ΕνημέρωσηΕπικαιρότηταΝομολογία

Γεωργίου Αμπατζή, Δικηγόρου Πατρών ε.τ.: Τροχαίο ατύχημα στην αλλοδαπή με θάνατο έλληνα υπηκόου. Εφαρμοστέο Δίκαιο επί της Αξίωσης Χρηματικής Ικανοποίησης λόγω Ψυχικής Οδύνης (ΑΠ 291/2025)

Δημοσίευσε ο 7 Ιουνίου 2026697 ΠροβολέςΧωρίς Σχόλια

                                   Άρθρα- Απόψεις

ΤΡΟΧΑΙΟ ΑΤΥΧΗΜΑ ΣΤΗΝ ΑΛΛΟΔΑΠΗ (ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ) ΜΕ ΘΑΝΑΤΟ ΕΛΛΗΝΑ ΥΠΗΚΟΟΥ

Το Εφαρμοστέο Δίκαιο επί της Αξίωσης  Χρηματικής Ικανοποίησης λόγω Ψυχικής Οδύνης των Συγγενών του – Κατοίκων Ελλάδας

 ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ στην υπ αριθ. 291/2025 Απόφαση του Αρείου Πάγου

(Δ΄ ΠΟΛΙΤΙΚΟ  ΤΜΗΜΑ)

υπό Γεωργίου Αμπατζή Δικηγόρου ε.τ.

 (Δημοσιεύεται στη ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

 τεύχος Ιανουάριος 2026)

 Ε Ι Σ Α Γ Ω Γ Η

Πρόσφατα ο Άρειος Πάγος κλήθηκε να ερμηνεύσει και να εφαρμόσει την διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Κανονισμού  864/2007, γνωστού ως Κανονισμού Ρώμη ΙΙ. Συγκεκριμένα το Δικαστήριο αυτό κλήθηκε να αποφασίσει αν η χρηματική ικανοποίηση  λόγω ψυχικής οδύνης των συγγενών του  θανόντος  σε τροχαίο ατύχημα το οποίο συνέβη σε κράτος μέλος της Ένωσης διαφορετικό από το κράτος μέλος στο οποίο κατοικούν οι συγγενείς του, συνιστά άμεση ζημία ή αποτελεί έμμεσο αποτέλεσμα  κατά την έννοια αυτής της διάταξης. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι αποφασιστικής σημασίας, προκειμένου να προσδιοριστεί ποιό είναι στην συγκεκριμένη περίπτωση το εφαρμοστέο δίκαιο.

Ι Σ Τ Ο Ρ Ι Κ Ο

Τα πραγματικά περιστατικά τα οποία συνθέτουν την υπόθεση επί της οποίας κλήθηκε να αποφανθεί το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου είναι  τα ακόλουθα: Το έτος 2016 συνέβη τροχαίο ατύχημα στην Φινλανδία  κατά το οποίο θανατώθηκε ο έλληνας υπήκοος Μ.Β., κάτοικος Ελλάδας. Το ατύχημα αυτό προκλήθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου,  το οποίο  έφερε πινακίδες κυκλοφορίας της Φινλανδίας. Οι συγγενείς του θανόντος,  έλληνες υπήκοοι και κάτοικοι Ελλάδας, άσκησαν στο Πρωτοδικείο Αθηνών αγωγή  η οποία στρεφόταν κατά της αλλοδαπής Ασφαλιστικής Εταιρίας στην οποία ήταν ασφαλισμένο το ζημιογόνο αυτοκίνητο, με την οποία  και ζητούσαν να τους επιδικαστούν  τα κονδύλια που αναφέρονται σε αυτήν την αγωγή ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης,  την οποία υπέστησαν από το θάνατο του συγγενούς τους.

Το Πρωτοδικείο,  αφού εφάρμοσε το Ελληνικό Δίκαιο  λόγω της αδικοπραξίας του τροχαίου ατυχήματος, δέχτηκε την αγωγή ως βάσιμη και επιδίκασε μέρος των αιτηθέντων αυτών κονδυλίων. Το Εφετείο, μετά από έφεση που άσκησε  η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, επικύρωσε την απόφαση του Πρωτοδικείου, αφού δέχτηκε ότι οι παραδοχές αυτής της απόφασης ήταν ορθές.

Εναντίον της αποφάσεως του Εφετείου άσκησε αναίρεση η πάρα πάνω ασφαλιστική εταιρία, η οποία απέδωσε στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας παράβασης των διατάξεων του Κανονισμού 864/2007 (ΡΩΜΗ ΙΙ, εφεξής Κανονισμός) με την ειδικώτερη αιτίαση ότι το Εφετείο  μετά από εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του εν λόγω Κανονισμού, και ειδικώτερα του άρθρου 4 παρ.1 αυτού, έκρινε ότι εφαρμοστέο στην ένδικη υπόθεση ήταν το ελληνικό δίκαιο,  ενώ όφειλε να δεχτεί ότι εφαρμοστέο ήταν το δίκαιο της Φινλανδίας.

 

ΙΙ.  Η  ΥΠ΄ΑΡΙΘ 291/2025 ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ  ΠΑΓΟΥ

ΚΑΙ  ΟΙ ΔΙΙΣΤΑΜΕΝΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ  ΤΗΣ

Στην απόφαση αυτή του Αρείου Πάγου διατυπώθηκαν δύο απόψεις ως προς το ζήτημα του εφαρμοστέου δικαίου επί του κονδυλίου της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης των συγγενών του θανόντος. Η πρώτη άποψη, η οποία απετέλεσε και την γνώμη της πλειοψηφίας,  δέχτηκε ότι εφαρμοστέο στην υπόθεση αυτή  είναι το ελληνικό δίκαιο, ως δίκαιο της άμεσης ζημίας  σύμφωνα με το άρθρο 4  παρ.1 του Κανονισμού. Με βάση αυτή την παραδοχή απέρριψε την  αναίρεση και επικύρωσε την απόφαση του Εφετείου.

Το άρθρο 4 του εν λόγω Κανονισμού στην πρώτη παράγραφο αυτού ορίζει ότι “   επί εξωσυμβατικής ενοχής η οποία απορρέει από αδικοπραξία, εφαρμοστέο είναι το δίκαιο της χώρας στην οποία επέρχεται η ζημία, ανεξαρτήτως της χώρας στην οποία έλαβε χώρα το ζημιογόνο γεγονός καθώς και της χώρας ή των χωρών στις οποίες το εν λόγω γεγονός παράγει έμμεσα αποτελέσματα, εκτός αν ορίζεται άλλως στον παρόντα Κανονισμό”. 

Όπως προκύπτει από την διάταξη αυτή ο ενωσιακός νομοθέτης θεσπίζει ως πρωταρχικό συνδετικό στοιχείο για την εξωσυμβατική ευθύνη  την “άμεση ζημία”. Η διάταξη αυτή δεν προσδιορίζει ευθέως την έννοια της άμεσης ζημίας ως συνδετικό στοιχείο, αλλά αυτό συνάγεται από την ίδια την διατύπωσή της , αφού αποκλείει την εφαρμογή του δικαίου της χώρας ή των χωρών στις οποίες το ζημιογόνο γεγονός παράγει έμμεσα αποτελέσματα όπως επίσης και της χώρας στην οποία συνέβη το ζημιογόνο αυτό γεγονός. Η θέση αυτή επιβεβαιώνεται και από το προοίμιο του Κανονισμού, στην σκέψη 16 του οποίου ρητά αναφέρεται η “άμεση ζημία” (lex loci damni), η οποία αποτελεί και το συνδετικό στοιχείο του εφαρμοστέου δικαίου κατά την έννοια αυτής της διάταξης. Μάλιστα επισημαίνεται ότι η σύνδεση αυτή με την χώρα στην οποία επήλθε η άμεση ζημία εξισορροπεί κατά δίκαιο τρόπο τα συμφέροντα του φερομένου ως υπαιτίου και του ζημιωθέντος.

Η πλειοψηφία των μελών  του Δ΄ Τμήματος, μετά από εκτενή επιχειρηματολογία βασιζόμενη  στην ανάλυση του θεσμού όπως τον εννοεί η εσωτερική έννομη τάξη της χώρας μας,  κατέληξε στην άποψη ότι στο πλάτος της εννοίας της εν λόγω κρίσιμης διάταξης, δηλ. του άρθρου 4 παρ.1 του Κανονισμού, υπάγεται και η ρύθμιση του κονδυλίου της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, αφού η αξίωση  αυτή συγκροτεί την έννοια της άμεσης ζημίας, όπως αυτή προσδιορίζεται στην εν λόγω διάταξη. Η επιχειρηματολογία της πλειοψηφίας επικεντρώνεται κυρίως στα ακόλουθα δύο στοιχεία. α) Ότι η αξίωση αυτή των συγγενών του θανόντος συνιστά εξ ιδίου δικαίου προσωπική αξίωση κατά του αδικοπραγήσαντος, η οποία αξίωση αποτελεί πρωτογενή, ευθεία και άμεση προσβολή του προσώπου τους  και  β) ότι κατά τις σχετικές διατάξεις του ελληνικού δικαίου (άρθρα 914, 297, 298 και 932 του ΑΚ ) επί αδικοπραξίας αξίωση για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης έχει μόνον ο αμέσως ζημιωθείς από την πράξη ή την παράλειψη όχι δε και ο εμμέσως ζημιωθείς τρίτος. Συμπληρώνοντας αυτές τις σκέψεις η πλειοψηφήσασα γνώμη δέχεται ότι, κατά συνέπεια των ανωτέρω, εφαρμοστέο στην κρινόμενη περίπτωση  είναι το ελληνικό  δίκαιο, ως το δίκαιο του τόπου της κατοικίας των δικαιούχων συγγενών όπου αυτοί υφίστανται κυρίως και μονίμως την ψυχική οδύνη,  η οποία οπωσδήποτε έχει χρονική διάρκεια και συνεπώς τους επιβαρύνει όχι εφάπαξ, αλλά για μεγάλο κατά κανόνα, χρονικό διάστημα.

Ένα όμως μέλος του Δικαστηρίου, και συγκεκριμένα η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης,  δεν συντάχθηκε με την πάρα πάνω άποψη της πλειοψηφίας αλλά μειοψήφησε. Η εν λόγω Εισηγήτρια έκρινε ότι η αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης των συγγενών του θανόντος δεν αποτελεί άμεση ζημία  κατά την έννοια του άρθρου 4 παρ.1 του Κανονισμού, αλλά αυτή χαρακτηρίζεται ως έμμεσο αποτέλεσμα του ατυχήματος. Κατά συνέπεια δέχτηκε  ότι εφαρμοστέο είναι το Φινλανδικό και όχι το Ελληνικό δίκαιο. Ακολούθως η μειοψηφούσα αυτή γνώμη καταλήγει στο συμπέρασμα ότι με το να κρίνει το Εφετείο ότι εφαρμοστέο είναι το ελληνικό δίκαιο, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ,  της παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Ακολούθως,  καταλήγει η γνώμη αυτή, ότι συντρέχει περίπτωση υποβολής προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ, προκειμένου να επαναξιολογηθεί το νομικό ζήτημα της έννοιας της ζημίας και των ατόμων που δικαιούνται την αποκατάσταση αυτής της ζημίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 και 15  στ΄ του Κανονισμού, λαμβάνοντας μεταξύ των άλλων υπόψη και τους σκοπούς που επιδιώκονται με τη ρύθμιση αυτή. Την γνώμη της αυτή η εν λόγω Δικαστής εστήριξε στην σχετική νομολογία του ΔΕΕ και  ειδικώτερα αυτή  επικαλέστηκε την υπ αριθ.C–350/14(10-12-2015 ) απόφαση αυτού του Δικαστηρίου (FL.Lazar  κατά  Allianz SpA). Η απόφαση αυτή του ΔΕΕ εκδόθηκε μετά από σχετικό προδικαστικό ερώτημα το οποίο υπέβαλε προς το ΔΕΕ το αρμόδιο  Ιταλικό Δικαστήριο στο οποίο εκκρεμούσε η σχετική αγωγή. Το ερώτημα αυτό συνίστατο στο αν η χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης των συγγενών ν της θανούσης  σε τροχαίο ατύχημα  συνιστά “ζημία”  υπό την έννοια του άρθρου 4 παρ.1 του Κανονισμού, δηλαδή άμεση ζημία  ή “έμμεσο αποτέλεσμα” υπό την έννοια  του δεύτερου εδαφίου  της ίδιας διατάξεως.

Στην υπόθεση αυτή που απασχόλησε το ΔΕΕ  τα πραγματικά περιστατικά ήσαν τα ακόλουθα. Επρόκειτο συγκεκριμένα για τροχαίο ατύχημα το οποίο συνέβη στην Ιταλία και κατά το οποίο υπέστη  θανατηφόρα σωματική βλάβη μία γυναίκα,  υπήκοος της Ρουμανίας και κάτοικος Ιταλίας. Ο  πατέρας της θανούσης, ρουμάνος υπήκοος και κάτοικος Ρουμανίας, άσκησε αγωγή  κατά της  ασφαλιστικής εταιρίας του ζημιογόνου αυτοκινήτου  η οποία απευθυνόταν ενώπιον του αρμοδίου Ιταλικού δικαστηρίου, με την οποία αγωγή ζητούσε την αποκατάσταση των ζημιών, περιουσιακών και μη περιουσιακών,  τις οποίες  αυτός υπέστη από   τον θάνατο της θυγατέρας του, ο οποίος συνέβη επί ιταλικού εδάφους.

Το ΔΕΕ απαντώντας στο  σχετικό προδικαστικό ερώτημα του Ιταλικού Δικαστηρίου υιοθέτησε την ακόλουθη ερμηνευτική θέση:  Ότι το άρθρο 4 παρ.1 του Κανονισμού 864/2007  έχει την έννοια ότι  προς  προσδιορισμό του εφαρμοστέου δικαίου σε εξωσυμβατική ενοχή απορρέουσα από τροχαίο ατύχημα, οι ζημιές που συνδέονται με τον θάνατο ατόμου  εξαιτίας ενός τέτοιου ατυχήματος το οποίο συμβαίνει εντός του κράτους μέλους του δικάζοντος δικαστηρίου, τις οποίες ζημίες υφίστανται οι οικείοι του θύματος αυτού που κατοικούν εντός άλλου κράτους μέλους, πρέπει να χαρακτηρίζονται ως “ έμμεσα αποτελέσματα”  του ατυχήματος αυτού κατά την έννοια της πάρα πάνω διατάξεως.

Το ΔΕΕ κατέληξε στο πάρα πάνω συμπέρασμα στηριζόμενο στις ακόλουθες σκέψεις α) Ότι από τις επιταγές τόσο της ενιαίας εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης όσο και της αρχής της ισότητας, προκύπτει ότι το γράμμα της διατάξεως του δικαίου της Ένωσης που δεν περιέχει ρητή παραπομπή στο δίκαιο των κρατών μελών για τον προσδιορισμό της έννοιας και του περιεχομένου της πρέπει κανονικά να ερμηνεύεται σε ολόκληρη την Ένωση κατά τρόπο αυτοτελή και ενιαίο (σκέψη 21). β) Ότι στην αιτιολογική σκέψη 17 του Κανονισμού Ρώμη ΙΙ ορίζεται πως σε περίπτωση προσωπικής ή περιουσιακής ζημίας η χώρα στην οποία επέρχεται η άμεση ζημία είναι η χώρα εντός της οποίας προκλήθηκε η προσωπική ή η περιουσιακή ζημία (σκέψη 24) και γ) ότι το άρθρο 15 στοιχείο στ΄ του εν λόγω Κανονισμού, με το οποίο καθορίζονται τα άτομα τα οποία δικαιούνται να διεκδικήσουν την αποκατάσταση της ζημίας την οποία αυτά υπέστησαν προσωπικά, αντιδιαστέλλει τον αμέσως ζημιωθέντα προς τον ζημιωθέντα εξ ανακλάσεως, ο οποίος είναι ο υποστάς την ψυχική οδύνη από τον θάνατο του οικείου του(σκέψεις 26 και 27).

Παράλληλα όμως η μειοψηφούσα άποψη εκφράζει και έναν προβληματισμό, δικαιοπολιτικού χαρακτήρα, ο οποίος απορρέει από το γεγονός ότι οι περισσότερες έννομες τάξεις των κρατών μελών της ΕΕ, μεταξύ των οποίων και η Φινλανδία, δεν αναγνωρίζουν τον θεσμό της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης στην έκταση και την ευρύτητα που τον αναγνωρίζει το ελληνικό δίκαιο (άρθρο 932 εδαφ. γ΄του ΑΚ). Η εφαρμογή λοιπόν του δικαίου της χώρας στην οποία συνέβη το ατύχημα μπορεί ενδεχομένως να οδηγήσει σε ανεπιεική αποτελέσματα, με την έννοια ότι οι έλληνες συγγενείς του θανόντος σε ένα τέτοιο ατύχημα δεν  θα λάβουν καθόλου ή θα λάβουν πολύ μικρότερα ποσά για  χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης του συγγενούς τους, έναντι εκείνων που θα ελάμβαναν αν εφαρμοστέο ήταν το ελληνικό δίκαιο. Ειδικώτερα, αναφέρει η γνώμη της μειοψηφίας, αυτό ισχύει στην ένδικη υπόθεση, στην οποία το εφαρμοστέο δίκαιο της Φινλανδίας θέτει αυστηρότερες προϋποθέσεις για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης έναντι του ελληνικού δικαίου.  Το γεγονός αυτό οδηγεί στην ακύρωση του θεσμού της ψυχικής οδύνης και με τον τρόπο αυτό αναιρείται  η επίτευξη ενός από τους βασικούς στόχους του Κανονισμού  Ρώμη ΙΙ, που είναι η εξασφάλιση εύλογης ισορροπίας μεταξύ των συμφερόντων του φερόμενου ως υπαιτίου και του ζημιωθέντος.

Με την υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ, υποστηρίζει η μειοψηφούσα γνώμη, θα τεθεί ο πάρα πάνω προβληματισμός δικαιοπολιτικού χαρακτήρα στο Δικαστήριο της Ένωσης,  ώστε να επαναξιολογηθεί το νομικό ζήτημα της έννοιας της ζημίας και των ατόμων που δικαιούνται αποκατάσταση αυτής, υπό το πρίσμα των νέων στοιχείων και επιχειρημάτων, αλλά και των σκοπών  που επιδιώκονται με την ρύθμιση αυτή.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ   ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

  1. Στις Θέσεις της Πλειοψηφίας

Η  άποψη της πλειοψηφίας είναι κατά το αποτέλεσμα ορθή, και ειδικώτερα  όσον αφορά την εφαρμογή  στην συγκεκριμένη περίπτωση του ελληνικού δικαίου. Παρουσιάζει όμως προβλήματα ως προς την συγκρότηση της μείζονος πρότασης  του δικανικού συλλογισμού της. Και αυτό διότι η εν λόγω άποψη  έρχεται σε  ευθεία αντίθεση με την νομολογία του ΔΕΕ, το οποίο έχει αποφανθεί για το συγκεκριμένο ζήτημα  της ερμηνείας της διάταξης του άρθρου 4 παρ.1 του Κανονισμού, όπως αναφέρεται πάρα πάνω. Αφού το ΔΕΕ έκρινε ότι η χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης του θανόντος σε τροχαίο ατύχημα  δεν συγκροτεί την έννοια της  άμεσης ζημίας, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 4 παρ.1 του Κανονισμού,   αλλά  χαρακτηρίζει αυτήν ως έμμεσο αποτέλεσμα του τροχαίου ατυχήματος, το εθνικό Δικαστήριο  όφειλε να  μην παρεκκλίνει από αυτή την ερμηνεία που έδωσε στην εν λόγω  διάταξη  το ΔΕΕ.

Η απόφαση θα μπορούσε, κατά την άποψή μας, να  καταλήξει  στην εφαρμογή του ελληνικού δικαίου με βάση άλλη διάταξη του Κανονισμού και ειδικώτερα εκείνη του άρθρου 16  αυτού (διατάξεις αμέσου εφαρμογής). Η διάταξη αυτή παρέχει στον Εθνικό Δικαστή την ευχέρεια να εφαρμόσει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, το δίκαιο της χώρας του και μάλιστα ανεξάρτητα από το δίκαιο το οποίο διέπει κατά τους ενωσιακούς κανόνες τη συγκεκριμένη εξωσυμβατική  ενοχή. Αν λοιπόν ο έλληνας Δικαστής εφαρμόσει το ελληνικό δίκαιο σε υπόθεση η οποία φέρει  χαρακτηριστικά παρόμοια με αυτά που παρουσιάζει η υπόθεση που απασχόλησε τον Άρειο Πάγο, χρησιμοποιώντας ως νομικό έρεισμα της απόφασής του τη διάταξη του άρθρου 16 του Κανονισμού, όχι μόνο δεν έρχεται σε αντίθεση με την ενωσιακή νομοθεσία και τη νομολογία του ΔΕΕ, αλλά αντίθετα η απόφαση αυτή είναι πλήρως εναρμονισμένη προς αυτές, όπως θα καταδειχθεί  από την ανάλυση που ακολουθεί πάρα κάτω.

 

  1. Στην Γνώμη της Μειοψηφίας

Η άποψη της μειοψηφίας, ότι εφόσον υπάρχει ήδη νομολογία του ΔΕΕ σύμφωνα με την οποία η χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης των συγγενών του θανόντος σε τροχαίο ατύχημα δεν συνιστά άμεση ζημία αυτών, αλλά αποτελεί   έμμεσο αποτέλεσμα του ατυχήματος, είναι κατ αρχήν ορθή. Και αυτό διότι η άποψη αυτή εναρμονίζεται με τις ερμηνευτικές θέσεις του ΔΕΕ, όπως αναφέρεται πάρα πάνω. Πρέπει εδώ να τονισθεί η αναλυτική και εμπεριστατωμένη επιχειρηματολογία αυτής της άποψης, η οποία στηρίζεται και σε αντίστοιχη πλούσια νομολογία του ΔΕΕ. Η θέση της όμως για την υποβολή προδικαστικού ερωτήματος προς το ΔΕΕ,  προκειμένου να αποφευχθούν ανεπιεική αποτέλεσμα τα  από την εφαρμογή του αλλοδαπού δικαίου το οποίο μπορεί να  μην αναγνωρίζει τον θεσμό στην έκταση και υπό τις προϋποθέσεις που αυτός ρυθμίζεται στην Ελληνική έννομη τάξη,προκαλεί τον ακόλουθο προβληματισμό.

Η υποβολή του σχετικού ερωτήματος ενέχει τον κίνδυνο το ΔΕΕ, εναρμονιζόμενο προς την προηγούμενη απόφασή του(υπόθεση Cilift όπ.παρ.) να δεχτεί ότι στην προκειμένη περίπτωση εφαρμοστέο είναι το Φινλανδικό δίκαιο το οποίο, όπως αναφέρεται στην άποψη της μειοψηφίας, οδηγεί σε ανεπιεική αποτελέσματα, αφού  το φινλανδικό δίκαιο θέτει ιδιαίτερα αυστηρές προϋποθέσεις για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης.

Είναι όμως αμφίβολο αν με την υποβολή του προδικαστικού ερωτήματος θα καταστεί δυνατόν να αντιμετωπισθεί ο πάρα πάνω κίνδυνος. Και αυτό διότι θα απαιτηθεί το Δικαστήριο να ερμηνεύσει το άρθρο 4 παρ.1 του Κανονισμού με τέτοιο τρόπο ώστε να παρακαμφθεί η νομική φύση αυτής της διάταξης  η οποία  αποτελεί κανόνα άρσης του συγκρουσιακού χαρακτήρα της διάταξης και να του προσδώσει χαρακτήρα ουσιαστικού δικαίου. Μόνο με τον τρόπο αυτό είναι δυνατόν να επέλθει άμβλυνση των ανισοτήτων που εγκυμονούνται από τις διαφορετικές ρυθμίσεις των κρατών μελών ως προς το ζήτημα της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης.

Αυτό όμως δεν επιτρέπεται από την ίδια την νομική φύση των διατάξεων του Κανονισμού, ο οποίος κατά την διακηρυγμένη άποψη της πρότασης της Επιτροπής ρυθμίζει μόνο ποιο είναι το εφαρμοστέο δίκαιο σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση και δεν υπεισέρχεται στον εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου. Δηλαδή ο Κανονισμός  καταλαμβάνει μόνο τις περιπτώσεις στις οποίες υπάρχει σύγκρουση δικαίων και δεν ασχολείται με τις ρυθμίσεις του ουσιαστικού δικαίου, το οποίο αυτός ορίζει ως εφαρμοστέες.

Ίσως τέτοιου είδους δικαιοπολιτικής φύσεως σκέψεις πρυτάνευσαν στην πλειοψήφησα άποψη, η οποία και εφήρμοσε το Ελληνικό δίκαιο  προκειμένου να μην οδηγηθεί σε ανεπιεική αποτελέσματα, τα οποία θα προέκυπταν για τους συγγενείς του θανόντος από την εφαρμογή του δικαίου της Φινλανδίας. Και αυτό το έκανε η πλειοψηφία, παρά το γεγονός ότι η μειοψηφήσασα γνώμη επισήμανε το γεγονός της αντίθεσης αυτής της θέσης της προς την ερμηνεία της συγκεκριμένης διάταξης του άρθρου 4 παρ.1  του Κανονισμού από το ΔΕΕ.

 

Η ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ   ΤΟΥ   ΔΕΕ   ΩΣ   ΠΑΡΑΓΩΝ    ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ   ΤΟΥ

ΕΘΝΙΚΟΥ   ΔΙΚΑΙΟΥ   ΤΩΝ   ΚΡΑΤΩΝ   ΜΕΛΩΝ   ΤΗΣ   ΕΝΩΣΗΣ

 

Μία θεμελιώδης αρχή που διέπει την δικαιοδοτική  λειτουργία στις περιπτώσεις που το εθνικό Δικαστήριο ενός κράτους μέλους της Ένωσης  καλείται να εφαρμόσει διάταξη του ενωσιακού δικαίου, είτε αυτή είναι διάταξη Κανονισμού είτε Οδηγίας, οφείλει να συγκροτήσει τον δικανικό του συλλογισμό κατά τον ακόλουθο τρόπο. Στη μείζονα πρόταση αυτού του συλλογισμού θα  θέσει τον κανόνα του ενωσιακού δικαίου όπως αυτός έχει ερμηνευτεί από το ΔΕΕ, εφόσον βέβαια το Δικαστήριο αυτό έχει ασχοληθεί με την ερμηνεία της συγκεκριμένης διατάξεως. Και αυτό διότι   η ερμηνεία αυτών των κανόνων έχει ανατεθεί στο Δικαστήριο της  ΕΕ με το άρθρο 19 παρ.1 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.  Η προκρινόμενη από το ΔΕΕ  ερμηνεία δεν περιορίζεται μόνο στην υπόθεση για την οποία υποβλήθηκε το προδικαστικό ερώτημα, αλλά αναπτύσσει την δεσμευτικότητα της πέραν της κυρίας δίκης σε όλες τις υποθέσεις που καλούνται να κρίνουν επί του ιδίου ή επί παρομοίου  θέματος επί του οποίου έκρινε το Δικαστήριο της Ένωσης. Αυτό διακηρύσσεται και στην 283/81 απόφαση του ΔΕΚ (CILFIT –  Συλλογή Νομολογίας 1982-03415), στην οποία τονίζεται η δεσμευτικότητα αυτής της ερμηνείας, όταν τα ανακύπτοντα  ζητήματα είναι ταυτόσημα προς το ζήτημα που απετέλεσε ήδη το αντικείμενο της προδικαστικής απόφασης σε ανάλογη περίπτωση ή όταν το επίδικο νομικό ζήτημα έχει επιλυθεί από πάγια νομολογία του ΔΕΕ. (Σκέψη 21 και διατακτικό της αποφάσεως, Ε.Σαχπεκίδου “Ευρωπαϊκό Δίκαιο”Γ έκδοση σελ. 736-737).

Όπως έχει επισημανθεί και από την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την συμμόρφωση αυτή των εθνικών Δικαστηρίων προ τις ερμηνευτικές θέσεις του ΔΕΕ διασφαλίζεται η ομοιομορφία του δικαίου της Ένωσης  η οποία εξυπηρετεί και την αρχή της ίσης μεταχείρισης των εμπλεκόμενων φυσικών και νομικών προσώπων, αφού η αρχή αυτή ασφαλώς απειλείται αν οι ίδιες διατάξεις εφαρμόζονται διαφορετικά στα κράτη μέλη της Ένωσης. Συνεπώς η άρνηση ή η παράλειψη του εθνικού δικαστηρίου να κρίνει την εκκρεμή σε αυτό υπόθεση με βάση την ερμηνεία που δόθηκε στο ενωσιακό δίκαιο από το Δικαστήριο της Ένωσης, συνιστά παράβαση του δικαίου αυτού, η οποία στην Ελλάδα ελέγχεται αναιρετικά με λόγο από τον αριθμό 1 των άρθρων 559 ή 560 ΚΠολΔ. Η ίδια παράβαση συντελείται ακόμα και όταν το εθνικό δικαστήριο δεν εφαρμόζει μεν ευθέως το δίκαιο της Ένωσης, αλλά ρυθμίσεις του εσωτερικού δικαίου που ενσωματώνουν αντίστοιχες ρυθμίσεις του ενωσιακού δικαίου, τις οποίες όμως και πάλι παραβιάζει , αν τελικά ερμηνεύει τις εσωτερικές ρυθμίσεις κατά τρόπο αντίθετο προς την ερμηνεία προηγουμένως των ενωσιακών ρυθμίσεων από το Δικαστήριο της Ένωσης. ( Ολομ. ΑΠ 16/2013 ,11/2013, 10/2013, 23/1998 και ΑΠ 139/2022 σε Ιστοσελίδα Νόμος).

Η δεσμευτικότητα αυτή των αποφάσεων του ΔΕΕ, ως προς την ερμηνεία των κανόνων του Ενωσιακού Δικαίου για τα εθνικά δικαιοδοτικά όργανα, είναι απόρροια του κανόνα της υπεροχής του ενωσιακού έναντι του εθνικού κανόνα, τον οποίο καθιερώνει το άρθρο 28 αριθ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος και ιδιαίτερα της ερμηνευτικής δήλωσης  κάτω από αυτό, σύμφωνα με την οποία το άρθρο αυτό αποτελεί το θεμέλιο για την συμμετοχή της Χώρας στις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Η αρχή αυτή της υπεροχής του ενωσιακού έναντι του εθνικού δικαίου αποτελεί και το κατάλληλο νομοθετικό μέσο για την άρση της σύγκρουσης μεταξύ αυτών , με την έννοια ότι η σύγκρουση αυτή αίρεται υπέρ του πρώτου. (Απόφαση ΔΕΚ C- 6/64  σκέψη 31 βλέπετε σχετικά και μελέτη Ηλ.Κλάππα σε ΕπΣυγκΔ  2014 σελ.210 κ. επ.).

(Για το γεγονός ότι η νομολογία του ΔΕΕ αποτελεί  αυτοτελή πηγή του ενωσιακού δικαίου και τον κανονιστικό χαρακτήρα αυτής της νομολογίας βλέπετε Γ.Αμπατζή  σε ΕπΣυγκΔ 2025 σελ. 10).

 

Η   ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ   ΛΥΣΗ   ΤΟΥ  ΑΡΘΡΟΥ   16   ΤΟΥ  ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΡΩΜΗ  ΙΙ

ΟΙ   ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ  ΑΜΕΣΟΥ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ

Πρέπει εκ προοιμίου να διευκρινιστεί ότι με τις διατάξεις του Κανονισμού Ρώμη ΙΙ θεσπίζονται κανόνες σύγκρουσης νόμων των κρατών μελών, δηλαδή κανόνες ιδιωτικού διεθνούς δικαίου και όχι κανόνες ουσιαστικού δικαίου. Τέτοια σύγκρουση νόμων υπάρχει μόνο σε εκείνες τις βιοτικές έννομες σχέσεις  οι οποίες εμπεριέχουν στοιχεία αλλοδαπότητας  σε σχέση με την εσωτερική κοινωνική ζωή μιάς  χώρας και τα οποία δίνουν λαβή για την εφαρμογή περισσότερων νομικών συστημάτων. (Πρόταση Επιτροπής COM  2003  427). Κλασσική περίπτωση τέτοιας σχέσης που φέρει στοιχεία αλλοδαπότητας αποτελεί ένα τροχαίο ατύχημα το οποίο συμβαίνει σε ένα άλλο κράτος μέλος εκτός της Ελλάδος κατά το οποίο θανατώνεται έλληνας υπήκοος και γεννώνται από αυτό το συμβάν περιουσιακές και μη περιουσιακές αξιώσεις των συγγενών του, οι οποίοι κατοικούν στην Ελλάδα. Στην περίπτωση αυτή προκειμένου να ανεύρει ο έλληνας Δικαστής το εφαρμοστέο ουσιαστικό δίκαιο θα πρέπει να προσφύγει στις διατάξεις του Κανονισμού, οι οποίες και θα του υποδείξουν το ουσιαστικό δίκαιο που θα εφαρμοστεί στην συγκεκριμένη περίπτωση. Το ερώτημα που προκύπτει είναι αν ο έλληνας εφαρμοστής του δικαίου έχει το δικαίωμα να παρακάμψει το ουσιαστικό δίκαιο που ορίζεται ως εφαρμοστέο στην συγκεκριμένη περίπτωση από τις διατάξεις του Κανονισμού και να εφαρμόσει απευθείας το ελληνικό δίκαιο. Τη λύση τη δίνει ο ίδιος ο Κανονισμός  με την ευχέρεια που παρέχει στο εθνικό δικαιοδοτικό όργανο με το άρθρο 16 αυτού. Το άρθρο αυτό ορίζει ότι  “Ο παρών κανονισμός δεν περιορίζει την εφαρμογή των διατάξεων αναγκαστικού δικαίου της χώρας του δικάζοντος δικαστή  ,οι οποίες εφαρμόζονται ανεξαρτήτως του δικαίου που διέπει κατά τα άλλα την εξωσυμβατική ενοχή”. Από την διάταξη αυτή απορρέει και η νομική φύση, το περιεχόμενο και η μεθοδολογική ιδιαιτερότητα των κανόνων άμεσης εφαρμογής. Ως προς την νομική τους φύση οι κανόνες αυτοί μοιάζουν κατά την δομή τους με όλους τους άλλους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου του forum, δηλαδή εμπεριέχουν τόσο πραγματικά στοιχεία όσο και έννομη συνέπεια. Ως προς το περιεχόμενό τους αυτοί προσδιορίζονται ως κανόνες των οποίων η εφαρμογή είναι αναγκαία για την διαφύλαξη της πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής οργάνωσης ενός κράτους. Με άλλα λόγια οι κανόνες αμέσου εφαρμογής είναι αναγκαστικού δικαίου κανόνες της έννομης τάξης του δικάζοντος δικαστή που είναι τόσο σημαντικοί για το δικαιϊκό του σύστημα, ώστε να θέτουν εκποδών τους κανόνες που ορίζει ο Κανονισμός ως εφαρμοστέο ουσιαστικό δίκαιο και αντί αυτών να εφαρμόζεται ο κανόνας του δικαίου του forum του δικάζοντος δικαστού. ( Σ.Βρέλλης “Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο” εκδ.Γ΄σελ.21-22, Χρ. Τσούκα  σε ΧρΙΔ 2011 σελ.393 κ.επ.).

Η μεθοδολογική τέλος ιδιαιτερότητα αυτών των κανόνων συνίσταται στο ότι αυτοί είναι εφαρμοστέοι ακόμα και αν στην συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμοστέο θα ήταν το δίκαιο άλλου κράτους μέλους  στο οποίο παραπέμπουν οι κανόνες  συγκρούσεως. Με την έννοια αυτή ο κανόνας αμέσου εφαρμογής είναι α) αναγκαίος για την κοινωνική οργάνωση, αφού θα πρέπει να εφαρμοσθεί υποχρεωτικά στις σχέσεις που εμφανίζουν στοιχεία αλλοδαπότητας  και β) μονομερής  αφού αυτός καθορίζει μονομερώς ως εφαρμοστέο το εγχώριο δίκαιο σε όλες τις έννομες σχέσεις οι οποίες εμπίπτουν στην πάρα πάνω προϋπόθεση, ακόμα και όταν οι σχέσεις αυτές εμφανίζουν στοιχεία αλλοδαπότητας. Ειδικώτερα, όταν ο εθνικός δικαστής  διαπιστώνει ότι κάποια διάταξη του δικαίου του φέρει τον χαρακτήρα κανόνα αμέσου εφαρμογής τον εφαρμόζει άμεσα, χωρίς να ανατρέχει στον κανόνα του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου της χώρας του (κανόνας σύγκρουσης)  για να του υποδείξει ποιο είναι το εφαρμοστέο στην συγκεκριμένη περίπτωση ουσιαστικό δίκαιο. Δηλαδή δεν τον απασχολεί καθόλου η προβληματική του εφαρμοστέου δικαίου, στο οποίο τον παραπέμπει το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο της χώρας του   και εν προκειμένω οι κανόνες συγκρούσεως  που θεσπίζονται από το ενωσιακό δίκαιο (Χαρ .Παμπούκης  ΝοΒ 1992 ,σελ.1327 κ.επ. και ιδιαίτερα  σελ.1341 αριθ.44).

Αυτή ακριβώς είναι και η ειδοποιός διαφορά  που διακρίνει τους κανόνες αμέσου εφαρμογής από την επιφύλαξη της δημόσιας τάξης του άρθρου 26 του Κανονισμού Ρώμη ΙΙ. Και αυτό διότι στην δεύτερη περίπτωση όταν ο δικαστής έχει να αντιμετωπίσει μία υπόθεση η οποία παρουσιάζει στοιχεία αλλοδαπότητας, θα ανατρέξει οπωσδήποτε στους κανόνες του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου της χώρας του ,προκειμένου να του υποδειχθεί από αυτούς ποιο είναι στην συγκεκριμένη περίπτωση ουσιαστικό δίκαιο. Μόνο δε αφού διαπιστώσει ότι η εφαρμογή του αλλοδαπού κανόνα δικαίου είναι προδήλως ασυμβίβαστη  με την δημόσια τάξη του forum θα αποκλείσει την εφαρμογή αυτού του αλλοδαπού κανόνα.

Εννοιολογικός Προσδιορισμός των Διατάξεων  Αμέσου Εφαρμογής

Τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα αυτών των κανόνων αμέσου εφαρμογής είναι  1) Ότι αυτοί δεν περνούν μέσα από τον μηχανισμό των κανόνων συνδέσεως. Δηλαδή δεν τίθεται το ερώτημα  σχετικά με ποιό δίκαιο διέπει την συγκεκριμένη έννομη σχέση, όπως γίνεται με τους κανόνες του Ιδ.Διεθνούς Δικαίου. 2) Ο καθορισμός του πεδίου εφαρμογής τους  γίνεται μονομερώς, δηλαδή δεν λαμβάνονται υπόψη οι αλλοδαπές διατάξεις. 3) Το πεδίο εφαρμογής τους μπορεί να αναφέρεται είτε σε πρόσωπα είτε σε γεγονότα που λαμβάνουν χώρα τόσο εντός της επικράτειας του κράτους που τους θεσπίζει όσο και σε πρόσωπα και γεγονότα που βρίσκονται εκτός αυτής.

Η ιδιότητα αυτή των κανόνων έχει ιδιαίτερη σημασία στην περίπτωση κατοίκου Ελλάδας, ο οποίος θανατώνεται σε τροχαίο ατύχημα το οποίο συμβαίνει σε ένα κράτος μέλος το οποίο είτε αγνοεί εντελώς τον θεσμό της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης είτε προβλέπει μειωμένα ποσά ή αυστηρότερες προϋποθέσεις για την επιδίκαση του σχετικού κονδυλίου σε σχέση με αυτά που προβλέπονται στο εγχώριο δίκαιο.

(Για μία ευρύτερη ανάλυση των κανόνων αμέσου εφαρμογής  στην ελληνική έννομη τάξη, τα σχετικά νομοθετικά κείμενα, τη βιβλιογραφία και την παλαιότερη νομολογία   βλέπετε Γ.Αμπατζή σε Επ.Συγκ.Δ 2011 σελ.4 κ.επ. και ιδιαίτερα σελ.9 έως 12).

 

ΙΙΙ. Ο ΘΕΣΜΟΣ  ΤΗΣ  ΧΡΗΜΑΤΙΚΗΣ  ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗΣ

ΛΟΓΩ ΨΥΧΙΚΗΣ ΟΔΥΝΗΣ

ΩΣ  ΚΑΝΟΝΑΣ  ΑΜΕΣΟΥ  ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ  ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ 

ΕΝΝΟΜΗΣ  ΤΑΞΗΣ

 

Στην περίπτωση που ο έλληνας δικαστής έχει να αντιμετωπίσει τροχαίο ατύχημα που φέρει τα χαρακτηριστικά του ατυχήματος που απασχόλησε την κρινόμενη απόφαση του Αρείου Πάγου (θάνατος Έλληνα σε τρίτο κράτος μέλος εκτός Ελλάδος, το δίκαιο του οποίου δεν προβλέπει τον θεσμό της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης) βρίσκεται προ του διλήμματος αν θα εφαρμόσει το δίκαιο του κράτους αυτού και θα απορρίψει το σχετικό αίτημα των συγγενών του θανόντος ή αν θα εφαρμόσει απευθείας το ελληνικό δίκαιο. Αν συντρέχουν αυτές οι προϋποθέσεις, ο έλληνας εφαρμοστής του δικαίου θα προχωρήσει στην ακόλουθη διανοητική επεξεργασία:

Θα ελέγξει κατ’αρχήν αν ο θεσμός της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις που αναφέρονται πάρα πάνω, ώστε να μπορέσει να τον χαρακτηρίσει ως κανόνα αμέσου εφαρμογής. Ειδικώτερα αυτός θα ελέγξει αν ο εν λόγω θεσμός αποτελεί εθνική διάταξη πρωταρχικής σημασίας  για την διαφύλαξη της κοινωνικής οργάνωσης της ελληνικής Πολιτείας  ώστε να επιβάλλεται η τήρησή της υποχρεωτικά στις έννομες σχέσεις που εντοπίζονται εκτός της Ελλάδας. Για να καταλήξει στο αντίστοιχο συμπέρασμα ο εφαρμοστής του δικαίου θα αντλήσει τα επιχειρήματά του από τα ελληνικά νομοθετικά κείμενα, από την νομολογία των εγχώριων δικαστηρίων και από τη νομική βιβλιογραφία. Στην ελληνική δικαιική πραγματικότητα τόσο η θεωρητική- δογματική θεμελίωση του θεσμού στην χώρα μας όσο και η νομολογία και η βιβλιογραφία οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης εντάσσεται στο πλάτος της εννοίας του άρθρου 16 του Κανονισμού και αποτελούν διάταξη αμέσου εφαρμογής, σύμφωνα με την πάρα πάνω έννοια. Και αυτό διότι κατ αρχήν, όπως γίνεται πάγια δεκτό, ο θεσμός της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, είδος της οποίας αποτελεί και η χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης  (Μιχ.Σταθόπουλος ΓενΕνοχΔικ εκδ.2004 σλ.446)  συνδέεται με θεμελιώδεις διατάξεις του Ελληνικού δικαίου και ειδικώτερα με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, η οποία κατοχυρώνεται συνταγματικά ως υποχρέωση της Πολιτείας με την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος. Επομένως  και οι διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου που προστατεύουν την προσωπικότητα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως ειδικές συνταγματικές επιταγές. Στην έννοια επομένως της προσωπικότητας  συμπεριλαμβάνεται και ο ψυχικός και συναισθηματικός κόσμος του ανθρώπου, ο οποίος θίγεται από τους ψυχικούς πόνους που προκαλούνται από τον θάνατο προσφιλούς προσώπου. (Σ.Πατεράκης “Η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης”, εκδ.Β΄σελ.75 έως 77 και 242 έως 243 ). Επομένως στην αξιολογική κλίμακα των κανόνων της ελληνικής έννομης τάξης η διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ δεν υπολείπεται σε αξία και σε αντίστοιχη ανάγκη προστασίας από τους λοιπούς κανόνες εφαρμογής που θεσμοθετούνται από τις κείμενες διατάξεις και τη νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων ως κανόνες αμέσου εφαρμογής.

Ιδιαίτερη σημασία για την κρινόμενη περίπτωση έχουν υπ΄αριθ. 220/2010 και 249/2015 αποφάσεις του Εφετείου Πειραιά (ιστοσελίδα Νόμος). Οι αποφάσεις αυτές έκριναν ότι  η  προβλεπόμενη από το νόμο  551/ 1915 χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνη των συγγενών του θανόντος σε εργατικό ατύχημα αποτελεί  κανόνα αμέσου εφαρμογής, με αποτέλεσμα να εφαρμόζεται στην περίπτωση αυτή το ελληνικό δίκαιο και να τίθεται εκποδών το αλλοδαπό δίκαιο που θα ήταν άλλως εφαρμοστέο. Την ίδια άποψη υιοθέτησε και η υπ αριθ. 535/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών  (ΕπΣυγκΔ 2022 σελ.5 κ.επ.).Η απόφαση αυτή επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης στον ιδιοκτήτη φορτηγού αυτοκινήτου (ρυμουλκού με ρυμουλκούμενο) το οποίο καταστράφηκε ολοσχερώς σε τροχαίο ατύχημα που συνέβη στην Γερμανία. Παρά το γεγονός ότι η χώρα αυτή δεν προβλέπει  τον θεσμό της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης για υλικές ζημίες το Εφετείο θεώρησε ότι το κονδύλιο αυτό αποτελεί κανόνα αμέσου εφαρμογής, κατά την έννοια του άρθρου 16 του Κανονισμού, και εφάρμοσε απευθείας το ελληνικό δίκαιο, παρά το γεγονός ότι στην περίπτωση αυτή εφαρμοστέο ήταν το δίκαιο της Γερμανίας ως τόπος όπου επήλθε η άμεση ζημία, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.1 του Κανονισμού.

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΕΣ ΚΡΙΣΕΙΣ

Ένα από τα πλέον δυσχερή προβλήματα που έχει να αντιμετωπίσει ο έλληνας Δικαστής, όταν η υπόθεση στην οποία καλείται να αποφασίσει έχει στοιχεία αλλοδαπότητας, είναι αυτό που απασχόλησε την πάρα πάνω απόφαση του Αρείου Πάγου. Και αυτό διότι αυτός τίθεται προ του διλήμματος ή να εφαρμόσει το αλλοδαπό δίκαιο ως δίκαιο της άμεσης ζημίας, όπως υποδεικνύει το άρθρο 4 παρ. 1 του Κανονισμού ή να εφαρμόσει το δίκαιο της Ελλάδας. Το δίλημμα αυτό ενέχει προβληματισμούς τόσο δογματικού- ερμηνευτικού χαρακτήρα όσο και δικαιοπολιτικής φύσεως. Αυτό καταδεικνύεται και από τη διάσταση απόψεων που διατυπώθηκε στη συγκεκριμένη απόφαση του Αρείου Πάγου μεταξύ της πλειοψηφίας και της μειοψηφίας. Ειδικώτερα η πλειοψηφία τάχθηκε υπέρ της εφαρμογής του ελληνικού δικαίου αφού ερμήνευσε το άρθρο 4 παρ.1 κατά τρόπο αντίθετο προς την ερμηνεία που έχει προσδώσει στην διάταξη αυτή το ΔΕΕ. Και αυτό το έκανε προφανώς για λόγους δικαιοπολιτικούς, να αποφύγει δηλαδή τον κίνδυνο να μην επιδικάσει στους συγγενείς του θανόντος χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης όπως ορίζει το δίκαιο της Φινλανδίας. Η μειοψηφία αντίθετα ακολούθησε την ερμηνεία της πάρα πάνω διατάξεως που έχει δώσει σε αυτήν το ΔΕΕ και, προκειμένου να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο της απόρριψης του κονδυλίου της χρηματικής αυτής ικανοποίησης, πρότεινε την υποβολή σχετικού προδικαστικού ερωτήματος προς το ΔΕΕ.

Η λύση του προβλήματος, κατά την άποψή μας, είναι σε περιπτώσεις όπου παρουσιάζονται τέτοιου είδους προβλήματα, όπως στην κρινόμενη υπόθεση, ο έλληνας Δικαστής να εφαρμόσει απευθείας το ελληνικό δίκαιο, θέτοντας εκποδών το άλλως εφαρμοστέο αλλοδαπό δίκαιο και να καταφύγει στη διάταξη του άρθρου 16 του Κανονισμού (διάταξη άμεσης εφαρμογής) στο πλάτος της εννοίας της οποίας εμπίπτει η χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης σύμφωνα με την ανάλυση που έγινε πάρα πάνω.

Γεώργιος Αμπατζής

Δικηγόρος ετ.

___________________________________

Αφήστε μία κριτική