σχολή Αθηνών
[1] Το παρόν κείμενο αποτελεί τη γραπτή απόδοση της εισηγήσεως, η οποία ανατέθηκε στον γράφοντα στο πλαίσιο της εκδηλώσεως της Εταιρίας Οικογενειακού Δικαίου με θέμα: «Συνεπιμέλεια: 5 χρόνια εφαρμογής του Ν. 4800/2021», που διεξήχθη στην Αθήνα κατά τη 18η Μαρτίου 2026.
[2] Ως προς τη βασική βιβλιογραφία της ακολουθούσας αναπτύξεως, βλ. Απ. Γεωργιάδη, Οικογενειακό Δίκαιο, 2025· Α. Κοτζάμπαση, Εγχειρίδιο Οικογενειακού Δικαίου, 2025· Ε. Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, Οικογενειακό Δίκαιο, 2024· Γ. Λέκκα, Η επιμέλεια του παιδιού κατά τον Αστικό Κώδικα μετά τον Ν. 4800/2021, 2021· Κ. Φουντεδάκη, Το νέο δίκαιο των σχέσεων γονέων και παιδιών, 2021· Ι. Βαλμαντώνη, Συνεπιμέλεια και βέλτιστο συμφέρον του τέκνου, 2024· Μ. Σταθόπουλου, Η νέα ρύθμιση της συνεπιμέλειας, ΕλλΔνη 2021, σ. 961 επ.· Δ. Παπαδοπούλου-Κλαμαρή, Σημαντικά ζητήματα επιμέλειας-Η ΑΚ 1519, ΕφΑΔΠολΔ 2020, σ. 1 επ.· Ε. Ζερβογιάννη, Η επικοινωνία με το ανήλικο τέκνο ως δικαίωμα και ως υποχρέωση, ΕλλΔνη 2022, σ. 660 επ.· Κ. Παντελίδου, Οι αλλαγές του ν. 4800/2021 στη γονική μέριμνα και στο δικαίωμα επικοινωνίας με το τέκνο εκτός γάμου, ΕλλΔνη 2021, σ. 974 επ.· Γ. Λαδογιάννη, Μεταβολή του τόπου διαμονής του τέκνου και δικαίωμα επικοινωνίας του άλλου γονέα. Συμβολή στην ερμηνεία της ΑΚ 1519§2, ΕλλΔνη 2023, σ. 335 επ.· Ε. Πάκου, Το δικαίωμα επικοινωνίας-Άρθρο 1520 ΑΚ, ΕλλΔνη 2023, σ. 988 επ.· Κ. Σιδηροπούλου-Ανδριοπούλου, Το δικαίωμα επικοινωνίας μετά τον ν. 4800/2021-Νομολογιακές εξελίξεις, Αρμ. 2024, σ. 1292 επ.· Στ. Κιτσάκη, Συνεπιμέλεια και συμφέρον του τέκνου, ΕφΑΔΠολΔ 2021, σ. 10 επ.· Π. Γιαννόπουλου, Δικονομικά ζητήματα από τη μεταρρύθμιση του οικογενειακού δικαίου με τον Ν. 4800/2021, Αρμ. 2022, σ. 185 επ.· Π. Νικολόπουλου, Ποιος έχει την ενεργητική νομιμοποίηση για τη δικαστική ρύθμιση ή τη μεταρρύθμιση της επικοινωνίας του τέκνου με τον γονέα που δεν έχει την επιμέλεια, ΕφΑΔΠολΔ 2014, σ. 229 επ.
[3] Σε έτερα δίκαια, όπως είναι το γαλλικό (ά. 373 Code Civil), το γερμανικό (§1684 BGB), το ιταλικό (ά. 337 Codice Civile), το αγγλικό (Children Act 1989) και το αυστριακό, δεν προβλέπεται τεκμήριο ελάχιστου χρόνου επικοινωνίας του τέκνου με τον γονέα του, με τον οποίο δε διαμένει, αλλά η συμβατική ή η δικαστική ρύθμιση του χρόνου και του λοιπού περιεχομένου της επικοινωνίας αυτών γίνεται με βάση το συμφέρον του παιδιού.
[4] Βλ. ΜΠρΣυρ 81/2024, ΠειρΝ 2024, 165.
[5] Βλ. ΜΕφΑθ 2313/2024, ΤΝΠ ΔΣΑ· ΜΠρΘεσ 10975/2022, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[6] Βλ. ΑΠ 248/2025, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ· ΑΠ 1141/2024, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[7] Βλ. ΜΕφΛαρ 9/2024, ΤΝΠ ΔΣΑ.
[8] Βλ. ΜΕφΑθ 25/2024, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[9] Βλ. ΑΠ 748/2025, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, κατά την οποία είναι αξιόποινη η παρεμπόδιση της, δικαστικώς ή με επικυρωμένη από συμβολαιογράφο συμφωνία συναινετικού διαζυγίου ρυθμισμένης, επικοινωνίας, με το τέκνο, τόσο των γονέων και των ανιόντων αυτού όσο και έτερων δικαιούχων προσώπων· ΜΠρΣυρ 81/2024, ό.π. Για την αποτελεσματικότητα των προβλεπόμενων από το ελληνικό δίκαιο αστικών και ποινικών ένδικων βοηθημάτων προστασίας του δικαιώματος επικοινωνίας με το παιδί, βλ. ΕΔΔΑ, 6-4-2023, Τσίπιρας κατά Ελλάδας, προσφυγή No 13993/2020.
[10] Βλ. ΜΕφΑθ 25/2024, op.cit.· ΜΕφΛαρ 9/2024, ό.π.
[11] Δεν επιτρέπεται ωστόσο να κηρυχθεί προσωρινώς εκτελεστή για την απειλή προσωπικής κρατήσεως (ά. 1049§1εδ.α ΚΠολΔ). Δυνάμει της αρχής της αναλογικότητας (ά. 25§1 Σ. και 52 ΧΘΔΕΕ), μπορεί άλλωστε να απειληθεί και μόνο χρηματική ποινή, ως μέσο έμμεσης αναγκαστικής εκτελέσεως της αποφάσεως περί της επικοινωνίας ως καταψηφιστικής, πέραν του διαπλαστικού της χαρακτήρα.
[12] Βλ. ΤρΕφΑθ 2797/2024, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[13] Βλ. Γ. Λέκκα, Η επιμέλεια του παιδιού κατά τον Αστικό Κώδικα μετά τον Ν. 4800/2021, 2021, σ. 266.
[14] Βλ. ΜΕφΑθ 2313/2024, op.cit.
[15] Βλ. ΕΔΔΑ, 9-4-2019, V.D. και άλλοι κατά Ρωσίας, προσφυγή No 72931/2010· ΕΔΔΑ, 16-7-2015, Nazarenko κατά Ρωσίας, προσφυγή No 39438/2013· ΕΔΔΑ, 21-12-2010, Anayo κατά Γερμανίας, προσφυγή Νο 20578/2007.
[16] Η συμβατική ή η δικαστική ρύθμιση της επικοινωνίας του τέκνου μπορεί τότε να γίνεται με κοινό τρόπο για τον παππού, τη γιαγιά, τους θείους, τις θείες και τους εξαδέλφους αυτού (βλ. ΜΕφΑθ 2313/2024, ό.π.).
[17] Βλ. ΜΠρΗλείας 167/2023, Αρμ. 2023, 1407.
[18] Βλ. ΜΠρΑχαΐας 325/2025, ΕλλΔνη 2025, σ. 1160 επ., με παρατηρήσεις Κ. Παντελίδου.
[19] Βλ. ΜΠρΠειρ (ασφ.) 60/2022, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[20] Βλ. ΜΕφΑνΚρητ 224/2023, ΕλλΔνη 2024, 180.


